ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 14ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα – Ρήτρα 5 – Μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων – Μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου – Εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει μια τέτοια μετατροπή, αλλά προβλέπει άλλα μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής αυτής πρακτικής και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων – Αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά μέτρα κύρωσης »
Στην υπόθεση C‑418/24 [Obadal] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) με απόφαση της 30ής Απριλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
TJ
κατά
Comunidad de Madrid,
παρισταμένης της:
Ministerio Fiscal,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe και L. Arastey Sahún, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, N. Piçarra, A. Kumin (εισηγητή), Δ. Γρατσία, M. Gavalec, Z. Csehi, S. Gervasoni, N. Fenger και R. Frendo, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: R. Stefanova-Kamisheva, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Ιουνίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η TJ, εκπροσωπούμενη από τους J. Salvador Rebolleda και M. Á. Santalices Romero, abogados,
– η Comunidad de Madrid, εκπροσωπούμενη από τον A. Caro Sánchez, letrado,
– η Ministerio Fiscal, εκπροσωπούμενη από την E. Carrascoso López και τον L. M. López Sanz-Aránguez,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Gavela Llopis και A. Pérez-Zurita Gutiérrez,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την L. Fiandaca, avvocato dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την I. Galindo Martín, την D. Recchia και τον N. Ruiz García,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της TJ και της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης, Ισπανία) με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας που συνδέει την ενδιαφερόμενη με την εν λόγω δημόσια αρχή.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 1999/70
3 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία [και] οφείλουν να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η παρούσα οδηγία. […]»
Η συμφωνία-πλαίσιο
4 Κατά το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας‑πλαισίου:
«Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι, η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αναγνωρίζουν επίσης ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.»
5 Τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας‑πλαισίου έχουν ως εξής:
«6. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακών σχέσεων και συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων και βελτιώνουν την απόδοση·
[…]
8. εκτιμώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους».
6 Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία επιγράφεται «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζει τα εξής:
«1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·
β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·
γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται “διαδοχικές”·
β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»
Το ισπανικό δίκαιο
Το Σύνταγμα
7 Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του Constitución española (Ισπανικού Συντάγματος, στο εξής: Σύνταγμα) ορίζει ότι οι πολίτες «έχουν δικαίωμα πρόσβασης επί ίσοις όροις στα δημόσια καθήκοντα και τις δημόσιες θέσεις, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ορίζει ο νόμος».
8 Το άρθρο 103, παράγραφος 3, του Συντάγματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων και ρυθμίζει την πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση σύμφωνα με τις αρχές της αξιοκρατίας και της ικανότητας.
Ο εργατικός κώδικας
9 Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του Ley del Estatuto de los Trabajadores (νόμου για τον εργατικό κώδικα), όπως τροποποιήθηκε με το Real Decreto Legislativo 2/2015, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Estatuto de los Trabajadores (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 2/2015 περί εγκρίσεως του αναδιατυπωμένου κειμένου του νόμου για τον εργατικό κώδικα), της 23ης Οκτωβρίου 2015 (BOE αριθ. 255, της 24ης Οκτωβρίου 2015, σ. 100224), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: εργατικός κώδικας), ορίζει ότι «[ο]ι κατά καταστρατήγηση του νόμου συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου λογίζονται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου».
10 Το άρθρο 15, παράγραφος 5, του εργατικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, στοιχείο αʹ, και των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, οι εργαζόμενοι που απασχολήθηκαν, είτε συνεχώς είτε με διακοπές, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 24 μηνών εντός περιόδου 30 μηνών, σε θέση εργασίας όμοια ή διαφορετική στην ίδια επιχείρηση ή στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, έχοντας συνάψει τουλάχιστον δύο συμβάσεις ορισμένου χρόνου, είτε απευθείας είτε μέσω επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης προσωπικού, με τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους σύμβασης ορισμένου χρόνου, αποκτούν το καθεστώς του μόνιμου εργαζομένου. […]»
11 Η δέκατη πέμπτη πρόσθετη διάταξη του εργατικού κώδικα, η οποία αφορά την «[ε]φαρμογή χρονικών ορίων στη σύμβαση για συγκεκριμένη εργασία ή υπηρεσία και στις διαδοχικές συμβάσεις στη δημόσια διοίκηση», διευκρινίζει ότι η παράβαση των ορίων αυτών στη «δημόσια διοίκηση και […] τους δημόσιους οργανισμούς που συνδέονται με αυτήν ή εξαρτώνται από αυτήν» δεν μπορεί να εμποδίσει «την εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ικανότητας όσον αφορά την πρόσβαση σε θέσεις του Δημοσίου και δεν θίγει την υποχρέωση πλήρωσης των εν λόγω θέσεων με τις κανονικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις διατάξεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας», όπερ συνεπάγεται ότι «ο εργαζόμενος διατηρεί τη θέση που κάλυπτε μέχρι την πλήρωσή της σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διαδικασίες, οπότε επέρχεται λήξη της σχέσης εργασίας, εκτός αν ο εν λόγω εργαζόμενος προσληφθεί σε θέση του Δημοσίου κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής του στην αντίστοιχη διαδικασία επιλογής».
Το EBEP
12 Το Real Decreto Legislativo 5/2015, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Estatuto Básico del Empleado Público (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 5/2015 για την έγκριση του αναδιατυπωμένου κειμένου του νόμου για το βασικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου), της 30ής Οκτωβρίου 2015 (BOE αριθ. 261, της 31ης Οκτωβρίου 2015, σ. 103105), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: EBEP), τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον Ley 20/2021, de medidas urgentes para la reducción de la temporalidad en el empleo público (νόμο 20/2021 περί επειγόντων μέτρων για τη μείωση της προσωρινής απασχόλησης στον δημόσιο τομέα), της 28ης Δεκεμβρίου 2021 (BOE αριθ. 312, της 29ης Δεκεμβρίου 2021, στο εξής: νόμος 20/2021).
13 Το άρθρο 8 του EBEP προβλέπει τα εξής:
«1. Εργαζόμενοι του Δημοσίου είναι όσοι εργάζονται έναντι αμοιβής στη δημόσια διοίκηση προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.
2. Οι εργαζόμενοι του Δημοσίου διακρίνονται σε:
α) τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους·
β) έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους·
γ) συμβασιούχους υπαλλήλους, είτε μόνιμους είτε αορίστου χρόνου είτε ορισμένου χρόνου·
δ) μετακλητούς υπαλλήλους.»
14 Κατά το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του EBEP:
«1. Ως συμβασιούχος υπάλληλος νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο, δυνάμει σύμβασης εργασίας συναφθείσας εγγράφως, ανεξαρτήτως του προβλεπόμενου από το εργατικό δίκαιο τρόπου πρόσληψης, παρέχει υπηρεσίες αμειβόμενες από τη δημόσια διοίκηση. Ανάλογα με τη διάρκειά της, η σύμβαση μπορεί να είναι μόνιμης απασχόλησης, αορίστου ή ορισμένου χρόνου.
[…]
3. Οι διαδικασίες επιλογής των συμβασιούχων υπαλλήλων είναι δημόσιες και διέπονται σε κάθε περίπτωση από τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ικανότητας. Στην περίπτωση των συμβασιούχων υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι σχετικές διαδικασίες διέπονται επίσης από την αρχή της ταχύτητας, με σκοπό την αντιμετώπιση περιπτώσεων ανάγκης και επείγοντος που αιτιολογούνται ρητώς.»
15 Το άρθρο 55, παράγραφος 1, του EBEP ορίζει τα εξής:
«Όλοι οι πολίτες μπορούν να διεκδικήσουν θέση εργασίας στη δημόσια διοίκηση, σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ικανότητας καθώς και τις διατάξεις του παρόντος καθεστώτος και τους λοιπούς κανόνες που ισχύουν στην έννομη τάξη».
16 Το άρθρο 70 του EBEP προβλέπει τα εξής:
«1. Οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό των οποίων η κάλυψη χρηματοδοτείται από κονδύλια του προϋπολογισμού και για τις οποίες απαιτείται η πρόσληψη νέου προσωπικού καλύπτονται μέσω πράξης προγραμματισμού προσλήψεων ή άλλου παρόμοιου μέτρου διαχείρισης της κάλυψης των αναγκών σε προσωπικό, όπερ συνεπάγεται την οργάνωση των αντίστοιχων διαδικασιών πρόσληψης για τις προβλεπόμενες θέσεις εργασίας, και για επιπρόσθετες θέσεις σε ποσοστό έως και [10 %], καθώς και τον καθορισμό της μέγιστης προθεσμίας για τη δημοσίευση των προκηρύξεων. Σε κάθε περίπτωση, η πράξη προγραμματισμού προσλήψεων ή το παρόμοιο μέτρο διαχείρισης εκτελούνται εντός προθεσμίας τριών ετών η οποία δεν επιδέχεται παράταση.
2. Η πράξη προγραμματισμού προσλήψεων ή το παρόμοιο μέτρο διαχείρισης που εγκρίνεται ετησίως από τα διευθυντικά όργανα του οικείου φορέα δημόσιας διοίκησης δημοσιεύεται στην αντίστοιχη επίσημη εφημερίδα.
[…]»
17 Με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου 20/2021 εισήχθη στο EBEP μια νέα πρόσθετη διάταξη, η δέκατη έβδομη. Κατά τη διάταξη αυτή:
«1. Οι δημόσιοι φορείς οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του παρόντος καθεστώτος και, ειδικότερα, μεριμνούν ώστε να αποφεύγεται κάθε είδους παρατυπία στις προσλήψεις συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου και στους διορισμούς έκτακτων υπαλλήλων.
[…]
2. Οι παράτυπες πράξεις στον συγκεκριμένο τομέα στοιχειοθετούν ευθύνη, κατά τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα ρύθμιση σε κάθε δημόσιο φορέα.
3. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε πράξη, σύμφωνο, συμφωνία ή κανονιστική διάταξη, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν ή για την εκτέλεσή τους των οποίων το περιεχόμενο συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, την υπέρβαση από τη δημόσια διοίκηση των μέγιστων περιόδων άσκησης καθηκόντων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.
[…]
5. Στην περίπτωση των συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου, η υπέρβαση των μέγιστων περιόδων άσκησης καθηκόντων παρέχει δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης κατά τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο, με την επιφύλαξη της αποζημίωσης που ενδεχομένως οφείλεται λόγω παράβασης της ειδικής ρύθμισης του εργατικού δικαίου.
Η εν λόγω αποζημίωση αντιστοιχεί, κατά περίπτωση, στη διαφορά μεταξύ του ανωτάτου ορίου [20] ημερών πάγιων αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους [12] μηνιαίους μισθούς, και της αποζημίωσης την οποία μπορεί να αξιώσει ο εργαζόμενος λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ οι μικρότερες του έτους περίοδοι υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν προς τους συμπληρωθέντες μήνες. Το δικαίωμα αποζημίωσης γεννάται κατά την ημερομηνία πραγματικής παύσης των καθηκόντων, το δε ύψος της συνδέεται αποκλειστικά και μόνον με τη σύμβαση την οποία αφορά η παράβαση. Στην περίπτωση που η εν λόγω αποζημίωση χορηγείται δικαστικώς, τα ποσά συμψηφίζονται.
Κανένα δικαίωμα στην ανωτέρω αποζημίωση δεν γεννάται εάν η σχέση εργασίας λήξει λόγω δικαιολογημένης απόλυσης για πειθαρχικούς λόγους ή λόγω οικειοθελούς παραίτησης.»
Ο νόμος 20/2021
18 Το άρθρο 2 του νόμου 20/2021, το οποίο επιγράφεται «Διαδικασία σταθεροποίησης της απασχόλησης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου», προβλέπει τα εξής:
«1. Επιπλέον των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, σημείο 6, του Ley 3/2017 de Presupuestos Generales del Estado para el año 2017 [(νόμου 3/2017 περί του γενικού κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 2017), της 27ης Ιουνίου 2017 (BOE αριθ. 153, της 28ης Ιουνίου 2017, σ. 53787),] και του άρθρου 19, παράγραφος 1, σημείο 9, του Ley 6/2018 de Presupuestos Generales del Estado para el año 2018 [(νόμου 6/2018 περί του γενικού κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 2018), της 3ης Ιουλίου 2018 (BOE αριθ. 161, της 4ης Ιουλίου 2018, σ. 66621),] επιτρέπεται, δυνάμει του παρόντος νόμου, η εφαρμογή πρόσθετου συντελεστή σταθεροποίησης της απασχόλησης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, ο οποίος περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό οργανικές θέσεις που καλύπτονται αδιαλείπτως και για ορισμένο χρόνο τουλάχιστον κατά τα τρία έτη που προηγούνται της 31ης Δεκεμβρίου 2020, ανεξαρτήτως του αν οι θέσεις αυτές περιλαμβάνονται ή όχι στους καταλόγους θέσεων εργασίας, στους πίνακες προσωπικού ή σε άλλες μορφές οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού που εφαρμόζουν οι διάφοροι φορείς δημόσιας διοίκησης.
[…]
2. Οι πράξεις προγραμματισμού προσλήψεων που θέτουν σε εφαρμογή τις διαδικασίες σταθεροποίησης της παραγράφου 1, καθώς και η νέα διαδικασία σταθεροποίησης, εγκρίνονται και δημοσιεύονται στις σχετικές επίσημες εφημερίδες πριν από την 1η Ιουνίου 2022 και συντονίζονται από τους αρμόδιους φορείς της δημόσιας διοίκησης.
Οι προκηρύξεις για τις διαδικασίες επιλογής με σκοπό την κάλυψη των θέσεων που περιλαμβάνονται στις πράξεις προγραμματισμού προσλήψεων δημοσιεύονται πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2022.
Οι εν λόγω διαδικασίες επιλογής ολοκληρώνονται πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
3. Το ποσοστό κάλυψης των θέσεων από εργαζομένους ορισμένου χρόνου πρέπει να είναι κατώτερο του [8 %] των οργανικών θέσεων.
4. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών επιλογής, οι οποίες διασφαλίζουν σε όλες τις περιπτώσεις την τήρηση των αρχών του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ισότητας, της αξιοκρατίας, της ικανότητας και της δημοσιότητας, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο διαβουλεύσεων σε κάθε εδαφική περιφέρεια της γενικής διοίκησης του κράτους, των αυτόνομων κοινοτήτων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, μπορούν δε να ληφθούν και μέτρα στο πλαίσιο της Comisión de Coordinación del Empleo Público [(Επιτροπής συντονισμού των εργαζομένων του Δημοσίου, Ισπανία)] προκειμένου να καταστεί δυνατός ο συντονισμός της εφαρμογής των διαδικασιών αυτών μεταξύ των διαφόρων φορέων της δημόσιας διοίκησης.
[…]
6. Οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι ή οι συμβασιούχοι υπάλληλοι ορισμένου χρόνου των οποίων η σύμβαση καταγγέλλεται από τη Διοίκηση, ενόσω υπηρετούν υπό την ιδιότητα αυτή, λόγω μη επιτυχούς συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής σταθεροποίησης δικαιούνται χρηματική αποζημίωση ίση προς [20] ημέρες πάγιων αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, οι δε μικρότερες του έτους περίοδοι υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν προς τους συμπληρωθέντες μήνες, με ανώτατο όριο τους 12 μήνες.
Για τους συμβασιούχους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου, η αποζημίωση αυτή αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ, αφενός, ενός ανώτατου ορίου [20] ημερών πάγιων αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μήνες, και, αφετέρου, της αποζημίωσης την οποία μπορεί να αξιώσει ο εργαζόμενος λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ οι μικρότερες του έτους περίοδοι υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν προς τους συμπληρωθέντες μήνες. Στην περίπτωση που η εν λόγω αποζημίωση χορηγείται δικαστικώς, τα ποσά συμψηφίζονται.
Η μη συμμετοχή του υποψηφίου ή της υποψηφίας στη διαδικασία επιλογής σταθεροποίησης δεν παρέχει σε καμία περίπτωση δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης.
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Η TJ ασκεί από τις 2 Μαρτίου 2016 καθήκοντα παιδαγωγού σε δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ως συμβασιούχος υπάλληλος. Η σχέση εργασίας της στηριζόταν σε έξι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αποσκοπούσαν είτε στην κάλυψη κενής θέσης είτε στην αναπλήρωση εργαζομένου. Η τελευταία από τις συμβάσεις αυτές συνήφθη στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
20 Στις 19 Ιουλίου 2021 η TJ άσκησε αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 13 de Madrid (δικαστηρίου εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών αριθ. 13 Μαδρίτης, Ισπανία), ζητώντας να αναγνωριστεί η σχέση εργασίας της ως σχέση μόνιμης απασχόλησης ή, επικουρικώς, ως σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης.
21 Με απόφαση της 13ης Μαρτίου 2023 το ανωτέρω δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, χαρακτηρίζοντας τη σχέση εργασίας της TJ ως «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» με το σκεπτικό ότι η εν λόγω σχέση είχε διαρκέσει επί περισσότερα από τρία έτη χωρίς ο εργοδότης να καλύψει τη θέση που κατείχε η TJ, σύμφωνα με την ισπανική ρύθμιση.
22 Με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2023, το Sala de lo Social del Tribunal Superior de Justicia de Madrid (τμήμα εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών του ανώτερου δικαστηρίου Μαδρίτης, Ισπανία) απέρριψε την ασκηθείσα από την TJ έφεση. Η TJ άσκησε αναίρεση ενώπιον του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η σχέση εργασίας της έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «σχέση μόνιμης απασχόλησης».
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Consejería de Presidencia, Justicia e Interior de la Comunidad de Madrid κ.λπ. (C‑59/22, C‑110/22 και C‑159/22, EU:C:2024:149), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, επί των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, δεν εφαρμόστηκε ομοιόμορφα από τα ισπανικά δικαστήρια που είχαν επιληφθεί διαφορών, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, σχετικά με τον χαρακτηρισμό σχέσης εργασίας σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
24 Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, είναι αρμόδιο για την ενοποίηση της ερμηνείας και της εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του εργατικού δικαίου από το σύνολο των ισπανικών δικαστηρίων, ζητεί διευκρινίσεις από το Δικαστήριο προκειμένου να μπορέσει να διαπιστώσει, για τους σκοπούς της επίλυσης της διαφοράς της κύριας δίκης, εάν η ισπανική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του, είναι σύμφωνη με την εν λόγω ρήτρα 5.
25 Συναφώς, πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, δυνάμει της ισπανικής ρύθμισης, η ιδιότητα του «μόνιμου εργαζομένου» στον δημόσιο τομέα αναγνωρίζεται μόνον στα πρόσωπα που προσλαμβάνονται στη δημόσια διοίκηση μετά την επιτυχή συμμετοχή τους σε διαδικασία επιλογής σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ικανότητας, όπως προβλέπονται στο Σύνταγμα, καθώς και με τις αρχές της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, οι οποίες κατοχυρώνονται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τα λοιπά, οι εν λόγω αρχές εφαρμόζονται τόσο στους δημοσίους υπαλλήλους όσο και στους συμβασιούχους υπαλλήλους. Επιπλέον, η απόκτηση της ιδιότητας του «μόνιμου εργαζομένου» στον δημόσιο τομέα κατά παραβίαση των εν λόγω αρχών θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών να μην μπορούν να προσληφθούν στη δημόσια διοίκηση υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τους Ισπανούς υπηκόους, πράγμα που θα συνιστούσε παραβίαση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ.
26 Αντιθέτως, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η ισπανική ρύθμιση χαρακτηρίζει ως «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», και μάλιστα από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης του ενδιαφερομένου, τη σχέση που συνδέει τη δημόσια διοίκηση με πρόσωπο το οποίο έχει προσληφθεί χωρίς προηγούμενη διαδικασία επιλογής και έχει απασχοληθεί καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
27 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο χαρακτηρισμός αυτός έχει ως έννομη συνέπεια τη διατήρηση της συμβατικής σχέσης έως την οριστική πλήρωση της θέσης που κατέχει ο ενδιαφερόμενος μέσω διαδικασίας επιλογής. Επιπλέον, ο μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου έχει τα ίδια δικαιώματα με τους μόνιμους εργαζομένους για όλες τις πτυχές της σχέσης εργασίας, όπως η αμοιβή και η επαγγελματική εξέλιξη.
28 Όταν η συγκεκριμένη θέση καλυφθεί οριστικά μέσω διαδικασίας επιλογής, η σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης λήγει, όπερ συνεπάγεται την καταβολή αποζημίωσης που αντιστοιχεί σε αποδοχές 20 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μηνιαίους μισθούς. Ο οικείος εργαζόμενος δεν δικαιούται αποζημίωση εάν η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ήταν νόμιμη και όχι καταχρηστική, όπερ καταδεικνύει ότι η αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εκτίμηση σχετικά με τον νόμιμο ή καταχρηστικό χαρακτήρα της σύναψης τέτοιων συμβάσεων.
29 Πάντως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η αποζημίωση των 20 ημερών αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μηνιαίους μισθούς, αντιστοιχεί στην αποζημίωση την οποία προβλέπει το ισπανικό δίκαιο σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για αντικειμενικούς λόγους που απορρέουν από τις ανάγκες της επιχείρησης, με αποτέλεσμα η αποζημίωση αυτή να μην μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλο μέτρο για την αποτροπή των καταχρήσεων που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν θα μπορούσε να συνιστά τέτοιο πρόσφορο μέτρο η καταβολή της μέγιστης νόμιμης αποζημίωσης που προβλέπει το ισπανικό δίκαιο για την καταχρηστική απόλυση, ήτοι αποζημίωση αντιστοιχούσα σε αποδοχές 33 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 24 μηνιαίους μισθούς.
30 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το νομικό καθεστώς σχετικά με την έννοια της «σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», όπως περιγράφεται στις σκέψεις 26 έως 28 της παρούσας απόφασης, το οποίο αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της νομολογίας του, είναι σύμφωνο με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, κατά το μέρος που το εν λόγω νομικό καθεστώς προβλέπει μέτρα για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
31 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, επιπλέον, ότι ο νόμος 20/2021 περιέχει άλλα μέτρα για την αποτροπή μιας τέτοιας πρακτικής και την επιβολή σχετικών κυρώσεων.
32 Αφενός, ο νόμος 20/2021, ο οποίος προβλέπει διαδικασία σταθεροποίησης της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, εισήγαγε στο ισπανικό δίκαιο ειδικά μέτρα προκειμένου, μεταξύ άλλων, η οργάνωση διαδικασιών επιλογής να μην είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εκτίμηση σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Μολονότι οι διαδικασίες αυτές είναι ανοικτές σε υποψηφίους ως προς τους οποίους δεν υπήρξε τέτοιου είδους κατάχρηση, εντούτοις ο νομοθέτης αποδίδει, στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, καθοριστική σημασία στην προηγούμενη πείρα και την προϋπηρεσία των οικείων εργαζομένων ορισμένου χρόνου, πράγμα που αντισταθμίζει προσηκόντως την κατάχρηση που υπέστησαν, παρέχοντας τους παράλληλα τη δυνατότητα να προσληφθούν οριστικά στη θέση υπό την ιδιότητα του «μόνιμου εργαζομένου».
33 Αφετέρου, ο νόμος 20/2021 εισήγαγε επίσης στο EBEP μια νέα πρόσθετη διάταξη η οποία προβλέπει καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης σε περίπτωση μη τήρησης, ιδίως, των διατάξεων σχετικά με την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει στη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου νομολογία η οποία, [προκειμένου να συγκεράσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων με τον σεβασμό των αρχών] της ισότητας, της αξιοκρατίας, της ικανότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αρνείται την αναγνώριση του καθεστώτος του μονίμου εργαζομένου στον δημόσιο τομέα στους μη μόνιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου;
2. Επικουρικώς, για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [πρώτο προδικαστικό] ερώτημα, συνιστά η καταβολή αποζημιώσεως αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μη μόνιμο εργαζόμενο αορίστου χρόνου κατά τον χρόνο λύσεως της εργασιακής σχέσεως ενδεδειγμένο μέτρο πρόληψης και, ενδεχομένως, επιβολής κυρώσεων για τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
35 Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
36 Με διάταξη της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, Obadal (C‑418/24, EU:C:2024:717), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε το εν λόγω αίτημα. Εντούτοις, έκρινε ότι η φύση της υπόθεσης και η σημασία των ζητημάτων που εγείρει δικαιολογούσαν την κατά προτεραιότητα εκδίκασή της από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
37 Στις 8 Ιανουαρίου 2025 η Ισπανική Κυβέρνηση ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εκδικασθεί η υπόθεση από το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
38 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται. Συναφώς, στο Δικαστήριο απόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, 83/78, EU:C:1978:214, σκέψη 26, και της 2ας Δεκεμβρίου 2025, Russmedia Digital και Inform Media Press, C‑492/23, EU:C:2025:935, σκέψη 44).
39 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, λόγω της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η σχέση εργασίας που συνέδεε την TJ με την Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης χαρακτηρίστηκε ως «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης». Στο πλαίσιο αυτό, με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν η εθνική νομοθεσία και νομολογία σχετικά με την έννοια της «σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» συνάδουν με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, ήτοι εάν προβλέπουν κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα.
40 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, δεν επιτρέπει την αναγνώριση του καθεστώτος του «μόνιμου εργαζομένου» στον δημόσιο τομέα στους εργαζομένους που, όπως η TJ, απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η νομολογία αυτή είναι σύμφωνη με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, δεδομένου ότι η σχέση εργασίας των εργαζομένων αυτών χαρακτηρίζεται ως «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» και ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός συνιστά μέτρο που καθιστά δυνατή την επιβολή κυρώσεων για μια τέτοια καταχρηστική πρακτική. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η εθνική ρύθμιση περιλαμβάνει και άλλα μέτρα που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ιδίως αυτό που συνίσταται στην καταβολή, κατά τον χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας, αποζημίωσης αντιστοιχούσας σε αποδοχές 20 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μηνιαίους μισθούς, ή ακόμη και αποζημίωσης αντιστοιχούσας σε αποδοχές 33 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 24 μηνιαίους μισθούς. Μεταξύ των άλλων αυτών μέτρων περιλαμβάνονται και τα μέτρα που προβλέπονται στον νόμο 20/2021, ήτοι ένα καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης και η οργάνωση διαδικασιών επιλογής.
41 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, ωστόσο, ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των απαντήσεων του Δικαστηρίου στα ερωτήματα που είχαν υποβληθεί στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Consejería de Presidencia, Justicia e Interior de la Comunidad de Madrid κ.λπ. (C‑59/22, C‑110/22 και C‑159/22, EU:C:2024:149), και, αφετέρου, της μη ομοιόμορφης εφαρμογής της απόφασης αυτής από τα ισπανικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν διαφορών σχετικά με τον χαρακτηρισμό σχέσεων εργασίας σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, όπως η διαφορά της κύριας δίκης, εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του συνόλου των μέτρων περί των οποίων γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι, αφενός, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία προβλέπει ως μέτρο κύρωσης σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» και, αφετέρου, συνιστούν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή τέτοιων καταχρήσεων και την επιβολή σχετικών κυρώσεων ένα σύνολο μέτρων που περιλαμβάνει την καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων, με διπλό ανώτατο όριο, κατά τη λύση της οικείας σχέσης εργασίας, ένα καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης και την οργάνωση διαδικασιών επιλογής.
43 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής της κατάχρησης που απορρέει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, Impact, C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 70, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Pelavi, C‑253/24, EU:C:2025:660, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, η συμφωνία-πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Πράγματι, η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου καταλείπει κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη τη μέριμνα να καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται ως αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, η συμφωνία-πλαίσιο δεν ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 81 και 91, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Pelavi, C‑253/24, EU:C:2025:660, σκέψη 56).
45 Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις για την περίπτωση που διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές. Σε μια τέτοια περίπτωση, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου και, κατά συνέπεια, να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 93 και 94, και της 13ης Ιανουαρίου 2022, MIUR και Ufficio Scolastico Regionale per la Campania, C‑282/19, EU:C:2022:3, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Σε περίπτωση καταχρηστικών διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται δεόντως κυρώσεις για την κατάχρηση αυτή και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, κατά το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70, τα κράτη μέλη οφείλουν να «λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η [ως άνω] οδηγία» (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 102, και της 13ης Ιανουαρίου 2022, MIUR και Ufficio Scolastico Regionale per la Campania, C‑282/19, EU:C:2022:3, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, προκειμένου μια εθνική ρύθμιση, όπως ενδεχομένως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία απαγορεύει, στον δημόσιο τομέα, τη μετατροπή μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με τη συμφωνία‑πλαίσιο, η εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους πρέπει να προβλέπει, στον συγκεκριμένο τομέα, άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ενδεχομένως, την επιβολή κυρώσεων [αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino, C‑53/04, EU:C:2006:517, σκέψη 49, και της 7ης Απριλίου 2022, Ministero della Giustizia κ.λπ. (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C‑236/20, EU:C:2022:263, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
48 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον πληρούνται οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και εάν η εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από τα εθνικά δικαστήρια, διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της ρήτρας αυτής (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2022, MIUR και Ufficio Scolastico Regionale per la Campania, C‑282/19, EU:C:2022:3, σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικών διατάξεων συνιστούν κατάλληλα μέτρα, ήτοι αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά μέτρα, ώστε να επιβάλλονται δεόντως κυρώσεις για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2022, MIUR και Ufficio Scolastico Regionale per la Campania, C‑282/19, EU:C:2022:3, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Πάντως, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, δύναται να παράσχει διευκρινίσεις ώστε να καθοδηγήσει το αιτούν δικαστήριο κατά την εκτίμησή του (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2022, MIUR και Ufficio Scolastico Regionale per la Campania, C‑282/19, EU:C:2022:3, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί της μετατροπής διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης»
51 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, όταν η ισπανική δημόσια διοίκηση χρησιμοποιεί καταχρηστικά διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ εργαζομένου και της δημόσιας διοίκησης χαρακτηρίζει τις εν λόγω συμβάσεις «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», ως μέτρο κύρωσης για την καταχρηστική αυτή πρακτική. Ο χαρακτηρισμός αυτός της σχέσης εργασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης του εργαζομένου και μπορεί να αναγνωριστεί μόνον με δικαστική απόφαση.
52 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η έννοια της «σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» καθιερώθηκε νομολογιακώς, λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας, κατά το εθνικό δίκαιο, να αναγνωριστεί στους εργαζομένους που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου η ιδιότητα των «μονίμων συμβασιούχων εργαζομένων», δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι αυτοί δεν προσλήφθηκαν στη δημόσια διοίκηση μετά από διαδικασία επιλογής σύμφωνη με τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ικανότητας, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο εθνικό δίκαιο, ιδίως στο Σύνταγμα.
53 Η έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως «σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» είναι ότι η συναφθείσα μεταξύ του εργαζομένου και της δημόσιας διοίκησης σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να καταγγελθεί, όπερ σημαίνει ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των ενδιαφερομένων διατηρείται έως ότου η θέση που κατέχει ο εργαζόμενος καλυφθεί οριστικά μέσω διαδικασίας επιλογής. Ως εκ τούτου, όπως επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο, η συμβατική σχέση λύεται με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, ήτοι με την ολοκλήρωση της οικείας διαδικασίας επιλογής.
54 Επομένως, ο εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας χαρακτηρίστηκε ως «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» πρέπει να θεωρείται «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου», κατά την έννοια της συμφωνίας‑πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Consejería de Presidencia, Justicia e Interior de la Comunidad de Madrid κ.λπ., C‑59/22, C‑110/22 και C‑159/22, EU:C:2024:149, σκέψη 66), και, ως εκ τούτου, η σχέση που τον συνδέει με τη δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να είναι σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου.
55 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι η φράση «χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου», που περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία, δεδομένου ότι ο οικείος φορέας δημόσιας διοίκησης δεν διοργάνωσε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, διαδικασία επιλογής για την οριστική πλήρωση της θέσης που κατείχε μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, η σύμβαση ορισμένου χρόνου που συνδέει τον εργαζόμενο με τον φορέα δημόσιας διοίκησης παρατάθηκε αυτοδικαίως (απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Consejería de Presidencia, Justicia e Interior de la Comunidad de Madrid κ.λπ., C‑59/22, C‑110/22 και C‑159/22, EU:C:2024:149, σκέψη 82).
56 Επομένως, η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης» δεν αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση τέτοιων συμβάσεων, διότι η συμβατική σχέση που συνδέει τους ενδιαφερομένους εξακολουθεί να έχει προσωρινό χαρακτήρα και ο οικείος εργαζόμενος παραμένει σε επισφαλή κατάσταση.
57 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ρήτρα 5 επιδιώκει την επίτευξη ενός από τους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου και συγκεκριμένα τη δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (πρβλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ., C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Πράγματι, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνον υπό ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ., C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα εθνικό μέτρο που λαμβάνεται με δικαστική απόφαση και συνίσταται, ως κύρωση για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στη μετατροπή των οικείων συμβάσεων σε προσωρινή σχέση εργασίας, όπως η «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο το οποίο καθιστά δυνατή την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων για την καταχρηστική αυτή πρακτική και την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 45 και 46 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, ένα τέτοιο μέτρο δεν εξαλείφει την επισφαλή κατάσταση του οικείου εργαζομένου και, ως εκ τούτου, υπονομεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου.
60 Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 97 των προτάσεών του, ακόμη και αν υποτεθεί, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου απολαύουν δικαιωμάτων ισοδύναμων με εκείνα των μόνιμων εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά τις αποδοχές και την επαγγελματική εξέλιξη, εντούτοις, η ισοδυναμία αυτή δεν παρέχει στους μη μόνιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου, σε αντίθεση με τους μόνιμους εργαζομένους, σταθερότητα στην απασχόληση η οποία, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης, θεωρείται, σύμφωνα με τη συμφωνία-πλαίσιο, μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων.
61 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία προβλέπει ως μέτρο κύρωσης για τις καταχρήσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της ρήτρας 5, τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», δεδομένου ότι το μέτρο αυτό, καθόσον συνεπάγεται τη διατήρηση της προσωρινής σχέσης εργασίας και, ως εκ τούτου, της επισφαλούς κατάστασης του οικείου εργαζομένου, δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ούτε εξαλείφει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
Επί της καταβολής αποζημιώσεων
62 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με το ισπανικό δίκαιο, ο μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου δικαιούται κατ’ αποκοπήν αποζημίωση ίση με αποδοχές 20 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μηνιαίους μισθούς, όταν η σχέση εργασίας του λύεται συνεπεία της πρόσληψης άλλου προσώπου στη συγκεκριμένη θέση κατόπιν διαδικασίας επιλογής, πράγμα που προϋποθέτει ότι ο εν λόγω εργαζόμενος είτε μετέσχε στη διαδικασία και απέτυχε είτε ότι δεν μετέσχε σε αυτήν.
63 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο οικείος εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση μόνον εάν συνδέεται με τη δημόσια διοίκηση με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης, χαρακτηρισμός ο οποίος προκύπτει από την παράνομη και καταχρηστική χρησιμοποίηση εκ μέρους της δημόσιας διοίκησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ως εκ τούτου, κατά το αιτούν δικαστήριο, η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εκτίμηση σχετικά με τον νόμιμο ή καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας πρακτικής. Κατά συνέπεια, πρόκειται για μέτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και στην επιβολή σχετικών κυρώσεων.
64 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αποζημίωση των 20 ημερών αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 12 μηνιαίους μισθούς, αντιστοιχεί στην αποζημίωση την οποία προβλέπει το ισπανικό δίκαιο σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για αντικειμενικούς λόγους που απορρέουν από τις ανάγκες της επιχείρησης, με αποτέλεσμα η αποζημίωση αυτή να μην αποτελεί κατάλληλο μέτρο για την αποτροπή των καταχρήσεων που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν θα μπορούσε να συνιστά τέτοιο κατάλληλο μέτρο η καταβολή της μέγιστης νόμιμης αποζημίωσης που προβλέπει το ισπανικό δίκαιο σε περίπτωση καταχρηστικής απόλυσης, ήτοι αποζημίωση αντιστοιχούσα σε αποδοχές 33 ημερών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 24 μηνιαίους μισθούς.
65 Βεβαίως, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, η κατ’ αποκοπήν αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης προϋποθέτει ότι ο οικείος εργαζόμενος είχε απασχοληθεί καταχρηστικώς και παρανόμως με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
66 Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι πρόκειται για κατ’ αποκοπήν αποζημίωση η οποία καταβάλλεται στον οικείο εργαζόμενο μόνον κατά τη λύση της σχέσης εργασίας συνεπεία της πρόσληψης άλλου προσώπου στη θέση που προηγουμένως κατείχε ο εργαζόμενος αυτός.
67 Επισημαίνεται επίσης ότι, όταν ένα κράτος μέλος επιλέγει, δυνάμει της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, ως μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και την επιβολή σχετικών κυρώσεων, την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης, το κράτος αυτό υποχρεούται να διασφαλίζει την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εργαζόμενος συνεπεία της καταχρηστικής αυτής πρακτικής. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρχή της πλήρους αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας και η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν προσήκουσα αποκατάσταση της ζημίας, η οποία να μην είναι μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση, χωρίς ωστόσο και να υπερβαίνει τα όρια της πλήρους αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη ο εργαζόμενος (απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti, C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψεις 42 και 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Προκειμένου να καθοριστεί το ύψος της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί στον οικείο εργαζόμενο προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πρέπει, κατ’ αρχήν, να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, ιδίως η φύση των καθηκόντων που ασκούσε ο εργαζόμενος, καθώς και ο αριθμός και η συνολική διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων. Το ύψος της αποζημίωσης πρέπει επίσης να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα οικονομικά οφέλη που θα μπορούσε να έχει αποκομίσει ο ενδιαφερόμενος εάν δεν είχε σημειωθεί κατάχρηση καθώς και με τη ζημία που υπέστη ο ίδιος λόγω της κατάστασης αβεβαιότητας στην οποία περιήλθε.
69 Μολονότι τα κράτη μέλη, στα οποία εναπόκειται να λαμβάνουν αναλογικά, αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου, δύνανται να προβλέπουν συστήματα κυρώσεων και αποζημίωσης υπό μορφή κατ’ αποκοπήν ποσών, πρέπει, εντούτοις, τα συστήματα αυτά όχι μόνον να διασφαλίζουν επαρκή αποζημίωση για τη ζημία που προκαλείται από την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αλλά και να καθιστούν δυνατή την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων για τις διαπιστούμενες παραβάσεις.
70 Εν προκειμένω, η κατ’ αποκοπήν αποζημίωση την οποία δικαιούται ο μη μόνιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου κατά τη λύση της σχέσης εργασίας του υπόκειται σε διπλό ανώτατο όριο, ήτοι στον περιορισμό σε 20 ημέρες αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας και στο όριο των 12 μηνιαίων μισθών. Ως εκ τούτου, μια τέτοια αποζημίωση δεν μπορεί να συνιστά ούτε αναλογική και αποτελεσματική αποκατάσταση σε περιπτώσεις κατάχρησης που υπερβαίνουν ορισμένη διάρκεια ετών ούτε προσήκουσα και πλήρη αποκατάσταση των ζημιών που απορρέουν από τέτοιες καταχρήσεις (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, DG de la Función Pública, Generalitat de Catalunya και Departamento de Justicia de la Generalitat de Catalunya, C‑331/22 και C‑332/22, EU:C:2024:496, σκέψη 81). Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την αποζημίωση των 33 ημερών αποδοχών ανά έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 24 μηνιαίους μισθούς, που προβλέπεται σε περίπτωση καταχρηστικής απόλυσης, την οποία το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ικανή να αποτρέψει τις καταχρήσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και να αποτελέσει συναφώς κύρωση, καθόσον και η αποζημίωση αυτή υπόκειται σε διπλό ανώτατο όριο.
71 Επιπλέον, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 111 και 117 των προτάσεών του, δεδομένου ότι αυτού του είδους οι αποζημιώσεις καταβάλλονται μόνον κατά τον χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας συνεπεία της ολοκλήρωσης της διαδικασίας επιλογής, η καταβολή τους δεν φαίνεται να μπορεί να θεραπεύσει αποτελεσματικά όλες τις περιπτώσεις κατάχρησης, καθόσον οι εργαζόμενοι που συνταξιοδοτούνται, παραιτούνται ή απολύονται πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής δεν φαίνεται να έχουν συναφώς δικαίωμα αποζημίωσης.
72 Επομένως, αυτού του είδους οι αποζημιώσεις δεν είναι ικανές να εξαλείψουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης σε όλες τις περιπτώσεις καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 45 και 46 της παρούσας απόφασης.
73 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν συνιστά πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή της κατάχρησης που απορρέει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5, η καταβολή, κατά τη λύση της σχέσης εργασίας του εργαζομένου τον οποίον ο εργοδότης απασχόλησε καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων που υπόκεινται σε διπλό ανώτατο όριο, καθόσον οι αποζημιώσεις αυτές δεν αποτελούν κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική αυτή πρακτική ούτε εξαλείφουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
Επί του καθεστώτος ευθύνης της δημόσιας διοίκησης
74 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος 20/2021, σκοπός του οποίου ήταν να προβλέψει αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, εισήγαγε, μεταξύ άλλων, μια νέα πρόσθετη διάταξη στον EBEP, και συγκεκριμένα τη δέκατη έβδομη διάταξη, η οποία προβλέπει καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης σε περίπτωση μη τήρησης, ειδικότερα, των διατάξεων σχετικά με την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τη νέα αυτή συμπληρωματική διάταξη, «[ο]ι δημόσιοι φορείς οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του [EBEP] και, ειδικότερα, μεριμνούν ώστε να αποφεύγεται κάθε είδους παρατυπία στις προσλήψεις συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου και στους διορισμούς έκτακτων υπαλλήλων». Ομοίως, η εν λόγω νέα συμπληρωματική διάταξη προβλέπει ότι «[ο]ι παράτυπες πράξεις στον συγκεκριμένο τομέα στοιχειοθετούν ευθύνη, κατά τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα ρύθμιση σε κάθε δημόσιο φορέα».
75 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166), το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικός μηχανισμός ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, εφόσον συνοδεύεται από άλλα αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, δύναται, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το εθνικό δικαστήριο, να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου.
76 Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο στήριξε την εκτίμησή του σε εθνικές διατάξεις δυνάμει των οποίων η δημόσια διοίκηση υποχρεούται να ανακτά, από τα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη, τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν στους εργαζομένους ως αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν λόγω της παράβασης των διατάξεων περί προσλήψεως ή απασχολήσεως, όταν η εν λόγω παράβαση οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Στο πλαίσιο της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, από τη δικογραφία που είχε στη διάθεσή του το Δικαστήριο προέκυπτε επίσης ότι μια τέτοια παράβαση λαμβανόταν, εξάλλου, υπόψη για την αξιολόγηση της εργασίας των διευθυντικών αυτών στελεχών, στα οποία, λόγω της παράβασης αυτής, δεν μπορούσε να καταβληθεί έκτακτη αμοιβή για την επίτευξη αποτελέσματος. Περαιτέρω, η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη νομοθεσία προέβλεπε ότι οι φορείς δημόσιας διοίκησης οι οποίοι είχαν ενεργήσει κατά παράβαση των διατάξεων περί προσλήψεως ή απασχολήσεως δεν μπορούσαν να προβούν σε προσλήψεις, για οποιονδήποτε λόγο, κατά τα τρία έτη που έπονταν της παράβασης (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 52).
77 Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 78 και 79 των προτάσεών του, ένας εθνικός μηχανισμός που καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση ατομικής ευθύνης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης μπορεί να συνιστά κατάλληλο μέτρο κύρωσης σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός αυτός συνοδεύεται από άλλα αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά μέτρα που μπορούν να εξαλείψουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, ένας τέτοιος μηχανισμός δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλώς αφηρημένη ή αμιγώς θεωρητική δυνατότητα, αλλά πρέπει, μεταξύ άλλων, να στηρίζεται σε συγκεκριμένες εθνικές διατάξεις, να είναι προβλέψιμος και να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δίκαιο προβλέπει μέτρα κυρώσεων που παρέχουν αποτελεσματικές εγγυήσεις προστασίας των εργαζομένων, όπως απαιτείται από το δίκαιο της Ένωσης, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης.
78 Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε παρόμοιες με τις επίμαχες στην κύρια δίκη εθνικές διατάξεις, αν όχι πανομοιότυπες, όπως επισήμανε η Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το γράμμα των επίμαχων διατάξεων φαινόταν τόσο ασαφές και αφηρημένο ώστε οι διατάξεις αυτές να μην είναι συγκρίσιμες με τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τον ιταλικό μηχανισμό ευθύνης των διοικητικών αρχών στον οποίο είχε παραπέμψει το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166) (βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Consejería de Presidencia, Justicia e Interior de la Comunidad de Madrid κ.λπ., C‑59/22, C‑110/22 και C‑159/22, EU:C:2024:149, σκέψη 113).
79 Τούτου λεχθέντος, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, αφενός, εάν το καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης που προβλέπει το ισπανικό δίκαιο στηρίζεται σε συγκεκριμένες, προβλέψιμες και εφαρμοστέες στην πράξη εθνικές διατάξεις, ούτως ώστε να συνιστά μέτρο που καθιστά δυνατή την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων στη δημόσια διοίκηση, και, αφετέρου, εάν το καθεστώς αυτό συνοδεύεται από άλλα αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά μέτρα που μπορούν να εξαλείψουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
80 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν συνιστά πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή των καταχρήσεων που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5, ένα καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, όταν το καθεστώς αυτό, αφενός, λόγω του ασαφούς, αφηρημένου και μη προβλέψιμου χαρακτήρα του, δεν καθιστά δυνατή την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων για την οικεία κατάχρηση και, αφετέρου, δεν συνοδεύεται από άλλα αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά μέτρα που μπορούν να εξαλείψουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
Επί των διαδικασιών επιλογής
81 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, ο νόμος 20/2021, ο οποίος προβλέπει διαδικασία σταθεροποίησης της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, εισήγαγε στο ισπανικό δίκαιο ειδικά μέτρα προκειμένου, μεταξύ άλλων, η οργάνωση διαδικασιών επιλογής να μην είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εκτίμηση σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Μολονότι οι διαδικασίες αυτές είναι ανοικτές σε υποψηφίους ως προς τους οποίους δεν υπήρξε τέτοιου είδους κατάχρηση, εντούτοις ο νομοθέτης αποδίδει, στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, καθοριστική σημασία στην προηγούμενη πείρα και την προϋπηρεσία των οικείων εργαζομένων ορισμένου χρόνου, πράγμα που αντισταθμίζει επαρκώς την κατάχρηση που υπέστησαν, παρέχοντας τους παράλληλα τη δυνατότητα να προσληφθούν οριστικά στη θέση υπό την ιδιότητα του «μόνιμου εργαζομένου».
82 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σε υπόθεση που αφορούσε τη συμβατότητα των προβλεπόμενων στο άρθρο 2 του νόμου 20/2021 διαδικασιών επιλογής με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η οργάνωση και η ολοκλήρωση διαδικασιών επιλογής παρέχουν στους εργαζομένους που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου τη δυνατότητα να διεκδικήσουν πρόσβαση σε σταθερή απασχόληση, δεδομένου ότι αυτοί έχουν, κατ’ αρχήν, δικαίωμα συμμετοχής στις εν λόγω διαδικασίες (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, DG de la Función Pública, Generalitat de Catalunya και Departamento de Justicia de la Generalitat de Catalunya, C‑331/22 και C‑332/22, EU:C:2024:496, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
83 Επιπλέον, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, ο Ισπανός νομοθέτης αποδίδει καθοριστική σημασία στην προηγούμενη πείρα και την προϋπηρεσία του εργαζομένου που απασχολήθηκε καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου φαίνεται να μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση του εργαζομένου σε σταθερή απασχόληση, εφόσον ο τελευταίος αποφασίσει να μετάσχει στη διαδικασία επιλογής και η υποψηφιότητά του γίνει δεκτή.
84 Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι περιστάσεις αυτές δεν αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η οργάνωση και η ολοκλήρωση διαδικασιών επιλογής, όπως οι προβλεπόμενες στον νόμο 20/2021, συνιστούν κατάλληλες κυρώσεις για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, DG de la Función Pública, Generalitat de Catalunya και Departamento de Justicia de la Generalitat de Catalunya, C‑331/22 και C‑332/22, EU:C:2024:496, σκέψεις 75, 76 και 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
85 Πράγματι, εάν ο οικείος εργαζόμενος δεν μετάσχει σε μια τέτοια διαδικασία επιλογής ή η υποψηφιότητά του δεν γίνει δεκτή, η οργάνωση της διαδικασίας δεν καθιστά δυνατή ούτε την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων για την εις βάρος του εργαζομένου κατάχρηση ούτε την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
86 Επιπλέον, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η συνεκτίμηση της προηγούμενης πείρας και της προϋπηρεσίας των οικείων εργαζομένων ορισμένου χρόνου δεν φαίνεται να περιορίζεται στους εργαζομένους που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά είναι προς όφελος όλων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου που διαθέτουν ανάλογη πείρα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν υπέστησαν μια τέτοια κατάχρηση. Κατά συνέπεια, η συνεκτίμηση της προηγούμενης πείρας και της προϋπηρεσίας των οικείων εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική αυτή πρακτική και στην εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης που απορρέει συναφώς.
87 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι η οργάνωση διαδικασιών επιλογής στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνονται υπόψη η προηγούμενη πείρα και η προϋπηρεσία όλων γενικώς των εργαζομένων και όχι μόνον των υποψηφίων που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συνιστά πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής αυτής πρακτικής και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5, καθόσον το μέτρο αυτό δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική αυτή πρακτική ούτε εξαλείφει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
88 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι:
– αφενός, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία προβλέπει ως μέτρο κύρωσης για τις καταχρήσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της ρήτρας 5, τη μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», δεδομένου ότι το μέτρο αυτό, καθόσον συνεπάγεται τη διατήρηση της προσωρινής σχέσης εργασίας και, ως εκ τούτου, της επισφαλούς κατάστασης του οικείου εργαζομένου, δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ούτε εξαλείφει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, και
– αφετέρου, ένα σύνολο μέτρων τα οποία περιλαμβάνουν, πρώτον, την καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων, με διπλό ανώτατο όριο, κατά τη λύση της σχέσης εργασίας, δεύτερον, ένα ασαφές, αφηρημένο και μη προβλέψιμο καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης καθώς και, τρίτον, την οργάνωση διαδικασιών επιλογής στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνονται υπόψη η προηγούμενη πείρα και η προϋπηρεσία όλων γενικώς των εργαζομένων και όχι μόνον των υποψηφίων που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συνιστούν πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή τέτοιων καταχρήσεων και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, καθόσον τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική αυτή πρακτική ούτε εξαλείφουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
Επί των δικαστικών εξόδων
89 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP,
έχει την έννοια ότι:
– αφενός, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία προβλέπει ως μέτρο κύρωσης για τις καταχρήσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της ρήτρας 5, τη μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων σε «σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μη μόνιμης απασχόλησης», δεδομένου ότι το μέτρο αυτό, καθόσον συνεπάγεται τη διατήρηση της προσωρινής σχέσης εργασίας και, ως εκ τούτου, της επισφαλούς κατάστασης του οικείου εργαζομένου, δεν αποτελεί κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ούτε εξαλείφει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, και
– αφετέρου, ένα σύνολο μέτρων τα οποία περιλαμβάνουν, πρώτον, την καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων, με διπλό ανώτατο όριο, κατά τη λύση της σχέσης εργασίας, δεύτερον, ένα ασαφές, αφηρημένο και μη προβλέψιμο καθεστώς ευθύνης της δημόσιας διοίκησης καθώς και, τρίτον, την οργάνωση διαδικασιών επιλογής στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνονται υπόψη η προηγούμενη πείρα και η προϋπηρεσία όλων γενικώς των εργαζομένων και όχι μόνον των υποψηφίων που απασχολήθηκαν καταχρηστικώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συνιστούν πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή τέτοιων καταχρήσεων και για την επιβολή σχετικών κυρώσεων, καθόσον τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν κατάλληλη κύρωση για την καταχρηστική αυτή πρακτική ούτε εξαλείφουν τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
(υπογραφές)
