Ανάσα σε περισσότερα από ένα εκατομμύριο νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν συσσωρεύσει χρέη προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία επιχειρεί να δώσει η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων, η οποία επεκτείνει τον χρόνο αποπληρωμής έως τα δέκα χρόνια και περιορίζει σημαντικά τη μηνιαία επιβάρυνση.
Η σχετική διάταξη περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή, ενώ η ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως τα μέσα Νοεμβρίου.
Οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν περιθώριο να υποβάλουν αίτηση έως τις 30 Ιουνίου 2027, με την ελάχιστη μηνιαία δόση να ορίζεται στα 30 ευρώ και το ετήσιο επιτόκιο για τις φορολογικές οφειλές στο 5,84%.
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η δυνατότητα μεταφοράς στη νέα ρύθμιση και των οφειλετών που ήδη εξυπηρετούν τις 72 δόσεις, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το προηγούμενο καθεστώς.
Ποιοι δικαιούνται τις 120 δόσεις
Η νέα ρύθμιση αφορά οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 και δεν βρίσκονταν σε άλλη ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Για την υπαγωγή απαιτείται οι φορολογούμενοι να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας, να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία και να έχουν τακτοποιήσει τις υπόλοιπες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.
Αυτό σημαίνει ότι χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά δεν μπορούν να ενταχθούν στις 120 δόσεις, αλλά θα πρέπει να εξοφληθούν ή να υπαχθούν σε άλλη νόμιμη ρύθμιση.
Στο νέο σχήμα εντάσσεται υποχρεωτικά το σύνολο των επιλέξιμων οφειλών, ενώ για εκείνες που βρίσκονται σε αναστολή πληρωμής παρέχεται δυνατότητα επιλογής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα μετάβασης από τις 72 στις 120 δόσεις, καθώς επιτρέπει στους συνεπείς οφειλέτες να μειώσουν περαιτέρω τη μηνιαία επιβάρυνσή τους.
Ωστόσο, η επιμήκυνση της αποπληρωμής δεν σημαίνει και μικρότερο συνολικό κόστος.
Για παράδειγμα, σε οφειλή 12.000 ευρώ με επιτόκιο 5,84%, η μηνιαία δόση περιορίζεται περίπου στα 132 ευρώ εάν επιλεγεί η δεκαετής αποπληρωμή, έναντι περίπου 198 ευρώ στις 72 δόσεις.
Στην πρώτη περίπτωση, όμως, το συνολικό ποσό που θα καταβληθεί φθάνει περίπου τα 15.872 ευρώ, έναντι 14.254 ευρώ στη δεύτερη.
Αντίστοιχα, για χρέος 24.000 ευρώ, η μηνιαία καταβολή μειώνεται από περίπου 396 ευρώ στις 72 δόσεις σε 265 ευρώ στις 120, με τίμημα τους υψηλότερους συνολικούς τόκους.
Προστασία από κατασχέσεις και κίνδυνος απώλειας
Η ένταξη στη ρύθμιση συνοδεύεται από σημαντικές διευκολύνσεις, καθώς οι συνεπείς οφειλέτες μπορούν να αποκτήσουν φορολογική ενημερότητα υπό προϋποθέσεις, ενώ αναστέλλονται συγκεκριμένα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και η ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
Για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων προβλέπεται δυνατότητα αποδέσμευσης μελλοντικών απαιτήσεων, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης.
Πάντως, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα συμψηφισμού απαιτήσεων, καθώς και τη δυνατότητα εγγραφής υποθήκης για τη διασφάλιση οφειλών.
Η διαδικασία ένταξης ολοκληρώνεται με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται στη συνέπεια των πληρωμών, καθώς η ρύθμιση χάνεται εάν μείνουν απλήρωτες δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις. Το ίδιο συμβαίνει εάν δεν τακτοποιηθούν οι νέες φορολογικές υποχρεώσεις μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους.
Στην περίπτωση απώλειας, το υπόλοιπο της οφειλής καθίσταται άμεσα απαιτητό και το Δημόσιο μπορεί να επανενεργοποιήσει τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.
Ανάλογη δυνατότητα αποπληρωμής σε έως 120 δόσεις προβλέπεται και για χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ που αφορούν περιόδους έως το τέλος του 2024.
Οι αιτήσεις θα υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω του ΚΕΑΟ, ενώ η πρώτη δόση θα καταβάλλεται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υποβολής της αίτησης. Διαφορετικοί είναι επίσης οι κανόνες για την τακτοποίηση νέων ασφαλιστικών οφειλών.
Η νέα ρύθμιση προσφέρει μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο για την αποπληρωμή των χρεών, ωστόσο η επιλογή των 120 δόσεων απαιτεί προσεκτικό υπολογισμό. Το χαμηλότερο μηνιαίο ποσό διευκολύνει τον οικογενειακό ή επιχειρηματικό προϋπολογισμό, αλλά η μεγαλύτερη διάρκεια αυξάνει το τελικό κόστος και απαιτεί συνέπεια για μια ολόκληρη δεκαετία.
