Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Ό. Παπαδοπούλου, Σύμβουλος Επικρατείας
Το άρθρο 76 παρ. 4 του ν. 4939/2022 τυγχάνει εφαρμογής όταν η Διοίκηση ανακαλεί, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ιδίου νόμου, το καθεστώς πρόσφυγος που έχει χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας, διότι το πρόσωπο αυτό θεωρείται ευλόγως ότι συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους. Το δικαίωμα πρόσβασης του ενδιαφερομένου στις πληροφορίες του φακέλου δύναται, κατ’ εξαίρεση, να υπόκειται σε περιορισμούς, μετά από στάθμιση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, και, αφετέρου, συμφερόντων που άπτονται της εθνικής ασφάλειας και μπορούν να δικαιολογήσουν την μη κοινοποίηση στοιχείων του φακέλου, όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η εξαίρεση είναι επιτρεπτή υπό αυστηρές, διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η παρ. 4 του άρθρου 76 του ν. 4939/2022, η οποία δεν θεσπίζει απόλυτη απαγόρευση γνωστοποίησης πληροφοριών σχετιζόμενων με την εθνική ασφάλεια, όταν το καθεστώς πρόσφυγος ανακαλείται, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ιδίου νόμου, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους, είναι συμβατή με το άρθρο 23 παρ. 1 της οδηγίας 2013/32.
Όταν το αρμόδιο όργανο ανακαλεί το καθεστώς πρόσφυγος, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας “συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια”, δύναται να εκδίδει ταυτοχρόνως και απόφαση επιστροφής, στην απόφαση δε αυτή απαιτείται να προσδιορίζεται, μεταξύ των τρίτων χωρών, εκείνη προς την οποία πρέπει να απομακρυνθεί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Το ως άνω όργανο οφείλει, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής, να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η αρχή της μη επαναπροώθησης πρέπει, εξ άλλου, να τηρείται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, και συνεπώς την ίδια υποχρέωση έχει τόσο η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, όσο και οι αστυνομικές αρχές κατά την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας η κρίση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και επίκαιρη. Την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης υποχρεούται να διασφαλίζει και το αρμόδιο δικαστήριο. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, οι διατάξεις του ν. 3907/2011 και άρθρου 100 παρ. 10 του ν. 4939/2022 δεν έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115.
