Το ζήτημα των επανορθώσεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν αφορά μόνο μια σύνθετη νομική εκκρεμότητα. Αφορά και τα ίδια τα όρια της ευρωπαϊκής μνήμης, ογδόντα ένα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου: αν δηλαδή τα εγκλήματα κατά αμάχων θα παραμένουν αντικείμενο επετειακής αναγνώρισης ή αν η μνήμη τους μπορεί να διεκδικεί και υλική, έμπρακτη δικαιοσύνη.
Σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και του Δήμου Διστόμου, Αράχοβας, Αντίκυρας, το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε προσφυγή του γερμανικού Δημοσίου κατά της εκτέλεσης της απόφασης υπέρ του Διστόμου στην Ιταλία. Με τα έως τώρα δημόσια δεδομένα, η υπόθεση φαίνεται να εισέρχεται σε νέα φάση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει υπάρξει οριστική και πλήρης δικαίωση.
Στο παρόν κείμενο του mnemonikon.gr επιχειρείται μια σύντομη προσπάθεια κατανόησης της εξέλιξης από τη σκοπιά της ιστορικής μνήμης και του θεσμικού της πλαισίου. Για να κατανοηθεί το βάρος αυτής της εξέλιξης, χρειάζεται να τη δούμε μέσα στη μακρά διαδρομή της υπόθεσης, καθότι η σφαγή του Διστόμου της 10ης Ιουνίου 1944 δεν αποτελεί μόνο ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα, αλλά και μια υπόθεση που εδώ και δεκαετίες θέτει το ερώτημα αν η ιστορική μνήμη μπορεί να βρει πραγματικό ένδικο αντίκρισμα και αν το αίτημα για δικαιοσύνη μπορεί να λάβει έμπρακτη αποκατάσταση.

Τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα η υπόθεση του Διστόμου ξεκίνησε δικαστικά με την αγωγή που ασκήθηκε το 1995 για λογαριασμό των συγγενών των θυμάτων και οδήγησε στην απόφαση 137/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις σε βάρος της Γερμανίας. Στη συνέχεια, το 2000, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεση της γερμανικής πλευράς, με αποτέλεσμα η δικαίωση των Διστομιτών να κατοχυρωθεί δικαστικά. Όταν όμως επιχειρήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης επί γερμανικής κρατικής περιουσίας στην Ελλάδα, όπως στο Ινστιτούτο Goethe και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η διαδικασία προσέκρουσε στο άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο απαιτεί προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης για εκτέλεση κατά αλλοδαπού Δημοσίου.
Μέχρι σήμερα, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν υπέγραψε την απαιτούμενη άδεια. Έτσι, ενώ η ελληνική Δικαιοσύνη αναγνώρισε την αξίωση των συγγενών, η εκτέλεση της απόφασης μπλοκαρίστηκε στην πράξη εντός της ίδιας της χώρας. Εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο παράδοξο: ενώ το ελληνικό κράτος τιμά θεσμικά τη μνήμη των θυμάτων της κατοχικής βίας, δεν έχει προχωρήσει στο βήμα που θα έδινε στη δικαστική αυτή αναγνώριση ουσιαστικό υλικό και πολιτικό αντίκρισμα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι δικαιούχοι στράφηκαν από το 2004 στα ιταλικά δικαστήρια, επιδιώκοντας εκεί την αναγνώριση και εκτέλεση της ελληνικής απόφασης, αφού η ελληνική οδός είχε ουσιαστικά κλείσει στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι Διστομίτες προσφεύγουν στα ιταλικά δικαστήρια
Με την ελληνική απόφαση υπέρ των συγγενών των θυμάτων να μην εκτελείται στην Ελλάδα, οι Διστομίτες στράφηκαν στα ιταλικά δικαστήρια, επιδιώκοντας να αναγνωριστεί εκεί ως εκτελεστή η απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Το πρώτο κρίσιμο βήμα έγινε το 2006, όταν η ελληνική απόφαση έλαβε αναγνώριση εκτελεστότητας στην Ιταλία. Στις 7 Ιουνίου 2007 οι δικαιούχοι προχώρησαν σε εγγραφή δικαστικής υποθήκης επί της Villa Vigoni, ακινήτου του γερμανικού Δημοσίου κοντά στη λίμνη Κόμο. Παρά την αντίδραση της γερμανικής πλευράς, η πορεία αυτή δεν ανατράπηκε, και τελικά η Corte di Cassazione, με απόφασή της στις 20 Μαΐου 2011, επικύρωσε την αναγνώριση της ελληνικής απόφασης στην Ιταλία. Έτσι, η υπόθεση του Διστόμου έπαψε να είναι μόνο μια ελληνική εκκρεμότητα και μετατράπηκε σε μείζον διακρατικό ζήτημα με ευρωπαϊκές και διεθνείς προεκτάσεις. Με αυτή την έννοια, η προσφυγή στην Ιταλία δεν ήταν απλώς μια τεχνική νομική μεταφορά της υπόθεσης, αλλά η συνέχιση ενός αγώνα που αναζητούσε διέξοδο πέρα από τα όρια της εθνικής αδράνειας.

Προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
Το καθοριστικό σημείο καμπής ήρθε το 2012, όταν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στην υπόθεση Jurisdictional Immunities of the State (Germany v. Italy: Greece intervening), έκρινε ότι η Ιταλία παραβίασε την υποχρέωσή της να σεβαστεί την κρατική ασυλία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι τα ιταλικά δικαστήρια δεν μπορούσαν, κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο, να εκδικάζουν αστικές αξιώσεις κατά της Γερμανίας για εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να λαμβάνουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά γερμανικής κρατικής περιουσίας ούτε να αναγνωρίζουν ως εκτελεστές αποφάσεις τρίτων κρατών, όπως οι ελληνικές αποφάσεις για το Δίστομο. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο αντιμετώπισε την υπόθεση ως ζήτημα κρατικής ασυλίας και δικαιοδοσίας, όχι ως κρίση επί της ουσίας των ίδιων των εγκλημάτων.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Η απόφαση της Χάγης δεν αμφισβήτησε ούτε τη φρίκη ούτε την ιστορική σημασία των ναζιστικών εγκλημάτων, ούτε εξαφάνισε το αίτημα αποζημίωσης σε ηθικό και υλικό επίπεδο. Απέρριψε, όμως, το επιχείρημα ότι η σοβαρότητα των εγκλημάτων, ο χαρακτήρας τους ως παραβιάσεων κανόνων jus cogens ή ακόμη και η απουσία άλλου αποτελεσματικού ένδικου μέσου αρκούν, στο ισχύον διεθνές δίκαιο, για να αρθεί η κρατική ασυλία. Με άλλα λόγια, έδωσε προτεραιότητα στον διαδικαστικό κανόνα της ασυλίας, χωρίς αυτό να συνιστά κρίση που υποτιμά τη βαρύτητα των ίδιων των εγκλημάτων.
Από το 2014, μετά και την απόφαση της Χάγης, το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο χάραξε μια διαφορετική γραμμή ως προς την πρόσβαση των θυμάτων στον δικαστή και τη δυνατότητα δικαστικής κρίσης των αξιώσεών τους, θεωρώντας ότι η δικαστική προστασία για τόσο σοβαρές παραβιάσεις δεν μπορεί να ακυρώνεται πλήρως.
Το 2022 η κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι προώθησε μια διαφορετική πολιτικονομική λύση, με τη σύσταση ειδικού ταμείου αποζημιώσεων για εγκλήματα του Γ΄ Ράιχ που διαπράχθηκαν στην Ιταλία ή σε βάρος Ιταλών πολιτών, ενώ παράλληλα προέβλεψε ότι δεν μπορούν να αρχίζουν ή να συνεχίζονται διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά γερμανικής κρατικής περιουσίας. Στη συνέχεια, το 2023, το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε συνταγματικά ανεκτή αυτή τη ρύθμιση στο στάδιο της εκτέλεσης. Παρά ταύτα, η περίπτωση του Διστόμου παρέμεινε ιδιάζουσα, καθώς αφορά Έλληνες δικαιούχους και ελληνική δικαστική απόφαση, ζήτημα που δεν επιλύθηκε οριστικά μέσα από το ίδιο σχήμα αποζημίωσης.
Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της υπόθεσης. Όταν το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εγκλημάτων αλλά προτάσσει την κρατική ασυλία απέναντι στη δικαστική τους διεκδίκηση, τότε η μνήμη των θυμάτων κινδυνεύει να περιοριστεί σε συμβολική μόνο αναγνώριση. Το Δίστομο αναδεικνύει ακριβώς αυτή την αντίφαση: μια Ευρώπη που προβάλλει τη μνήμη των ναζιστικών εγκλημάτων ως κοινό ηθικό θεμέλιο, αλλά δυσκολεύεται να τη συνδέσει με αποτελεσματικές μορφές δικαστικής αποκατάστασης.
Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Μετά τη νομοθετική επιλογή της Ιταλίας να καλύψει, μέσω ειδικού ταμείου, αποζημιωτικές αξιώσεις Ιταλών θυμάτων αντί να επιτρέψει την εκτέλεση κατά γερμανικής κρατικής περιουσίας, η νέα εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Αν το ιταλικό ταμείο αποσκοπούσε να απορροφήσει τις ιταλικές αξιώσεις και να περιορίσει τη σύγκρουση με τη Γερμανία, η υπόθεση του Διστόμου δεν φαίνεται να χωρούσε σε αυτό το σχήμα. Η απόρριψη της γερμανικής προσφυγής, όπως ανακοινώθηκε, υποδηλώνει ότι το ελληνικό ζήτημα δεν απορροφήθηκε απλώς από τις γενικές ρυθμίσεις των προηγούμενων ετών. Η υπόθεση, επομένως, διατηρεί τη δική της ιστορική, νομική και συμβολική βαρύτητα.
Η ευρύτερη διακρατική διαφορά δεν έχει κλείσει ούτε στη Χάγη. Το 2022 η Γερμανία προσέφυγε εκ νέου στο Διεθνές Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι τα ιταλικά δικαστήρια εξακολουθούν να παραβιάζουν την κρατική της ασυλία με νέες αγωγές και μέτρα κατά κρατικής περιουσίας. Τον Δεκέμβριο του 2024 το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία της νέας υπόθεσης, εν αναμονή της ολοκλήρωσης ορισμένων εσωτερικών διαδικασιών στην Ιταλία. Αυτό δείχνει ότι το ευρύτερο νομικό πλαίσιο παραμένει ανοιχτό και ότι η υπόθεση του Διστόμου εξακολουθεί να επηρεάζεται από ένα ακόμη διαμορφούμενο διεθνές περιβάλλον.
Από τη σκοπιά της μνήμης, εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Το Δίστομο δεν είναι μόνο μια ιστορική τραγωδία που τιμάται επετειακά, μέσα από σταθερές πρακτικές δημόσιας μνήμης και συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας, ούτε μόνο μια δικαστική διεκδίκηση. Είναι πεδίο άσκησης πραγματικών πολιτικών μνήμης, μέσα στο οποίο δοκιμάζεται αν η ευρωπαϊκή μνήμη των ναζιστικών εγκλημάτων μπορεί να συνδεθεί και με πραγματικές μορφές δικαιοσύνης και υλικής αποκατάστασης. Ο αγώνας του, μαζί με τον αγώνα των Καλαβρύτων, της Βιάννου και του Κομμένου, μεταξύ άλλων, αποτελεί σημείο αναφοράς και για τις υπόλοιπες μαρτυρικές κοινότητες της χώρας, εντός και του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών. Το Δίστομο, όμως, έχει και μια ιδιαίτερη θέση: δεν έχει συμβάλει μόνο στην εδραίωση, στη συλλογική μνήμη, του δίκαιου χαρακτήρα των αξιώσεων για αποζημιώσεις, αλλά και στη νομική τους διεκδίκηση απέναντι σε ένα δύσκολο διεθνές πλαίσιο.
Η νέα εξέλιξη στην Ιταλία δεν ακυρώνει όσα επέβαλε η Χάγη το 2012. Υπενθυμίζει όμως ότι η υπόθεση του Διστόμου δεν έχει κλείσει και ότι, όσο υπάρχουν ανοιχτές αξιώσεις χωρίς ουσιαστική ικανοποίηση, η μνήμη του εγκλήματος θα συνεχίσει να επιστρέφει όχι μόνο ως καθήκον τιμής αλλά και ως απαίτηση δικαιοσύνης. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η υπόθεση του Διστόμου μπορεί να οδηγηθεί σε ουσιαστικότερη δικαίωση. Είναι και αν το διεθνές δίκαιο, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά τον πόλεμο, είναι διατεθειμένο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ιστορικής μνήμης, χωρίς να αφήνει τα θύματα και τους απογόνους τους εγκλωβισμένους ανάμεσα στην ηθική αναγνώριση, στη δικαστική αδυναμία και την πολιτική ατολμία. Μια διαφορετική κατεύθυνση δεν θα αφορούσε μόνο το Δίστομο. Θα επηρέαζε το ίδιο το μέλλον της διεθνούς νομολογίας για ανάλογες διεκδικήσεις και άλλων λαών που αναζήτησαν ή θα αναζητήσουν δικαίωση για αντίστοιχα εγκλήματα. Εκεί ακριβώς το Δίστομο εξακολουθεί να αποτελεί όχι μόνο ελληνική ή διμερή υπόθεση, αλλά ευρωπαϊκή και διεθνή δοκιμασία μνήμης και δικαιοσύνης.
Η πλατφόρμα mnemonikon.gr ευχαριστεί τον Διστομήτη δικηγόρο κ. Μιλτιάδη Σφουντούρη για τον χρόνο που μας παραχώρησε και για τη συμβολή του στην κατανόηση των προεκτάσεων της απόφασης του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.
