ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΚ) 2016/679 – Άρθρο 5 – Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Άρθρο 6 – Νομιμότητα της επεξεργασίας – Εταιρικό δίκαιο – Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 – Άρθρο 14 – Πράξεις και στοιχεία που πρέπει να δημοσιεύονται – Έννοια των “προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχο της εταιρίας” – Διάθεση στο κοινό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν μετόχους ανωνύμων εταιριών – Μειοψηφούντες μέτοχοι »
Στην υπόθεση C‑798/24 [Jautiva] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο, Λεττονία) με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
A κ.λπ.,
παρισταμένου του:
Latvijas Republikas Saeima,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, A. Kumin, S. Gervasoni και M. Bošnjak, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι A κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τον L. Liepa, advokāts,
– η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις J. Davidoviča και K. Pommere,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Laine,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Meyer-Seitz,
– η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον K. E. M. Skjelland και την B. Stankovic,
– το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον G. Corstens και τις M. Migliorati και L. Ruppeka-Rupeika,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την L. Bergere, τον N. Coghlan και την A.‑L. Meyer,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Α. Μπουχάγιαρ, H. Kranenborg, I. Naglis και M. Noll-Ehlers,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, την ερμηνεία του άρθρου 14, στοιχείο δʹ, σημείο ii, της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δίκαιου (ΕΕ 2017, L 169, σ. 46), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1151 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019 (ΕΕ 2019, L 186, σ. 80) (στο εξής: οδηγία 2017/1132), και το κύρος της διάταξης αυτής υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και, αφετέρου, την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, στο εξής: ΓΚΠΔ).
2 Η αίτηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο συνταγματικής προσφυγής ασκηθείσας από φυσικά πρόσωπα τα οποία προβάλλουν ότι δεν συνάδει με το Latvijas Republikas Satversme (Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Λεττονίας) εθνική ρύθμιση η οποία απαιτεί να διατίθενται στο κοινό δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν μετόχους ανωνύμων εταιριών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
3 Το άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», ορίζει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»
4 Το άρθρο 8 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.»
5 Το άρθρο 52 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.»
Ο ΓΚΠΔ
6 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 10 του ΓΚΠΔ έχουν ως εξής:
«(1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του [Χάρτη] και το άρθρο 16 παράγραφος 1 της [ΣΛΕΕ] ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
[…]
(10) Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. […]»
7 Ο ΓΚΠΔ, κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 2, προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ειδικότερα δε το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
8 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.
9 Το άρθρο 4 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
1) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο […]· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου,
2) “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή,
[…]»
10 Το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», έχει στην παράγραφο 1 ως εξής:
«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (“νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια”),
β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 (“περιορισμός του σκοπού”),
γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία (“ελαχιστοποίηση των δεδομένων”),
[…]».
11 Το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Νομιμότητα της επεξεργασίας», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 3 τα εξής:
«1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς,
[…]
γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας,
[…]
3. Η βάση για την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και ε) ορίζεται σύμφωνα με:
α) το δίκαιο της Ένωσης, ή
β) το δίκαιο του κράτους μέλος στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.
Ο σκοπός της επεξεργασίας καθορίζεται στην εν λόγω νομική βάση ή, όσον αφορά την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), είναι η αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Η εν λόγω νομική βάση μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων: τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν τη σύννομη επεξεργασία από τον υπεύθυνο επεξεργασίας· τα είδη των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία· τα οικεία υποκείμενα των δεδομένων· τις οντότητες στις οποίες μπορούν να κοινοποιούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τους σκοπούς αυτής της κοινοποίησης· τον περιορισμό του σκοπού· τις περιόδους αποθήκευσης· και τις πράξεις επεξεργασίας και τις διαδικασίες επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διασφάλιση σύννομης και θεμιτής επεξεργασίας, όπως εκείνα για άλλες ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΧ. Το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.»
Η οδηγία 2017/1132
12 Οι αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 της οδηγίας 2017/1132 έχουν ως εξής:
«(7) Ο συντονισμός των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη δημοσιότητα, την ισχύ των υποχρεώσεων και την ακυρότητα των μετοχικών εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης έχει ιδιάζουσα σημασία, κυρίως προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των τρίτων.
(8) Η δημοσιότητα θα πρέπει να επιτρέπει στους τρίτους να γνωρίζουν τις ουσιώδεις καταστατικές πράξεις μιας εταιρείας καθώς και ορισμένα στοιχεία που την αφορούν, ιδίως δε τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που έχουν εξουσία να τη δεσμεύουν.»
13 Κατά το άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Αντικείμενο»:
«Η παρούσα οδηγία καθορίζει κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:
– τον συντονισμό των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 54 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση ανωνύμων εταιρειών και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου τους·
– τον συντονισμό των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 54 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, που αφορούν τη δημοσιότητα, την ισχύ των υποχρεώσεων και την ακυρότητα των μετοχικών εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες·
[…]».
14 Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Απαιτούμενες πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο καταστατικό ή στη συστατική πράξη ή σε χωριστό έγγραφο», ορίζει τα εξής:
«Οι κατωτέρω τουλάχιστον ενδείξεις περιέχονται είτε στο καταστατικό είτε στη συστατική πράξη είτε σε χωριστό έγγραφο, το οποίο δημοσιεύεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους κατά το άρθρο 16:
[…]
θ) τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων ή των εταιρειών που υπέγραψαν ή στο όνομα των οποίων έχουν υπογραφεί τα καταστατικά ή η συστατική πράξη ή, όταν η σύσταση της εταιρείας δεν πραγματοποιείται ταυτόχρονα, η ταυτότητα των φυσικών ή νομικών προσώπων ή των εταιρειών που υπέγραψαν ή στο όνομα των οποίων έχουν υπογραφεί τα σχέδια καταστατικού ή η συστατική πράξη
[…]».
15 Το άρθρο 13 της οδηγίας 2017/1132, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:
«Τα μέτρα συντονισμού που προβλέπονται στο παρόν τμήμα και στο τμήμα 1Α εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που αφορούν τις μορφές εταιρειών που παρατίθενται στο παράρτημα II και, όπου ορίζεται, τις μορφές εταιρειών που αναφέρονται στα παραρτήματα I και IIΑ.»
16 Το παράρτημα II της ως άνω οδηγίας, το οποίο απαριθμεί τις μορφές εταιριών για τις οποίες γίνεται λόγος, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13 της οδηγίας, αναφέρει, όσον αφορά τη Λεττονία, τις «akciju sabiedrība, sabiedrība ar ierobežotu atbildību, komanditsabiedrība», ήτοι τις ανώνυμες εταιρίες, τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και τις ετερόρρυθμες κατά μετοχές εταιρίες.
17 Το άρθρο 14 της οδηγίας 2017/1132, το οποίο επιγράφεται «Πράξεις και στοιχεία που πρέπει να δημοσιεύονται από τις εταιρείες», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η υποχρέωση δημοσιότητας των εταιρειών να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πράξεις και στοιχεία:
α) την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό εφόσον αυτό αποτελεί αντικείμενο ιδιαιτέρας πράξεως·
[…]
δ) τον διορισμό, την αποχώρηση καθώς και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από τον νόμο, είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου:
i) έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου· από τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται προκύπτει με σαφήνεια αν τα πρόσωπα που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία δύνανται να ενεργούν μόνα τους ή οφείλουν να ενεργούν από κοινού,
ii) συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία, ή στον έλεγχο της εταιρείας·
[…]».
18 Το άρθρο 16, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η δημοσιοποίηση των πράξεων και των στοιχείων του άρθρου 14 πραγματοποιείται καθισταμένων των εν λόγω πράξεων και στοιχείων διαθέσιμων για το κοινό στο [κεντρικό μητρώο, εμπορικό μητρώο ή μητρώο εταιρειών]. […]»
19 Το άρθρο 64, παράγραφος 3, και το άρθρο 95, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας αφορούν τις υποχρεώσεις των διοικητικών ή διαχειριστικών οργάνων της εταιρίας έναντι της γενικής συνέλευσης όσον αφορά, αντιστοίχως, τη χρηματοδοτική συνδρομή από εταιρία για την απόκτηση μετοχών της από τρίτους και τη συγχώνευση με απορρόφηση.
Η οδηγία 2015/849
20 Τα άρθρα 11 και 13 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2024/1640 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024 (ΕΕ L, 2024/1640) (στο εξής: οδηγία 2015/849), προσδιορίζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζουν οι υπόχρεες οντότητες έναντι του πελάτη τους.
21 Το άρθρο 30, παράγραφος 5, της οδηγίας 2015/849 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο έχουν πρόσβαση σε κάθε περίπτωση:
[…]
γ) κάθε πρόσωπο ή οργανισμός που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον.
Τα πρόσωπα ή οι οργανισμοί που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου έχουν πρόσβαση τουλάχιστον στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης και τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει.»
Το λεττονικό δίκαιο
Το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Λεττονίας
22 Το άρθρο 96 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Λεττονίας κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Κατά τη νομολογία του Satversmes tiesa (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Λεττονία), το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού εκτείνεται στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ο εμπορικός κώδικας
23 Το άρθρο 8 του Komerclikums (εμπορικού κώδικα), το οποίο επιγράφεται «Περιεχόμενο των καταχωρίσεων στο εμπορικό μητρώο», προβλέπει στην παράγραφο 3, σημεία 3 και 4, τα εξής:
«(3) Στο εμπορικό μητρώο καταχωρούνται οι ακόλουθες πληροφορίες για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες:
[…]
3) το όνομα, το επώνυμο, ο αριθμός ταυτότητας (εάν το πρόσωπο δεν διαθέτει αριθμό ταυτότητας, η ημερομηνία γεννήσεώς του, ο αριθμός και η ημερομηνία εκδόσεως του εγγράφου ταυτοποίησης, η χώρα έκδοσης και η εκδούσα αρχή) και τα καθήκοντα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κεφαλαιουχικής εταιρίας και των μελών του εποπτικού συμβουλίου (εφόσον η κεφαλαιουχική εταιρία διαθέτει εποπτικό συμβούλιο)·
4) η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου να δεσμεύουν την εταιρία ατομικά ή από κοινού·
[…]».
24 Το άρθρο 12 του εμπορικού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Δημοσίευση στο εμπορικό μητρώο», έχει ως εξής:
«(1) Οι καταχωρίσεις στο εμπορικό μητρώο αντιτάσσονται έναντι των τρίτων από τη δημοσίευσή τους. […]
[…]»
25 Το άρθρο 235 του εμπορικού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Πληροφορίες προς καταχώριση στο μητρώο μετόχων», ορίζει τα εξής:
«(1) Κάθε επικαιροποιημένη καταχώριση στο μητρώο μετόχων αναφέρει την επωνυμία της εταιρίας, τον αριθμό μητρώου, την καταστατική έδρα και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το αν η εταιρία υπόκειται σε διαδικασία εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας, καθώς και τον τίτλο “Καταχώριση στο μητρώο μετόχων” στο οικείο έγγραφο, και περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
1) τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία καταχώρισης·
2) τον αύξοντα αριθμό της εγγραφής, με συνεχή αρίθμηση από την πρώτη καταχώριση στο μητρώο μετόχων·
3) τους αύξοντες αριθμούς των μετοχών·
4) τα στοιχεία των μετόχων:
a) στην περίπτωση φυσικών προσώπων, το όνομα, το επώνυμο, τον αριθμό ταυτότητας (εάν το πρόσωπο δεν διαθέτει αριθμό ταυτότητας, την ημερομηνία γεννήσεώς του, τον αριθμό και την ημερομηνία εκδόσεως του εγγράφου ταυτοποίησης, τη χώρα εκδόσεως και την εκδούσα αρχή του εγγράφου) και τη διεύθυνση επικοινωνίας,
b) για νομικά πρόσωπα και προσωπικές εταιρίες, την επωνυμία, τον αριθμό μητρώου και την καταστατική έδρα·
5) τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του μετόχου, εφόσον ο μέτοχος έχει ζητήσει από την εταιρία να χρησιμοποιεί τη διεύθυνση αυτή για την επικοινωνία μαζί του·
6) την κατηγορία, τον αριθμό και την ονομαστική αξία των μετοχών κάθε μετόχου καθώς και τον αριθμό των δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν σε αυτές·
7) το καθεστώς καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου·
8) τον κοινό εκπρόσωπο των μετόχων ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 157 του παρόντος κώδικα, με αναγραφή των στοιχείων που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 1, σημεία 4 και 5, του παρόντος άρθρου·
9) πληροφορίες σχετικά με τις μετοχές που απέκτησε η ίδια η εταιρία, με την αιτιολογία της απόκτησής τους.
[…]»
26 Κατά το άρθρο 268 του εμπορικού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης των μετόχων»:
«(1) Μόνο η γενική συνέλευση των μετόχων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με:
1) τους ετήσιους λογαριασμούς της εταιρίας·
2) τη χρησιμοποίηση των κερδών της προηγούμενης εταιρικής χρήσης·
3) την εκλογή και την αποχώρηση των μελών του εποπτικού συμβουλίου, των ελεγκτών και των εκκαθαριστών·
4) την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου, και κατά του ελεγκτή, ή την παραίτηση από το εν λόγω δικόγραφο, και τον διορισμό εκπροσώπου της εταιρίας για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά των μελών του εποπτικού συμβουλίου·
[…]
6) την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας·
7) την αύξηση ή τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου·
8) την έκδοση και τη μετατροπή τίτλων της εταιρίας, και το κεντρικό αποθετήριο τίτλων στο οποίο καταχωρίζονται οι άυλες μετοχές της εταιρίας·
9) τον καθορισμό των αποδοχών των μελών του εποπτικού συμβουλίου και των ελεγκτών·
10) την παύση, συνέχιση, αναστολή ή ανανέωση των δραστηριοτήτων της εταιρίας ή ακόμη την αναδιοργάνωση της εταιρίας·
11) τις γενικές αρχές, τα είδη και τα κριτήρια καθορισμού των αποδοχών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου·
12) τη διάθεση μετοχών της εταιρίας στους εργαζομένους και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου.
(2) Η γενική συνέλευση των μετόχων λαμβάνει αποφάσεις για άλλα θέματα μόνον εφόσον αυτό προβλέπεται από τον νόμο.»
Ο νόμος περί του μητρώου εταιριών
27 Το άρθρο 4.10 του likums «Par Latvijas Republikas Uzņēmumu reģistru» (νόμου περί του μητρώου εταιριών της Δημοκρατίας της Λεττονίας, στο εξής: νόμος περί του μητρώου εταιριών), το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο εταιριών», ορίζει στο πέμπτο εδάφιο τα εξής:
«Το μητρώο εταιριών παρέχει δωρεάν τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αποτελούν δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης (άρθρο 4.15, πρώτο εδάφιο) μέσω διαδικτυακής διαβίβασης δεδομένων (συμπεριλαμβανομένης της μαζικής τηλεφόρτωσης).»
28 Το άρθρο 4.11 του νόμου αυτού, το οποίο επιγράφεται «Πληροφορίες που πρέπει να δημοσιεύονται στον ιστότοπο του μητρώου εταιριών», προβλέπει στο πρώτο εδάφιο, σημείο 2, τα εξής:
«Το μητρώο εταιριών διασφαλίζει ότι οι μη ταυτοποιημένοι χρήστες έχουν ελεύθερη πρόσβαση στον ιστότοπό του στις ακόλουθες πλέον πρόσφατες (πλέον επικαιροποιημένες) πληροφορίες για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές πράξεις που είναι καταχωρισμένες στα μητρώα που τηρούνται από το μητρώο εταιριών:
[…]
2) άλλες πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο.»
29 Το άρθρο 4.15 του εν λόγω νόμου, το οποίο επιγράφεται «Δημόσια και μη δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης», ορίζει τα εξής:
«Τα δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης περιλαμβάνουν:
[…]
2) άλλες πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο.
[…]
b) στοιχεία που προκύπτουν από την καταχώριση στο μητρώο των μετόχων (εταίρων) κεφαλαιουχικής εταιρίας όσον αφορά τους μετόχους (εταίρους) της εταιρίας αυτής […]
3) τα ακόλουθα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελο καταχώρισης:
a) στο εμπορικό μητρώο – […] την καταχώριση στο μητρώο μετόχων (εταίρων), […]
Τα έγγραφα και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο καταχώρισης και δεν μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου αποτελούν μη δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης.
Οσάκις μια καταχώριση στο μητρώο ή μια καταχωρισμένη πληροφορία έχει χαρακτηριστεί ως πληροφορία περιορισμένης χρήσεως ή η διαθεσιμότητά της στο κοινό έχει περιοριστεί από τον νόμο, η εν λόγω πληροφορία αποτελεί μη δημόσιο στοιχείο του φακέλου καταχώρισης.
Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που αποτελούν μη δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης ([δεύτερο και τρίτο εδάφιο] του παρόντος άρθρου) συνιστούν πληροφορίες περιορισμένης χρήσεως, στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση οι αρχές επιβολής του νόμου για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς, καθώς και, χωρίς περιορισμούς, η [Finanšu izlūkošanas dienests (υπηρεσία συλλογής χρηματοοικονομικών πληροφοριών, Λεττονία)] και οι εποπτικές και ελεγκτικές αρχές στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής, ενώ άλλες αρχές πρέπει να υποβάλλουν αιτιολογημένη αίτηση. Οι ιδιώτες αποκτούν πρόσβαση στις πληροφορίες και στα έγγραφα που αποτελούν μη δημόσια στοιχεία του φακέλου καταχώρισης, σύμφωνα με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεως για την παροχή πληροφοριών περιορισμένης χρήσεως που προβλέπει ο [Informācijas atklātības likums (νόμος για την ελεύθερη παροχή πληροφοριών)].»
Ο νόμος για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
30 Το άρθρο 5.1 του Noziedzīgi iegūtu līdzekļu legalizācijas un terorisma un proliferācijas finansēšanas novēršanas likums (νόμου για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής, στο εξής: νόμος για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), το οποίο επιγράφεται «Προσβασιμότητα των αναγκαίων για την τήρηση των επιταγών του νόμου πληροφοριών που προέρχονται από τα συστήματα παροχής πληροφοριών της Δημοκρατίας της Λεττονίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Προκειμένου να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον παρόντα νόμο, οι υπόχρεες οντότητες και οι εποπτικές και ελεγκτικές αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητούν και να λαμβάνουν ηλεκτρονικά δελτία και πληροφορίες σχετικά με τα μέλη και τους πραγματικούς δικαιούχους που περιλαμβάνονται στα μητρώα που τηρεί το μητρώο εταιριών της Δημοκρατίας της Λεττονίας, να αποθηκεύουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες αυτές με σκοπό να αξιολογούν τα δεδομένα που αφορούν τον πελάτη και τους επιχειρηματικούς εταίρους του και την αναγκαιότητα αναφοράς ύποπτης συναλλαγής στην υπηρεσία συλλογής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή της μη διενέργειας μιας τέτοιας συναλλαγής, και να εξακριβώνουν αν ο πελάτης υπόκειται σε διαδικασία αφερεγγυότητας νομικών προσώπων ή έχει τεθεί υπό δικαστική εξυγίανση.»
Ο νόμος περί διεθνών και εθνικών κυρώσεων
31 Το άρθρο 5 του Starptautisko un Latvijas Republikas nacionālo sankciju likums (νόμου περί διεθνών και εθνικών κυρώσεων της Δημοκρατίας της Λεττονίας, στο εξής: νόμος περί διεθνών και εθνικών κυρώσεων), το οποίο επιγράφεται «Οικονομικοί περιορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«Όταν οι εθνικές κυρώσεις συνεπάγονται οικονομικούς περιορισμούς για το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχουν επιβληθεί, όλα τα πρόσωπα, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, υποχρεούνται αμέσως και χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση:
1) να δεσμεύσουν όλα τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους που άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, ανήκουν, βρίσκονται στην κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο του προσώπου σε βάρος του οποίου έχουν επιβληθεί κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων τρίτων που ενεργούν εξ ονόματός του ή κατ’ εντολή του·
2) να μη θέτουν τα κεφάλαια και τους οικονομικούς πόρους, άμεσα ή έμμεσα, στη διάθεση του προσώπου σε βάρος του οποίου έχουν επιβληθεί κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων τρίτων που ενεργούν εξ ονόματός του, κατ’ εντολή του ή προς όφελός του·
3) να μην παρέχουν τις υποκείμενες στις εθνικές κυρώσεις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχουν επιβληθεί κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων τρίτων που ενεργούν εξ ονόματός του, κατ’ εντολή του ή προς όφελός του.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
32 Δεκαεπτά φυσικά πρόσωπα προσέφυγαν ενώπιον του Satversmes tiesa (Συνταγματικού Δικαστηρίου), το οποίο αποτελεί το αιτούν δικαστήριο, ζητώντας να κριθεί ότι δεν συνάδει με το άρθρο 96 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Λεττονίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εθνική ρύθμιση, και συγκεκριμένα το άρθρο 4.15, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, στοιχείο b, του νόμου περί μητρώου εταιριών, σε συνδυασμό με το άρθρο 4.10, πέμπτο εδάφιο, του νόμου αυτού και το άρθρο 235, παράγραφος 1, του εμπορικού κώδικα.
33 Δυνάμει της ρυθμίσεως αυτής, ορισμένες πληροφορίες που αφορούν τους μετόχους ανωνύμων εταιριών τίθενται στη διάθεση του κοινού. Εάν ένας τέτοιος μέτοχος είναι φυσικό πρόσωπο, οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν το όνομα, το επώνυμο, τον αριθμό ταυτότητας ή, εάν ο μέτοχος δεν διαθέτει αριθμό ταυτότητας, την ημερομηνία γεννήσεώς του, τον αριθμό και την ημερομηνία εκδόσεως του εγγράφου ταυτοποίησης, τη χώρα εκδόσεως και την εκδούσα αρχή του εγγράφου, καθώς και τη διεύθυνση επικοινωνίας του. Εξάλλου, και ανεξάρτητα από το αν ο μέτοχος είναι φυσικό πρόσωπο, στις ως άνω πληροφορίες συγκαταλέγονται η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του μετόχου, όταν αυτός έχει ζητήσει τη χρησιμοποίησή της από την εταιρία της οποίας είναι μέτοχος για την επικοινωνία μαζί του, η κατηγορία, ο αριθμός και η ονομαστική αξία των μετοχών του, καθώς και ο αριθμός των ψήφων που αντιστοιχούν στις μετοχές του. Οι πληροφορίες αυτές είναι προσβάσιμες διαδικτυακά και μπορούν να ληφθούν με μαζικές τηλεφορτώσεις, μεταξύ άλλων από οιονδήποτε μη ταυτοποιημένο χρήστη, όπως προβλέπει το άρθρο 4.11, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί μητρώου εταιριών.
34 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι μειοψηφούντες μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας. Υποστηρίζουν ότι ο Λεττονός νομοθέτης δεν εξέτασε ούτε δικαιολόγησε την ανάγκη δημοσιοποίησης των ως άνω πληροφοριών στο κοινό, διευκρινιζομένου ότι, μετά τη δημοσίευσή τους, δεν είναι πλέον δυνατός κανένας περιορισμός στη μεταγενέστερη χρήση τους και ότι υφίσταται αυξημένος κίνδυνος χρησιμοποίησής τους για αθέμιτους σκοπούς. Εν πάση περιπτώσει, υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, στο εξής: απόφαση Luxembourg Business Registers), η διάδοση των πληροφοριών αυτών είναι αδικαιολόγητη και δυσανάλογη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν είναι ούτε οι πραγματικοί δικαιούχοι της οικείας εταιρίας ούτε μέλη των οργάνων της διοίκησής της και δεν έχουν ούτε το δικαίωμα ούτε τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί της εταιρίας αυτής.
35 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, αφενός, αν η δημοσιοποίηση των επίμαχων εν προκειμένω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα απαιτείται δυνάμει της οδηγίας 2017/1132 και, ειδικότερα, του άρθρου 14, στοιχείο δʹ, σημείο ii, της οδηγίας αυτής, το οποίο αφορά πράξεις ή στοιχεία σχετικά με τα πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχο της εταιρίας. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα ήταν αναγκαίο να εξεταστεί το κύρος μιας τέτοιας υποχρέωσης δημοσιοποίησης υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη.
36 Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ένα κράτος μέλος μπορεί, χωρίς να παραβαίνει τις διατάξεις του ΓΚΠΔ, και δη το άρθρο του 5, παράγραφος 1, καθώς και τις διατάξεις του Χάρτη, να προβλέπει στο εθνικό του δίκαιο τέτοια υποχρέωση δημοσιοποίησης προκειμένου να επιτευχθούν σκοποί όπως οι προβαλλόμενοι από το Latvijas Republikas Saeima (Λεττονικό Κοινοβούλιο), ήτοι, πρώτον, η διασφάλιση διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος και η προστασία των συμφερόντων των τρίτων, δεύτερον, η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και, τρίτον, η παροχή των αναγκαίων πληροφοριών για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η πρόσβαση στα επίμαχα δεδομένα δεν τελεί υπό καμία προϋπόθεση όπως, μεταξύ άλλων, η απόδειξη εννόμου συμφέροντος.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια των προσώπων που “συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία, ή στον έλεγχο της εταιρίας”, κατά το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της [οδηγίας 2017/1132], περιλαμβάνει κάθε μέτοχο ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπον ώστε ένα κράτος μέλος να υποχρεούται να διασφαλίσει τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών σχετικά με κάθε μέτοχο ανώνυμης εταιρίας καθιστώντας αυτές διαθέσιμες για το κοινό στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι ισχυρό το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2017/1132, στον βαθμό που προβλέπει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν κάθε μέτοχο ανώνυμης εταιρίας, υπό το πρίσμα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη και του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη;
3) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του [ΓΚΠΔ] την έννοια ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μετόχων ανώνυμης εταιρίας μπορεί να πραγματοποιείται για τους σκοπούς, πρώτον, της διασφαλίσεως διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων, δεύτερον, της προλήψεως της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και, τρίτον, της παροχής των αναγκαίων πληροφοριών για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων;
4) Επιτρέπουν οι αρχές του άρθρου 5, παράγραφος 1, του [ΓΚΠΔ], για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών, τη θέσπιση εθνικών κανόνων βάσει των οποίων οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να λάβει γνώση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οποιουδήποτε μετόχου ανώνυμης εταιρίας χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει έννομο συμφέρον για την πρόσβαση σε αυτά;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
38 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2017/1132 έχει την έννοια ότι απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για όλους τους μετόχους των εταιριών τις οποίες αφορά η διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων τέτοιων εταιριών.
39 Δυνάμει της εν λόγω διάταξης, η οποία έχει εφαρμογή στις μορφές εταιριών που μνημονεύονται στο άρθρο 13 της οδηγίας 2017/1132, ήτοι στις εταιρίες που απαριθμούνται, μεταξύ άλλων, στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εταιρίες αυτές να δημοσιεύουν υποχρεωτικώς τουλάχιστον τις πράξεις και τα στοιχεία που αφορούν τον διορισμό, την αποχώρηση και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από τον νόμο είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου, έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου, ή συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχο της εταιρίας.
40 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το γράμμα διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται με τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της εν λόγω διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro, 327/82, EU:C:1984:11, σκέψη 11, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge, C‑417/23, EU:C:2025:1017, σκέψη 76).
41 Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2017/1132, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει ρητή αναφορά ούτε στους μετόχους ούτε στη γενική συνέλευση των μετόχων. Περαιτέρω, στην εν λόγω διάταξη γίνεται λόγος για τον «διορισμό», την «αποχώρηση» και τα «ατομικά στοιχεία» των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από τον νόμο είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου, έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου και/ή συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχο της εταιρίας. Όπως, όμως, επισήμαναν η Λεττονική και η Πολωνική Κυβέρνηση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, οι μέτοχοι εταιρίας δεν διορίζονται ούτε απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένα, η ιδιότητά τους αυτή απορρέει αποκλειστικά από τη συμμετοχή τους στο εταιρικό κεφάλαιο, ήτοι από την κυριότητα των μετοχών που έχει εκδώσει η εταιρία, και διακρίνεται, συναφώς, από το καθεστώς των προσώπων που διορίζονται για να μετέχουν στα διοικητικά όργανα και στη διεύθυνση της εταιρίας και για να την εκπροσωπούν στις σχέσεις της με τους τρίτους.
42 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, διαπιστώνεται ότι πλείονες διατάξεις της οδηγίας 2017/1132, όπως το άρθρο 64, παράγραφος 3, και το άρθρο 95, παράγραφος 2, αντικατοπτρίζουν την ορολογική διάκριση, στην οποία προέβη ο νομοθέτης της Ένωσης, μεταξύ των οργάνων διοίκησης και διεύθυνσης, αφενός, και της γενικής συνέλευσης των μετόχων, αφετέρου. Επομένως, μολονότι η γενική συνέλευση έχει ορισμένες εξουσίες λήψης αποφάσεων, οι εξουσίες αυτές δεν είναι της ίδιας φύσεως με τις εξουσίες που ασκούν τα διοικητικά και διαχειριστικά όργανα της εταιρίας και, επομένως, ούτε οι πράξεις της γενικής συνέλευσης ούτε, μέσω αυτής, οι πράξεις των μελών της μπορούν να χαρακτηριστούν ως «συμμετοχή», κατά την έννοια του άρθρου 14, στοιχείο δʹ, σημείο ii, της εν λόγω οδηγίας.
43 Επιπλέον, μολονότι το άρθρο 14, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2017/1132, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 4, στοιχείο θʹ, της οδηγίας αυτής, επιβάλλει τη δημοσίευση της ιδρυτικής πράξης και του καταστατικού ανώνυμης εταιρίας και μολονότι στα έγγραφα αυτά πρέπει να αναγράφονται τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που τα υπογράφουν στα οποία μπορούν να περιλαμβάνονται και οι αρχικοί μέτοχοι της εταιρίας, καμία διάταξη της ως άνω οδηγίας δεν απαιτεί ρητώς τη δημοσίευση σε περίπτωση μεταγενέστερης μεταβολής της μετοχικής σύνθεσης ανώνυμης εταιρίας.
44 Όσον αφορά τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2017/1132, από τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 και από το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η προβλεπόμενη δημοσιότητα αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην προστασία των συμφερόντων των τρίτων σε σχέση με τις ανώνυμες εταιρίες και τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, καθόσον οι εν λόγω εταιρίες παρέχουν ως εγγύηση έναντι των τρίτων μόνον την εταιρική τους περιουσία. Για τον σκοπό αυτόν, η δημοσιότητα πρέπει να παρέχει στους τρίτους τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις ουσιώδεις καταστατικές πράξεις της εκάστοτε εταιρίας και ορισμένα στοιχεία που την αφορούν, όπως τα στοιχεία της ταυτότητας των ατόμων που έχουν την εξουσία να τη δεσμεύουν (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 77).
45 Πέραν τούτου, ο σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι να κατοχυρώσει την ασφάλεια δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των εταιριών και των τρίτων, ενόψει της εντατικοποίησης των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών κατόπιν της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς. Υπό την οπτική αυτή, είναι σημαντικό να μπορεί κάθε πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να συνάψει και να διατηρήσει εμπορικές σχέσεις με εταιρίες εδρεύουσες σε άλλα κράτη μέλη να γνωρίζει με ευκολία τα ουσιώδη στοιχεία σχετικά με τη σύσταση των εμπορικών εταιριών και με τις εξουσίες των ατόμων που είναι αρμόδια να τις εκπροσωπούν, όπερ προϋποθέτει ότι όλα τα κρίσιμα στοιχεία αναγράφονται ρητώς στο μητρώο του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2017/1132 (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Εν προκειμένω, όμως, η δημοσίευση στοιχείων που αφορούν όλους τους μετόχους ανωνύμων εταιριών και, ειδικότερα, τους μειοψηφούντες μετόχους δεν φαίνεται να είναι αναγκαία υπό το πρίσμα του σκοπού της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων και της ασφάλειας δικαίου και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό αυτόν. Πράγματι, δεδομένου ότι οι μειοψηφούντες μέτοχοι δεν έχουν, κατ’ αρχήν, την εξουσία να εκπροσωπούν ανώνυμη εταιρία ούτε να τη δεσμεύουν έναντι τρίτων ούτε να ασκούν διοικητικά και εποπτικά καθήκοντα, αντιθέτως προς τα μέλη των διοικητικών οργάνων και τα διευθυντικά στελέχη ανώνυμης εταιρίας, τα στοιχεία που αφορούν όλους τους εν λόγω μετόχους φαίνεται να είναι αλυσιτελή για τους τρίτους.
47 Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2017/1132 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν όλους τους μετόχους των εταιριών στις οποίες εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων των εν λόγω εταιριών.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
48 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
49 Με τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει να διατίθενται στο κοινό δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν όλους τους μετόχους, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων, ανωνύμων εταιριών, σχετικά με τα ατομικά στοιχεία καθενός εξ αυτών, τα στοιχεία επικοινωνίας του, την κατηγορία, τον αριθμό και την ονομαστική αξία των μετοχών που κατέχει καθώς και τον αριθμό των ψήφων που αντιστοιχούν στις μετοχές αυτές, με σκοπό τη διασφάλιση διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων, την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και την παροχή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων, όταν η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα δεν τελεί υπό καμία προϋπόθεση, όπως η απόδειξη εννόμου συμφέροντος.
50 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκει ο ΓΚΠΔ, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 και από τις αιτιολογικές σκέψεις του 1 και 10, ο οποίος συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως δε του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι σύμφωνη με τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων και να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ΓΚΠΔ [πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψεις 21 και 22, και της 3ης Απριλίου 2025, Ministerstvo zdravotnictví (Δεδομένα που αφορούν τον εκπρόσωπο νομικού προσώπου), C‑710/23, EU:C:2025:231, σκέψεις 29 και 33].
51 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων.
52 Επιπλέον, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, το οποίο καθιερώνει την αρχή του περιορισμού του σκοπού της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα δεδομένα αυτά πρέπει, αφενός, να συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και, αφετέρου, να μην υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο που δεν συνάδει με τους σκοπούς αυτούς. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή συνεπάγεται ιδίως, κατ’ αρχάς, ότι οι σκοποί της επεξεργασίας πρέπει να προσδιορίζονται το αργότερο κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εν συνεχεία, ότι οι σκοποί της επεξεργασίας πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια και, τέλος, ότι οι σκοποί αυτοί πρέπει να διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2022, Digi, C‑77/21, EU:C:2022:805, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Τέλος, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, τα δεδομένα αυτά πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία. Η εν λόγω αρχή αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ προβλέπει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί σύννομη. Συνεπώς, για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, η επεξεργασία πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι νόμιμη εάν και στον βαθμό που το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει τη συγκατάθεσή του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς. Ελλείψει τέτοιας συγκατάθεσης ή όταν δεν έχει δοθεί ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει συγκατάθεση, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία μπορεί να δικαιολογείται παρά ταύτα εφόσον πληροί κάποια από τις απαιτήσεις αναγκαιότητας που μνημονεύονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, του ΓΚΠΔ. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαιολογητικοί λόγοι που προβλέπονται στην τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η επίκλησή τους μπορεί να καταστήσει νόμιμη μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία γίνεται ελλείψει συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψεις 26 και 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν χωρεί η διαπίστωση ότι μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία βάσει ενός εκ των δικαιολογητικών λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, του ΓΚΠΔ, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν η ίδια επεξεργασία καλύπτεται και από κάποιον άλλον εκ των δικαιολογητικών αυτών λόγων (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης πληροφορίες αφορούν ταυτοποιημένα ή ταυτοποιήσιμα φυσικά πρόσωπα και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να χαρακτηριστούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 1, του ΓΚΠΔ. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται σε επεξεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, στο μέτρο που τίθενται στη διάθεση του κοινού, και ότι η επεξεργασία αυτή, η οποία έχει αυτοματοποιημένο χαρακτήρα, εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
58 Περαιτέρω, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης επεξεργασία δεδομένων επιβάλλεται από την εθνική νομοθεσία και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, κατά το οποίο η επεξεργασία είναι σύννομη εάν και στον βαθμό που είναι «απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας».
59 Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, στην περίπτωση αυτή, η επεξεργασία πρέπει να βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ότι οι σκοποί της επεξεργασίας πρέπει να καθορίζονται στην εν λόγω νομική βάση. Η νομική αυτή βάση πρέπει να εξυπηρετεί σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό. Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν έκφραση των απαιτήσεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διάταξης αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Αυγούστου 2022, V Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 69, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 104).
60 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία την οποία επιτελούν στο κοινωνικό σύνολο και να σταθμίζονται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Επομένως, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών, υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, προβλέπονται από τον νόμο και σέβονται το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και την αρχή της αναλογικότητας [αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής), C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 105· της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 70, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
61 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η αναλογικότητα μέτρων τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη επιτάσσει την τήρηση των απαιτήσεων της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας καθώς και της απαίτησης που αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Ειδικότερα, οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί της προστασίας αυτής δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο. Επιπλέον, δεν μπορεί να επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο σκοπός αυτός πρέπει να συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα που αφορά το επιλεγέν μέτρο, και δη μέσω ισόρροπης στάθμισης μεταξύ, αφενός, του σκοπού γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, των εν λόγω δικαιωμάτων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι προκαλούμενες από το μέτρο δυσχέρειες δεν είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Επομένως, κατά την εκτίμηση της δυνατότητας δικαιολόγησης ενός περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επέμβασης την οποία συνεπάγεται ένας τέτοιος περιορισμός και να ελέγχεται αν η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον περιορισμό τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα αυτή (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Περαιτέρω, για να πληροί την απαίτηση περί αναλογικότητας, η επίμαχη ρύθμιση που συνεπάγεται την επέμβαση πρέπει επίσης να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν το περιεχόμενο και την εφαρμογή των προβλεπόμενων από αυτήν μέτρων και να επιβάλλουν ελάχιστες απαιτήσεις, ούτως ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων να διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων τους από κινδύνους κατάχρησης. Η ρύθμιση πρέπει, ειδικότερα, να ορίζει υπό ποιες περιστάσεις και υπό ποιους όρους μπορεί να ληφθεί μέτρο το οποίο προβλέπει την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η επέμβαση θα περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο βαθμό (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, πρώτον, αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση συνάδει με την αρχή του περιορισμού του σκοπού, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως, και αν οι σκοποί της επεξεργασίας καθορίζονται στην εν λόγω νομική βάση, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, πρέπει ο επίμαχος σκοπός ή οι επίμαχοι σκοποί να μπορούν να καθοριστούν με επαρκή βεβαιότητα από το κείμενο της επίμαχης νομοθεσίας ή το νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται.
65 Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί αν η νομική αυτή βάση πληροί τις λοιπές απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ και από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, υπό το πρίσμα της πάγιας νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 59 έως 63 της παρούσας αποφάσεως και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της επέμβασης που συνεπάγεται η εν λόγω νομική βάση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
66 Μολονότι εναπόκειται, εν τέλει, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν πληρούνται οι λοιπές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, οφείλει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία περί ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί καθώς και, εφόσον απαιτείται, διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το αιτούν δικαστήριο κατά την εξέτασή του (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania, C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 51).
67 Συναφώς, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτους, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης τέτοιων δεδομένων, συνιστά επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης χρήσης των γνωστοποιούμενων πληροφοριών. Συναφώς, ελάχιστη σημασία έχει αν οι σχετικές με την ιδιωτική ζωή γνωστοποιούμενες πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι τυχόν δυσμενείς συνέπειες λόγω της επέμβασης αυτής (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C‑817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 96, και απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 39).
68 Εν προκειμένω, μολονότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση απαριθμεί ρητώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού, με αποτέλεσμα η επέμβαση την οποία προκαλεί να προβλέπεται από τον νόμο, πρέπει επίσης, αφενός, να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της επέμβασης αυτής και, αφετέρου, να εξεταστεί αν η σημασία των σκοπών γενικού συμφέροντος που φέρεται να επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της επέμβασης (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 98).
69 Συγκεκριμένα, αφενός, όσον αφορά τη σοβαρότητα μιας τέτοιας επέμβασης, πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη η φύση των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ειδικότερα, ο τυχόν ευαίσθητος χαρακτήρας των δεδομένων, καθώς και η φύση και οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες της επεξεργασίας τους, ιδίως δε ο αριθμός των προσώπων που έχουν πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα και ο τρόπος πρόσβασης σε αυτά (απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, στο μέτρο που τα δεδομένα που τίθενται στη διάθεση του κοινού αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ατομικά στοιχεία κάθε μετόχου, τα στοιχεία επικοινωνίας του, την κατηγορία, τον αριθμό και την ονομαστική αξία των μετοχών που κατέχει καθώς και τον αριθμό των ψήφων που αντιστοιχούν στις μετοχές αυτές, τα εν λόγω δεδομένα μπορούν να καταστήσουν δυνατή τη διαμόρφωση ενός προφίλ σχετικού, μεταξύ άλλων, με την περιουσιακή κατάσταση του ενδιαφερομένου και με τους συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς και τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις όπου αυτός έχει επενδύσει (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 41).
71 Επιπροσθέτως, εγγενές στοιχείο της διάθεσης των εν λόγω δεδομένων είναι το γεγονός ότι έχει πρόσβαση σε αυτά δυνητικά απεριόριστος αριθμός προσώπων, οπότε μια τέτοια επεξεργασία τους ενδέχεται να καταστήσει επίσης δυνατή την ελεύθερη πρόσβαση, στα ως άνω δεδομένα, προσώπων τα οποία, για λόγους άσχετους προς τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω διάθεση, επιχειρούν να ενημερωθούν ιδίως για την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του μετόχου. Τούτο είναι ακόμη ευκολότερο όταν τα δεδομένα είναι προσβάσιμα μέσω Διαδικτύου (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
72 Επιπλέον, οι δυνητικές επιπτώσεις για τα υποκείμενα των δεδομένων από ενδεχόμενη καταχρηστική χρήση των δεδομένων τους επιτείνονται από το γεγονός ότι, αφ’ ης στιγμής τίθενται στη διάθεση του κοινού, τα δεδομένα αυτά δεν είναι μόνο ελεύθερα προσβάσιμα, αλλά μπορούν επίσης να αποθηκευτούν και να διαδοθούν, και, σε περίπτωση τέτοιας διαδοχικής επεξεργασίας, καθίσταται ακόμη δυσκολότερο, αν όχι ανέφικτο, για τα υποκείμενα των δεδομένων να αμυνθούν αποτελεσματικά έναντι των καταχρήσεων (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 43).
73 Επομένως, μολονότι δεν θίγει το βασικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, η διάθεση στο κοινό των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης δεδομένων συνιστά εντούτοις, εν πάση περιπτώσει, σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα αυτά (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψεις 44 και 54).
74 Αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 έως 52 των προτάσεών του, διαπιστώνεται ότι οι σκοποί τους οποίους προέβαλε το Λεττονικό Κοινοβούλιο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου για να δικαιολογήσει το μέτρο που προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση και οι οποίοι υπομνήσθηκαν στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως μπορούν να χαρακτηρισθούν ως σκοποί γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζονται από την Ένωση. Πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί αν εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πληροί τις απαιτήσεις καταλληλότητας και αναγκαιότητας, καθώς και την απαίτηση αναλογικότητας του μέτρου σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, κατά την έννοια της σκέψεως 61 της παρούσας αποφάσεως.
75 Όσον αφορά τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διασφάλιση διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων, επισημαίνεται ότι ο σκοπός αυτός φαίνεται να αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στον σκοπό που επιδιώκεται με τον συντονισμό των εθνικών διατάξεων ο οποίος προβλέπεται με το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2017/1132, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών της σκέψεων 7 και 8.
76 Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, η δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικών με όλους τους μετόχους ανώνυμης εταιρίας και, ειδικότερα, με τους μειοψηφούντες μετόχους της δεν φαίνεται να είναι χρήσιμη υπό το πρίσμα του σκοπού αυτού. Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν φαίνεται να είναι ούτε κατάλληλη ούτε αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως.
77 Όσον αφορά τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής, διαπιστώνεται ότι η πρόσβαση του κοινού στα ως άνω δεδομένα είναι ικανή να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού, διότι ο δημόσιος χαρακτήρας της πρόσβασης και η συνακόλουθη αυξημένη διαφάνεια συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθεί για τέτοιους σκοπούς (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 67).
78 Εντούτοις, μια τέτοια πρόσβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απολύτως αναγκαία όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δύναται ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα, τα οποία θίγουν λιγότερο τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 87].
79 Πράγματι, η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής αποτελεί πρωτίστως έργο των δημόσιων αρχών και οντοτήτων, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, οι οποίες, λόγω των δραστηριοτήτων τους, υπόκεινται σε ειδικές υποχρεώσεις στον συγκεκριμένο τομέα (απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψη 83), όπως οι απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 11 και 13 της οδηγίας 2015/849.
80 Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται ότι το άρθρο 30, παράγραφος 5, της οδηγίας 2015/849, το γράμμα του οποίου προέρχεται από το άρθρο 74, σημείο 1, της οδηγίας 2024/1640, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, να είναι προσβάσιμες σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, σε «κάθε πρόσωπο ή οργανισμ[ό] που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον», και όχι στο κοινό στο σύνολό του.
81 Συναφώς, πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ρύθμιση η οποία, για την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως, επιτρέπει, στα μέλη του κοινού που μπορούν να δικαιολογήσουν έννομο συμφέρον, την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι, κατ’ αρχήν, ικανή να περιορίσει στο απολύτως αναγκαίο την επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαΐου 2026, Across Fiduciaria κ.λπ., C‑684/24 και C‑685/24, EU:C:2026:410, σκέψη 106).
82 Εν προκειμένω, όμως, στην περίπτωση μειοψηφούντων μετόχων που δεν έχουν την ιδιότητα του πραγματικού δικαιούχου της εταιρίας της οποίας κατέχουν μέρος του εταιρικού κεφαλαίου δεν φαίνεται επομένως, και κατά μείζονα λόγο, να είναι απολύτως αναγκαία η πρόσβαση κάθε προσώπου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως τα επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης, χωρίς να απαιτείται το πρόσωπο αυτό να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον.
83 Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το εθνικό μητρώο εταιριών, το οποίο συνιστά τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εξακριβώσει αν κάθε αιτών πληροφορίες έχει πράγματι έννομο συμφέρον να αποκτήσει πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπενθυμίζεται ότι ενδεχόμενες δυσχέρειες πρακτικής φύσεως σχετικά με την εξακρίβωση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος δεν είναι ικανές να αποδείξουν τον απολύτως αναγκαίο χαρακτήρα επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑205/98, EU:C:2000:493, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 27ης Νοεμβρίου 2008, Papillon, C‑418/07, EU:C:2008:659, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
84 Όσον αφορά την ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων, πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής θα μπορούσε να δικαιολογήσει, εν γένει, ακόμη και σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα αυτά (πρβλ. απόφαση Luxembourg Business Registers, σκέψεις 58 και 59), ο εν λόγω σκοπός δεν κατισχύει, εν προκειμένω, των συγκεκριμένων δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της σοβαρότητας της επέμβασης που διαπιστώθηκε στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως.
85 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται εξάλλου ότι εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις που θα καθιστούσαν δυνατή την αποτελεσματική προστασία των υποκειμένων των δεδομένων από τους κινδύνους κατάχρησης, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τους είναι προσβάσιμα στο Διαδίκτυο και μπορούν να μεταφορτωθούν μαζικά, μεταξύ άλλων και από κάθε χρήστη που δεν είναι ταυτοποιημένος, όπερ αυξάνει τους κινδύνους αυτούς.
86 Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν φαίνεται να είναι ούτε αναγκαία ούτε ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, κατά την έννοια της σκέψης 61 της παρούσας αποφάσεως.
87 Τέλος, όσον αφορά τον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην παροχή των αναγκαίων πληροφοριών για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων, μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μπορεί επίσης να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι η αυξημένη διαφάνεια που συνεπάγεται μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να διευκολύνει την επιβολή κυρώσεων.
88 Εντούτοις, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 60 και 61 των προτάσεών του, η πρόσβαση του κοινού στα επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης δεδομένα δεν φαίνεται να είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, καθόσον φαίνεται να υπάρχουν και άλλα διαθέσιμα μέσα τα οποία είναι λιγότερο επαχθή για τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
89 Όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ένα τέτοιο λιγότερο επαχθές μέσο θα μπορούσε να είναι, μεταξύ άλλων, ο περιορισμός της υποχρέωσης δημοσιοποίησης μόνο στα δεδομένα που αφορούν τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται σε καταλόγους κυρώσεων και η παροχή πρόσβασης σε δεδομένα που αφορούν μετόχους οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στους καταλόγους αυτούς μόνο σε πρόσωπα που δικαιολογούν σχετικό έννομο συμφέρον.
90 Επιπλέον, για τους ίδιους λόγους με τους προεκτεθέντες, αντιστοίχως, στις σκέψεις 84 και 85 της παρούσας αποφάσεως, ο επιδιωκόμενος σκοπός γενικού συμφέροντος δεν μπορεί να κατισχύσει, εν προκειμένω, των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων και μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν περιλαμβάνει επαρκείς εγγυήσεις που να καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική προστασία των υποκειμένων των δεδομένων από τους κινδύνους κατάχρησης.
91 Επομένως, μια τέτοια ρύθμιση δεν φαίνεται να είναι ούτε αναγκαία ούτε ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, κατά την έννοια της σκέψης 61 της παρούσας αποφάσεως.
92 Συνεπώς, κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει τη διάθεση στο κοινό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν όλους τους μετόχους, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων, ανωνύμων εταιριών, σχετικά με τα ατομικά στοιχεία καθενός εξ αυτών, τα στοιχεία επικοινωνίας του, την κατηγορία, τον αριθμό και την ονομαστική αξία των μετοχών που κατέχει καθώς και τον αριθμό των ψήφων που αντιστοιχούν στις μετοχές αυτές, με σκοπό τη διασφάλιση διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων, την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και την παροχή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων, όταν η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα δεν υπόκειται σε καμία προϋπόθεση, όπως η απόδειξη έννομου συμφέροντος.
Επί των δικαστικών εξόδων
93 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δικαίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1151 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν όλους τους μετόχους των εταιριών στις οποίες εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων των εν λόγω εταιριών.
2) Τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει τη διάθεση στο κοινό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν όλους τους μετόχους, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφούντων μετόχων, ανωνύμων εταιριών, σχετικά με τα ατομικά στοιχεία καθενός εξ αυτών, τα στοιχεία επικοινωνίας του, την κατηγορία, τον αριθμό και την ονομαστική αξία των μετοχών που κατέχει καθώς και τον αριθμό των ψήφων που αντιστοιχούν στις μετοχές αυτές, με σκοπό τη διασφάλιση διαφανούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων, την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και την παροχή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την επιβολή εθνικών, διεθνών και ενωσιακών κυρώσεων, όταν η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα δεν υπόκειται σε καμία προϋπόθεση, όπως η απόδειξη έννομου συμφέροντος.
