Αριθμός 22 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) του Γεωργίου Κόκλα, Παρέδρου του ΝΣΚ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Ζ. του Γ. , κατοίκου … , που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Πηνελόπης Μουρτζούκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3703/1995 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 6649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων. Κατόπιν ο ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε την από 31-7-1997 αγωγή του στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 10212/1998 απόφαση του που απέρριψε την αγωγή για έλλειψη διακαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του, εκδόθηκε η 3969/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση. Στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε την από 2-1-2004 αίτηση του ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την 3/2004 απόφαση του, με την οποία: α) ήρε την αποφατική σύγκρουση υπέρ δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, β) εξαφάνισε την 6649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο. Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2-6-2005 αίτηση-κλήση του εισήγαγε για εκ νέου συζήτηση την υπόθεση.
Εκδόθηκε η 3022/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, η οποία ανέγνωσε την από 21-12-2017 έκθεση της αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Τζουμερκιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 11.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης …2009, αίτηση αναίρεσης, του κατ’ έφεση ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία νομίμως εισάγεται προς συζήτηση με την, από 27.07.2024 (αριθμός καταθέσεως …2024), κλήση του αναιρεσιβλήτου, μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 09.01.2018, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 3022/16.05.2007 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες οι από …1996 και με αριθμό κατάθεσης …/1996 και από …1996 και με αριθμό κατάθεσης …/1996 εφέσεις του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), αντιστοίχως, στρεφόμενες κατά της 3703/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη η από 24.11.1994 και με αριθμό κατάθεσης …/1994 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία, ζητούσε, μεταξύ των άλλων, αποζημίωση από αδικοπραξία, συνεπεία της παρανόμου πράξεως των οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να του απορρίψουν την αίτηση για μονιμοποίησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1476/1984 (διαφορά, που σύμφωνα με την 3/2004 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος, που ήρε την αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε με τις αποφάσεις 6649/1997 του Εφετείου Αθηνών και 3969/2003 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες και τα δύο δικαστήρια έκριναν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της διαφοράς, κρίθηκε, ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησής της (αναίρεσης) κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ιδίου νόμου (ΟλΑΠ 10/2018), αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου [άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553 παρ. 1β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 (όπως ίσχυε πριν τον ν. 4335/2015), 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 2/2019, 10/2012, ΑΠ 906/2024). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον υπόχρεο (οφειλέτη), αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟΛΑΠ 2/2019, 10/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ που εφαρμόζεται για ενοχή αποζημίωσης από τον νόμο, αδικοπραξία και σύμβαση, “Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε”. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 εδ. α’ απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ’ αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας. Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά τη γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικά από τον νόμο. Η συμβολή του ζημιωθέντος θεωρείται ότι υπάρχει και κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ, όταν αυτός προέβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι η παράλειψη της αποτροπής ή της μείωσης της ζημίας ασκούσε επιρροή και, έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή συντέλεσε στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας (ΑΠ 569/2025, 576/2017). Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα είτε να απαλλάξει το ζημιώσαντα είτε να μειώσει την ευθύνη του είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη (ΑΠ 576/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023). Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999, ΑΠ 1574/2024, 517/2021, 559/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του εν σχέσει με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: “Ο ενάγων είναι πτυχιούχος αεροναυπηγός του Πανεπιστημίου Νεαπόλεως Ιταλίας και τυγχάνει μόνιμο διδακτικό προσωπικό της σχολής Ικάρων από το έτος 1979. Από το 1976 καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έργου αλληλοδιαδόχως δυνάμει των οποίων ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στο εναγόμενο τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με το άρθρο 82 Π.Δ. 192/73 ως ειδικός συνεργάτης για μελέτη, βελτίωση, διάσωση αεροπορικού υλικού και εκπόνηση προτύπων μελετών περί την αύξηση των επιχειρησιακών ικανοτήτων των αεροσκαφών στο 202 κρατικό εργοστάσιο αεροσκαφών, τις οποίες υπηρεσίες του και πράγματι παρείχε συνεχώς μέχρι 10-2-1983. Την 11-2-1983 καταρτίστηκε η τελευταία σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων, η οποία έληξε την 31-10-1984. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα (11.2.83 – 31.10.84) ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ίδια ιδιότητα. Λόγω του ότι στην πραγματικότητα παρείχε εξαρτημένη εργασία (…), με εμπρόθεσμη από 18-3-1985 αίτησή του και ενόψει της ισχύος του Ν. 1476/84 (…) ο ενάγων ζήτησε την κατάταξή του σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αντίστοιχη με την ειδικότητα που είχε προσληφθεί. Το εναγόμενο με την υπ’ αριθ. 8/95 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας απέρριψε την αίτηση για το λόγο ότι ο ενάγων είναι μόνιμος υπάλληλος της σχολής Ικάρων και διέγραψε τον ενάγοντα από τη δύναμη του προσωπικού του την 21-10-85. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 26-6-1986 αίτηση ακύρωσης, το οποίο με την υπ’ αριθ. 1691/1987 απόφασή του την ακύρωσε. Μετά από αυτό, το εναγόμενο με την υπ’ αριθ. …-88 απόφαση ΥΕΘΑ τον κατέταξε σε προσωρινή θέση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου που συστάθηκε αυτοδίκαια για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5 Ν. 1476/84, ο χρόνος δε της σύμβασης μίσθωσης έργου του ενάγοντος λογίστηκε για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με την παρ. 1 αρ. 6 του Ν. 1476/84. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το εναγόμενο παράνομα και υπαίτια δια των οργάνων του απέρριψε την εμπρόθεσμη υποβληθείσα αίτηση του ενάγοντος για κατάταξή του σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από την παραπάνω ενέργεια του εναγομένου ο ενάγων υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1986 έως Απρίλιο 1988 και τις οποίες απώλεσε, αφού το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο. Έτσι ο ενάγων με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου διπλωματούχους μηχανικούς του δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (από 27-80 ΣΣΕ, 121, ΔΑ 12, 4-82 ΣΣΕ 45/83 ΠΔΔΔΔ 7.8.84 ΣΣΕ 99/85 ΔΑ 7/87 ΔΑ) όπως ορθώς αμειβόταν … δικαιούται τα παρακάτω ποσά … Συνολικώς δε για την παραπάνω αιτία δικαιούται … 2.846.971 δραχμές. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν δικαιούται τις παραπάνω αποδοχές διότι από δικό του πταίσμα δεν αποδέχθηκε τη σύμβαση έργου που του προτάθηκε για το χρονικό διάστημα δύο ετών, αρχής γενομένης από 12-2-1985, πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι ο ενάγων νομίμως διεκδίκησε την κατάταξή του σύμφωνα με το Ν. 1476/1984 και δεν ήταν υποχρεωμένος, αντί της κατάταξης, να προβεί σε σύναψη σύμβασης έργου. Επίσης, απορριπτέα κρίνεται η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για το λόγο ότι αφενός μεν κακώς δεν αποδέχθηκε την παραπάνω σύμβαση έργου, αφετέρου για μεγάλο διάστημα δεν διαμαρτυρήθηκε όσον αφορά τις αποδοχές του, δημιουργώντας στο εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει το δικαίωμά του, του οποίου η καθυστερημένη άσκηση επιφέρει δυσβάστακτες γι’ αυτό συνέπειες. Και τούτο διότι, εκτός από την ως άνω νόμιμη διεκδίκηση της κατάταξής του, σύμφωνα με το Ν. 1476/1984, ο ενάγων επανειλημμένα όχλησε το εναγόμενο για τις σχετικές απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση η διεκδίκηση των απαιτήσεων αυτών δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 3022/2007 απόφασή του, απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος της αποζημίωσης συνεπεία της παρανόμου πράξεως των οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να του απορρίψουν την αίτηση για μονιμοποίησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1476/1984 και επιδίκασε στον ενάγοντα αναγνωριστικά το πιο πάνω ποσό των 2.846.971 δραχμών, απορρίπτοντας τις υποβληθείσες από το εναγόμενο ενστάσεις περί οικείου πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (άρθρο 300 ΑΚ) και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 281 ΑΚ, με το να απορρίψει τις προταθείσες πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου επαναφερθείσες ως άνω ενστάσεις, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης σε σχέση με τις ενστάσεις αυτές, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, το δε αποδεικτικό του πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Ειδικότερα, για την απόρριψη της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένστασης του εναγομένου, αρκούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν αποδείχθηκε συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος στην επέκταση της άνω ζημίας του, αφού ο ενάγων νομίμως ζήτησε την κατάταξή του σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1476/1984 και δεν ήταν υποχρεωμένος, αντί της κατάταξης, να προβεί σε σύναψη σύμβασης έργου. Αναφορικά με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά του ενάγοντος πριν από την άσκηση του επιδίκου δικαιώματός του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στον οφειλέτη εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις των άρθρων 300 και 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί Τέλος, δεν θα επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου, ο οποίος παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 11.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης ….2009, αίτηση για αναίρεση της 3022/16.05.2007 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
