ΑΠΟΦΑΣΗ
Melliou κατά Ελλάδας της 22.09.2026 (προσφ. αριθ. 15807/19)
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή του Τρίτου Τμήματος, άρθρο 28 § 1 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ, υπό την προεδρία του Peeter Roosma, με τους δικαστές Ioannis Ktistakis και Lətif Hüseynov.
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 3 ΕΣΔΑ, απαγόρευση εξευτελιστικής μεταχείρισης, άρθρο 8 ΕΣΔΑ, σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, μη εξετασθέν αυτοτελώς, άρθρο 35 § 1 ΕΣΔΑ, εξάμηνη προθεσμία εφαρμοζόμενη ratione temporis στην υπόθεση και εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων, άρθρο 35 § 3 στοιχ. α΄ ΕΣΔΑ, άρθρο 41 ΕΣΔΑ.
Αντικείμενο: Πλήρης σωματική έρευνα με αφαίρεση όλων των ενδυμάτων, full strip-search, σε φωτορεπόρτερ που προσήχθη στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας της ΓΑΔΑ για εξακρίβωση στοιχείων, χωρίς σύλληψη ή απαγγελία κατηγορίας, κατόπιν καταγραφής των πινακίδων μοτοσυκλετών της ομάδας ΔΕΛΤΑ στα Εξάρχεια.
Διατακτικό: Παραβίαση άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Μη αναγκαία η αυτοτελής εξέταση της αιτίασης που αφορούσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά υπό το άρθρο 8 ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση: 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 875 ευρώ για έξοδα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα, φωτορεπόρτερ με πολιτική δράση, κατέγραψε το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου 2013 τις πινακίδες των μοτοσυκλετών τεσσάρων αστυνομικών της ομάδας ΔΕΛΤΑ στα Εξάρχεια. Οι αστυνομικοί της ζήτησαν ταυτότητα, εκείνη ζήτησε πρώτα να δει τα υπηρεσιακά τους δελτία και προσήχθη στον έκτο όροφο της ΓΑΔΑ για εξακρίβωση στοιχείων. Εκεί της αφαιρέθηκε το κινητό, υποβλήθηκε σε σειρά ερωτήσεων, παρέδωσε το σημείωμα με τις πινακίδες και, αμέσως μετά, υποβλήθηκε σε πλήρη σωματική έρευνα με αφαίρεση όλων των ενδυμάτων, κατόπιν οδηγίας του αξιωματικού υπηρεσίας προς γυναίκα αστυνομικό με προσβλητικό λεκτικό. Ουδέποτε συνελήφθη.
Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης και τον αξιωματικό υπηρεσίας. Το Εφετείο, όμως, έκρινε την έρευνα αναγκαία λόγω σοβαρών υπονοιών προπαρασκευής τρομοκρατικής πράξης, έπαυσε τη δίωξη του αξιωματικού υπηρεσίας λόγω παραγραφής και αθώωσε τον προϊστάμενο.
Το ΕΔΔΑ δήλωσε ότι οι γενικές αρχές της νομολογίας περί σωματικών ερευνών πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρότερα όταν το πρόσωπο έχει μεταφερθεί στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς να έχει ποτέ συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση. Η πλήρης έρευνα ακολούθησε την ταυτοποίηση και την παράδοση του σημειώματος, ενώ δεν προέκυπτε ότι οι αρχές είχαν εξετάσει ηπιότερα μέσα. Δεν χρησιμοποιήθηκε σαρωτής σώματος ή ανιχνευτής μετάλλων. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είχε αποδειχθεί σύνδεσμος μεταξύ της πλήρους σωματικής έρευνας και της πρόληψης του εγκλήματος ή της αταξίας. Στις συγκεκριμένες περιστάσεις, η διαπίστωση ότι η πλήρης έρευνα δεν κατέστη απολύτως αναγκαία για λόγους ασφαλείας αρκούσε για τον χαρακτηρισμό της ως εξευτελιστικής μεταχείρισης. Παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η ιδιαίτερη συμβολή της Melliou δεν έγκειται στο ότι αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη ελληνική υπόθεση σωματικής έρευνας εκτός σωφρονιστικού περιβάλλοντος. Προγενέστερα, η Safi κ.α. κατά Ελλάδας είχε ήδη εξετάσει υπό το άρθρο 3 εξευτελιστικές σωματικές έρευνες προσώπων εκτός του συνήθους σωφρονιστικού πλαισίου. Η Melliou διακρίνεται επειδή εφαρμόζει ρητά τις γενικές αρχές περί πλήρους σωματικής έρευνας σε πρόσωπο που προσήχθη αποκλειστικά για εξακρίβωση στοιχείων, χωρίς να έχει συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση, και απαιτεί αυστηρότερη εφαρμογή των αρχών αυτών.
Θέτει ως αποφασιστικό ερώτημα στη συγκεκριμένη υπόθεση την απόλυτη αναγκαιότητα της έρευνας, την οποία εξετάζει ιδίως υπό το πρίσμα της ύπαρξης διαθέσιμων ηπιότερων μέσων. Αφού διαπίστωσε ότι η πλήρης έρευνα δεν ήταν απολύτως αναγκαία για λόγους ασφαλείας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να εξετάσει επιπλέον τον αμφισβητούμενο τρόπο διεξαγωγής της.
Η απόφαση αφορά άμεσα την ελληνική αστυνομική πρακτική της «προσαγωγής για εξακρίβωση στοιχείων», τον εθνικό δικαστή που εξετάζει καταγγελίες αστυνομικής κακομεταχείρισης και τον δικηγόρο που πρέπει να διακρίνει την ύπαρξη ενός σκοπού ασφαλείας από την αποδεδειγμένη αναγκαιότητα του συγκεκριμένου βαθμού επέμβασης στην αξιοπρέπεια και τη σωματική ιδιωτικότητα του προσώπου.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου 2013 η προσφεύγουσα, φωτορεπόρτερ με πολιτική δράση, επέστρεφε στην κατοικία της στα Εξάρχεια, όταν συνάντησε τέσσερις αστυνομικούς της ομάδας ΔΕΛΤΑ σε μοτοσυκλέτες. Θεωρώντας ότι είχε προηγηθεί βίαιο επεισόδιο ή αυθαίρετη αστυνομική ενέργεια, σημείωσε τους αριθμούς των πινακίδων. Οι αστυνομικοί την αντιλήφθηκαν, τη σταμάτησαν και της ζήτησαν ταυτότητα. Εκείνη ζήτησε να δει πρώτα τα υπηρεσιακά τους δελτία. Ακολούθησε η μεταφορά της με περιπολικό στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας της ΓΑΔΑ, στον έκτο όροφο, για εξακρίβωση στοιχείων, παρ. 2-3.
Στην Υποδιεύθυνση της αφαιρέθηκε το κινητό, της ζητήθηκε η ταυτότητα, ερωτήθηκε για το περιστατικό και της ζητήθηκε να παραδώσει το σημείωμα. Ενημερώθηκε ότι θα υποβληθεί σε σωματική έρευνα. Ο αξιωματικός υπηρεσίας κάλεσε γυναίκα αστυνομικό και, χρησιμοποιώντας χυδαίο λεκτικό, της έδωσε οδηγίες ως προς την έκταση της έρευνας. Στη συνέχεια αποχώρησε. Η αστυνομικός διέταξε την προσφεύγουσα να αφαιρέσει όλα τα ενδύματα, συμπεριλαμβανομένων των εσωρούχων, και διενήργησε οπτικό έλεγχο. Ακολούθως η προσφεύγουσα ντύθηκε, έλαβε πίσω τα αντικείμενά της και αφέθηκε ελεύθερη, παρ. 4-7.
Στις 25 Απριλίου 2013 υπέβαλε μήνυση. Στις 22 Δεκεμβρίου 2014 ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης, του αξιωματικού υπηρεσίας και της αστυνομικού που διενήργησε την έρευνα, παρ. 8.
Με την υπ’ αριθ. 19158/2015 απόφαση της 30ής Απριλίου 2015 το Πλημμελειοδικείο Αθηνών αθώωσε την αστυνομικό και καταδίκασε τους δύο αξιωματικούς σε φυλάκιση τριών ετών με αναστολή για σοβαρή προσβολή της αξιοπρέπειας. Έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε επιδείξει ταυτότητα κατά την άφιξή της, δεν είχε συλληφθεί ούτε κατηγορηθεί, μια απλή ψηλάφηση από γυναίκα αστυνομικό θα αρκούσε, η έρευνα απέβλεπε αποκλειστικά στον εκφοβισμό και την τιμωρία της και διενεργήθηκε σε έντονα φωτισμένο γραφείο με παράθυρο προς τον δρόμο και ανοιχτά στόρια, παρ. 9-12.
Κατ’ έφεση των αξιωματικών, το Εφετείο Αθηνών, με τις υπ’ αριθ. 5465α/2017, 6041α/2017 και 256/2018 αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2018, δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα παρέδωσε τα στοιχεία της και το σημείωμα μόνον όταν πληροφορήθηκε ότι θα διωχθεί με την αυτόφωρη διαδικασία για ψευδή ανωμοτί κατάθεση, ότι υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες εμπλοκής της σε προπαρασκευή τρομοκρατικής πράξης και ότι, επειδή είχε εισέλθει στο κτίριο χωρίς να περάσει από σαρωτή σώματος ή ανιχνευτή μετάλλων, η έρευνα ήταν αναγκαία ως προληπτικό μέτρο.
Το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι η έρευνα διήρκεσε περίπου πέντε λεπτά, πραγματοποιήθηκε σε κλειστό γραφείο με κατεβασμένα στόρια, παρουσία μόνο μίας γυναίκας αστυνομικού, χωρίς σωματική επαφή και χωρίς σωματική ή λεκτική βία κατά την ίδια τη διεξαγωγή της. Έκρινε ότι η οδηγία του αξιωματικού υπηρεσίας συνιστούσε εξύβριση, έπαυσε όμως την ποινική δίωξή του λόγω παραγραφής και αθώωσε τον προϊστάμενο, παρ. 14-17.
Οι αποφάσεις καταχωρίσθηκαν στο ειδικό βιβλίο στις 10 Σεπτεμβρίου 2018, ημερομηνία από την οποία η προσφεύγουσα μπορούσε να λάβει επικυρωμένο αντίγραφο. Ήταν αμετάκλητες κατά το εθνικό δίκαιο, καθώς η προσφεύγουσα δεν διέθετε δικαίωμα άσκησης αναίρεσης, παρ. 18.
Η προσφεύγουσα προσέφυγε στο Στρασβούργο επικαλούμενη τα άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ. Πλήρης σωματική έρευνα με αφαίρεση ενδυμάτων σε προσαχθέν πρόσωπο. Παραβίαση άρθρου 3
Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση προέβαλε δύο ενστάσεις.
Πρώτον, ως προς την εξάμηνη προθεσμία, η Κυβέρνηση θεώρησε ως ημερομηνία άσκησης της προσφυγής την 18η Μαρτίου 2019. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφυγή ταχυδρομήθηκε στις 8 Μαρτίου 2019 και πρωτοκολλήθηκε στις 18 Μαρτίου 2019. Κρίσιμη ήταν η ημερομηνία της ταχυδρομικής σφραγίδας, Vasiliauskas κατά Λιθουανίας [GC], §§ 115-117. Εφόσον η απόφαση του Εφετείου ήταν διαθέσιμη από τις 10 Σεπτεμβρίου 2018, η ένσταση απορρίφθηκε, παρ. 20-22. Η κρίση αφορά την τότε ισχύουσα εξάμηνη προθεσμία. Η σημερινή προθεσμία του άρθρου 35 § 1 ΕΣΔΑ είναι τετράμηνη για τελικές εθνικές αποφάσεις από 1 Φεβρουαρίου 2022 και εφεξής.
Δεύτερον, ως προς τη μη εξάντληση, η Κυβέρνηση επικαλέστηκε την αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Η προσφεύγουσα αντέταξε ότι το ένδικο αυτό βοήθημα δεν είναι πρόσφορο επί παραβίασης του άρθρου 3, επικαλούμενη τις B.Y. κατά Ελλάδας, § 51, και Sarwari κ.α. κατά Ελλάδας, § 79. Το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην B.Y., επανέλαβε ότι η αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου δεν αποτελεί κατάλληλο ένδικο βοήθημα το οποίο πρέπει να εξαντληθεί όταν προβάλλονται καταγγελίες κακομεταχείρισης από αστυνομικούς και απέρριψε την ένσταση, παρ. 23-25.
Η αιτίαση δεν ήταν προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 35 § 3 στοιχ. α΄ ούτε απαράδεκτη για άλλο λόγο και κηρύχθηκε παραδεκτή, παρ. 26.
Επί της ουσίας: Η προσφεύγουσα, στηριζόμενη στις διαπιστώσεις του Πλημμελειοδικείου, υποστήριξε ότι η έρευνα δεν πληρούσε τις απαιτήσεις «σοβαρής και εύλογης υπόνοιας» και «απόλυτης αναγκαιότητας», ότι ουδέποτε της εξηγήθηκε ποιο αδίκημα συνιστούσε η καταγραφή των πινακίδων, ότι απέβλεπε στον εκφοβισμό και τον εξευτελισμό της, ότι διενεργήθηκε πλήρης αντί μερικής έρευνας σε ακατάλληλο χώρο, με λεκτική κακοποίηση, και ότι της απαγορεύθηκε η επικοινωνία με δικηγόρο και οικείους, παρ. 27-28.
Η Κυβέρνηση, στηριζόμενη στις διαπιστώσεις του Εφετείου, επικαλέστηκε σοβαρές υπόνοιες προπαρασκευής τρομοκρατικής πράξης, την είσοδο στο κτίριο χωρίς προηγούμενη διέλευση από σαρωτή ή ανιχνευτή και την πεντάλεπτη, χωρίς σωματική επαφή διεξαγωγή της έρευνας. Επιβεβαίωσε, όμως, ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε συνελήφθη και χρησιμοποίησε τον όρο «μεταφορά για εξακρίβωση στοιχείων», παρ. 29-31. Η παρεμβαίνουσα μη κυβερνητική οργάνωση «CREW AGAINST TORTURE» παρέθεσε γενικές αρχές της νομολογίας του ΕΔΔΑ και συγκριτικό εθνικό υλικό, παρ. 32.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές για τις σωματικές έρευνες, όπως συνοψίσθηκαν στις Adamčo κατά Σλοβακίας (αρ. 2), § 81, Syrianos κατά Ελλάδας, §§ 79-83 και 87, και Roth κατά Γερμανίας, §§ 64-71 και 84. Πρόσωπο που εξαναγκάζεται να υποβληθεί σε τέτοια μεταχείριση μπορεί, από το γεγονός αυτό και μόνο, να αισθανθεί ότι παραβιάσθηκαν η ιδιωτικότητα και η αξιοπρέπειά του, ιδίως όταν αναγκάζεται να γδυθεί ενώπιον άλλων, S.J. κατά Λουξεμβούργου (αρ. 2), § 52. Ακόμη και μεμονωμένες έρευνες μπορεί να συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση, αναλόγως του τρόπου διεξαγωγής τους, της πιθανότητας σκοπού εξευτελισμού και της έλλειψης δικαιολόγησης, Dejnek κατά Πολωνίας, § 60, παρ. 33.
Ως προς την οριοθέτηση των άρθρων 3 και 8, το Δικαστήριο επανέλαβε τις αρχές της Adamčo, § 81. Η κακομεταχείριση πρέπει να φθάνει ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας, η εκτίμηση είναι σχετική και εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις, ενώ η απουσία σκοπού ταπείνωσης δεν αποκλείει διαπίστωση παραβίασης. Οι σωματικές έρευνες μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι αναγκαίες για την ασφάλεια των φυλακών ή για την πρόληψη της αταξίας ή του εγκλήματος, αλλά πρέπει να διεξάγονται με κατάλληλο τρόπο, με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και για θεμιτό σκοπό.
Το Δικαστήριο επανέλαβε επίσης ότι, όταν ένα πρόσωπο στερείται την ελευθερία του ή, γενικότερα, βρίσκεται αντιμέτωπο με όργανα επιβολής του νόμου, κάθε προσφυγή σε σωματική βία που δεν καθίσταται απολύτως αναγκαία από τη δική του συμπεριφορά μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συνιστά κατ’ αρχήν παραβίαση του άρθρου 3. Παρέπεμψε ακόμη στις Valašinas κατά Λιθουανίας, Iwańczuk κατά Πολωνίας, Van der Ven κατά Ολλανδίας, Frérot κατά Γαλλίας και Wainwright κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 34.
Στην παρ. 35 το Δικαστήριο δήλωσε ότι οι προαναφερθείσες υποθέσεις αφορούσαν προσφεύγοντες κρατούμενους σε φυλακές, ενώ η προσφεύγουσα της Melliou είχε μεταφερθεί στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς ποτέ να έχει συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση. Για τον λόγο αυτό έκρινε ότι απαιτείται αυστηρότερη εφαρμογή των γενικών αρχών.
Ως προς την υπόνοια προπαρασκευής τρομοκρατικής πράξης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αστυνομικές αρχές βρίσκονταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν τον απαιτούμενο κατά το εθνικό δίκαιο βαθμό υπόνοιας.
Η πλήρης έρευνα αποτελούσε ένα από περισσότερα διαδοχικά διαδικαστικά στάδια, μαζί με την ταυτοποίηση της προσφεύγουσας, την παράδοση των αντικειμένων της και την εξέτασή της, που αποσκοπούσαν στην επαλήθευση της υπόνοιας. Παρά την αρχική άρνησή της να συνεργαστεί, τελικώς παρέδωσε τα στοιχεία της και το σημείωμα. Αμέσως μετά οι αρχές προχώρησαν στην πλήρη έρευνα, χωρίς να προκύπτει ότι διερεύνησαν τη δυνατότητα χρήσης ηπιότερων μέτρων, παρ. 36.
Δεν χρησιμοποιήθηκε κατάλληλος εξοπλισμός για τον έλεγχο αιχμηρών αντικειμένων, χαπιών ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων. Κατά το Δικαστήριο, η διέλευση από σαρωτή σώματος και/ή ανιχνευτή μετάλλων θα είχε ολοκληρώσει αμέσως τη σχετική διαδικασία επαλήθευσης, παρ. 37.
Συνολικά, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είχε αποδειχθεί σύνδεσμος μεταξύ της υποβολής της προσφεύγουσας σε πλήρη σωματική έρευνα και της πρόληψης του εγκλήματος ή της αταξίας, παρ. 38.
Η διαπίστωση ότι η πλήρης σωματική έρευνα δεν κατέστη απολύτως αναγκαία για λόγους ασφαλείας ήταν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, επαρκής για να στοιχειοθετηθεί εξευτελιστική μεταχείριση κατά το άρθρο 3. Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να εξετάσει τα επιπλέον επιχειρήματα σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, παρ. 39.
Τέλος, ο δικηγόρος της προσφεύγουσας δεν επετράπη να τη συνοδεύσει στον έκτο όροφο, όπου ερωτήθηκε και υποβλήθηκε στην πλήρη σωματική έρευνα. Τον συνάντησε μόνον μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και αφού είχε αφεθεί να φύγει. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε πρόσθετο στοιχείο ικανό να προκαλέσει αίσθημα απομόνωσης και να επιτείνει τον φόβο, την αγωνία και το αίσθημα κατωτερότητας, παρ. 40. Δεν αναγνώρισε, όμως, αυτοτελή παραβίαση δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο.
Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η έρευνα συνιστούσε εξευτελιστική μεταχείριση, παρ. 41-42. Η κρίση αυτή κατέστησε μη αναγκαία την εξέταση της ίδιας αιτίασης υπό το άρθρο 8, παρ. 43.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Η Επιτροπή, ομόφωνα, κήρυξε παραδεκτή την αιτίαση υπό το άρθρο 3 και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Η προσφεύγουσα ζήτησε 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.425 ευρώ για έξοδα της εθνικής διαδικασίας, χωρίς ειδικό αίτημα για έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του ΕΔΔΑ. Η Κυβέρνηση θεώρησε τα ποσά υπερβολικά, πρότεινε ως επαρκή ικανοποίηση την ίδια τη διαπίστωση παραβίασης και επισήμανε ότι είχαν προσκομισθεί αποδείξεις πληρωμής μόνο για 875 ευρώ.
Το Δικαστήριο, κρίνοντας κατά δίκαιη κρίση, επιδίκασε 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον τυχόν φόρου, και, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 60 §§ 1-3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, τη νομολογία του και ειδικότερα την Panayotopoulos κ.α. κατά Ελλάδας, § 168, καθώς και τα έγγραφα που είχε ενώπιόν του, 875 ευρώ για έξοδα της εθνικής διαδικασίας, πλέον τυχόν φόρου. Δεν επιδίκασε ποσό για έξοδα ενώπιον του ΕΔΔΑ, διότι δεν είχε υποβληθεί ειδικό αίτημα.
Μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας έως την εξόφληση οφείλεται απλός τόκος με επιτόκιο ίσο προς το οριακό επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο υπερημερίας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ανωτέρω διαπίστωση, κατά την οποία η πλήρης σωματική έρευνα δεν κατέστη απολύτως αναγκαία από τους λόγους ασφαλείας, αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ότι η προσφεύγουσα υποβλήθηκε σε εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της πλήρους σωματικής έρευνας», παρ. 39.
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Melliou κατά Ελλάδας αποτελεί σημαντική εφαρμογή της νομολογίας περί πλήρους σωματικής έρευνας στην ειδική περίπτωση προσώπου που μεταφέρθηκε στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς να έχει συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση.
Το ισχυρότερο μεθοδολογικό στοιχείο της απόφασης είναι η προτεραιότητα που αποδίδεται στην αυστηρή αναγκαιότητα της επέμβασης. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η έλλειψη αυστηρής αναγκαιότητας αρκεί για τη διαπίστωση παραβίασης, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω κρίση για τις αμφισβητούμενες συνθήκες διεξαγωγής της έρευνας. Η επιλογή αυτή καθιστά το σκεπτικό σαφές, αλλά συγχρόνως περιορίζει τη νομολογιακή καθοδήγηση ως προς το χυδαίο λεκτικό του αξιωματικού και τις αμφισβητούμενες συνθήκες του χώρου.
Πρώτον. Η προσαγωγή χωρίς σύλληψη επιβάλλει αυστηρότερη εφαρμογή των αρχών για τις σωματικές έρευνες.
Η νομολογία για τις έρευνες με αφαίρεση ενδυμάτων έχει αναπτυχθεί κυρίως στο σωφρονιστικό περιβάλλον, όπου η ασφάλεια του καταστήματος και η πρόληψη της αταξίας ή του εγκλήματος αποτελούν κατ’ αρχήν θεμιτούς σκοπούς. Στη Melliou η Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε συνελήφθη, ενώ το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν είχε τεθεί ούτε τυπικά υπό κράτηση, παρ. 31 και 35.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Melliou v. Greece, παρ. 31, 35, HUDOC.
Δεύτερον. Η αυστηρή αναγκαιότητα και τα ηπιότερα μέσα.
Το Δικαστήριο εντάσσει την πλήρη έρευνα σε αλληλουχία διαδικαστικών ενεργειών που είχαν ως σκοπό την επαλήθευση της υποψίας. Όταν η προσφεύγουσα τελικώς ταυτοποιήθηκε και παρέδωσε το σημείωμα, ακολούθησε αμέσως η πλήρης σωματική έρευνα. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι δεν φαινόταν να είχε εξετασθεί η δυνατότητα χρήσης λιγότερο επαχθών μέτρων και παρέπεμψε στην πρωτόδικη διαπίστωση ότι μια απλή ψηλάφηση θα μπορούσε να είναι επαρκής, παρ. 10 και 36. Επιπλέον, παρατήρησε ότι δεν χρησιμοποιήθηκε σαρωτής σώματος ή ανιχνευτής μετάλλων, παρ. 37.
Τα στοιχεία αυτά καθιστούν την ύπαρξη λιγότερο παρεμβατικών εναλλακτικών μέτρων κεντρικό μέρος του ελέγχου της αυστηρής αναγκαιότητας. Δεν δικαιολογείται, όμως, η γενίκευση ότι κάθε πλήρης έρευνα που θα μπορούσε να αντικατασταθεί από ηπιότερο μέσο συνιστά αυτομάτως εξευτελιστική μεταχείριση ανεξαρτήτως περιστάσεων. Η Melliou είναι συγκεκριμένη εφαρμογή του άρθρου 3 στο συνολικό πραγματικό της πλαίσιο.
Το Δικαστήριο επίσης δεν αμφισβήτησε ευθέως τον βαθμό υπόνοιας που απαιτούσε το εθνικό δίκαιο, αλλά έλεγξε αυτοτελώς αν η συγκεκριμένη μορφή έρευνας ήταν αναγκαία υπό την ΕΣΔΑ.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Melliou v. Greece, παρ. 34, 36-39, Adamčo v. Slovakia (no. 2), παρ. 81, HUDOC.
Τρίτον. Η απουσία του δικηγόρου ως πρόσθετο στοιχείο του άρθρου 3.
Η παρ. 40 αξιοποιεί το γεγονός ότι ο δικηγόρος δεν επετράπη να συνοδεύσει την προσφεύγουσα στον έκτο όροφο, όπου ερωτήθηκε και υποβλήθηκε στην έρευνα. Τον συνάντησε μόνο μετά την έρευνα και αφού είχε αφεθεί να φύγει.
Το ΕΔΔΑ δεν αναγνώρισε αυτοτελές δικαίωμα νομικής συνδρομής υπό το άρθρο 3 ούτε διαπίστωσε αυτοτελή παραβίαση λόγω μη πρόσβασης σε δικηγόρο. Αντιμετώπισε την απουσία του δικηγόρου ως ένα ακόμη πραγματικό στοιχείο ικανό να ενισχύσει το αίσθημα απομόνωσης, φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας. Η διάκριση είναι σημαντική, ώστε η Melliou να μην μετατραπεί ερμηνευτικά σε νομολογία για αυτοτελή εγγύηση πρόσβασης σε δικηγόρο κατά κάθε αστυνομική προσαγωγή.
Ο συντάκτης παρατηρεί ότι το Δικαστήριο δεν διερεύνησε τη νομική βάση της απαγόρευσης συνοδείας ούτε το κατά πόσον το εθνικό καθεστώς της συγκεκριμένης προσαγωγής επέτρεπε τον αποκλεισμό αυτό.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Melliou v. Greece, παρ. 40, HUDOC.
Τέταρτον. Αυτοτελής συμβατικός έλεγχος και όχι «σιωπηρή υιοθέτηση» της πρωτόδικης κρίσης.
Δεν είναι ακριβές να θεωρηθεί ότι το Στρασβούργο επέλεξε συνολικά τις πραγματικές παραδοχές του Πλημμελειοδικείου έναντι εκείνων του Εφετείου. Το ΕΔΔΑ δεν επιλύει όλες τις αποκλίσεις μεταξύ των δύο εθνικών δικαστηρίων, ούτε απορρίπτει ως ανυπόστατη την υπόνοια περί προπαρασκευής τρομοκρατικής πράξης. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι οι εθνικές αστυνομικές αρχές ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν τον απαιτούμενο κατά το εθνικό δίκαιο βαθμό υπόνοιας.
Αυτό που κάνει είναι να υποβάλει το συγκεκριμένο μέτρο σε αυτοτελή συμβατικό έλεγχο. Λαμβάνει υπόψη την πρωτόδικη αναφορά στην επάρκεια απλής ψηλάφησης, αλλά στηρίζει την κρίση του και στην αλληλουχία των ενεργειών, στην παράδοση των στοιχείων και του σημειώματος, στη μη διερεύνηση ηπιότερων μέτρων και στη μη χρήση διαθέσιμου εξοπλισμού.
Η παύση της δίωξης του αξιωματικού υπηρεσίας λόγω παραγραφής και η αθώωση του προϊσταμένου αποτελούν μέρος του εθνικού διαδικαστικού ιστορικού.
Ομοίως, η απόρριψη της ένστασης μη εξάντλησης βάσει της B.Y. αποδεικνύει μόνο ότι η αγωγή αποζημίωσης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν αποτελούσε κατάλληλο ένδικο βοήθημα που έπρεπε να εξαντληθεί για την επίμαχη καταγγελία αστυνομικής κακομεταχείρισης.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Melliou v. Greece, παρ. 10, 17, 23-25, 36-38, B.Y. v. Greece, παρ. 51, HUDOC.
Πέμπτον. Η απόφαση Επιτροπής εφαρμόζει καλώς εδραιωμένη νομολογία, αλλά αναδεικνύει νέα πραγματικά συμφραζόμενα και αφήνει ανοιχτά ερωτήματα.
Η εκδίκαση από τριμελή Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 28 § 1 στοιχ. β΄ σημαίνει ότι το υποκείμενο ζήτημα σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της Σύμβασης μπορούσε να κριθεί βάσει καλώς εδραιωμένης νομολογίας του Δικαστηρίου. Αυτό δεν αναιρεί την ιδιαίτερη σημασία της εφαρμογής της υφιστάμενης νομολογίας σε προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς σύλληψη.
Πρώτο ανοιχτό ζήτημα είναι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας. Η οδηγία με χυδαίο λεκτικό, ο χώρος και η διαφωνία των εθνικών δικαστηρίων ως προς τα στόρια δεν αξιολογήθηκαν τελικά από το ΕΔΔΑ, επειδή η έλλειψη αυστηρής αναγκαιότητας ήταν επαρκής για τη διαπίστωση παραβίασης. Παρόμοιοι εξευτελιστικοί παράγοντες έχουν αποτελέσει κρίσιμα στοιχεία σε αποφάσεις όπως οι Valašinas και Iwańczuk.
Δεύτερο ανοιχτό ζήτημα είναι η ίδια η νομική βάση και νομιμότητα της προσαγωγής. Το άρθρο 8 δεν εξετάσθηκε χωριστά ως προς τα ίδια πραγματικά περιστατικά μετά τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 3.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Melliou v. Greece, παρ. 34-35, 39, 43, Wainwright v. the United Kingdom, HUDOC.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Adamčo κατά Σλοβακίας (αρ. 2)
Η Adamčo αποτελεί πρόσφατη συστηματική διατύπωση των γενικών αρχών για τις πλήρεις σωματικές έρευνες κρατουμένων. Η Melliou παραπέμπει ρητά στην παρ. 81 και αναπαράγει τον πυρήνα των αρχών που συνοψίζονται εκεί.
Η Adamčo αφορούσε περισσότερες από χίλιες πλήρεις σωματικές έρευνες κρατουμένου χωρίς πειστικές συγκεκριμένες ανησυχίες ασφαλείας και κατέληξε σε παραβίαση του άρθρου 3. Από την ίδια απόφαση αντλείται η παραπομπή της Melliou ως προς τη μη ανάγκη χωριστής εξέτασης του άρθρου 8 μετά τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 3.
Πηγή: HUDOC, Adamčo v. Slovakia (no. 2), no. 55792/20 και λοιπές προσφυγές, 12.12.2024, παρ. 81, 105.
Β) Syrianos κατά Ελλάδας
Η υπόθεση αφορούσε πειθαρχικές κυρώσεις σε προσωρινά κρατούμενο που αρνήθηκε να υποβληθεί σε σωματικές έρευνες με αφαίρεση ενδυμάτων στις φυλακές Διαβατών και Νιγρίτας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8, επειδή οι εθνικές αρχές δεν παρείχαν συναφείς και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τις επίμαχες παρεμβάσεις και οι επιβληθείσες κυρώσεις δεν ανταποκρίνονταν στην απαίτηση αναλογικότητας. Η Melliou παραπέμπει στις γενικές αρχές της Syrianos, αλλά τις εφαρμόζει σε διαφορετικό πραγματικό πλαίσιο.
Πηγή: HUDOC, Syrianos v. Greece, no. 49529/12, 07.10.2021, παρ. 79-83, 87.
Γ) Roth κατά Γερμανίας
Επαναλαμβανόμενες τυχαίες πλήρεις σωματικές έρευνες κρατουμένου πριν ή μετά από επισκέψεις, χωρίς συγκεκριμένες ανησυχίες ασφαλείας και χωρίς διαπιστωμένο σύνδεσμο με την ασφάλεια της φυλακής ή την πρόληψη του εγκλήματος, κρίθηκαν εξευτελιστική μεταχείριση. Η Roth είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη για τη Melliou ως προς την απαίτηση πραγματικού συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης έρευνας και του επικαλούμενου σκοπού ασφαλείας.
Πηγή: HUDOC, Roth v. Germany, nos. 6780/18 και 30776/18, 22.10.2020, παρ. 64-71, 84.
Δ) S.J. κατά Λουξεμβούργου (αρ. 2)
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η υποβολή σε έρευνα με αφαίρεση ενδυμάτων μπορεί, από το γεγονός αυτό και μόνο, να προκαλέσει αίσθημα προσβολής της ιδιωτικότητας και της αξιοπρέπειας, ιδίως όταν το πρόσωπο απογυμνώνεται ενώπιον άλλων.
Πηγή: HUDOC, S.J. v. Luxembourg (no. 2), no. 47229/12, 31.10.2013, παρ. 52.
Ε) Dejnek κατά Πολωνίας
Η Dejnek επαναλαμβάνει ότι ακόμη και μεμονωμένη πλήρης σωματική έρευνα μπορεί, αναλόγως του τρόπου διεξαγωγής της, του ενδεχόμενου σκοπού ταπείνωσης και της απουσίας δικαιολόγησης, να φθάσει το κατώφλι του άρθρου 3.
Πηγή: HUDOC, Dejnek v. Poland, no. 9635/13, 01.06.2017, παρ. 60.
ΣΤ) Valašinas κατά Λιθουανίας και Iwańczuk κατά Πολωνίας
Πρόκειται για κλασικές υποθέσεις στις οποίες ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας είχε καθοριστική σημασία. Στη Valašinas ο κρατούμενος υποχρεώθηκε να γδυθεί παρουσία γυναίκας υπαλλήλου και υπήρξε επαφή με γυμνά χέρια. Στην Iwańczuk ο κρατούμενος υπέστη χλευασμό και λεκτική κακοποίηση, ενώ η έρευνα δεν είχε πειστική σύνδεση με συγκεκριμένη ανάγκη ασφαλείας.
Η Melliou τις παραθέτει ως παραδείγματα των παραγόντων που μπορούν να ενεργοποιήσουν το άρθρο 3, αλλά δεν χρειάστηκε να αξιολογήσει τελικά τις αμφισβητούμενες συνθήκες διεξαγωγής της δικής της έρευνας.
Πηγή: HUDOC, Valašinas v. Lithuania, no. 44558/98, 24.07.2001, παρ. 117, Iwańczuk v. Poland, no. 25196/94, 15.11.2001, παρ. 54, 56, 58-59.
Ζ) Wainwright κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Safi κ.α. κατά Ελλάδας
Η Wainwright έχει ιδιαίτερη συγκριτική σημασία διότι αφορούσε πλήρεις σωματικές έρευνες επισκεπτών φυλακής και συνεπώς μη κρατουμένων. Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3, επειδή δεν είχε επιτευχθεί το απαιτούμενο κατώφλι σοβαρότητας, αλλά διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 λόγω της πλημμελούς εφαρμογής των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι πριν από τη Melliou η νομολογία περί πλήρους σωματικής έρευνας είχε ήδη εφαρμοσθεί σε μη κρατούμενους. Παράλληλα, καθιστά υπερβολικά απόλυτη τη διατύπωση της παρ. 35 της Melliou ότι οι προηγουμένως αναφερόμενες υποθέσεις αφορούσαν κρατουμένους σε φυλακές.
Η Safi κ.α. κατά Ελλάδας προσφέρει ακόμη πιο άμεσο ελληνικό συγκριτικό σημείο. Δώδεκα από τους προσφεύγοντες, επιζώντες ναυαγίου και υπό τον έλεγχο των αρχών μετά την άφιξή τους στη Φαρμακονήσι, υποχρεώθηκαν να γδυθούν ομαδικά και υποβλήθηκαν σε σωματική έρευνα ενώπιον πολλών άλλων προσώπων. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι έρευνες δεν δικαιολογούνταν από επιτακτική ανάγκη ασφαλείας ή πρόληψης αταξίας ή εγκλήματος και συνιστούσαν εξευτελιστική μεταχείριση κατά το άρθρο 3. Η Safi αποδεικνύει ότι η Melliou δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως η πρώτη ελληνική υπόθεση σωματικής έρευνας εκτός κλασικού σωφρονιστικού πλαισίου. Η ειδική και διακριτή συνεισφορά της Melliou βρίσκεται στην προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων και στην κατηγορηματική απαίτηση αυστηρότερης εφαρμογής των γενικών αρχών λόγω απουσίας σύλληψης ή τυπικής κράτησης.
Πηγή: HUDOC, Wainwright v. the United Kingdom, no. 12350/04, 26.09.2006, παρ. 40, 42, Safi and Others v. Greece, no. 5418/15, 07.07.2022.
Η) B.Y. κατά Ελλάδας και Sarwari κ.α. κατά Ελλάδας
Οι αποφάσεις υποστηρίζουν τη θέση ότι αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν αποτελεί κατάλληλο ένδικο βοήθημα το οποίο πρέπει να εξαντληθεί όταν η προσφυγή αφορά καταγγελία κακομεταχείρισης από αστυνομικούς. Η Melliou εφαρμόζει ευθέως την B.Y. για την απόρριψη της ένστασης μη εξάντλησης.
Πηγή: HUDOC, B.Y. v. Greece, no. 60990/14, 26.01.2023, παρ. 51, Sarwari and Others v. Greece, no. 38089/12, 11.04.2019, παρ. 79.
Θ) Vasiliauskas κατά Λιθουανίας [GC]
Η απόφαση αποτελούσε το έρεισμα για τον κανόνα ότι, υπό το τότε ισχύον καθεστώς υποβολής ταχυδρομικής αίτησης, η ημερομηνία της ταχυδρομικής σφραγίδας και όχι η μεταγενέστερη πρωτοκόλληση από το ΕΔΔΑ καθόριζε τον χρόνο άσκησης της προσφυγής. Στη Melliou η προσφυγή απεστάλη στις 8 Μαρτίου 2019 και καταχωρίσθηκε στις 18 Μαρτίου 2019.
Πηγή: HUDOC, Vasiliauskas v. Lithuania [GC], no. 35343/05, 20.10.2015, παρ. 115-117.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Όταν πρόσωπο υποβάλλεται σε πλήρη σωματική έρευνα κατά τη διάρκεια προσαγωγής για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς να έχει συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση, η Melliou παρέχει άμεσο έρεισμα για αυστηρότερη εφαρμογή των γενικών αρχών του άρθρου 3.
- Το κρίσιμο επιχείρημα είναι η συγκεκριμένη αναγκαιότητα του βαθμού επέμβασης. Ο προσφεύγων πρέπει να αναδεικνύει ποια ηπιότερα και πρακτικά διαθέσιμα μέτρα, όπως ψηλάφηση, ανιχνευτής μετάλλων ή κατάλληλος σαρωτής, μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον συγκεκριμένο σκοπό ασφαλείας. Η ύπαρξη τέτοιων μέσων είναι ισχυρός παράγοντας του ελέγχου αυστηρής αναγκαιότητας, όχι όμως αφηρημένος αυτόματος κανόνας παραβίασης.
- Η χρονική ακολουθία των μέτρων έχει σημασία. Εάν πλήρης σωματική έρευνα ακολουθεί αφού έχουν ήδη ολοκληρωθεί η ταυτοποίηση, η παράδοση των επίμαχων αντικειμένων και άλλες διαδικασίες ελέγχου, το κράτος πρέπει να εξηγήσει πειστικά γιατί εξακολουθούσε να είναι αναγκαίο το ιδιαίτερα επαχθές αυτό μέτρο. Δεν είναι επιστημονικά ακριβές να θεωρείται ότι η χρονική ακολουθία και μόνη αποδεικνύει αυτομάτως αποσύνδεση από τον σκοπό ασφαλείας.
- Η μη δυνατότητα συνοδείας από δικηγόρο στην Melliou δεν αντιμετωπίστηκε ως αυτοτελής παραβίαση ούτε ως αυτοτελής εγγύηση του άρθρου 3. Αποτέλεσε πρόσθετο πραγματικό στοιχείο που μπορούσε να δημιουργήσει αίσθημα απομόνωσης και να επιτείνει τον φόβο, την αγωνία και το αίσθημα κατωτερότητας. Ως τέτοιο πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται.
- Η αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν απαιτήθηκε στη Melliou ως ένδικο βοήθημα που έπρεπε να εξαντληθεί για την καταγγελία αστυνομικής κακομεταχείρισης.
- Για την ελληνική πρακτική, η Melliou προσφέρει ισχυρή επιχειρηματολογία για τον έλεγχο σωματικών ερευνών κατά την «προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων», υπό το πρίσμα των άρθρων 2 § 1 και 7 § 2 του Συντάγματος και του εκάστοτε εφαρμοστέου εθνικού κανονιστικού πλαισίου. Ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει όχι μόνο την ύπαρξη του επικαλούμενου σκοπού ασφαλείας ή της υπόνοιας, αλλά και την αναγκαιότητα, την ένταση και την ύπαρξη λιγότερο επαχθών εναλλακτικών του συγκεκριμένου μέτρου.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
Adamčo v. Slovakia (no. 2), 12.12.2024, no. 55792/20 και λοιπές προσφυγές
Syrianos v. Greece, 07.10.2021, no. 49529/12
Roth v. Germany, 22.10.2020, nos. 6780/18 και 30776/18
S.J. v. Luxembourg (no. 2), 31.10.2013, no. 47229/12
Dejnek v. Poland, 01.06.2017, no. 9635/13
Valašinas v. Lithuania, 24.07.2001, no. 44558/98
Iwańczuk v. Poland, 15.11.2001, no. 25196/94
Van der Ven v. the Netherlands, 04.02.2003, no. 50901/99
Frérot v. France, 12.06.2007, no. 70204/01
Wainwright v. the United Kingdom, 26.09.2006, no. 12350/04
Safi and Others v. Greece, 07.07.2022, no. 5418/15
Vasiliauskas v. Lithuania [GC], 20.10.2015, no. 35343/05
B.Y. v. Greece, 26.01.2023, no. 60990/14
Sarwari and Others v. Greece, 11.04.2019, no. 38089/12
Panayotopoulos and Others v. Greece, 21.01.2025, no. 44758/20
Bouyid v. Belgium [GC], 28.09.2015, no. 23380/09, μη παρατιθέμενη απευθείας στη Melliou, αλλά σημαντικό ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη χρήση βίας από όργανα επιβολής του νόμου.
