ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 18ης Ιουνίου 2026 (*)
Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Σύγκρουση νόμων – Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη I) – Εφαρμοστέο δίκαιο – Συμβάσεις καταναλωτών – Εξαιρέσεις – Χρηματοοικονομικές συμβάσεις επί διαφορών (CFD) – Δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα – Διαδικασία καθορισμού της τιμής των CFD – Διαφορά μεταξύ του εύρους συναλλαγματικών ισοτιμιών που έγινε αποδεκτό στην εντολή που έδωσε ο καταναλωτής και εκείνου της εκτελεσθείσας συναλλαγής
Στην υπόθεση C‑346/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Nejvyšší soud (Ανώτατο Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 12ης Μαΐου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Μαΐου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
FIBO Markets LTD
κατά
J.P.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, N. Piçarra και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η J.P., εκπροσωπούμενη από τον M. Hostinský, advokát,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Auvret, τον J. Hradil και τον S. Noë,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της FIBO Markets LTD (στο εξής: FIBO) και της J.P. σχετικά με την καταβολή διαφυγόντος κέρδους το οποίο η J.P. θεωρεί ότι δεν πραγματοποίησε λόγω της καθυστερημένης εκτέλεσης από τη FIBO εντολής αγοράς δοθείσας στο πλαίσιο χρηματοοικονομικής σύμβασης επί διαφορών (financial contract for differences) (στο εξής: CFD), καθώς και σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των μερών αυτών.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός Ρώμη Ι
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 7, 23, 25, 26, 28 και 30 του κανονισμού Ρώμη Ι έχουν ως εξής:
«(7) Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [(ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 363, σ. 1),] (Βρυξέλλες I) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (“Ρώμη II”) [(ΕΕ 2007, L 199, σ. 40)].
[…]
(23) Όσον αφορά τις συμβάσεις που συνάπτονται με συμβαλλόμενα μέρη που θεωρούνται ασθενέστερα, φαίνεται ενδεδειγμένη η προστασία τους μέσω κανόνων σύγκρουσης νόμων, οι οποίοι, σε σύγκριση με τους γενικούς κανόνες, είναι ευνοϊκότεροι για τα συμφέροντά τους.
[…]
(25) Οι καταναλωτές θα πρέπει να προστατεύονται με κανόνες της χώρας της συνήθους διαμονής τους, από τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση με συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση καταναλωτή έχει συναφθεί ως αποτέλεσμα των εμπορικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων του επαγγελματία στη συγκεκριμένη αυτή χώρα. Η ίδια προστασία θα πρέπει να παρέχεται όταν ο επαγγελματίας, μολονότι δεν ασκεί τις εμπορικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες στη χώρα της συνήθους διαμονής του καταναλωτή, κατευθύνει με οιοδήποτε μέσο τις δραστηριότητές του στη χώρα αυτή ή σε διάφορες χώρες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η χώρα αυτή, και η σύμβαση συνάπτεται ως αποτέλεσμα των εν λόγω δραστηριοτήτων.
(26) Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες όπως οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχονται από επαγγελματία σε καταναλωτή, όπως αναφέρονται στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 145, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006 (ΕΕ 2006, L 114, σ. 60) (στο εξής: οδηγία 2004/39),] και οι συμβάσεις για την πώληση μεριδίων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, ανεξαρτήτως αν καλύπτονται από την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) [(ΕΕ 1985, L 375, σ. 3)], θα πρέπει να υπόκεινται στο άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού. Κατά συνέπεια, όταν γίνεται αναφορά στους όρους και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση κινητών αξιών ή την προσφορά τους σε δημόσια εγγραφή, ή στην απόκτηση και εξόφληση μεριδίων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, η αναφορά αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις πτυχές που συνδέουν τον εκδότη ή προσφέροντα με τον καταναλωτή αλλά δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει τις πτυχές που προϋποθέτουν την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
[…]
(28) Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απαρτίζουν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο δεν πρέπει να καλύπτονται από τον γενικό κανόνα που εφαρμόζεται στις συμβάσεις καταναλωτών, καθώς αυτό θα ήταν δυνατόν να καταστήσει εφαρμοστέα διαφορετικά δίκαια για καθένα από τα εκδιδόμενα μέσα, αλλάζοντας έτσι τη φύση τους και εμποδίζοντας την ανταλλαξιμότητα της διαπραγμάτευσης και της προσφοράς τους. Ομοίως, οποτεδήποτε εκδίδονται ή προσφέρονται τέτοια μέσα, οι συμβατικές σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στον εκδότη ή προσφέροντα και τον καταναλωτή δεν θα πρέπει να υπόκεινται κατ’ ανάγκη στην υποχρεωτική εφαρμογή του δικαίου της χώρας συνήθους κατοικίας του καταναλωτή, δεδομένου ότι χρειάζεται να εξασφαλισθεί ομοιομορφία στους όρους και τις προϋποθέσεις της έκδοσης ή προσφοράς. Η ίδια λογική θα πρέπει να ισχύει όσον αφορά τα πολυμερή συστήματα που καλύπτονται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο η), ως προς τα οποία θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το δίκαιο της χώρας συνήθους κατοικίας του καταναλωτή δεν θα παρεμβαίνει στους εφαρμοστέους κανόνες για τις συμβάσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών ή με παράγοντες τέτοιων συστημάτων.
[…]
(30) Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, χρηματοπιστωτικά μέσα και κινητές αξίες είναι εκείνα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.»
4 Το άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο επιγράφεται «Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων.»
5 Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμβάσεις καταναλωτών», ορίζει τα ακόλουθα:
«1) Με την επιφύλαξη των άρθρων 5 και 7, η σύμβαση που συνάπτει φυσικό πρόσωπο για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα (“ο καταναλωτής”) με άλλο πρόσωπο που ενεργεί στο πλαίσιο της άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητας (“ο επαγγελματίας”), διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του, εφόσον ο επαγγελματίας:
α) ασκεί τις εμπορικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες στη χώρα όπου ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του· ή
β) με οιοδήποτε μέσο κατευθύνει αυτές τις δραστηριότητές του σε αυτή τη χώρα ή σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων και η συγκεκριμένη χώρα,
και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.
2. Παρά την παράγραφο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο σε μια σύμβαση, που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, σύμφωνα με το άρθρο 3. Η επιλογή αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον καταναλωτή από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία, σύμφωνα με το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει της παραγράφου 1 ελλείψει επιλογής.
[…]
4. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται:
[…]
δ) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απαρτίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ή προσφορά στο κοινό και τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς κινητών αξιών καθώς και την κτήση και εξόφληση μεριδίων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, στον βαθμό που οι δραστηριότητες αυτές δεν αποτελούν παροχή χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας·
[…]».
Η οδηγία 2004/39
6 Δυνάμει του άρθρου 70, δεύτερο εδάφιο, η οδηγία 2004/39 εφαρμοζόταν από 1ης Νοεμβρίου 2007. Η οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ 2014, L 173, σ. 349), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2016/1034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2016 (ΕΕ 2016, L 175, σ. 8), κατάργησε από 3ης Ιανουαρίου 2018 την οδηγία 2004/39 και προβλέπει ότι οι παραπομπές σε όρο που ορίζεται σε αυτήν ή σε άρθρο της λογίζονται ως παραπομπές στον αντίστοιχο όρο ή στο αντίστοιχο άρθρο της οδηγίας 2014/65. Λαμβανομένου όμως υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η οδηγία 2004/39 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/39, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει στα παράγραφο 1 τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
17) “χρηματοπιστωτικό μέσο”: τα μέσα που προσδιορίζονται στο τμήμα Γ του Παραρτήματος I·
[…]».
8 Το τμήμα Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39, υπό τον τίτλο «Χρηματοπιστωτικά μέσα», παραθέτει τον κατάλογο των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία αφορά η εν λόγω οδηγία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, στο σημείο 9 του τμήματος αυτού, οι «χρηματοοικονομικές συμβάσεις επί διαφορών (contracts for differences)».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Η J.P. είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί στην Τσεχική Δημοκρατία. H FIBO είναι εταιρία κυπριακού δικαίου η οποία δραστηριοποιείται ως μεσίτης κινητών αξιών και προσφέρει τις υπηρεσίες της μέσω διαδικτύου με αποδέκτες, μεταξύ άλλων, πελάτες που κατοικούν στην Τσεχική Δημοκρατία.
10 Στις 2 Οκτωβρίου 2014 η J.P. συνήψε εξ αποστάσεως με τη FIBO σύμβαση-πλαίσιο με την ονομασία «Terms of Business» (στο εξής: σύμβαση-πλαίσιο), με την οποία της παρεχόταν η δυνατότητα να πραγματοποιεί συναλλαγές στην αγορά συναλλάγματος, που καλείται «αγορά FOREX», δίνοντας εντολές για αγοραπωλησίες βασικού νομίσματος, τις οποίες η FIBO έπρεπε να εκτελέσει μέσω της διαδικτυακής της πλατφόρμας συναλλαγών. Η ρήτρα 8.10 της σύμβασης-πλαισίου όριζε ότι η FIBO, σε περίπτωση τεχνικής βλάβης της εν λόγω πλατφόρμας, επιφυλασσόταν του δικαιώματος να μην εκτελέσει τη ζητούμενη από την J.P. συναλλαγή, ήτοι να μη συνάψει την αντίστοιχη CFD ή, ενδεχομένως, να την εκτελέσει υπό διαφορετικούς όρους, ιδίως σε τιμή διαφορετική από εκείνη που αναγραφόταν στη δοθείσα από την J.P. εντολή.
11 Η σύμβαση-πλαίσιο προέβλεπε ότι θα συνάπτονταν μεταξύ της J.P και της FIBO μεμονωμένες συμβάσεις, χαρακτηριζόμενες ως «CFD», οι οποίες συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα που αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους βάσει της διαφοράς μεταξύ των ισχυουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά την αγορά και την πώληση, αντιστοίχως, του βασικού νομίσματος σε σχέση προς το νόμισμα αναφοράς. Επιπλέον, η J.P. έκανε χρήση της δυνατότητας συναλλαγών μέσω «μεριδίων», με κάθε μερίδιο να έχει αξία 100 000 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (USD) (περίπου 85 000 ευρώ), χρησιμοποιώντας τη λειτουργία μόχλευσης. Ο μηχανισμός αυτός της παρείχε τη δυνατότητα να δραστηριοποιείται στην αγορά για ποσά μεγαλύτερα από τα κεφάλαια που είχε πράγματι στη διάθεσή της.
12 Η ρήτρα 30.2 της σύμβασης-πλαισίου ήταν ρήτρα η οποία όριζε το κυπριακό δίκαιο ως εφαρμοστέο τόσο στην εν λόγω σύμβαση-πλαίσιο όσο και στο σύνολο των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ της J.P. και της FIBO.
13 Στις 3 Οκτωβρίου 2014 η J.P. συνήψε CFD με τη FIBO δυνάμει της οποίας έδωσε εντολή αγοράς 35 μεριδίων με συναλλαγματική ισοτιμία καθοριζόμενη σε σχέση με το ιαπωνικό γεν, αποδεχόμενη ότι, σε περίπτωση αντιπρότασης της FIBO, η FIBO δεν έπρεπε να εκτελέσει την εντολή αγοράς πέραν συγκεκριμένης ισοτιμίας. Δεδομένου ότι η αντιπρόταση αυτή εντασσόταν εντός των ορίων που καθορίζονταν κατά τα ανωτέρω, η J.P. την αποδέχθηκε, επιβεβαιώνοντας την εντολή αγοράς.
14 Λόγω της επεξεργασίας μεγάλου αριθμού εντολών στο σύστημα συναλλαγών της FIBO, η εντολή που δόθηκε από την J.P. εκτελέστηκε από την FIBO με καθυστέρηση 16 δευτερολέπτων, κατά τη διάρκεια των οποίων μεσολάβησε διακύμανση της ισοτιμίας στην αγορά FOREX. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η αγορά του ποσού των δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών που είχε παραγγείλει η J.P. να πραγματοποιηθεί από τη FIBO σε ισοτιμία διαφορετική από εκείνη που είχε αποδεχτεί η J.P. κατά την επιβεβαίωση της εντολής αγοράς.
15 Κατά την J.P., αν η εντολή αγοράς του βασικού νομίσματος είχε εκτελεστεί χωρίς καθυστέρηση, η ίδια θα είχε πραγματοποιήσει πρόσθετο κέρδος ύψους 8 927,90 USD (περίπου 7 599 ευρώ).
16 Κατόπιν τούτου, η J.P. άσκησε ενώπιον του Krajský soud v Ostravě (περιφερειακού δικαστηρίου Ostrava, Τσεχική Δημοκρατία) αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά της FIBO. Με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2022, το δικαστήριο αυτό υποχρέωσε τη FIBO να καταβάλει στην J.P. το ποσό των 8 927,90 USD, πλέον τόκων υπερημερίας. Όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ της J.P. και της FIBO διέπονταν από το τσεχικό δίκαιο, διότι η επίμαχη σύμβαση-πλαίσιο έπρεπε να θεωρηθεί ως σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού Ρώμη Ι. Κατά το ίδιο δικαστήριο, δεν τύγχανε εφαρμογής η εξαίρεση του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού.
17 Συγκεκριμένα, το Krajský soud v Ostravě (περιφερειακό δικαστήριο Ostrava) έκρινε ότι έπρεπε να γίνει διάκριση αναλόγως του αν η σύμβαση αφορούσε το ίδιο το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις σχετικά με τη διαπραγμάτευση του εν λόγω μέσου. Στη δεύτερη περίπτωση, οι επίμαχες παροχές συνιστούν, κατά την κρίση του, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει από τις διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών μόνον τα χρηματοπιστωτικά μέσα αυτά καθεαυτά και όχι τις συμβάσεις που διέπουν την απόκτησή τους και τις σχετικές συναλλαγές. Ειδικότερα, κατά το ως άνω δικαστήριο, η εξαίρεση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη εφαρμοζόταν μόνο στις συναφθείσες μεταξύ των μερών CFD που συνιστούσαν χρηματοοικονομικά μέσα αυτά καθεαυτά, και όχι στη σύμβαση-πλαίσιο, η οποία απλώς καθόριζε τους όρους υπό τους οποίους μπορούσαν να συναφθούν τέτοιες ατομικές συμβάσεις.
18 Με απόφαση της 27ης Ιουλίου 2023, το Vrchní soud v Olomouci (ανώτερο δικαστήριο Olomouc, Τσεχική Δημοκρατία) επικύρωσε κατ’ έφεση την απόφαση του Krajský soud v Ostravě (περιφερειακού δικαστηρίου Ostrava). Κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η σύμβαση-πλαίσιο δεν περιλάμβανε δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν «χρηματοπιστωτικό μέσο», αλλά καθόριζε ένα σύνολο κανόνων και διαδικασιών που παρείχαν στην J.P. τη δυνατότητα να συνάπτει συμβατικές σχέσεις με τη FIBO ή, μέσω αυτής, με άλλα πρόσωπα. Επισήμανε ότι, μολονότι οι σχέσεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν στη σύναψη σύμβασης χρηματοπιστωτικού μέσου, εντούτοις, το εν λόγω μέσο απέρρεε από την παρασχεθείσα «χρηματοπιστωτική υπηρεσία».
19 Στη συνέχεια, η FIBO άσκησε αναίρεση ενώπιον του Nejvyšší soud (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι τα δικαστήρια της ουσίας υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκριναν ότι το τσεχικό δίκαιο εφαρμοζόταν στη διαφορά της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, εναπέκειτο στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει αν το τσεχικό ή το κυπριακό δίκαιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά τις έννομες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης.
20 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να καθοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο, πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξεταστεί αν οι κανόνες σχετικά με τη διαμόρφωση της τιμής της CFD ή το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στη FIBO να τροποποιεί μονομερώς την τιμή της συναλλαγής, κατά παράβαση των κανόνων που περιέχονται στη σύμβαση-πλαίσιο, εμπίπτουν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις «που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι, ή αν, αντιθέτως, εμπίπτουν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις σχετικά με την «παροχή χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας», που ενδέχεται να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού.
21 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η φύση της CFD, το περιεχόμενο της σύμβασης-πλαισίου και οι λεπτομερείς όροι εκτέλεσης της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων CFD εγείρουν δυσχέρειες ως προς την ερμηνεία των εννοιών που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για παροχή χρηματοοικονομικής υπηρεσίας. Αναφέρει, συναφώς, ότι οι CFD είναι προϊόντα ιδιαζόντως κερδοσκοπικά, ριψοκίνδυνα και μη τυποποιημένα, των οποίων η δομή δεν καθιστά δυνατή τη σαφή διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που τις χαρακτηρίζουν ως χρηματοπιστωτικό μέσο και εκείνων που δύναται να συνδέονται με την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
22 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια CFD αποτελεί χρηματοπιστωτικό μέσο, ιδίως με τις αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2019, Petruchová (C‑208/18, EU:C:2019:825), και της 2ας Απριλίου 2020, Reliantco Investments και Reliantco Investments Limassol Sucursala București (C‑500/18, EU:C:2020:264). Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1). Πλην όμως, ο κανονισμός αυτός δεν περιέχει εξαίρεση ανάλογη με εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν μπορεί ακόμη να συναχθεί με σαφήνεια ποια είναι τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονται με τη CFD, ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία διαμόρφωσης της τιμής της ή της διαφοράς τιμής. Επομένως, τίθεται επίσης το ζήτημα αν η διαδικασία αυτή εμπίπτει στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή αν αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικό μέσο.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Nejvyšší soud (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού [Ρώμη Ι] την έννοια ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα περιλαμβάνουν επίσης δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονται με τη διαδικασία καθορισμού των τιμών των [CFD] ή με τη διαδικασία διαμόρφωσης της διαφοράς μεταξύ των τιμών των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων για τα οποία συνάπτεται μια τέτοια [CFD];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι έχει την έννοια ότι, όσον αφορά CFD συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, εμπίπτουν στη έννοια της φράσης «δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», κατά τη διάταξη αυτή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τους χρηματοοικονομικούς όρους υπό τους οποίους εκτελείται η εντολή του καταναλωτή και, ειδικότερα, με τον καθορισμό της διαφοράς μεταξύ των τιμών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κέρδους ή της ζημίας που προκύπτει από την εν λόγω CFD. Διερωτάται, ειδικότερα, αν εμπίπτουν στην έννοια της φράσης αυτής οι ρήτρες της σύμβασης-πλαισίου που συνήφθη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία οι οποίες παρέχουν στον επαγγελματία τη δυνατότητα να μην εκτελέσει μια τέτοια εντολή ή να την εκτελέσει υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που είχε αρχικώς καθορίσει ο καταναλωτής.
25 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι σκοπός του κανονισμού Ρώμη Ι είναι να συμβάλει στη συνοχή μεταξύ των κανόνων σύγκρουσης νόμων που ισχύουν στα κράτη μέλη. Προκειμένου να ενισχυθεί η προβλεψιμότητα της έκβασης των διαφορών και να κατοχυρωθεί η ασφάλεια ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, ο κανονισμός αυτός θεσπίζει ενιαίους κανόνες σύγκρουσης νόμων που ορίζουν το ίδιο εφαρμοστέο δίκαιο, ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο ασκείται η αγωγή.
26 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι προβλέπει ότι η σύμβαση που συνάπτει φυσικό πρόσωπο, ο καταναλωτής, για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, με άλλο πρόσωπο, τον επαγγελματία, που ενεργεί στο πλαίσιο της άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του, εφόσον ο επαγγελματίας ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα στη χώρα όπου ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του ή κατευθύνει τη δραστηριότητά του σε αυτή τη χώρα ή σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων και η συγκεκριμένη χώρα.
27 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη Ι, τα μέρη σύμβασης καταναλωτών, ήτοι σύμβασης συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο σε μια τέτοια σύμβαση δίκαιο, η επιλογή όμως αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από τον καταναλωτή την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία, σύμφωνα με το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο βάσει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 6, ελλείψει επιλογής.
28 Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού Ρώμη Ι ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 6.
29 Ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται «στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», ούτε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απαρτίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ή προσφορά στο κοινό και τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς κινητών αξιών καθώς και την κτήση και εξόφληση μεριδίων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, στον βαθμό που οι δραστηριότητες αυτές δεν αποτελούν παροχή χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας.
30 Επ’ αυτού, στην αιτιολογική σκέψη 28 του κανονισμού Ρώμη I επισημαίνεται ότι «[τ]α δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απαρτίζουν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο δεν πρέπει να καλύπτονται από τον γενικό κανόνα που εφαρμόζεται στις συμβάσεις καταναλωτών, καθώς αυτό θα ήταν δυνατόν να καταστήσει εφαρμοστέα διαφορετικά δίκαια για καθένα από τα εκδιδόμενα μέσα, αλλάζοντας έτσι τη φύση τους και εμποδίζοντας την ανταλλαξιμότητα της διαπραγμάτευσης και της προσφοράς τους».
31 Ο κανονισμός Ρώμη Ι δεν ορίζει την έννοια του «χρηματοπιστωτικού μέσου».
32 Εντούτοις, η αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι, για την εφαρμογή του, «χρηματοπιστωτικά μέσα και κινητές αξίες είναι εκείνα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ».
33 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17, της οδηγίας 2004/39 ορίζει τα «χρηματοπιστωτικ[ά] μέσ[α]» ως τα μέσα που προσδιορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής, παράρτημα το οποίο φέρει τον τίτλο «Κατάλογος υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και χρηματοπιστωτικών μέσων». Στο εν λόγω τμήμα Γ αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι CFD, καθώς και οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, οι συμβάσεις δικαιωμάτων προαίρεσης, οι συμβάσεις μελλοντικής εκπλήρωσης, οι συμβάσεις ανταλλαγής, οι προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων και άλλες παράγωγες συμβάσεις σχετιζόμενες με κινητές αξίες, νομίσματα ή επιτόκια.
34 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ένα χρηματοπιστωτικό μέσο μπορεί να οριστεί ως ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου εταιριών, όπως οι εταιρικές μετοχές, ή σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συμβατικής φύσεως, όπως οι ομολογίες, οι συμβάσεις δικαιωμάτων προαιρέσεως ή οι παράγωγες συμβάσεις. Οι δε CFD, ειδικότερα, έχουν συμβατικό χαρακτήρα. Αποτελούν συμβάσεις παράγωγων προϊόντων που περιλαμβάνουν διακανονισμό συναλλαγής σε μετρητά, με σκοπό τη μεταβίβαση στον επενδυτή της έκθεσης της αξίας ενός υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου σε διακυμάνσεις. Η συναλλαγή μεταξύ των μερών βασίζεται στη διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου κατά τη σύναψη της σύμβασης και της αξίας του κατά την πώληση.
35 Εν προκειμένω, το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορά τον ορισμό των «δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι.
36 Συγκεκριμένα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, δυνάμει της ρήτρας 8.10 της σύμβασης-πλαισίου, η FIBO είχε το δικαίωμα, σε περίπτωση τεχνικής βλάβης της πλατφόρμας συναλλαγών ή άλλων τεχνικών προβλημάτων, να μην εκτελέσει την εντολή της J.P. ή να την εκτελέσει σε τιμή διαφορετική από εκείνη που είχε αρχικώς αποδεχθεί η J.P.
37 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, είναι αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού Ρώμη Ι, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον του γράμματός του, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και των σκοπών που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2016, Ognyanov, C‑554/14, EU:C:2016:835, σκέψη 31).
38 Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι, επισημαίνεται ότι στη διάταξη αυτή, στην απόδοσή της στη γαλλική γλώσσα, χρησιμοποιείται το ρήμα «constituer» (συνιστούν) στην έκφραση «δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», η δε χρήση του εν λόγω ρήματος μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εξαίρεση των χρηματοπιστωτικών μέσων από την προστασία των καταναλωτών την οποία προβλέπει η ως άνω διάταξη αφορά μόνον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αποτελούν το χρηματοπιστωτικό μέσο αυτό καθεαυτό.
39 Εντούτοις, επισημαίνεται η ύπαρξη απόκλισης μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι.
40 Σχεδόν το σύνολο των γλωσσικών αποδόσεων, ήτοι 22 από αυτές, χρησιμοποιούν το ρήμα «συνιστούν». Τούτο ισχύει για τις αποδόσεις στη βουλγαρική («съставляват»), την ισπανική («constituyan»), την τσεχική («představují»), τη δανική («udgør»), την ελληνική («συνιστούν»), την αγγλική («constitute»), τη γαλλική («constituent»), την ιρλανδική («arb … iad»), την κροατική («predstavljaju»), την ιταλική («costituiscono»), τη λεττονική («veido»), τη λιθουανική («sudarančioms»), την ουγγρική («megtestesített»), τη μαλτεζική («jikkostitwixxu»), την ολλανδική («vormen»), την πολωνική («stanowiących»), την πορτογαλική («constituam»), τη ρουμανική («constituie»), τη σλοβακική («predstavujú»), τη σλοβενική («tvorijo»), τη φινλανδική («muodostavat») και τη σουηδική γλώσσα («utgör»).
41 Η δε απόδοση της διάταξης αυτής στην εσθονική γλώσσα, χωρίς να χρησιμοποιεί το ρήμα αυτό, εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο με τις 22 γλωσσικές αποδόσεις που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, καθώς αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις «υπό τη μορφή χρηματοπιστωτικού μέσου («finantsinstrumendi kujul esinevad»).
42 Αντιθέτως, η απόδοση της ως άνω διάταξης στη γερμανική γλώσσα διαφοροποιείται από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις καθότι χρησιμοποιείται η έκφραση «σε σχέση με χρηματοπιστωτικό μέσο» («im Zusammenhang mit einem Finanzinstrument»), της οποίας το νόημα είναι ευρύτερο από εκείνο που προκύπτει από το ρήμα «συνιστούν».
43 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διάταξης του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής ούτε μπορεί να της δίδεται προτεραιότητα σε σχέση με τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει, πράγματι, να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, λαμβανομένων υπόψη των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων διάταξης του δικαίου της Ένωσης, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης στην οποία εντάσσεται (πρβλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau, 30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 14, και διάταξη της 2ας Δεκεμβρίου 2022, Compania Naţională de Transporturi Aeriene Tarom, C‑229/22, EU:C:2022:978, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι σε 23 από τις 24 γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διάταξης, διαπιστώνεται ότι η διάταξη δεν καλύπτει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνδέονται με χρηματοπιστωτικό μέσο, αλλά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αποτελούν το μέσο αυτό καθεαυτό.
45 Πράγματι, όσον αφορά μια CFD, η συγκεκριμένη δομή οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον μηχανισμό με τον οποίο τα μέρη εκτίθενται στις μεταβολές της αξίας ενός υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου και καθορίζουν, κατά το κλείσιμο της σύμβασης, την οφειλόμενη μεταξύ τους διαφορά.
46 Αντιθέτως, οι ρήτρες που ρυθμίζουν τους όρους υπό τους οποίους ο επαγγελματίας λαμβάνει, επεξεργάζεται, εκτελεί ή τροποποιεί την εντολή του καταναλωτή δεν εμπίπτουν, υπό το πρίσμα του γράμματος μόνον του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνιστούν το ίδιο το χρηματοπιστωτικό μέσο.
47 Η εν λόγω ερμηνεία του γράμματος της ως άνω διάταξης επιρρωννύεται και από τη συστηματική ερμηνεία της. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού αυτού παραπέμπει, όσον αφορά την έννοια των «χρηματοπιστωτικών μέσων», στα μέσα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/39. Η εν λόγω οδηγία όμως διακρίνει, στο παράρτημα I, τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, οι οποίες απαριθμούνται στο τμήμα A, από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στο τμήμα Γ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι CFD. Το τμήμα A του παραρτήματος αυτού αφορά, μεταξύ άλλων, τη λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, την εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, τη διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό και τη διαχείριση χαρτοφυλακίων. Οι ως άνω υπηρεσίες αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, αλλά δεν συγχέονται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τα συνιστούν.
48 Επομένως, οι ρήτρες σύμβασης-πλαισίου που καθορίζουν τους όρους υπό τις οποίους ένας επαγγελματίας λαμβάνει ή εκτελεί εντολή σχετική με CFD, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που του παρέχουν τη δυνατότητα, σε περίπτωση τεχνικού προβλήματος, να μην εκτελέσει την εντολή αυτή ή να την εκτελέσει σε τιμή διαφορετική από εκείνη που είχε αρχικώς αποδεχθεί ο καταναλωτής, εντάσσονται στο πλαίσιο της παροχής χρηματοοικονομικής υπηρεσίας και όχι στο πλαίσιο του ορισμού του ίδιου του χρηματοπιστωτικού μέσου.
49 Τέλος, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη I. Από την αιτιολογική σκέψη 28 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι η εξαίρεση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα από το πεδίο εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων που προβλέπονται, όσον αφορά τις συμβάσεις καταναλωτών, στις παραγράφους 1 και 2 του εν λόγω άρθρου 6, αποσκοπεί στο να αποτραπεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή διαφορετικών δικαίων για τα εκδιδόμενα μέσα να αλλοιώσει τη φύση τους και να εμποδίσει τη διαπραγμάτευση και την προσφορά τους.
50 Ο σκοπός όμως αυτός δεν δικαιολογεί την επέκταση της ως άνω εξαίρεσης στις ρήτρες μιας σύμβασης-πλαισίου οι οποίες, στο πλαίσιο εξατομικευμένης σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, ρυθμίζουν τους όρους λήψης, επεξεργασίας ή εκτέλεσης εντολής που αφορά CFD. Επιπλέον, μια τέτοια επέκταση δυσχερώς θα συμβιβαζόταν με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεδομένου ότι αποκλείει την εφαρμογή των προστατευτικών κανόνων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του εν λόγω άρθρου 6.
51 Εξάλλου, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι CFD είναι σύνθετα, ιδιαζόντως κερδοσκοπικά και μη τυποποιημένα μέσα που ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για τον καταναλωτή. Ευρεία ερμηνεία της φράσης «δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», η οποία θα περιλάμβανε τις ρήτρες σύμβασης-πλαισίου που παρέχουν στον επαγγελματία τη δυνατότητα να τροποποιεί μονομερώς τους όρους εκτέλεσης της εντολής ή της σύναψης της CFD, θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από τον καταναλωτή την προστασία που του παρέχει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του, ή ακόμη, σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην εφαρμογή του δικαίου τρίτου κράτους, την προστασία που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο περιορισμός της έννοιας της φράσης αυτής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζουν τη CFD ως τέτοια σύμβαση συνάδει με τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού Ρώμη Ι.
52 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι έχει την έννοια ότι, όσον αφορά CFD συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, εμπίπτουν στη έννοια της φράσης «δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», κατά τη διάταξη αυτή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τους χρηματοοικονομικούς όρους υπό τους οποίους εκτελείται η εντολή του καταναλωτή, και ειδικότερα με τον καθορισμό της διαφοράς μεταξύ των τιμών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κέρδους ή της ζημίας που προκύπτει από την εν λόγω CFD, αλλά δεν εμπίπτουν οι ρήτρες της σύμβασης-πλαισίου που συνήφθη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία οι οποίες παρέχουν στον επαγγελματία τη δυνατότητα να μην εκτελέσει μια τέτοια εντολή ή να την εκτελέσει υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που είχε αρχικώς καθορίσει ο καταναλωτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I),
έχει την έννοια ότι:
όσον αφορά χρηματοοικονομική σύμβαση επί διαφορών (financial contract for differences) συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, εμπίπτουν στη έννοια της φράσης «δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα», κατά τη διάταξη αυτή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τους χρηματοοικονομικούς όρους υπό τους οποίους εκτελείται η εντολή του καταναλωτή και, ειδικότερα, με τον καθορισμό της διαφοράς μεταξύ των τιμών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κέρδους ή της ζημίας που προκύπτει από την εν λόγω χρηματοοικονομική σύμβαση επί διαφορών (financial contract for differences), αλλά δεν εμπίπτουν οι ρήτρες της σύμβασης-πλαισίου που συνήφθη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία οι οποίες παρέχουν στον επαγγελματία τη δυνατότητα να μην εκτελέσει μια τέτοια εντολή ή να την εκτελέσει υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που είχε αρχικώς καθορίσει ο καταναλωτής.
(υπογραφές)
