Δεν αποδείχθηκε πως η ασθενής είχε συμφωνήσει να καλύψει τις δαπάνες που δεν θα πλήρωνε η ιδιωτική ασφαλιστική της εταιρεία, ενώ η κλινική δεν προσκόμισε τον τιμοκατάλογό της
Σημαντική μείωση της απαίτησης ιδιωτικής κλινικής για έξοδα νοσηλείας ασθενούς με ιδιωτική ασφάλιση αποφάσισε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε πως η ασθενής είχε συμφωνήσει να αναλάβει η ίδια τις δαπάνες που δεν θα κάλυπτε η ασφαλιστική της εταιρεία. Από το συνολικό ποσό των 17.122,35 ευρώ που διεκδικούσε η κλινική για δύο νοσηλείες τον Απρίλιο του 2018, το δικαστήριο επιδίκασε μόλις 957,33 ευρώ, με τη νομική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η υπόθεση αφορούσε ασθενή η οποία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ασφαλισμένη τόσο στον ΕΟΠΥΥ όσο και σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία. Στις 2 Απριλίου 2018 εισήχθη στο καρδιολογικό τμήμα της ιδιωτικής κλινικής, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργείο έπειτα από πρόσφατο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Στις 18 Ιουνίου 2018 η κλινική εξέδωσε απόδειξη παροχής υπηρεσιών 16.722,79 ευρώ. Στο ποσό περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, αμοιβές για εξέταση από αιματολόγο, καρδιοχειρουργική επέμβαση, εξέταση από λοιμωξιολόγο και χρέωση για αναβάθμιση θέσης από τετράκλινο σε δίκλινο δωμάτιο. Η τελευταία ανερχόταν σε 15.872,61 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής απαίτησης για την πρώτη νοσηλεία.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Απριλίου 2018, η ασθενής εισήχθη εκ νέου στην ίδια κλινική, αυτή τη φορά στο γυναικολογικό τμήμα, λόγω μηνορραγίας που συνδεόταν με την αντιπηκτική αγωγή η οποία της είχε συστηθεί κατά την προηγούμενη νοσηλεία. Παρέμεινε έως τις 28 Απριλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις και θεραπευτική αντιμετώπιση. Για τη δεύτερη νοσηλεία η κλινική εξέδωσε, στις 6 Σεπτεμβρίου 2018, απόδειξη 399,56 ευρώ. Στη χρέωση περιλαμβάνονταν εξέταση από ακτινολόγο, νοσηλεία για διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, εξέταση από παθολόγο και ένα επιπλέον κονδύλιο με την ένδειξη «αναβάθμιση».
Η κλινική υποστήριξε ότι η ασθενής είχε ενημερωθεί για τον τιμοκατάλογό της και είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει τις δαπάνες που δεν θα καλύπτονταν από τον ΕΟΠΥΥ και την ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία. Ζήτησε, επομένως, την καταβολή των 17.122,35 ευρώ, με τόκους, επικαλούμενη κατά κύριο λόγο τη σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών και επικουρικά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η ασθενής, από την πλευρά της, υποστήριξε ότι είχε συμφωνήσει να νοσηλευτεί στην ιδιωτική κλινική με την προϋπόθεση ότι το σύνολο των εξόδων θα καλυπτόταν από την ιδιωτική της ασφάλιση. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το δικαστήριο, ο θεράπων ιατρός της κλινικής και ο ιατρός της ασφαλιστικής εταιρείας έπεισαν την ασθενή ότι το σύνολο των εξόδων νοσηλείας της θα καλυπτόταν από την ιδιωτική της ασφάλιση.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ασθενής δεν θα επέλεγε την ιδιωτική κλινική εάν γνώριζε ότι θα έπρεπε να καταβάλει η ίδια σημαντικά ποσά. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «σε περίπτωση που η ασφαλιστική της εταιρία δεν κάλυπτε το σύνολο της νοσηλείας της, η εναγόμενη δεν θα είχε συμφωνήσει να νοσηλευτεί στην κλινική της ενάγουσας και θα νοσηλευόταν σε δημόσιο νοσοκομείο».
Για την εξαγωγή του συμπεράσματος αυτού το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ασθενούς, αλλά και τις ιδιαίτερα αυξημένες οικογενειακές της υποχρεώσεις. Ειδικότερα, ο σύζυγός της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, με αναπηρία 94% και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, ενώ το παιδί της είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα σε τροχαίο ατύχημα κατά την ηλικία των 13 ετών και εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, για τα οποία προβλέπονταν περαιτέρω επεμβάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε το δικαστήριο στην απόδειξη των συμφωνημένων χρεώσεων. Παρότι η κλινική υποστήριζε ότι η ασθενής είχε ενημερωθεί για τον τιμοκατάλογό της, δεν προσκόμισε τον κατάλογο που ίσχυε κατά τον χρόνο των νοσηλειών. Ως αποτέλεσμα, δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί αν τα ποσά που αναγράφονταν στις αποδείξεις αντιστοιχούσαν στις τότε ισχύουσες τιμές ούτε ποιες ακριβώς χρεώσεις είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών.
Η απόφαση επισημαίνει ότι «δεν αποδείχθηκε ποιος ήταν ο τιμοκατάλογος της ενάγουσας» και ότι δεν αποδείχθηκε «ποιες ήταν οι συμφωνημένες μεταξύ των διαδίκων βάσει του τότε ισχύοντος τιμοκαταλόγου της ενάγουσας τιμές για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν». Το δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι η έκδοση των παραστατικών δεν αρκούσε για να θεμελιώσει την απαίτηση στο ύψος που διεκδικούσε η κλινική.
Κατά την πρώτη νοσηλεία, η ασθενής είχε υπογράψει αίτηση αναβάθμισης θέσης από τετράκλινο σε δίκλινο δωμάτιο, στην οποία αναφερόταν ότι θα κάλυπτε η ίδια τη διαφορά που δεν θα κατέβαλλε ο ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τους όρους του τιμοκαταλόγου. Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι το έγγραφο αυτό δεν αποδείκνυε πως η ασθενής είχε συμφωνήσει να αναλάβει το σύνολο των δαπανών που ενδεχομένως δεν θα κάλυπτε η ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία. Έλαβε επίσης υπόψη ότι ο σχετικός όρος ήταν προδιατυπωμένος και όχι αποτέλεσμα ειδικής διαπραγμάτευσης, ενώ, κατά την κρίση του, αφορούσε τη διαφορά που σχετιζόταν με την κάλυψη του ΕΟΠΥΥ και όχι την αναμενόμενη κάλυψη από την ιδιωτική ασφάλιση.
Αντίστοιχα, για τη δεύτερη νοσηλεία δεν αποδείχθηκε ότι η ασθενής είχε ενημερωθεί για τον τιμοκατάλογο ή ότι είχε συμφωνήσει να καταβάλει τα ποσά που δεν θα καλύπτονταν ασφαλιστικά. Δεν προσκομίστηκε έγγραφο με αντίστοιχο όρο, ενώ δεν αποδείχθηκε ούτε ότι η ασθενής είχε ζητήσει αναβάθμιση δωματίου. Επιπλέον, δεν διευκρινίστηκε σε τι ακριβώς αντιστοιχούσε το κονδύλιο «αναβάθμιση» που περιλαμβανόταν στη δεύτερη απόδειξη.
Με βάση τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, η οποία στηριζόταν στη συμβατική υποχρέωση της ασθενούς να καταβάλει τις απαιτούμενες αμοιβές. Η κρίση αυτή, ωστόσο, δεν οδήγησε στην πλήρη απαλλαγή της από κάθε οικονομική υποχρέωση για τις υπηρεσίες που είχε πράγματι λάβει.
Εξετάζοντας την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το δικαστήριο έκρινε ότι η ασθενής είχε ωφεληθεί από τις ιατρικές υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν και ότι η κλινική δικαιούνταν να λάβει την εύλογη αξία όσων αποδείχθηκε ότι προσέφερε. Για τον προσδιορισμό των ποσών δεν ακολούθησε τις χρεώσεις που αναγράφονταν στις αποδείξεις, αλλά εκτίμησε τι θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να καταβάλει η ασθενής για αντίστοιχες υπηρεσίες από άλλον πάροχο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Για την πρώτη νοσηλεία αναγνωρίστηκαν 62 ευρώ για την εξέταση από αιματολόγο, 726,18 ευρώ για την καρδιοχειρουργική επέμβαση και 62 ευρώ για την εξέταση από λοιμωξιολόγο, συνολικά 850,18 ευρώ. Δεν επιδικάστηκε πρόσθετο ποσό για την αναβάθμιση του δωματίου, καθώς δεν προσκομίστηκε ο τιμοκατάλογος της κλινικής ούτε αντίστοιχοι τιμοκατάλογοι άλλων κλινικών της Αττικής, ώστε να προσδιοριστεί η εύλογη αξία της υπηρεσίας.
Για τη δεύτερη νοσηλεία αναγνωρίστηκαν 23,79 ευρώ για την έκτακτη κλήση ακτινολόγου για υπερηχογράφημα, 66,96 ευρώ για τη νοσηλεία λόγω διαταραχών της εμμήνου ρύσεως και 16,40 ευρώ για την εξέταση από παθολόγο. Το σύνολο ανήλθε σε 107,15 ευρώ. Η πρόσθετη χρέωση για «αναβάθμιση» δεν συμπεριλήφθηκε, καθώς δεν αποδείχθηκε ποια υπηρεσία αφορούσε και ποια θα ήταν η εύλογη αμοιβή της.
Το δικαστήριο κατέληξε έτσι σε συνολική οφειλή 957,33 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε μικρό μόνο μέρος της αρχικής απαίτησης. Με το διατακτικό της απόφασης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την ασθενή να καταβάλει το ποσό αυτό με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Παράλληλα, την καταδίκασε στην καταβολή 39 ευρώ για μέρος των δικαστικών εξόδων της κλινικής, ενώ απέρριψε το αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή
