Πνευματική ιδιοκτησία – Παράβαση της χωρίς δικαίωμα πώλησης, αναπαραγωγής ή κατοχής, με σκοπό τη διανομή, προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή – Άρθρ. 65Α ν. 2121/1993 – Διαδικασία ελέγχου κατά την ΚΥΑ 10100/Δ38/4020/2007/27.7.2007 – Αφαίρεση παρανόμου υλικού από την έδρα της επιχείρησης – Απαιτείται η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης με λεπτομερή περιγραφή και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διάγνωση του παρανόμου ή μη χαρακτήρα του κατασχεθέντος υλικού – Κατάσχεση ψηφιακών δίσκων (CD) – Αριθμητική απόκλιση μεταξύ των CD που κατασχέθηκαν και εκείνων στα οποία στηρίχθηκε η διενεργηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης – Αδυναμία αντιστοίχησης των 50 διαγνωσθεισών παραβάσεων με συγκεκριμένα κατασχεθέντα CD – Ενδεχόμενος και όχι βέβαιος ο πειρατικός χαρακτήρας 4 σειριακών αριθμών επί των οποίων στηρίχθηκε η διαπίστωση τέλεσης παράβασης σε 4 περιπτώσεις – Μη τεκμηρίωση συνδρομής καμίας εκ των 50 καταγεγραμμένων περιπτώσεων παράβασης του άρθρου 65Α ν. 2121/1993 – Δέχεται την προσφυγή.
(…) προς διαπίστωση τέλεσης της παράβασης της χωρίς δικαίωμα πώλησης, αναπαραγωγής ή κατοχής, με σκοπό τη διανομή, προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή του άρθρου 65Α του ν. 2121/1993, η εκδοθείσα, κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου, υπ’αριθμ. πρωτ. 10100/Δ38/4020/2007/27.7.2007 Κ.Υ.Α. προβλέπει την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας ελέγχου. Συγκεκριμένα, εφόσον, κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου από τα αρμόδια προς τούτο όργανα, αφαιρείται από την έδρα της ελεγχόμενης επιχείρησης ορισμένο παράνομο υλικό (προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή διακομιστών, υλικοί φορείς ήχου – CD), απαιτείται η σύνταξη σχετικής έκθεσης κατάσχεσης, με λεπτομερή περιγραφή του υλικού αυτού και, περαιτέρω, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από νομίμως διορισμένο πραγματογνώμονα, προς τον σκοπό διάγνωσης του παράνομου ή μη χαρακτήρα του κατασχεθέντος υλικού και την άρση τυχόν αμφισβητήσεων και αμφιβολιών. Η διαπίστωση δε, κατά τον προεκτεθέντα έλεγχο, τυχόν παραβάσεων του προαναφερθέντος άρθρου 65Α του ν. 2121/1993 επισύρει τη ποινή του διοικητικού προστίμου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό 1.000 ευρώ ανά διαπιστωθείσα περίπτωση παράβασης. Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι, κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε, στις 22.3.2018, στην έδρα της δεύτερης προσφεύγουσας ανώνυμης εταιρείας, κατασχέθηκαν συνολικά διακόσιοι είκοσι ένα (221) ψηφιακοί δίσκοι (CD) και, συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην σχετικώς συνταχθείσα από 22.3.2018 έκθεση κατάσχεσης [η οποία ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σε αυτή είτε ότι ενήργησε ο συντάκτης της είτε ότι έγιναν ενώπιόν του, κατ’άρθρο 171 του Κ.Δ.Δ.] κατασχέθηκαν: α) διακόσια δεκαεννέα (219) CD, με ενδείξεις ότι περιέχουν λογισμικό H/Y, β) ένα (1) CD που περιείχε σε ηλεκτρονική μορφή παραστατικά πωλήσεων της επιχείρησης από 1.1.2014 έως την ημέρα διενέργειας του ελέγχου και γ) ένα (1) CD που περιείχε σε ηλεκτρονική μορφή παραστατικά αγορών της επιχείρησης από 1.1.2014 έως την ημέρα διενέργειας του ελέγχου, τα οποία αφορούσαν εμπορία προϊόντων της εταιρείας παραγωγής λογισμικού “M”. Εντούτοις, από την από 4.1.2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία βασίστηκε αποκλειστικώς η αρμόδια του Σ.Δ.Ο.Ε. για την επιβολή του ένδικου προστίμου, προκύπτει ότι τα συμπεράσματά της, ήτοι η διαπίστωση των συνολικά πενήντα (50) περιπτώσεων ανεύρεσης παράνομων λογισμικών και σειριακών αριθμών για την ενεργοποίηση αδειών χρήσης λογισμικού (βλ. σελ. 30 και 31 της σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, Κεφ. 3.15 «Συμπεράσματα»), στηρίχθηκαν στην καταγραφή και εξέταση διακοσίων είκοσι τριών (223) CD, δηλαδή στην εξέταση δύο (2) αριθμητικά περισσότερων CD, σε σχέση με τα κατασχεθέντα και παραδοθέντα στον διορισθέντα πραγματογνώμονα (σχ. το από 27.10.2021 πρωτόκολλο παράδοσης–παραλαβής προς τον διορισμένο πραγματογνώμονα). Κατόπιν τούτων, λαμβάνοντας υπόψη: α) την ανωτέρω προκύπτουσα αριθμητική απόκλιση μεταξύ των CD που κατασχέθηκαν και των CD, στα οποία στηρίχθηκε η διενεργηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, β) ότι οι πενήντα (50) αποδοθείσες παραβάσεις διαγνώσθηκαν σε σύνολο τριάντα εννέα (39) CD, δίχως όμως να προκύπτει, κατά τρόπο ορισμένο και ασφαλή, σε ποιο συγκεκριμένα CD από εκείνα που κατασχέθηκαν εντοπίστηκε, κάθε μία εκ των πενήντα (50) παραβάσεων, καθότι, από την εκτίμηση και αξιολόγηση τόσο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όσο και του συνόλου των στοιχείων του φακέλου και του αποδεικτικού υλικού, είναι αδύνατη η αντιστοίχισή τους και γ) ότι σε τέσσερις (4) περιπτώσεις (βλ. σελ. 31 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), η διαπίστωση της τέλεσης παρανομίας (με τη συνακόλουθη επιβολή του αντίστοιχου διοικητικού προστίμου) στηρίχθηκε σε στοιχεία μη προσηκόντως τεκμηριωμένα και απαλλαγμένα αμφιβολιών, καθότι, κατά τα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ο πειρατικός χαρακτήρας των τεσσάρων (4) σειριακών αριθμό παρίστατο ενδεχόμενος και όχι βέβαιος [βλ. σελ. 16 και σελ. 31 της έκθεσης, κατά την οποία εξετάστηκαν «35 CD που […] περιέχουν […] 4 σειριακούς αριθμούς, οι οποίοι είναι ενδεχομένως πειρατικοί, δεδομένου ότι κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. […]»], το Δικαστήριο κρίνει ότι η φέρουσα το βάρος απόδειξης των παραβάσεων του άρθρου 65Α του ν. 2121/1993 Επιχειρησιακή Διεύθυνση του Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής δεν τεκμηρίωσε προσηκόντως την συνδρομή ουδεμίας εκ των πενήντα (50) καταγεγραμμένων περιπτώσεων παράβασης του άρθρου 65Α του ν. 2121/1993 και, συνεπώς, ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο πρώτος προσφεύγων υπέπεσε στις ως άνω αποδιδόμενες παραβάσεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την προσφυγή. Τούτο δε ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι, μετά την διενέργεια της υλικής πράξης της κατάσχεσης και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης κατάσχεσης, η ως άνω αρμόδια υπηρεσία απέστειλε το κατασχεθέν υλικό στην εταιρεία M. προς εκπόνηση πορίσματος, σχετικά με την ύπαρξη ή μη τυχόν παράνομου λογισμικού της ως άνω εταιρείας, δεδομένου ότι, στη συνέχεια, μετά την ανάκτηση των κατασχεθέντων στοιχείων, η εν λόγω υπηρεσία προέβη, εν πάση περιπτώσει, ως όφειλε, στον διορισμό πραγματογνώμονα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της προεκτεθείσας Κ.Υ.Α.. Με τα δεδομένα αυτά, μη νομίμως επιβλήθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε βάρος του πρώτου προσφεύγοντος το ένδικο πρόστιμο και, περαιτέρω, μη νομίμως κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπόχρεη, ως αστικά συνυπεύθυνη, η δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία. Για τον λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της, ενώ η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής παρέλκει ως αλυσιτελής.
