ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 16ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές – Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας – Ακυρότητα της σύμβασης – Αξιώσεις προς επιστροφή της εκπληρωθείσας παροχής – Προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του επαγγελματία – Διακοπή της προθεσμίας παραγραφής – Αναγνώριση από τον καταναλωτή οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Αρχής της ασφάλειας δικαίου – Αρχή της αναλογικότητας – Δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο – Αδικαιολόγητος πλουτισμός »
Στην υπόθεση C‑901/24 [Falucka] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας, Πολωνία) με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
mBank S.A.
κατά
TK,
DJ και JJ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, R. Frendo (εισηγήτρια) και A. Kornezov, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η mBank S.A., εκπροσωπούμενη από την A. Cudna-Wagner, radca prawny, και τον B. Miąskiewicz, adwokat,
– οι TK, DJ και JJ, εκπροσωπούμενοι από τον P. Wójcik, radca prawny,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, από την A. Pimenta και την A. Rodrigues,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Kienapfel και την A. Stobiecka-Kuik,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), καθώς και τις αρχές της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και του δικαιώματος προσφυγής σε δικαστήριο.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του τραπεζικού ιδρύματος mBank S.A. και των καταναλωτών TK, DJ και JJ, σχετικά με την είσπραξη απαίτησης λόγω ακυρότητας σύμβασης ενυπόθηκου δανείου η οποία περιλάμβανε καταχρηστικές ρήτρες.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
4 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το πολωνικό δίκαιο
5 Το άρθρο 58, παράγραφος 1, του ustawa – Kodeks cywilny (νόμου περί του αστικού κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964 (Dz. U. του 2024, θέση 1061), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας), έχει ως εξής:
«Δικαιοπραξία η οποία είναι αντίθετη προς τον νόμο ή αποβλέπει στην καταστρατήγηση του νόμου είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από σχετική διάταξη, ιδίως αν προβλέπεται ότι οι άκυροι όροι της δικαιοπραξίας αντικαθίστανται από τις σχετικές διατάξεις του νόμου.»
6 Το άρθρο 117, παράγραφοι 1 και 21, του κώδικα αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος, οι χρηματικές αξιώσεις υπόκεινται σε παραγραφή.
[…]
21. Μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής, δεν είναι πλέον δυνατόν να προβληθεί αξίωση κατά του καταναλωτή.»
7 Το άρθρο 1171, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:
«1. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν στάθμισης των συμφερόντων των διαδίκων, να μη λάβει υπόψη τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής αξίωσης που προβάλλεται κατά καταναλωτή, εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας.
2. Κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, το δικαστήριο οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξετάζει:
1) τη διάρκεια της παραγραφής·
2) το χρονικό διάστημα μεταξύ της συμπλήρωσης της προθεσμίας παραγραφής και της άσκησης της αγωγής·
3) τη φύση των πραγματικών περιστατικών που εμπόδισαν τον δανειστή να προβάλει την αξίωσή του, περιλαμβανομένης τυχόν επιρροής της συμπεριφοράς του οφειλέτη όσον αφορά την όψιμη προβολή της από τον δανειστή.»
8 Κατά το άρθρο 118 του ίδιου κώδικα:
«Εάν δεν ορίζεται άλλως με ειδική διάταξη, η προθεσμία παραγραφής είναι εξαετής και, για αξιώσεις περιοδικών παροχών ή αξιώσεις που συνδέονται με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, τριετής. Ωστόσο, η προθεσμία παραγραφής συμπληρώνεται την τελευταία ημέρα του ημερολογιακού έτους, εκτός εάν είναι μικρότερη των δύο ετών.»
9 Το άρθρο 120, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει κατά την ημερομηνία που η αξίωση κατέστη απαιτητή. Όταν το απαιτητό της αξίωσης εξαρτάται από τη διενέργεια ορισμένης πράξης εκ μέρους του δικαιούχου, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει κατά την ημερομηνία που η αξίωση θα καθίστατο απαιτητή αν ο δικαιούχος είχε ενεργήσει το συντομότερο δυνατόν.»
10 Το άρθρο 123, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του κώδικα αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται:
1) από κάθε πράξη ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου οργάνου που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών ή για την εκτέλεση απαιτήσεων ορισμένου είδους, ή ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου, με την οποία επιδιώκεται άμεσα η προβολή ή αναγνώριση είτε η ικανοποίηση ή εξασφάλιση απαιτήσεως·
2) όταν το πρόσωπο έναντι του οποίου προβάλλεται η απαίτηση αναγνωρίζει την ύπαρξη της απαίτησης αυτής».
11 Το άρθρο 124, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:
«Μετά από κάθε διακοπή, η προθεσμία παραγραφής εκκινεί εκ νέου.»
12 Το άρθρο 3851, παράγραφος 1, του ίδιους κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:
«Οι ρήτρες καταναλωτικής σύμβασης οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή εάν διαμορφώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και πλήττει σοβαρά τα συμφέροντά του (μη επιτρεπτές συμβατικές ρήτρες). Αυτό δεν ισχύει για ρήτρες που καθορίζουν τις κύριες παροχές των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως την τιμή ή την αμοιβή, εφόσον είναι διατυπωμένες με σαφήνεια.»
13 Το άρθρο 405 του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Όποιος αποκόμισε περιουσιακό όφελος χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία άλλου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια σε είδος και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, να επιστρέψει την αξία της.»
14 Το άρθρο 410, παράγραφοι 1 και 2, του κώδικα αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων έχουν ιδίως εφαρμογή σε περίπτωση αχρεώστητης παροχής.
2. Η παροχή είναι αχρεώστητη εάν αυτός που την εκπλήρωσε δεν υπείχε γενικώς υποχρέωση ή δεν υπείχε υποχρέωση έναντι του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε, ή αν εξέλιπε η αιτία της παροχής ή δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος σκοπός της, ή αν η δικαιοπραξία από την οποία πηγάζει η υποχρέωση παροχής ήταν άκυρη και δεν κατέστη έγκυρη μετά την εκπλήρωση της παροχής.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
15 Το 2007, η mBank συνήψε με τους TK, DJ και JJ σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συνομολογηθείσα σε ελβετικά φράγκα (CHF) ποσού 1 958 800 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 460 700 ευρώ), το οποίο καταβλήθηκε στην TK, η δε συμβατική δέσμευση των DJ και JJ αφορούσε αποκλειστικώς τη διασφάλιση της φερεγγυότητας της TK προς τον σκοπό της χορήγησης του δανείου.
16 Με αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακού δικαστηρίου Βαρσοβίας, Πολωνία) και επιδόθηκε στην mBank στις 15 Ιανουαρίου 2018, οι τρεις καταναλωτές ζήτησαν την ακύρωση της σύμβασης δανείου.
17 Κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, στις 9 Ιανουαρίου 2019 και στις 3 Οκτωβρίου 2019, η TK δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι αντιλαμβανόταν τις συνέπειες της κήρυξης της σύμβασης ως άκυρης, ήτοι της απορρέουσας υποχρέωσής της να επιστρέψει στην τράπεζα το συνολικό ποσό της ληφθείσας πίστωσης, ότι αποδεχόταν τις εν λόγω συνέπειες και ότι συγκατατίθετο στη διαπίστωση της ακυρότητας της σύμβασης (στο εξής: δηλώσεις της TK). Με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας) κήρυξε άκυρη τη σύμβαση δανείου λόγων της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, ελλείψει των οποίων δεν ήταν δυνατή η διατήρησή της σε ισχύ.
18 Στις 2 Δεκεμβρίου 2022 η mBank άσκησε αγωγή κατά των TK, DJ και JJ ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακού δικαστηρίου Βαρσοβίας), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, με αίτημα την είσπραξη του ποσού του δανειακού κεφαλαίου που είχε καταβληθεί στην TK, πλέον των νόμιμων τόκων υπερημερίας.
19 Με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2024, το αιτούν δικαστήριο απεφάνθη μερικώς απορρίπτοντας την αγωγή της mBank κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των DJ και JJ.
20 Η TK ζητεί την απόρριψη της εν λόγω αγωγής προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η απαίτηση της mBank έχει υποπέσει σε παραγραφή.
21 Η συγκεκριμένη διάδικος υποστηρίζει ότι η αγωγή των TK, DJ και JJ με αντικείμενο την κήρυξη της ακυρότητας της σύμβασης δανείου είχε επιδοθεί στην mBank στις 15 Ιανουαρίου 2018 και ότι, βάσει των άρθρων 118 και 120, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα, η προθεσμία παραγραφής είχε εκκινήσει κατά την ημερομηνία αυτή και είχε συμπληρωθεί στις 31 Δεκεμβρίου 2021.
22 Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει, καταρχάς, ότι δεν εγείρονται μεν αμφιβολίες ως προς την ίδια την ύπαρξη της απαίτησης της mBank, πλην όμως η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης επιτάσσει να προσδιοριστεί αν οι δηλώσεις της ΤΚ στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινήθηκε με πρωτοβουλία των τριών καταναλωτών διακόπτουν εγκύρως την προθεσμία παραγραφής της εν λόγω απαίτησης.
23 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, βάσει του άρθρου 118 του αστικού κώδικα, η απαίτηση επαγγελματία υπόκειται σε τριετή προθεσμία παραγραφής, η οποία συμπληρώνεται κατά το τέλος του οικείου ημερολογιακού έτους, και ότι, σύμφωνα με απόφαση την οποία εξέδωσε το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) το 2024, η προθεσμία εκκινεί κατά την ημερομηνία που ο καταναλωτής γνωστοποιεί για πρώτη φορά στον επαγγελματία την εκ μέρους του αμφισβήτηση της δεσμευτικότητας των συμβατικών ρητρών, εν προκειμένω στις 15 Ιανουαρίου 2018.
24 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενες προσεγγίσεις όσον αφορά το ζήτημα αν η απαίτηση της τράπεζας έχει υποπέσει σε παραγραφή.
25 Αφενός, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι δηλώσεις της TK στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινήθηκε, μεταξύ άλλων, από την ίδια συνιστούν αναγνώριση της οφειλής, η οποία διακόπτει την προθεσμία παραγραφής της σχετικής απαίτησης βάσει του άρθρου 123, παράγραφος 1, σημείο 2, του αστικού κώδικα. Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω προθεσμία θα εκκινούσε εκ νέου στις 3 Οκτωβρίου 2019 και η απαίτηση της τράπεζας δεν θα είχε υποπέσει σε παραγραφή, οπότε το αιτούν δικαστήριο θα όφειλε να κάνει δεκτή την αγωγή της κύριας δίκης.
26 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι μια τέτοια αναγνώριση θα δικαιολογούσε ενδεχόμενη πεποίθηση της mBank ότι η TK επρόκειτο να εξοφλήσει οικειοθελώς το χρέος της, χωρίς να απαιτηθεί η άσκηση αγωγής από την ίδια. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της προβαλλόμενης απαίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιορισμός του δικαιώματος της mBank να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, καθώς και ως παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας.
27 Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι είναι πιθανό, με τις δηλώσεις στις οποίες προέβη προκειμένου να επιτύχει την έκδοση απόφασης περί ακυρώσεως της σύμβασης δανείου, η TK να ενήργησε ακουσίως εις βάρος της αναγνωρίζοντας την ύπαρξη της οφειλής της. Συνεπώς, η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης της τράπεζας λόγω των δηλώσεων αυτών θα μπορούσε να προσκρούει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 καθώς και στην αρχή της αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι οι επαγγελματίες θα ήταν σε θέση να ασκήσουν ευχερέστερα τα δικαιώματά τους χάρη στη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής εξαιτίας της οικείας αναγνώρισης.
28 Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβη η TK δεν διακόπτουν την παραγραφή, απομένει να εξεταστεί το ζήτημα αν οι δηλώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως συμπεριφορά του οφειλέτη η οποία έχει ασκήσει επιρροή ως προς την όψιμη προβολή από τον δανειστή της απαίτησής του, περίσταση που θα δικαιολογούσε, βάσει του άρθρου 1171, παράγραφος 2, σημείο 3, του αστικού κώδικα, να μη ληφθεί υπόψη η συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης της mBank.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/93] καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου την έννοια ότι αντιτίθενται στη δικαστική ερμηνεία εθνικής ρυθμίσεως κατά την οποία:
– η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του επαγγελματία κατά του καταναλωτή με αίτημα την επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως δυνάμει συμβάσεως η οποία κηρύχθηκε άκυρη λόγω της υπάρξεως καταχρηστικών ρητρών σε αυτή διακόπτεται με τη δήλωση του καταναλωτή ότι γνωρίζει ότι, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό που έλαβε από τον επαγγελματία δυνάμει της άκυρης σύμβασης,
– η υποβολή της ως άνω δηλώσεως από τον καταναλωτή είναι ικανή να δικαιολογήσει τη μη λήψη υπόψη της παραγραφής της αξιώσεως που έχει ο επαγγελματίας κατά του καταναλωτή;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
30 Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και η αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό το πρίσμα του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης ενός επαγγελματία διακόπτεται εφόσον ο καταναλωτής δηλώσει, στο πλαίσιο προκαταρκτικής διαδικασίας με αντικείμενο την κήρυξη ακυρότητας σύμβασης δανείου λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, ότι, εξαιτίας της ακυρότητας αυτής, θα καταστεί υπόχρεος να επιστρέψει την παροχή την οποία έλαβε από τον επαγγελματία.
31 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε, στις εθνικές έννομες τάξεις τους, να προβλέπονται κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προς τον σκοπό της παύσης της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από τους επαγγελματίες με τους καταναλωτές.
32 Ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες περί ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία έλκουν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που άπτονται του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Profi Credit Slovakia, C‑485/19, EU:C:2021:313, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, συμβατική ρήτρα η οποία κρίνεται καταχρηστική πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως ουδέποτε υπάρξασα και, επομένως, δεν δύναται να παραγάγει αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση με δικαστική απόφαση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας πρέπει, κατ’ αρχήν, να έχει ως συνέπεια την αποκατάσταση των νομικών και πραγματικών περιστάσεων υπό τις οποίες θα τελούσε ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η ρήτρα αυτή, ιδίως με τη θεμελίωση δικαιώματος για επιστροφή της ωφέλειας που αποκόμισε αχρεωστήτως, εις βάρος του, ο επαγγελματίας κατ’ εφαρμογήν της καταχρηστικής ρήτρας [απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Bank M. (Συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης), C‑520/21, EU:C:2023:478, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία ο καταχρηστικός χαρακτήρας μίας ή περισσοτέρων ρητρών μιας σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός επαγγελματία συνεπάγεται όχι μόνον την ακυρότητα των ρητρών αυτών, αλλά και την ακυρότητα της σύμβασης στο σύνολό της [πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Bank M. (Συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης), C‑520/21, EU:C:2023:478, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Ο ανωτέρω σκοπός της αποκατάστασης των νομικών και πραγματικών περιστάσεων υπό τις οποίες θα τελούσε ο καταναλωτής, εφόσον δεν υπήρχε η καταχρηστική ρήτρα, πρέπει να επιδιώκεται τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης και επιτάσσει η εθνική ρύθμιση που αποτελεί εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 85).
35 Πλην όμως, η αρχή της αναλογικότητας θα παραβιαζόταν αν αποκλειόταν η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση υπέρ του επαγγελματία. Επομένως, η υποχρέωση προς επιστροφή της εκπληρωθείσας παροχής λόγω της ακυρότητας της σύμβασης δανείου που περιλαμβάνει καταχρηστική ρήτρα απαιτείται να είναι αμοιβαία, χωρίς η τράπεζα να μπορεί, εντούτοις, να αξιώσει από τον καταναλωτή αποζημίωση πέραν της επιστροφής του κεφαλαίου που χορηγήθηκε κατ’ εκτέλεση της σύμβασης καθώς και της καταβολής των νόμιμων τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία της όχλησης [πρβλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, mBank (Δήλωση του καταναλωτή), C‑140/22, EU:C:2023:965, σκέψη 62].
36 Επιπλέον, το αποτέλεσμα της επιστροφής της εκπληρωθείσας παροχής την οποία επιφέρει η κήρυξη της ακυρότητας μιας σύμβασης δανείου που περιλαμβάνει καταχρηστική ρήτρα, το οποίο δικαιολογεί επίσης την άσκηση σχετικής αγωγής από το τραπεζικό ίδρυμα, διασφαλίζει ότι η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται η έννομη τάξη της Ένωσης δεν συνεπάγεται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του καταναλωτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ., C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 94).
37 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται, κατά δεύτερον, ότι η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης του επαγγελματία προς επιστροφή της εκπληρωθείσας παροχής λόγω της αναγνώρισης από τον καταναλωτή της οφειλής του δεν θίγει, κατ’ αρχήν, την εκ μέρους του καταναλωτή άσκηση του δικαιώματός του προς ανάκτηση της ωφέλειας που αποκόμισε αχρεωστήτως ο επαγγελματίας δυνάμει καταχρηστικών ρητρών, με συνέπεια την αποκατάσταση των νομικών και πραγματικών περιστάσεων υπό τις οποίες θα τελούσε ο εν λόγω καταναλωτής ελλείψει των συγκεκριμένων ρητρών.
38 Κατά τρίτον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, σχετικά με την υποχρέωση που υπέχει το εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, τις καταχρηστικές ρήτρες κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, το δικαστήριο αυτό δεν οφείλει να μην εφαρμόσει την επίμαχη ρήτρα, εφόσον ο καταναλωτής, αφού ενημερωθεί από το εν λόγω δικαστήριο, δεν προτίθεται να προβάλει τον καταχρηστικό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα της, δίνοντας επομένως ελεύθερη και εν επιγνώσει συγκατάθεση για την ισχύ της επίμαχης ρήτρας (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Dziubak, C‑260/18, EU:C:2019:819, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Επομένως, προκειμένου ο καταναλωτής να είναι σε θέση να μπορεί να συναινέσει ελεύθερα και εν επιγνώσει στη μη εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας ή στην εφαρμογή της ρήτρας παρά τον καταχρηστικό χαρακτήρα της, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να υποδείξει στους διαδίκους κατά τρόπο αντικειμενικό και εξαντλητικό, στο πλαίσιο των εθνικών δικονομικών κανόνων και υπό το πρίσμα της αρχής της επιείκειας στις αστικές διαδικασίες, τις έννομες συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας [πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Bank M. (Συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης), C‑520/21, EU:C:2023:478, σκέψη 48]. Η πληροφόρηση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική όταν η μη εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας μπορεί να έχει ως συνέπεια την κήρυξη της σύμβασης ως άκυρης στο σύνολό της, με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη έκθεση του καταναλωτή σε αξιώσεις περί επιστροφής [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης), C‑6/22, EU:C:2023:216, σκέψη 40].
40 Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η TK, ερωτηθείσα δύο φορές από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής με αίτημα την κήρυξη της ακυρότητας της σύμβασης δανείου, ανέφερε ότι αντιλαμβανόταν και αποδεχόταν την υποχρέωσή της να επιστρέψει στην mBank, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, το ποσό της ληφθείσας πίστωσης και, παρά ταύτα, ενέμεινε στο αίτημά της.
41 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα στοιχεία που οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή το εθνικό δικαστήριο κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως δεν συνεπάγονται υποχρέωσή του να εξηγήσει λεπτομερώς όλους τους νομικούς κανόνες που δύνανται να έχουν εφαρμογή επί αγωγής ασκηθείσας από επαγγελματία με αίτημα την επιστροφή εκπληρωθείσας παροχής, όπως είναι οι κανόνες που αφορούν τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης του επαγγελματία. Ειδικότερα, το γεγονός ότι έχει ενημερωθεί σχετικά με την υποχρέωσή του να επιστρέψει το δανειακό κεφάλαιο καθώς και τους τόκους υπερημερίας αρκεί ώστε να παρασχεθεί στον καταναλωτή η δυνατότητα να κατανοήσει και να εκτιμήσει τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την κήρυξη της ακυρότητας της σύμβασης δανείου λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιλαμβάνονται σε αυτήν και να συναινέσει, ως εκ τούτου, ελεύθερα και εν επιγνώσει στην κήρυξη της εν λόγω ακυρότητας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβη ο καταναλωτής εξυπηρετούσαν πιθανότατα τον σκοπό της κήρυξης της ακυρότητας της σύμβασης και όχι τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης του επαγγελματία δεν ασκεί επιρροή.
42 Κατά τέταρτον και τελευταίο, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου του δικαίου της Ένωσης, την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, σκοπό έχει να εξασφαλίσει το προβλέψιμο των καταστάσεων και των έννομων σχέσεων (απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2019, Agrárminiszter, C‑490/18, EU:C:2019:863, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, η αρχή αυτή δεν αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος ορίζει ότι η αναγνώριση από τον καταναλωτή της οφειλής του διακόπτει την προθεσμία παραγραφής της απαίτησης του επαγγελματία, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ότι ο επαγγελματίας δικαιολογείται να αναμένει, κατόπιν της εν λόγω αναγνώρισης, την οικειοθελή εξόφληση από τον καταναλωτή της οφειλής του και, ως εκ τούτου, να αναβάλει την άσκηση αγωγής προς είσπραξη της απαίτησής του.
43 Ένας τέτοιος κανόνας του εθνικού δικαίου διασφαλίζει επίσης το δικαίωμα του επαγγελματία να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, κατά το μέτρο που, κατόπιν της αναγνώρισης της οφειλής από τον καταναλωτή, ο επαγγελματίας μπορεί να προβλέψει ότι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η προθεσμία παραγραφής της απαίτησής του θα εκκινήσει εκ νέου και, ενδεχομένως, να ασκήσει το δικαίωμά του να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στηριζόμενος στην προθεσμία αυτή.
44 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και η αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό το πρίσμα του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης ενός επαγγελματία διακόπτεται εφόσον ο καταναλωτής δηλώσει, στο πλαίσιο προκαταρκτικής διαδικασίας με αντικείμενο την κήρυξη ακυρότητας σύμβασης δανείου λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, ότι, εξαιτίας της ακυρότητας αυτής, θα καταστεί υπόχρεος να επιστρέψει την παροχή την οποία έλαβε από τον επαγγελματία.
45 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ίδιου ερωτήματος, το οποίο στηρίζεται στην παραδοχή ότι η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της απαίτησης του επαγγελματία είναι ασυμβίβαστη με το δίκαιο της Ένωσης.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, και η αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό το πρίσμα του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου,
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης ενός επαγγελματία διακόπτεται εφόσον ο καταναλωτής δηλώσει, στο πλαίσιο προκαταρκτικής διαδικασίας με αντικείμενο την κήρυξη ακυρότητας σύμβασης δανείου λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, ότι, εξαιτίας της ακυρότητας αυτής, θα καταστεί υπόχρεος να επιστρέψει την παροχή την οποία έλαβε από τον επαγγελματία.
(υπογραφές)
