Τμήμα Γ΄ Μονομελές
Έφεση του e-ΕΦΚΑ κατά απόφασης του ΔΠΡ Ηρακλείου, με την οποία έγινε
δεκτή προσφυγή του εφεσίβλητου και ακυρώθηκε απόφαση της ΤΔΕ του
Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Ηρακλείου του ΕΦΚΑ, με την οποία είχε
κριθεί νόμιμος ο καταλογισμός σε βάρος του αχρεωστήτως καταβληθεισών
περιοδικών ασφαλιστικών παροχών – Το Δικαστήριο αναβάλλει και διατυπώνει στο
Συμβούλιο της Επικρατείας τα εξής προδικαστικά ερωτήματα: 1. Όταν η αναζήτηση
των αχρεωστήτως καταβληθεισών περιοδικών ασφαλιστικών παροχών σε
ασφαλισμένο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει έρεισμα δικαστική απόφαση, με την οποία
ανατρέπεται, ύστερα από άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, προηγούμενη
διοικητική πράξη (π.χ. απόφαση της ΤΔΕ του οικείου Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), σε
συμμόρφωση προς την οποία είχαν καταβληθεί οι πιο πάνω παροχές, τότε τι από τα
παρακάτω δύο εφαρμόζεται: α) ό,τι εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η ως άνω
αναζήτηση έχει έρεισμα δικαστική απόφαση, με την οποία ανατρέπεται ύστερα από
άσκηση ενδίκου μέσου προηγούμενη δικαστική απόφαση, δηλαδή ο κανόνας που
θέτει η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 4 του αν.ν. 1846/1951, κατά τον οποίο κάθε
παροχή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως από το ΙΚΑ επιστρέφεται σ’ αυτό εντόκως, με
εξαίρεση την όλως εξαιρετική περίπτωση που από την έκδοση πράξεως για καταβολή
των παροχών μέχρι την έκδοση νεότερης πράξεως για αναζήτηση αυτών ύστερα από
έκδοση δικαστικής αποφάσεως, με την οποία ανατρέπεται αμετακλήτως η
υποχρέωση του ασφαλιστικού οργανισμού να καταβάλει τις παροχές αυτές, έχει
παρέλθει πολύ μακρός χρόνος που υπερβαίνει, ενόψει και των συγκεκριμένων
συνθηκών κάθε υποθέσεως, τον εύλογο, εφόσον επί πλέον η υποχρέωση του
ασφαλισμένου να επιστρέψει, και μάλιστα εντόκως, τις παροχές αυτές θα κλόνιζε
σοβαρά την οικονομική του κατάσταση, ή β) ο κανόνας που θέτει η διάταξη του
άρθρου 40 παρ. 4 του αν.ν. 1846/1951 παραλλήλως προς την αρχή της χρηστής
διοίκησης, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και
σύμφωνα με την οποία: i) η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών
ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους, αν
οι παροχές αυτές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό
οργανισμό, ο ασφαλισμένος όμως τις έχει εισπράξει καλοπίστως, ii) η αναζήτηση των
πιο πάνω παροχών επιτρέπεται μόνον εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα
αναζητούμενα ποσά τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο έναντι του οργανισμού,
η κρίση δε για τη συνδρομή του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και iii)
αντιθέτως, επιβάλλεται η αναζήτηση από το ΙΚΑ των ποσών αυτών αν το διάστημα
που μεσολάβησε μεταξύ της είσπραξης και της αναζήτησης είναι μικρό, εκτός αν
αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές
παροχές επικαλεστεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους στο ΙΚΑ θα είχε ως συνέπεια
τον σοβαρό κλονισμό της οικονομικής του κατάστασης. 2. Στο πλαίσιο της παραπάνω
παράλληλης εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης, ποιος είναι ο μέγιστος
εύλογος χρόνος μεταξύ αχρεώστητης καλόπιστης είσπραξης περιοδικής ασφαλιστικής
παροχής και της έκδοσης απόφασης αναζήτησής της από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑΕΤΑΜ; Μπορεί ο χρόνος αυτός να λογισθεί ότι δεν δύναται να είναι μικρότερος της
πενταετίας, λαμβάνοντας υπόψη και ότι η ανάκληση χορήγησης των αχρεωστήτως
καταβληθεισών ασφαλιστικών παροχών, ως αναγκαία προϋπόθεση για την
αναζήτησή τους από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αποτελεί ανάκληση διοικητικής πράξης διεπόμενη
από το άρθρο μόνο του αν.ν. 261/1968 (Α΄ 12); 3. Ο εύλογος χρόνος, η πάροδος του
οποίου από την είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθεισών ασφαλιστικών παροχών
από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αποκλείει την αναζήτησή τους από τον ασφαλισμένο που τις έλαβε
καλόπιστα, με βάση την αρχή της χρηστής διοίκησης, έχει ίση, μεγαλύτερη ή
μικρότερη διάρκεια από τον «πολύ μακρό χρόνο που υπερβαίνει, ενόψει και των
συγκεκριμένων συνθηκών κάθε υποθέσεως, τον εύλογο», η πάροδος του οποίου
μπορεί να οδηγήσει σε μη εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 40 παρ. 4 του αν.ν.
1846/1951 σε περίπτωση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών ασφαλιστικών
παροχών που έχει έρεισμα σε δικαστική απόφαση, εφόσον επιπλέον η υποχρέωση
του ασφαλισμένου να επιστρέψει και μάλιστα εντόκως τις παροχές αυτές θα κλόνιζε
σοβαρά την οικονομική του κατάσταση.
Απο το Διμηνιαίο Δελτίο Νομολογίας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων
