Το νομοσχέδιο για το νέο κληρονομικό δίκαιο εισάγει αυστηρές δικλείδες ασφαλείας
Το νέο κληρονομικό δίκαιο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αναγνώριση της ουσιαστικής φροντίδας που παρέχεται σε ηλικιωμένους και στην ανάγκη αυστηρής προστασίας τους από πιέσεις και αθέμιτες επιρροές, διαμορφώνοντας ένα πιο σύγχρονο και ασφαλές νομικό πλαίσιο για τη διάθεση της περιουσίας μετά θάνατον.
Στη βάση αυτή, το νομοσχέδιο για το νέο κληρονομικό δίκαιο εισάγει αυστηρές δικλείδες ασφαλείας με στόχο την αποτροπή καταχρήσεων και την προστασία της ελεύθερης βούλησης των κληρονομουμένων, ιδίως σε περιόδους κατά τις οποίες βρίσκονται σε αυξημένη σωματική ή ψυχική ευαλωτότητα.
Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται ότι ιδιόγραφες διαθήκες που συντάσσονται από πρόσωπα τα οποία νοσηλεύονται ή περιθάλπονται σε νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων ή άλλα θεραπευτήρια, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους ή εντός τριών μηνών από τη διακοπή της, θεωρούνται άκυρες κατά το μέρος που αφήνουν περιουσιακά στοιχεία σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ανήκουν, διοικούν ή απασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο στις δομές αυτές. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις όπου τα πρόσωπα αυτά καλούνται ούτως ή άλλως στην εξ αδιαθέτου διαδοχή. Το σχέδιο νόμου διευκρινίζει ακόμη ότι τυχόν περιοδικές διακοπές της περίθαλψης, όταν αυτές είναι μικρότερες των τριών μηνών και επαναλαμβάνονται διαδοχικά, δεν θεωρούνται ότι διακόπτουν ουσιαστικά τη νοσηλεία.
Ως εκ τούτου, διαθήκες που συντάσσονται υπό αυτές τις συνθήκες και ευνοούν προσωπικό ή διοίκηση νοσηλευτικών ιδρυμάτων εξακολουθούν να θεωρούνται άκυρες, ενισχύοντας το προστατευτικό πλαίσιο για τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει αλλαγές που επαναπροσδιορίζουν τα κληρονομικά δικαιώματα προσώπων εκτός του στενού συγγενικού κύκλου, αναγνωρίζοντας θεσμικά τη συμβολή φροντιστών ηλικιωμένων. Οι νέες διατάξεις απαντούν σε ένα υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα, καθώς πολλοί ηλικιωμένοι επιθυμούν να μεταβιβάσουν μέρος ή το σύνολο της περιουσίας τους σε πρόσωπα που τους στάθηκαν ουσιαστικά στα τελευταία χρόνια της ζωής τους, χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να διαθέτουν επαρκή νομικά εργαλεία.
Κεντρικό ρόλο στις αλλαγές αυτές κατέχει η διάταξη με τίτλο «Κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ του προσώπου που παρείχε φροντίδα στον κληρονομούμενο». Με αυτήν θεσπίζεται ότι συνιστάται αυτοδικαίως κληροδοσία υπέρ του προσώπου που είχε αναλάβει τη φροντίδα του κληρονομουμένου, συμβάλλοντας ουσιωδώς και χωρίς αντάλλαγμα ή αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση στην κάλυψη των αναγκών του, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατό του.
Αντικείμενο της κληροδοσίας είναι χρηματική αξίωση, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται με βάση το είδος, τη διάρκεια και την έκταση των αναγκών του κληρονομουμένου που καλύφθηκαν από τον φροντιστή. Το δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει αντί χρηματικού ποσού την αυτούσια απόδοση περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας αντίστοιχης αξίας.
Η λειτουργία της νέας ρύθμισης στην πράξη αποτυπώνεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα ηλικιωμένου, χήρου και άτεκνου, ο οποίος διαθέτει ένα διαμέρισμα στο οποίο κατοικεί, αλλά δεν έχει επαρκή ρευστότητα. Ο ηλικιωμένος συμφωνεί με γειτόνισσά του ότι εκείνη θα τον φροντίζει μέχρι τον θάνατό του, με αντάλλαγμα να της περιέλθει το διαμέρισμα. Με βάση το ισχύον μέχρι σήμερα δίκαιο, μια τέτοια συμφωνία ήταν άκυρη, ενώ ακόμη και η σύνταξη διαθήκης δεν παρείχε ασφάλεια, καθώς μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε ή να παρακαμφθεί από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, όπως συγγενείς που δεν είχαν καμία εμπλοκή στη φροντίδα του.
Με το προτεινόμενο πλαίσιο, οι δύο πλευρές μπορούν πλέον να συνάψουν κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, με την οποία ο ηλικιωμένος εγκαθιστά τη φροντίστρια κληρονόμο του και εκείνη αναλαμβάνει ρητά την υποχρέωση παροχής φροντίδας. Η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον κληρονομούμενο, ο οποίος δεν μπορεί μεταγενέστερα να διαθέσει το ίδιο περιουσιακό στοιχείο σε τρίτο με διαθήκη, παρά μόνο εφόσον πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις αποδέσμευσης που προβλέπει ο νόμος. Ακόμη όμως και χωρίς τη σύναψη κληρονομικής σύμβασης, ο φροντιστής κατοχυρώνεται μέσω της κληροδοσίας εκ του νόμου, με χρηματική αξίωση ανάλογη της προσφοράς του.
Παραδείγματα
Η πρακτική εφαρμογή των νέων διατάξεων μπορεί να αποτυπωθεί σε τρία ενδεικτικά παραδείγματα:
Στην πρώτη περίπτωση, ένας ηλικιωμένος, χήρος και άτεκνος, ζει μόνος του και διαθέτει ως μοναδικό σημαντικό περιουσιακό στοιχείο το διαμέρισμα στο οποίο κατοικεί. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του τον φροντίζει καθημερινά μια γειτόνισσά του, χωρίς αμοιβή και χωρίς να έχει οποιαδήποτε συγγενική σχέση μαζί του. Μετά τον θάνατό του και εφόσον δεν έχει συναφθεί κληρονομική σύμβαση, η γειτόνισσα αποκτά, βάσει του νέου νόμου, αξίωση κληροδοσίας εκ του νόμου. Το δικαστήριο προσδιορίζει χρηματικό ποσό ανάλογο με τη διάρκεια και την ένταση της φροντίδας ή, αν το κρίνει σκόπιμο, διατάσσει την απόδοση περιουσιακού στοιχείου αντίστοιχης αξίας από την κληρονομία.
Στη δεύτερη περίπτωση, ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς παιδιά συνάπτει κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου με πρόσωπο που αναλαμβάνει τη συστηματική φροντίδα της στο σπίτι. Στη σύμβαση προβλέπεται ότι ο φροντιστής θα αποκτήσει την κυριότητα εξοχικής κατοικίας μετά τον θάνατό της, ενώ εκείνος δεσμεύεται να καλύπτει τις καθημερινές της ανάγκες. Η ηλικιωμένη δεν μπορεί μεταγενέστερα να διαθέσει το ίδιο ακίνητο σε άλλο πρόσωπο με διαθήκη, εκτός αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις αποδέσμευσης από τη σύμβαση που προβλέπει ο νόμος.
Στην τρίτη περίπτωση, ηλικιωμένος που νοσηλεύεται σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων συντάσσει ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία αφήνει σημαντικό χρηματικό ποσό σε εργαζόμενο της δομής που τον περιθάλπει. Σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, η διαθήκη αυτή θεωρείται άκυρη κατά το μέρος που ευνοεί τον εργαζόμενο, καθώς συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της περίθαλψης και αφορά πρόσωπο που απασχολείται στη συγκεκριμένη μονάδα, εκτός εάν ο εργαζόμενος αυτός είναι συγγενής που καλείται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή.
