ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Α. Σ. του Μ. , κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανδελένη, δικηγόρο Λασιθίου, ο οποίος διορίστηκε με την υπ’ αριθ. 24/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νεάπολης Λασιθίου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6501/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Β. Λ. του Α. , κάτοικο … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανίδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15.10.2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ??? έλαβε αριθμό …/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα, τον διορισθέντα με απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο της και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-10-2024 αίτηση αναίρεσης της Α. Σ. του Μ. , κατοίκου … , κατά της υπ’ αριθμ. 6501/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ’ εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 2, 473 παρ. 1, 2, 3, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1 εδ. α’ και 505 περ. α’ ΚΠΔ, καθ’ όσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 19-9-2024 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, από την ίδια, στις 9-10-2024, στην γραμματεία του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επιπλέον, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και για την απόρριψη των αιτηθεισών ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ) και, συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σ’ αυτήν σχετικών λόγων. Με τον προαναφερόμενο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης προήλθε στην καταδίκη της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που αφορά α) τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε και συγκεκριμένα του στοιχείου του δόλου που απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπό της, β) την ύπαρξη των αντικειμενικών στοιχείων που απαιτούνταν προκειμένου να κριθεί ένοχη για το ως άνω αδίκημα που αναφέρονται στην τέλεση της πράξης στις ημεροχρονολογίες 10-4-2017, 17-4-2017, 24-4-2017 και 1-5-2017, καθώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί εάν πράγματι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τις οποίες έθεσε, η με αριθμό 5324/5-4-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε ο υποστηρίζων την κατηγορία να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο τους << σε χώρο επιλογής του , με την παρουσία κάποιου ειδικού κοινωνικού λειτουργού η παιδοψυχολόγου της επιλογής του>> και γ) την απόρριψη της αναγνώρισης στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 232 Α παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι τις 30-6- 2019 Ποινικού Κώδικα, “Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”. Η εν λόγω διάταξη, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019, μεταφέρθηκε εν μέρει από το κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με τις προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας και συγκεκριμένα, αριθμήθηκε ως άρθρο 169Α του νέου Ποινικού Κώδικα, με τίτλο “Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων”. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του νέου αυτού άρθρου, “Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή”. Ακολούθως μετά την τροποποίηση της ως άνω διάταξης με το άρθρο 3 του Ν. 4637/18-11-2019 η εν λόγω πράξη τιμωρείται “με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή”. Ήδη δε, η ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 34 του Ν. 4855/12-11-2021, αλλά και τα άρθρα 34 και 138 παρ. 1 Ν. 5090/2024 διαμορφώνεται ως εξής: Άρθρο 169 A με τίτλο “Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων και συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο και πρακτικού διαμεσολάβησης “, “1. Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη, που αφορούν τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης. και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων ή την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή…”. Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και νέας διατάξεως του ανωτέρω άρθρου, σαφώς προκύπτει, ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαλείφθηκε από αυτήν η περίπτωση της εκ προθέσεως μη συμμόρφωσης σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε (ο κατηγορούμενος) σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, η οποία (πράξη) δεν είναι πλέον αξιόποινη, ενόψει του ότι ήδη τιμωρείται μόνο όποιος δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής αποφάσεως σχετικής με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 173/2020). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης. Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως με το ανήλικο τέκνο, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην όμως, για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρα 946, 947 ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση της κατά τον ΚΠολΔ. ούτε απαιτείται τυπική επίδοση της απόφασης, αλλά αρκεί ο υπόχρεος προς συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής (ΑΠ 1057/2025, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 897/2019).
Εξάλλου, από το άρθρο 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης [ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 692/2020).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 501/2020), ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (ΑΠ 884/2017). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 528/2020). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 101/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερθέν Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: “Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ανωμοτί κατάθεση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι : Η κατηγορούμενη τελώντας σε γνώση της με αριθμό 5324/5-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξεδόθη επί της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …/2015 αγωγής του εγκαλούντος την 5-4-2017 με αντικείμενο τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, Μ. – Α. Σ. – Λ. , γεν. …2010, και η οποία της επιδόθηκε την 26-4-2017 δυνάμει της με αριθμό …2017 έκθεσης επίδοσης του Κ. Ν. Β. , δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … , με πρόθεση παραβίασε κατ’εξακολούθηση το διατακτικό της. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση η ίδια υποχρεώθηκε να επιτρέπει την επικοινωνία του ανήλικου υιού της με τον εγκαλούντα πατέρα του ως εξής:
Α] Κατά τον πρώτο μήνα από την δημοσίευση της απόφασης, κάθε Δευτέρα από 17:00 έως 20:00 σε χώρο επιλογής του νυν εγκαλούντος, με την παρουσία κάποιου ειδικού, κοινωνικού λειτουργού ή παιδοψυχολόγου της επιλογής του,
Β] Μετά την πάροδο του μηνός αυτού και έως τις 31 -12-2017, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 17:00 έως τις 20:00,Γ] Από 1-1-2018 και στο εφεξής: I .Κάθε Τετάρτη από τις 20:00 και 2. με διανυκτέρευση του τέκνου στην οικία του: α) Το πρώτο Παρασκευοσαββατοκύριακο κάθε ημερολογιακού μήνα, από το πέρας των σχολικών υποχρεώσεων του Μ. – Α. την Π. έως την έναρξη των υποχρεώσεων αυτών το πρωί της Δευτέρας, οπότε και θα παραλαμβάνει ή παραδίδει το τέκνο στο σχολείο του, β) Επί μία εβδομάδα κατά τις εορτές των Χριστουγέννων/Νέου Έτους εναλλάξ, από τις 9:00 της 24 Δεκεμβρίου έως τις 21:00 της 30 Δεκεμβρίου στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της 31 Δεκεμβρίου έως τις 21 :00 της 6 Ιανουάριου στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, γ) Επί μία εβδομάδα κατά τις εορτές του Πάσχα εναλλάξ, από τις 9:00 της Μεγάλης Δευτέρας έως τις 21:00 της Δευτέρας του Πάσχα στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της Δευτέρας του Πάσχα έως τις 21.00 της Κυριακής του Θωμά, στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, δ) Επί δεκαπέντε ημέρες κατά τις θερινές διακοπές εναλλάξ από τις 9:00 της 15 Ιουλίου έως τις 21:οο της 30 Ιουλίου στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της 16 Αυγούστου έως τις 21:00 της 31 Αυγούστου στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, ε) Στα γενέθλια του τέκνου και στην αργία της 28 Οκτωβρίου από τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας έως τις 21:00 της αντίστοιχης ημέρας στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, ενώ στην ονομαστική εορτή του τέκνου και την αργία της 25 Μαρτίου από τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας έως τις 21:00 της αντίστοιχης ημέρας στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό και στ) Καθημερινά τηλεφωνικά, όταν δεν υφίσταται επικοινωνία από τις 19:00 έως τις 20:00. Σε περίπτωση κωλύματος του νυν εγκαλούντος καθορίζεται αναπληρωματικά η μέρα Παρασκευή για τις χωρίς διανυκτέρευση ημέρες επικοινωνίας και το δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο κάθε ημερολογιακού μηνός, στις ίδιες ακριβώς ώρες. Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, πλην της με στ. Γ2α’ το τέκνο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα εκ της οικίας της μητέρας, όπου και θα παραδίδεται με το τέλος κάθε επί μέρους διαστήματος. Ωστόσο, η κατηγορούμενη με πρόθεση να αποξενώσει τον κατηγορούμενο από το ανήλικο τέκνο του δεν επέτρεψε την επικοινωνία του με τον εγκαλούντα σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα τις ακόλουθες ημερομηνίες: I] Κατά τον πρώτο μήνα από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, ήτοι από την 5-4-2017 και μέχρι την 4-5-2017: Κάθε Δευτέρα από 17:00 έως 20:00 σε χώρο επιλογής του νυν εγκαλούντος, με την παρουσία κάποιου ειδικού, κοινωνικού λειτουργού ή παιδοψυχολόγου της επιλογής του (όπως κατέθεσε ο μάρτυρας-υποστηρίζων την κατηγορία για το σκοπό αυτό επέλεξε τον ψυχολόγο Π. Ν. με έδρα στην οδό …), και συγκεκριμένα δεν επέτρεψε την επικοινωνία στις 10, 17 και 24/4/2017 και 1/5/2017, από 17:00 έως 20:00 ώρα, και II] Μετά την πάροδο του μηνός αυτού, ήτοι από την 5-5-2017 και έως την 13-12-2017, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 17:00 έως τις 20:00, και συγκεκριμένα: Το Μάιο 2017: Στις 5, 8, 10, 12, 15, 17, 19,22,24,26, 29 και 31/5/2017. τον Ιούνιο 2017: Στις 2, 5, 7,9, 12, 14, 16, 19, 21,23, 26, 28 και 30/6/2017, τον Ιούλιο 2017: Στις 3, 5, 7, 10, 12, 14, 17, 19,21,24, 26, 28 και 31/7/2017, τον Αύγουστο 2017: Στις 2, 4, 7, 9, 11, 14, 16, 18,21,23,25,28 και 30/8/2017, τον Σεπτέμβριο 2017: Στις 1,4,6, 8, 13, 18, 20, 27 και 29/9/2017. τον Οκτώβριο 2017: Στις 2, 4, 6, 9, 11, 13, 16, 18, 20, 23, 25, 27 και 30/10/2017. Τον Νοέμβριο 2017: Στις 1,3, 6, 8, 10,13, 15,17, 20, 22, 24, 27 και 29/11/2017 και τον Δεκέμβριο 2017: Στις 1,4, 6, 8, 11 και 13/12/2017, κατά τις ώρες 17:00′ έως 20:00′, όπως ορίζεται στην ανωτέρω απόφαση, και συνεπώς, δε συμμορφώθηκε κατά τους ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους, στη διάταξη τη σχετική με την επικοινωνία με το τέκνο της ανωτέρω αποφάσεως. Επιπλέον, η κατηγορούμενη συνέχισε από πρόθεση να μη συμμορφώνεται στην ως άνω δικαστική απόφαση μολονότι γνώριζε τις υποχρεώσεις που της επέβαλε και κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες δεν επέτρεψε στον εγκαλούντα να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας: α) την Τετάρτη 20.11.2019, ημέρα κατά την οποία ο εγκαλών είχε δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του σύμφωνα με την προεκτεθείσα απόφαση από ώρα 17.00 μμ μέχρι 20:00 μμ, η κατηγορούμενη όταν αυτός μετέβη στην οικία της επί της οδού … δεν του άνοιξε την πόρτα και δεν του παρέδωσε το ανήλικο τέκνο όπως ήταν υποχρεωμένη χωρίς να συντρέχει λόγος, β) την 24-12-2019 και ώρα 09:00 πμ, ημέρα κατά την οποία ο εγκαλών είχε δικαίωμα επικοινωνίας από 09.00 πμ της 24-12-2019 έως και 21.00μμ της 30-12-2019, η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε στην ανωτέρω απόφαση και όταν ο εγκαλών πήγε στην οικία της επί της οδού … στην Καλαμαριά δεν άνοιγε την πόρτα και είχε αφαιρέσει το όνομα της από το θυροτηλέφωνο της οικοδομής μολονότι εξακολουθούσε να διαμένει εκεί παραβιάζοντας την απόφαση και γ) την 11-12-2019 και ώρα 17.00 μμ, καθώς και την 18-12-2019 και ώρα 17.00 μμ, ημέρα Τετάρτη και στις δύο περιπτώσεις, η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω δικαστική απόφαση και δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα το ανήλικο τέκνο τους προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό όταν ο τελευταίος προσήλθε στην κατοικία της επί της οδού … Οι σχέσεις των διαδίκων ήταν εξ αρχής διαταραγμένες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατηγορούμενη σε γραπτά μηνύματα που αντήλλαξε με τον εγκαλούντα και τα οποία αναγνώστηκαν από το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν εφαρμόζονται, οι δε ποινικές κυρώσεις δεν επιβάλλονται και η οποιαδήποτε καταδίκη της δεν έχει ουσιαστικές συνέπειες, ενώ ζήτησε από τον εγκαλούντα οικονομικά ανταλλάγματα όπως μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων, εφάπαξ καταβολή ποσού 6.000 ευρώ και διατροφής 500 ευρώ/μηνιαίως προκειμένου να του επιτρέπει να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο τους. Η ίδια δε άλλαζε συχνά διευθύνσεις χωρίς να ειδοποιεί τον εγκαλούντα. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την παραβίαση της με αριθμό 5324/5-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατ’ εξακολούθηση όσον αφορά στα ανωτέρω προεκτεθέντα χρονικά διαστήματα. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι δεν της επιδόθηκε αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως του δικαστηρίου με επιταγή προς εκτέλεση και ως εκ τούτου δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Προκειμένου για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της παραβίασης δικαστικής απόφασης απαιτείται αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης. Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως με το ανήλικο τέκνο, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην, όμως, για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρ. 946, 947 του ΚΠολΔ ή να έχει επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεσή της κατά τον ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται τυπική επίδοση της απόφασης, αλλά αρκεί ο υπόχρεος προς συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής (ΑΠ……).
Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε γνώση της επίδικης απόφασης αφού είχε ενημερωθεί γι’ αυτήν αμέσως μετά την έκδοσή της από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ενώ της επιδόθηκε 21 ημέρες μετά την έκδοση της. Αντίθετα, ……….”. Ακολούθως δε, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ’ εξακολούθηση και συγκεκριμένα του ότι: “Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε με αριθμό 5324/5-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σχετική με τη ρύθμιση της επικοινωνίας του εγκαλούντος με τον ανήλικο υιό του και ειδικότερα η κατηγορούμενη τελώντας σε γνώση της ως άνω απόφασης, η οποία εξεδόθη επί της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …/2015 αγωγής του εγκαλούντος την 5-4-2017 με αντικείμενο τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με το ανήλικό τέκνο των διαδίκων, Μ. – Α. Σ. – Λ. , γεν. …2010, και η οποία της επιδόθηκε την 26-4-2017 δυνάμει της με αριθμό …2017 έκθεσης επίδοσης του Κ. Ν. Β. , δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … , με πρόθεση παραβίασε κατ’ εξακολούθηση το διατακτικό της. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση η ίδια υποχρεώθηκε να επιτρέπει την επικοινωνία του ανήλικου υιού της με τον εγκαλούντα πατέρα του ως εξής:
Α] Κατά τον πρώτο μήνα από την δημοσίευση της απόφασης, κάθε Δευτέρα από 17:00 έως 20:00 σε χώρο επιλογής του νυν εγκαλούντος, με την παρουσία κάποιου ειδικού, κοινωνικού λειτουργού ή παιδοψυχολόγου της επιλογής του, Β] Μετά την πάροδο του μηνάς αυτού και έως τις 31-12-2017, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 17:00 έως τις 20:00, Γ] Από 1-1-2018 και στο εφεξής: Ι. Κάθε Τετάρτη από τις 17:00 έως τις 20:00 και 2. με διανυκτέρευση του τέκνου στην οικία του: α) Το πρώτο Παρασκευοσαββατοκύριακο κάθε ημερολογιακού μήνα, από το πέρας των σχολικών υποχρεώσεων του Μ. – Α. την Π. έως την έναρξη των υποχρεώσεων αυτών το πρωί της Δευτέρας, οπότε και θα παραλαμβάνει ή παραδίδει το τέκνο στο σχολείο του, β) Επί μία εβδομάδα κατά τις εορτές των Χριστουγέννων/Νέου Έτους εναλλάξ, από τις 9:00 της 24 Δεκεμβρίου έως τις 21:00 της 30 Δεκεμβρίου στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της 31 Δεκεμβρίου έως τις 21 :00 της 6 Ιανουάριου στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, γ) Επί μία εβδομάδα κατά τις εορτές του Πάσχα εναλλάξ, από τις 9:00 της Μεγάλης Δευτέρας έως τις 21:00 της Δευτέρας του Πάσχα στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της Δευτέρας του Πάσχα έως τις 21.00 της Κυριακής του Θωμά, στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, δ) Επί δεκαπέντε ημέρες κατά τις θερινές διακοπές εναλλάξ από τις 9:00 της 15 Ιουλίου έως τις 21:00 της 30 Ιουλίου στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από τις 9:00 της 16 Αυγούστου έως τις 21:00 της 31 Αυγούστου στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, ε) Στα γενέθλια του τέκνου και στην αργία της 28 Οκτωβρίου από τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας έως τις 21:00 της αντίστοιχης ημέρας στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, ενώ στην ονομαστική εορτή του τέκνου και την αργία της 25 Μαρτίου από τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας έως τις 21:00 της αντίστοιχης ημέρας στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό και στ) Καθημερινά τηλεφωνικά, όταν δεν υφίσταται επικοινωνία από τις 19:00 έως τις 20:00. Σε περίπτωση κωλύματος του νυν εγκαλούντος καθορίζεται αναπληρωματικά η μέρα Παρασκευή για τις χωρίς διανυκτέρευση ημέρες επικοινωνίας και το δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο κάθε ημερολογιακού μηνός, στις ίδιες ακριβώς ώρες. Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, πλην της με στ. Γ2α’ το τέκνο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα εκ της οικίας της μητέρας, όπου και θα παραδίδεται με το τέλος κάθε επί μέρους διαστήματος. Ωστόσο, η κατηγορούμενη με πρόθεση δεν επέτρεψε την επικοινωνία του με τον εγκαλούντα σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα τις ακόλουθες ημερομηνίες: I] Κατά τον πρώτο μήνα από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, ήτοι από την 5-4-2017 και μέχρι την 4-5-2017: Κάθε Δευτέρα από 17:00 έως 20:00 σε χώρο επιλογής του νυν εγκαλούντος, με την παρουσία κάποιου ειδικού, κοινωνικού λειτουργού ή παιδοψυχολόγου της επιλογής του (όπως κατέθεσε ο μάρτυρας-υποστηρίζων την κατηγορία για το σκοπό αυτό επέλεξε τον ψυχολόγο Π. Ν. με έδρα στην οδό …), και συγκεκριμένα δεν επέτρεψε την επικοινωνία στις 10, 17 και 24/4/2017 και 1/5/2017, από 17:00 έως 20:00 ώρα, και II] Μετά την πάροδο του μηνάς αυτού, ήτοι από την 5-5-2017 και έως την Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 17:00 έως τις 20:00, και συγκεκριμένα: Το Μάιο 2017: Στις 5, 8, 10, 12, 15, 17, 19, 22, 24, 26, 29 και 31/5/2017. τον Ιούνιο 2017: Στις 2, 5, 7, 9, 12, 14, 16, 19, 21,23, 26, 28 και 30/6/2017, τον Ιούλιο 2017: Στις 3, 5, 7, 10, 12, 14, 17, 19,21,24,26, 28 και 31/7/2017, τον Αύγουστο 2017: Στις 2, 4, 7, 9, 11, 14, 16, 18, 21,23, 25,28 και 30/8/2017, τον Σεπτέμβριο 2017: Στις 1, 4, 6, 8, 13, 18, 20, 27 και 29/9/2017 τον Οκτώβριο 2017: Στις 2, 4, 6, 9, 11, 13, 16, 18, 20, 23, 25, 27 και 30/10/2017. τον Νοέμβριο 2017: Στις 1,3, 6, 8, 10, 13, 15,17, 20, 22, 24, 27 και 29/11/2017 και τον Δεκέμβριο 2017: Στις 1, 4, 6, 8, 11 και 13/12/2017, κατά τις ώρες 17:00′ έως 20:00′, όπως ορίζεται στην ανωτέρω απόφαση, και συνεπώς, δε συμμορφώθηκε κατά τους ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους, στη διάταξη τη σχετική με την επικοινωνία με το τέκνο της ανωτέρω αποφάσεως. Επιπλέον, η κατηγορούμενη συνέχισε από πρόθεση να μη συμμορφώνεται στην ως άνω δικαστική απόφαση μολονότι γνώριζε τις υποχρεώσεις που της επέβαλε και κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες δεν επέτρεψε στον εγκαλούντα να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας: α) την Τετάρτη 20.11.2019, ημέρα κατά την οποία ο εγκαλών είχε δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του σύμφωνα με την προεκτεθείσα απόφαση από ώρα 17.00 μμ μέχρι 20:00 μμ, η κατηγορούμενη όταν αυτός μετέβη στην οικία της επί της οδού … δεν του άνοιξε την πόρτα και δεν του παρέδωσε το ανήλικο τέκνο όπως ήταν υποχρεωμένη χωρίς να συντρέχει λόγος, β) την 24-12-2019 και ώρα 09:00 πμ, ημέρα κατά την οποία ο εγκαλών είχε δικαίωμα επικοινωνίας από 09.00 πμ της 24-12-2019 έως και 21.00μμ της 30-12-2019, η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε στην ανωτέρω απόφαση και όταν ο εγκαλών πήγε στην οικία της επί της οδού … στην Καλαμαριά δεν άνοιγε την πόρτα και είχε αφαιρέσει το όνομα της από το θυροτηλέφωνο της οικοδομής μολονότι εξακολουθούσε να διαμένει εκεί , παραβιάζοντας την απόφαση και γ) την 11-12-2019 και ώρα 17.00 μμ, καθώς και την 18-12-2019 και ώρα 17.00 μμ, ημέρα Τετάρτη και στις δύο περιπτώσεις, η κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω δικαστική απόφαση και δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα το ανήλικο τέκνο τους προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό όταν ο τελευταίος προσήλθε στην κατοικία της επί της οδού ….” Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 169Α του νέου ΠΚ. Ειδικότερα το Δικαστήριο αναφέρει α) τη δικαστική απόφαση, με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα της επικοινωνίας του τέκνου των διαδίκων με τον εγκαλούντα πατέρα τους, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο που τελέστηκαν από την αναιρεσείουσα οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε και β) ότι η αναιρεσείουσα, ενώ ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στον εγκαλούντα το ανήλικο τέκνο τους προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με αυτό, δεν συμμορφώθηκε στη σχετική διάταξη της παραπάνω δικαστικής απόφασης και παραβίασε αυτή εξακολουθητικώς. Παρά δε τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο τρόπος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με τη διάταξη της 5324/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σχετικά με την επικοινωνία του εγκαλούντος με το ανήλικο τέκνο του, ενώ οι προϋποθέσεις που θέτει η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τις ημεροχρονολογίες 10-4-2017, 17-4-2017, 24-4-2017 και 1-5-2017 αφορούν δικαίωμα του υποστηρίζοντος την κατηγορία και όχι απαγορευτική προϋπόθεση. Επίσης, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν αποδείχθηκε ο άμεσος δόλος της που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 169Α Π.Κ. για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και επομένως, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση αυτού, δεν είναι βάσιμη, εφόσον, όπως εκτέθηκε στις μείζονες σκέψεις που προηγήθηκαν, το υπόψη έγκλημα απαιτεί κοινό δόλο, ο οποίος δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας, καθώς ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και αποδεικνύεται από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, ενώ η θέληση της αναιρεσείουσας να παρεμποδίσει την επικοινωνία του εγκαλούντος με το τέκνο του και συνεπώς, να τελέσει την πράξη περιλαμβάνεται με σαφήνεια στο σκεπτικό του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου πλήρως αιτιολογείται και το υποκειμενικό στοιχείο της πράξης. Οι λοιπές, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, καθώς και οι συναφείς περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (Όλ. Α.Π. 2/2005, Α.Π. 95/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά στην αιτίαση ότι το δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε τον νομίμως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στην αναιρεσείουσα των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε εντελώς αόριστα από τον συνήγορο της αναιρεσείουσας με μόνη αναφορά “την αναγνώριση του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς” (σελ.16 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).
Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων, χωρίς μάλιστα να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως ακολούθως: “Ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α” του ΠΚ, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα όσα εκτενώς αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προεχόντως ως αόριστος, καθόσον προβλήθηκε χωρίς την έκθεση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, που θα μπορούσαν να τον θεμελιώσουν κατά νόμο, αφού δεν συνδυαζόταν με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να αποδεικνύουν ότι η κατηγορούμενη έζησε “σύννομη ζωή”, δηλ. ότι κατά την διάρκεια της ζωής της και μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχη, σέβεται τα έννομα αγαθά και συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου. Ομοίως απορριπτέος λόγω αοριστίας, κρίνεται και ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ, αφού δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της. Σε κάθε περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην επιτρέπει με πρόθεση την επικοινωνία του εγκαλούντος με το ανήλικο τέκνο του έχοντας μάλιστα μετοικήσει στην Κρήτη από το έτος 2020, ο δε κατηγορούμενος έχει αποδυθεί σε έναν μακροχρόνιο, δαπανηρό και εξουθενωτικό δικαστικό αγώνα προκειμένου να είναι παρών στη ζωή του ανήλικου τέκνου του. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορούμενης”.
Επομένως οι προαναφερθέντες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως είναι απορριπτέοι και ως εκ τούτου, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6501/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης ορίζεται ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2024 αίτηση αναίρεσης της Α. Σ. του Μ. , κατά της υπ’ αριθμ. 6501/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
