ΑΠΟΦΑΣΗ
Interactiv S.A. κατά της Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 26.03.2026 (προσφ. αριθ. 35303/15)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας, αποφαινόμενο επί αναιρέσεως, εξαφάνισε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και επανεξέτασε την υπόθεση επί της ουσίας χωρίς προφορική συζήτηση και χωρίς να επιτρέψει στην προσφεύγουσα εταιρεία να σχολιάσει νέα αποδεικτικά στοιχεία (επιθεώρηση και μετρήσεις του αγωγού φυσικού αερίου), τα οποία προσκομίστηκαν για πρώτη φορά κατά την αναιρετική διαδικασία και αποτέλεσαν αποφασιστικό στοιχείο για την απόρριψη της αγωγής. Επιπλέον, η αιτιολογία της απόφασης ήταν ελλιπής, καθώς δεν εξήγησε τους λόγους απόκλισης από τις σύμφωνες αποφάσεις δύο κατώτερων δικαστηρίων. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, ενώ έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση του παραπόνου υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα Interactiv S.A., Μολδαβική ανώνυμη εταιρεία ιδρυθείσα το 1995, υπέγραψε στις 21.12.2005 με τη Διεύθυνση Κατασκευών του Δημοτικού Συμβουλίου Κισινάου (CMC) σύμβαση συγχρηματοδότησης για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου. Η CMC ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το 50% της δαπάνης έως το τέλος του 2006 και αντιστοίχως θα καθίστατο συνιδιοκτήτρια. Παρά την αναγνώριση του χρέους το 2007, η αρχή ουδέποτε εκπλήρωσε την υποχρέωσή της. Στις 22.07.2011 η εταιρεία άσκησε αγωγή κατά της CMC και του Δήμου Κισινάου (CCH) ζητώντας 694.560 MDL.
Με την απόφαση της 12.12.2013 το Πρωτοδικείο Buiucani δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Στις 25.06.2014 το Εφετείο Κισινάου επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διαπιστώνοντας ιδίως ότι οι τοπικές αρχές δεν είχαν αμφισβητήσει το κύρος της σύμβασης μέσω ανταγωγής ή πραγματογνωμοσύνης. Με την τελική απόφαση της 21.01.2015 το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας, χωρίς να διεξαγάγει προφορική συζήτηση και απουσία των διαδίκων, δέχτηκε την αναίρεση των τοπικών αρχών, εξαφάνισε τις κατώτερες αποφάσεις και επανεξέτασε την υπόθεση. Στηρίχτηκε σε νέα αποδεικτικά στοιχεία -επιθεώρηση και μετρήσεις του αγωγού (110 mm αντί των φερόμενων 140 mm- και έκρινε ότι ο προσκομισθείς προϋπολογισμός κόστους δεν συνδεόταν με τη σύμβαση του 2005, απορρίπτοντας την αγωγή ως αβάσιμη.
Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε για παραβίαση των άρθρων 6 § 1 ΕΣΔΑ και 1 ΠΠΠ. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ δεν επιβάλλει απόλυτη υποχρέωση διεξαγωγής προφορικής συζήτησης ενώπιον ανώτατου ή αναιρετικού δικαστηρίου σε κάθε υπόθεση. Οι απαιτήσεις της δίκαιης και δημόσιας δίκης πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα της φύσης της διαδικασίας και της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του εκάστοτε οργάνου. Όταν η δικαιοδοσία του ανώτατου δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και δεν επαναξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά ή τα αποδεικτικά μέσα, η απουσία προφορικής συζήτησης δύναται να δικαιολογείται και δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (παρ. 12· πρβλ. Covalenco κατά Μολδαβίας της 16.06.2020, §§ 19-24, Jussila κατά Φινλανδίας [GC] της 23.11.2006, §§ 40-43, Helmers κατά Σουηδίας της 29.10.1991, § 36, Ekbatani κατά Σουηδίας της 26.05.1988, § 31).
Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας δεν περιορίστηκε στον έλεγχο νομικών ζητημάτων. Επανεξέτασε τα πραγματικά περιστατικά – ιδίως τη διάμετρο του αγωγού και τη συνάφεια του προϋπολογισμού κόστους- και στηρίχτηκε σε επιθεώρηση και μετρήσεις που προσκόμισαν οι αντίδικοι για πρώτη φορά κατά την αναιρετική διαδικασία. Ενεργώντας έτσι ως δικαστήριο πρώτου βαθμού επί αμφισβητούμενων πραγματικών ζητημάτων, όφειλε να διεξαγάγει προφορική συζήτηση ώστε να επιτρέψει στην προσφεύγουσα εταιρεία να αναπτύξει αποτελεσματικά τα επιχειρήματά της (παρ. 12).
Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει ή να αντικρούσει το νέο υλικό, το οποίο αποδείχτηκε καθοριστικό για το συμπέρασμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τούτο την έθεσε σε σαφές μειονέκτημα έναντι των αντιδίκων και αντέβαινε στην αρχή της ισότητας των όπλων (παρ. 13, πρβλ. Nideröst-Huber κατά Ελβετίας της 18.02.1997, §§ 23-32, Krčmář κ.ά. κατά Τσεχικής Δημοκρατίας της 03.03.2000, §§ 39-46).
Τέλος, η αιτιολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίστηκε στη φερόμενη απόκλιση ως προς τη διάμετρο του αγωγού και στην ερμηνεία του προϋπολογισμού κόστους, χωρίς να ασχοληθεί με τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ή να εξηγήσει για ποιον λόγο απέκλινε από τις αποφάσεις των δύο κατώτερων βαθμών, οι οποίοι είχαν επιβεβαιώσει το κύρος της σύμβασης και την αναγνώριση του χρέους. Μια τέτοια αιτιολογία υπολείπεται των απαιτήσεων του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (παρ. 14, πρβλ. Ruiz Torija κατά Ισπανίας της 09.12.1994, § 29, Hiro Balani κατά Ισπανίας της 09.12.1994, § 27, Higgins κ.α. κατά Γαλλίας της 19.02.1998, § 42).
Άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ: Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τις παρατηρήσεις των διαδίκων και τα συμπεράσματά του υπό το άρθρο 6 § 1, το Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση του παραπόνου υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ (παρ. 16, πρβλ. Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC] της 17.07.2014, § 156).
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (ομόφωνα). Επιδίκαση 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Απόρριψη του αιτήματος για υλική ζημία.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στον έλεγχο νομικών ζητημάτων. Επανεξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης […]. Στηρίχτηκε επίσης στα αποτελέσματα αυτοψίας και σε μετρήσεις που προσκόμισαν οι αντίδικοι για πρώτη φορά στην κατ’ αναίρεση διαδικασία. Ενεργώντας έτσι, λειτούργησε ως δικαστήριο πρώτου βαθμού επί αμφισβητούμενων πραγματικών ζητημάτων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διεξαγωγή ακρόασης ήταν αναγκαία προκειμένου να επιτραπεί στην προσφεύγουσα εταιρεία να αναπτύξει αποτελεσματικά τα επιχειρήματά της» (παρ. 12).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Όρια της εξαίρεσης από την υποχρέωση προφορικής συζήτησης ενώπιον αναιρετικού δικαστηρίου. Η απόφαση επιβεβαιώνει και συγκεκριμενοποιεί την πάγια νομολογία (Jussila, Helmers, Ekbatani) ότι η εξαίρεση από την υποχρέωση προφορικής συζήτησης ενώπιον ανώτατου δικαστηρίου ισχύει μόνον στο μέτρο που η δικαιοδοσία του παραμένει πράγματι περιορισμένη σε νομικά ζητήματα. Όταν το αναιρετικό δικαστήριο επαναξιολογεί πραγματικά περιστατικά και νέα αποδεικτικά μέσα, μετατρέπεται λειτουργικά σε δικαστήριο ουσίας και η υποχρέωση ακρόασης αναβιώνει στο ακέραιο.
Νέα αποδεικτικά στοιχεία στην κατ’ αναίρεση διαδικασία και αρχή της αντιμωλίας. Η απόφαση επαναβεβαιώνει την πάγια νομολογία Nideröst-Huber και Krčmář, σύμφωνα με την οποία κάθε αποδεικτικό υλικό που τίθεται υπόψη του δικαστηρίου πρέπει να γνωστοποιείται στους διαδίκους με δυνατότητα ουσιαστικής αντίκρουσης, ιδίως όταν αποκτά αποφασιστική σημασία για την έκβαση της δίκης.
Καθήκον αιτιολογίας και απόκλιση από αποφάσεις κατωτέρων δικαστηρίων. Η απόφαση ενισχύει την απαίτηση ότι το αναιρετικό δικαστήριο, όταν αποκλίνει από σύμφωνες αποφάσεις δύο κατώτερων βαθμών δικαιοδοσίας, υποχρεούται να αιτιολογήσει με ιδιαίτερη πληρότητα τους λόγους της απόκλισης, εξετάζοντας τα ουσιώδη επιχειρήματα του ηττώμενου διαδίκου (Ruiz Torija, Hiro Balani).
Προστασία νομικών προσώπων. Επιβεβαιώνεται ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ισχύουν εξίσου για εμπορικές εταιρείες σε αστικές διαφορές με κρατικούς φορείς, ιδίως όταν η οικονομική διαφορά αφορά συμβατικές υποχρεώσεις δημόσιας αρχής. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για συμβατικές αξιώσεις ιδιωτών κατά δημόσιων φορέων ή ΟΤΑ, όταν το αναιρετικό δικαστήριο επιχειρεί ουσιαστική επανεκτίμηση της υπόθεσης χωρίς πλήρη ακρόαση των διαδίκων.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Interactiv S.A. κατά Μολδαβίας εντάσσεται στη συνεκτική νομολογιακή γραμμή του ΕΔΔΑ που οριοθετεί τις δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ενώπιον αναιρετικών δικαστηρίων. Πρόκειται για απόφαση Επιτροπής (Committee judgment), γεγονός που κατά κανόνα παραπέμπει σε εφαρμογή παγίως διαμορφωμένης νομολογίας. Παρά τον συνοπτικό χαρακτήρα της, η απόφαση παρουσιάζει σημαντική αξία επειδή συνθέτει σε ενιαίο πλαίσιο τρεις διακριτές αλλά αλληλένδετες πτυχές της δίκαιης δίκης: το δικαίωμα προφορικής συζήτησης, την αρχή της αντιμωλίας ως προς νέα αποδεικτικά στοιχεία και την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας.
Η λειτουργική προσέγγιση της δικαιοδοσίας του αναιρετικού δικαστηρίου. Το Δικαστήριο υιοθετεί προσέγγιση ουσιαστικού περιεχομένου και όχι τυπικού χαρακτηρισμού. Δεν αρκεί ότι το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζει το Ανώτατο Δικαστήριο ως αναιρετικό, αλλά κρίσιμο είναι το τι πράγματι έπραξε στη συγκεκριμένη υπόθεση. Όταν επαναξιολογεί πραγματικά περιστατικά και δέχεται νέα αποδεικτικά μέσα, λειτουργεί ως δικαστήριο ουσίας και υπόκειται στις πλήρεις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 1. Αυτή η λειτουργική προσέγγιση είναι σύμφωνη με τη μη τυπολατρική και ουσιαστική ανάγνωση των δικονομικών εγγυήσεων του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και αποτρέπει την τυπολατρική παράκαμψη των δικονομικών εγγυήσεων.
Η σύνδεση με την παράδοση Nideröst-Huber. Το σκεπτικό περί νέων αποδεικτικών στοιχείων εντάσσεται στην πάγια νομολογία κατά την οποία η αρχή της αντιμωλίας δεν αφορά μόνον τα κατατεθειμένα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά κάθε στοιχείο που τίθεται υπόψη του δικαστηρίου και μπορεί να επηρεάσει την έκβαση. Στην προκειμένη υπόθεση, η επιθεώρηση, οι μετρήσεις του αγωγού και η ερμηνεία του προϋπολογισμού κόστους δεν ήταν απλώς νέα αποδεικτικά δεδομένα, αλλά αποτέλεσαν τα καθοριστικά στοιχεία στα οποία στηρίχτηκε η ανατροπή δύο σύμφωνων αποφάσεων δικαστηρίων ουσίας, καθιστώντας την έλλειψη δυνατότητας αντίκρουσης ακόμη πιο επιβαρυντική.
Η ευρύτερη νομολογιακή διάσταση των Μολδαβικών παραβιάσεων του άρθρου 6. Η Interactiv S.A. δεν αρκεί, μόνη της ή μόνο σε συνδυασμό με την Covalenco, για να θεμελιώσει με αυστηρά επιστημονικούς όρους γενικό συμπέρασμα περί «σταθερά υψηλού αριθμού καταδικών» ή περί πλήρως αποδεδειγμένου συστημικού προβλήματος. Επιτρέπει όμως ασφαλώς τη διαπίστωση ότι το ΕΔΔΑ έχει ήδη αντιμετωπίσει σε περισσότερες από μία υποθέσεις ζήτημα ανατροπής ευνοϊκών αστικών αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας χωρίς τήρηση όλων των εγγυήσεων του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Η δικονομική θέση των νομικών προσώπων έναντι του Δημοσίου. Η υπόθεση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη κατηγορία δομικής ανισότητας: όταν ιδιωτικός συμβαλλόμενος επιδιώκει την εκπλήρωση χρηματικής υποχρέωσης από δημόσιο φορέα, ο ίδιος δημόσιος φορέας που είναι αντίδικος διαθέτει προνομιακή πρόσβαση σε διοικητικούς πόρους και τεχνικά μέσα (όπως η δυνατότητα διενέργειας επιθεώρησης στον επίδικο αγωγό). Η εξισορρόπηση αυτής της ανισότητας απαιτεί από το δικαστή αυξημένη επαγρύπνηση ως προς τη διασφάλιση της αντιμωλίας, κατ’ αναλογία προς τη συλλογιστική της Korošec κατά Σλοβενίας της 08.10.2015 για την ανάγκη αντισταθμιστικών δικονομικών εγγυήσεων σε περιβάλλον αποδεικτικής ανισορροπίας.
Συγκριτική αναφορά. Η αρχή ότι το αναιρετικό δικαστήριο που επαναξιολογεί πραγματικά περιστατικά οφείλει να σέβεται τις πλήρεις εγγυήσεις δίκαιης δίκης αντανακλάται και σε άλλα διεθνή συστήματα προστασίας. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ (παρ. 8 και 13), επιβεβαιώνει ότι η αρχή της ισότητας των όπλων και η ίση δυνατότητα αντίκρουσης ισχυρισμών και αποδείξεων αποτελούν τον πυρήνα της δίκαιης δίκης. Στο πλαίσιο του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η νομολογία επί του άρθρου 8 της Διαμερικανικής Σύμβασης (βλ. Apitz Barbera κ.α. κατά Βενεζουέλας της 05.08.2008) αναγνωρίζει σε συναφές, όχι όμως ταυτόσημο, πλαίσιο την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας ως συστατικό στοιχείο της δικαστικής εγγύησης. Στο πλαίσιο του ΔΕΕ, η νομολογία επί του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ (βλ. ενδεικτικά C-300/11, ZZ, 04.06.2013) επιβεβαιώνει σε διαφορετικό κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο την ανάγκη γνωστοποίησης, τουλάχιστον κατά την ουσία τους, των λόγων στους οποίους στηρίζεται ένα δυσμενές μέτρο, ώστε να καθίσταται αποτελεσματική η δικαστική προστασία.
Συμπέρασμα. Η Interactiv S.A. κατά Μολδαβίας, μολονότι σύντομη και εκδοθείσα από Επιτροπή, αποτελεί χρήσιμη υπενθύμιση τριών βασικών δικονομικών αρχών που λειτουργούν ως αλληλοενισχυόμενες εγγυήσεις δίκαιης δίκης ενώπιον αναιρετικών δικαστηρίων. Η αξία της έγκειται στο ότι δείχνει με σαφήνεια πώς οι τρεις αυτές αρχές (προφορική συζήτηση, αντιμωλία, αιτιολογία) ενεργοποιούνται σωρευτικά όταν το ανώτατο δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια του ρόλου του ως κριτή του νόμου και επανεξετάζει την ουσία της υπόθεσης.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Όρια της προφορικής συζήτησης ενώπιον ανώτατων δικαστηρίων: Η πάγια νομολογία Jussila κατά Φινλανδίας [GC] της 23.11.2006 διαμόρφωσε το πλαίσιο εντός του οποίου η απουσία προφορικής συζήτησης σε ανώτατο βαθμό μπορεί να δικαιολογηθεί. Πηγή: HUDOC, Jussila v. Finland [GC], no. 73053/01, 23.11.2006, §§ 40-43.
Β) Αρχή της αντιμωλίας και νέα αποδεικτικά μέσα: Η απόφαση Nideröst-Huber κατά Ελβετίας της 18.02.1997 αποτελεί τη θεμελιώδη αναφορά για την υποχρέωση γνωστοποίησης κάθε στοιχείου που τίθεται υπόψη του δικαστηρίου. Πηγή: HUDOC, Nideröst-Huber v. Switzerland, no. 18990/91, 18.02.1997, §§ 23-32.
Γ) Καθήκον αιτιολογίας: Οι αποφάσεις Ruiz Torija κατά Ισπανίας και Hiro Balani κατά Ισπανίας της 09.12.1994 εδραίωσαν την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν τα ουσιώδη επιχειρήματα των διαδίκων. Πηγή: HUDOC, Ruiz Torija v. Spain, no. 18390/91, 09.12.1994, § 29· Hiro Balani v. Spain, no. 18064/91, 09.12.1994, § 27.
Δ) Επαναλαμβανόμενο νομολογιακό ζήτημα στη Μολδαβική αναιρετική διαδικασία: Η Covalenco κατά Μολδαβίας της 16.06.2020 παρέχει συγκεντρωτική παρουσίαση των γενικών αρχών στη μολδαβική νομολογία. Πηγή: HUDOC, Covalenco v. Republic of Moldova, no. 72164/14, 16.06.2020, §§ 19-24.
Ε) Συγκριτική αναφορά στο σύστημα ΔΣΑΠΔ: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (CCPR/C/GC/32, 23.08.2007), παρ. 8 και 13, αναγνωρίζει την αρχή της ισότητας των όπλων και την ίση δυνατότητα αντίκρουσης ισχυρισμών και αποδείξεων ως πυρήνα του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32.
ΣΤ) Διαμερικανικό σύστημα: Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Apitz Barbera κ.ά. κατά Βενεζουέλας της 05.08.2008, αναγνώρισε την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας ως συστατικό στοιχείο της δικαστικής εγγύησης κατά το άρθρο 8 ACHR. Πηγή: IACtHR, Apitz Barbera et al. v. Venezuela, 05.08.2008, Series C No. 182, §§ 75-78.
Ζ) Δίκαιο της Ε.Ε.: Στην απόφαση C-300/11, ZZ κατά Secretary of State for the Home Department, της 04.06.2013, το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη επιβάλλει τη γνωστοποίηση τουλάχιστον της ουσίας των λόγων στους οποίους στηρίζεται το δυσμενές μέτρο. Πηγή: CURIA, C-300/11, ZZ, 04.06.2013.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Covalenco v. Republic of Moldova, 16.06.2020, Application no. 72164/14 • Jussila v. Finland [GC], 23.11.2006, Application no. 73053/01 • Helmers v. Sweden, 29.10.1991, Application no. 11826/85 • Ekbatani v. Sweden, 26.05.1988, Application no. 10563/83 • Nideröst-Huber v. Switzerland, 18.02.1997, Application no. 18990/91 • Krčmář and Others v. Czech Republic, 03.03.2000, Application no. 35376/97 • Ruiz Torija v. Spain, 09.12.1994, Application no. 18390/91 • Hiro Balani v. Spain, 09.12.1994, Application no. 18064/91 • Higgins and Others v. France, 19.02.1998, Application no. 20124/92 • Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], 17.07.2014, Application no. 47848/08 • Korošec v. Slovenia, 08.10.2015, Application no. 77212/12
