ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 63/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με κατηγορούμενους τους: 1. K. K. του K., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, που δεν εμφανίσθηκε και 2. D. G. του G., κάτοικο Ιλίου Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Δαλακούρα και υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Τ., συζ. Ε., το γένος Σ. Κ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δημησκή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-3-2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ. και έλαβε αριθμό 11/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 292/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της παρούσης κατηγορουμένης και της υποστηρίζουσας την κατηγορία οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 19-3-2024, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/2024, αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) για αναίρεση της απόφασης 63/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους 1) K. K. του K. και 2) G. D. του G., τον μεν πρώτο, ομόφωνα, για τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση), β) της παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου και πυρομαχικών, γ) της παράνομης οπλοφορίας μαχαιριού, δ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και ε) της οπλοχρησίας, τη δε δεύτερη, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή) και τους επέβαλε, στον μεν πρώτο, ποινή ισοβίου καθείρξεως και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, στην δε δεύτερη, ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών , ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 473 παρ. 3, 474, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2α`, 507 και 508 του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ`, Ε’ και Θ’ του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή . Πρέπει δε να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην του κατηγορουμένου K. K. του K. , ο οποίος όπως προκύπτει από το από 11-4-2024 αποδεικτικό επιδόσεως της υπαλλήλου του Σ.Κ. Αλικαρνασσού Χαρίκλειας Αποστολάκη, κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά την συνεδρίαση της 8ης -10-2024, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη ρητή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. υπ’ αριθ. 1203/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου) , πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δικάσιμο αυτή. 1. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 3/2005, 1/2008, ΑΠ 65/2023). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, όταν συντρέχουν οι (ενδεικτικά) αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις (ΑΠ 1156/2023), μεταξύ των οποίων, ρητά προσδιοριζόμενη, είναι και εκείνη της περίπτωσης α’ του ως άνω άρθρου, ήτοι όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Εξάλλου, η άσκηση της δικαστικής εξουσίας (άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος) από τα δικαστήρια ή διαφορετικά, η απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια, ονομάζεται δικαιοδοσία. Το ποσοστό δε δικαιοδοσίας που έχει κάθε ποινικό δικαστήριο για την εκδίκαση ορισμένων εγκλημάτων ονομάζεται αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα διακρίνεται: α) στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα, με κριτήριο τη βαρύτητα των δικαζόμενων εγκλημάτων, ώστε να επιτυγχάνεται, κατά τεκμήριο τουλάχιστον, η ορθότερη εκδίκαση των υποθέσεων, β) στην κατά τόπο αρμοδιότητα ή δωσιδικία, με κριτήριο τη γεωγραφική περιφέρεια εντός της οποίας το καθένα από τα αρμόδια δικαστήρια επιτρέπεται να ασκεί τη δικαιοδοσία του και γ) στην κατά λειτουργία ή λειτουργική αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα αυτή δεν προσδιορίζεται ευθέως από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τον Οργανισμό των δικαστηρίων ή από άλλους νόμους, αλλά συνάγεται από τις ειδικότερες διατάξεις, που ρυθμίζουν την εξουσία των αντίστοιχων δικαστικών οργάνων . Περαιτέρω , σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 377 του ΚΠΔ : “1. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο και το μικτό ορκωτό εφετείο συγκροτούνται κάθε μήνα, εκτός από τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, κατά τους οποίους μπορούν να συγκροτηθούν μόνο για εξαιρετικούς λόγους. Ο εισαγγελέας εφετών κρίνει αν υπάρχουν οι εξαιρετικοί λόγοι. 2. Η σύνοδος του δικαστηρίου διαρκεί είκοσι τέσσερις ημέρες, διαιρείται σε δύο δωδεκαήμερες περιόδους. Η σύνοδος δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τις είκοσι τέσσερις ημέρες. Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου εξακολουθεί και μετά την εικοστή τέταρτη ημέρα για να συνεχιστεί η εκδίκαση υπόθεσης που είχε αρχίσει πριν λήξει η σύνοδος”. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 377 ρυθμίζεται η λειτουργική αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και εφετείων και θεσπίζονται καταρχήν εννέα τακτικές μηνιαίες σύνοδοι, από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Ιούνιο κάθε έτους. Είναι ωστόσο δυνατή η συγκρότηση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου και εφετείου και κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Η συναφής κρίση, για την κατ’ εξαίρεση συγκρότηση, ανατίθεται στον εισαγγελέα εφετών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ο οποίος αποφαίνεται με σχετική διάταξή του τον Ιούνιο κάθε έτους, σύμφωνα με το άρθρο 378 παρ. 1 εδ. β’, ενώ η κατ’ εξαίρεση συγκρότηση μπορεί να αφορά μέρος ή το σύνολο των τριών μηνών ή τον έναν μόνον από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ο νόμος δεν καθορίζει την έννοια των εξαιρετικών λόγων, αυτοί πάντως θα ανάγονται κατά κανόνα σε επικείμενη συμπλήρωση προθεσμιών ουσιαστικού ή δικονομικού ποινικού δικαίου ώστε να καθίσταται δυσχερής η έγκαιρη εκδίκασή τους στις τακτικές συνόδους του επόμενου δικαστικού έτους. Η σχετική δε κρίση του εισαγγελέα εφετών είναι ανέλεγκτη . Μετά το πέρας της 24ήμερης συνόδου παύει η δικαιοδοσία (λειτουργική αρμοδιότητα) του μικτού ορκωτού δικαστηρίου και κατά συνέπεια παύει η λειτουργική αρμοδιότητα των ενόρκων που συμπεριελήφθησαν στους καταλόγους της εισαγγελίας για την συγκεκριμένη σύνοδο . Προϋπόθεση της παράτασης της “δικαιοδοσίας” (λειτουργικής αρμοδιότητας) του μικτού ορκωτού δικαστηρίου και εφετείου πέραν της συνόδου, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 377 παρ. 2 εδ. β ΚΠΔ, είναι η έναρξη της εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Δεν αρκεί επομένως η έναρξη της συνεδρίασης του δικαστηρίου με την εκδίκαση άλλων τυχόν υποθέσεων που προηγούνται στο έκθεμα. Η πρόβλεψη συνδέεται με την αρχή του συνεχούς της διαδικασίας ή της συγκεντρωτικής διαδικασίας/συνέχειας της ποινικής δίκης (άρθρο 339 παρ. 2 ΚΠΔ), η οποία, διασφαλίζουσα την ενότητα της δίκης, συμβάλλει στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τη διεξαγωγή νομότυπης διαδικασίας, που συντελεί στη διαμόρφωση ορθής κρίσης του δικαστηρίου αλλά και της αρχής της οικονομίας της δίκης και είναι δικαιολογημένη, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν ορατός ο κίνδυνος είτε επιβάρυνσης της διαδικασίας, με την αναβολή της υπόθεσης και επακόλουθη αναγκαιότητα νέας συγκρότησης του δικαστηρίου, είτε υπέρμετρα ταχείας εκδίκασης, ώστε να καταστεί εφικτή η έκδοση απόφασης εντός της διάρκειας της συνόδου. Η δικαιολογητική βάση της παράτασης της “δικαιοδοσίας” και η σύνδεση της έννοιας της συνόδου με το μη μόνιμο-“προσωρινό” χαρακτήρα των δικαστικών σχηματισμών των μικτών δικαστηρίων ευνοούν τη θέση, ότι για τέτοια παράταση δεν μπορεί να γίνει λόγος αν το δικαστήριο δεν έχει συγκροτηθεί, δεν έχει δηλαδή ολοκληρωθεί η θεσπιζόμενη από τα άρθρα 394 επ. διαδικασία κλήρωσης των ενόρκων της περιόδου για τη συζήτηση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ελλείψει τέτοιας συγκρότησης, δεν συντρέχει η αναγκαιότητα για την επιμήκυνση της διαθεσιμότητας των ενόρκων, αφού ούτε η αρχή της συγκεντρωτικής διαδικασίας ούτε αυτή της οικονομίας της δίκης διεκδικούν στην περίπτωση αυτή κάποιο ρόλο. Η μεν πρώτη διότι δεν έχει καν αρχίσει η διαδικασία εξέτασης του αποδεικτικού υλικού, η δε δεύτερη διότι, καθώς η σύνθετη διαδικασία κλήρωσης δεν ολοκληρώθηκε, η αναβολή της υπόθεσης δεν συνεπάγεται την περιττή-πολυτελή επανάληψη της ίδιας αυτής διαδικασίας κλήρωσης, που ούτως ή άλλως θα διενεργηθεί με τον αυτό τρόπο στη μετ’ αναβολή δικάσιμο . Επομένως, για “έναρξη της εκδίκασης” της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει λόγος στην περίπτωση που οι τακτικοί δικαστές αποφαίνονται, πριν ακόμη από τη συγκρότηση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, για οποιοδήποτε ζήτημα στο πρώιμο αυτό στάδιο, εξετάζοντας π.χ. υποβληθέν αίτημα αναβολής κατ’ άρθρο 349 ή διακοπής, την νομιμοποίηση της υποστήριξης της κατηγορίας, ή “ένσταση” τοπικής αναρμοδιότητας ή ακόμη την προβληθείσα από κάποιο διάδικο ακυρότητα σχετικά με τα προσόντα των υποψήφιων ενόρκων κατά το άρθρο 399. Η ιδιαιτερότητα συγκρότησης των μικτών ορκωτών δικαστηρίων προσθέτει στην πραγματικότητα μια τρίτη-πλάι στα στάδια της τυπικής και ουσιαστικής έναρξης της συζήτησης -ακόμη πιο πρώιμη φάση εκδίκασης, που συνιστά βέβαια κι αυτή ενασχόληση με τη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν επαρκεί ωστόσο καθαυτή για την παράταση της λειτουργικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου.
Συνεπώς, αν οι τακτικοί δικαστές απορρίψουν π.χ. αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου σε χρόνο που διαρκεί η σύνοδος, δεν μπορούν στη συνέχεια να διακόψουν την εκδίκαση σε μεταγενέστερο, πέραν των είκοσι τεσσάρων ημερών χρόνο, προκειμένου τότε να συγκροτηθεί το πρώτον το μικτό ορκωτό δικαστήριο και να συζητηθεί η υπόθεση ( ΑΠ 1808/2016, με την οποία κρίθηκε αιτιολογημένη η απόρριψη του αιτήματος διακοπής, δεδομένου ότι υπήρχε αδυναμία συγκρότησης του Δικαστηρίου (ΜΟΕ) μετά τη λήξη της συνόδου). Ούτε είναι επιτρεπτή τέτοια διακοπή ακόμη κι αν ξεκίνησε η διαδικασία συγκρότησης του δικαστηρίου, δεν ολοκληρώθηκε όμως για οποιοδήποτε λόγο εντός της συνόδου. Ανεξάρτητα από τη θέση ότι η προβλεπόμενη στα άρθρα 394 επ. τελική φάση συγκρότησης του δικαστηρίου είναι σκοπιμότερο να λαμβάνει χώρα σε μία δικάσιμο χωρίς οποιαδήποτε διακοπή, έστω και για λόγους αναψυχής, ώστε να ενισχύεται η αίσθηση για τον αδιάβλητο χαρακτήρα της, στις περιπτώσεις αυτές η λειτουργική αρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν έχει παραταθεί, κατ’ άρθρο 377 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠΔ . Με την όρκιση των ενόρκων ολοκληρώνεται η διαδικασία συγκρότησης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και εφετείου, καθώς μόνον από το σημείο αυτό και μετά οι ένορκοι μπορούν (και υποχρεούνται) να συμμετάσχουν στη σύνθεση, ασκώντας το δικαιοδοτικό καθήκον που τους έχει αναθέσει ο νόμος . Εάν δεν λάβει χώρα όρκιση των ενόρκων, δεν υφίσταται μικτό ορκωτό δικαστήριο . Επομένως, εφόσον η διαδικασία κλήρωσης των ενόρκων για τη συγκεκριμένη υπόθεση έχει ολοκληρωθεί και το δικαστήριο προβαίνει στη λήψη της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ενέργεια που λαμβάνει χώρα μετά από τη συγκρότηση, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει νομιμοποιηθεί προηγουμένως ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα και σ’ αυτόν δικαιώματα κατά την κλήρωση, είναι ήδη εφικτή η διακοπή της εκδίκασης σε μεταγενέστερο της διάρκειας της συνόδου χρόνο για να συνεχιστεί η εκδίκαση της υπόθεσης . Τέλος η μη νόμιμη παράταση της λειτουργικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου πέραν της διάρκειας της συνόδου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρ. 377§2 εδ. γ’ ΚΠΔ, δεν επιφέρει μεν ακυρότητα (ούτε κατ’ άρθρο 171§1 εδ. α’ ΚΠΔ), θεμελιώνει όμως τον κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Θ’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας , γιατί το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του. Η παραδοχή του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου ευνοείται από την χρήση του όρου “δικαιοδοσία” στην ως άνω διάταξη του άρθρου 377 παρ 2 εδ. γ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την ενδεικτικά απαριθμούμενη αντίστοιχη, ως άνω, περ. α’ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 63/2023, απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους 1) K. K. του K. και 2) G. D. του G., τον μεν πρώτο, ομόφωνα, για τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση), β) της παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου και πυρομαχικών, γ) της παράνομης οπλοφορίας μαχαιριού, δ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και ε) της οπλοχρησίας, τη δε δεύτερη, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή) και επέβαλε, στον μεν πρώτο, ποινή ισοβίου καθείρξεως και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, στην δε δεύτερη, ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας (Μικτό Ορκωτό Εφετείο (Μ.Ο.Ε.) Ανατολικής Κρήτης), ενώπιον του οποίου είχε προσδιοριστεί για να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση, μετά από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους των κατηγορουμένων κατά της καταδικαστικής σε βάρος τους υπ’ αριθ. 66-78/2019 απόφασης του ΜΟΔ Ηρακλείου, κατά την πρώτη δημόσια συνεδρίασή του, την 27η-9-2023 (ημερομηνία έναρξης της συνόδου σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 19/2023 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης), συγκροτήθηκε από τους τακτικούς Δικαστές Ε. Μ. Πρόεδρο Εφετών, Μ. Μ. και Μ. Σ., Εφέτες καθώς και από την Μ. Τ. Εισαγγελέα Εφετών, διαμείφθηκαν δε στο ακροατήριό του όσα ακολούθως, αυτολεξεί, εκτίθενται: “Κατά τη σημερινή δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, η Προέδρος του Δικαστηρίου εκφώνησε τα ονόματα των κατηγορουμένων, οι οποίοι εμφανίσθηκαν και ελήφθησαν τα στοιχεία τους από την Πρόεδρο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ηρακλείου Κ. Τ., ο οποίος αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ως άγγελος τα εξής: Η συνήγορος της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρος Θεσσαλονίκης κα Π., αδυνατεί να προσέλθει σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου, καθόσον παρίσταται ως συνήγορος υπεράσπισης κατηγορουμένου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, σε υπόθεση η οποία συνεχίζεται σήμερα μετά από διακοπή της συνεδρίασης της 22-9-2023. Σας προσκομίζω και σχετικά έγγραφα”. Στο σημείο αυτό αναγνώστηκαν τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο παραπάνω δικηγόρος ήτοι: 1…2…3…4…. Στη συνέχεια το λόγο ζήτησε από την Πρόεδρο η Ε. Φ. και αφού τον έλαβε δήλωσε τα εξής: Ο συνήγορος υπεράσπισης της 2ης κατηγορουμένης, δικηγόρος Ηρακλείου Κ. Βέρρας, νοσηλεύεται καθόσον υπεβλήθη σε εγχείριση. Σας προσκομίζω και σχετικές βεβαιώσεις. Στο σημείο αυτό αναγνώσθηκε η από 22-9-2023 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Μ. Κ. από το … καθώς και η από 27-9-2023 βεβαίωση γνωστοποίησης κωλύματος του δικηγόρου Ηρακλείου Δ.. Β.. Μετά από αυτά η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, να προτείνει περί αναβολής ή διακοπής της δίκης. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε τη διακοπή της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας για τη δικάσιμο της 10-11-2023. Μετά από αυτά η Πρόεδρος κήρυξε το τέλος της συζητήσεως και το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε μυστικά με παρούσα τη γραμματέα, κατήρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση την απόφασή του, η οποία έχει ως εξής: “Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 εδαφ. α και β ΚΠοινΔ, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 402 ΚΠοινΔ. ” Οι διατάξεις των άρθρων 375 και 376 εφαρμόζονται και στη διαδικασία του μικτού ορκωτού δικαστηρίου για κακούργημα, ενώ σύμφωνα τέλος με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 375 ΚΠοινΔ. “Σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι τριάκοντα (30) ημέρες”. Στην προκειμένη περίπτωση από τις δηλώσεις που ως άγγελοι έκαναν οι Κ. Τ. και Ε. Φ. και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδείχθηκε ότι ο συνήγορος της 2ης κατηγορουμένης, δικηγόρος Ηρακλείου κ. Βέρρας, είναι κλινήρης μετά από εγχείριση στην οποία υπεβλήθη, ενώ η συνήγορος της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας κα Π., παρίσταται σε άλλο δικαστήριο στη Θεσσαλονίκη το οποίο συνεχίζεται σήμερα από διακοπή, εξ αιτίας δε των παραπάνω κωλυμάτων αδυνατούν αυτοί να προσέλθουν στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο. Τα κωλύματα αυτά των συνηγόρων αποτελούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου σημαντικό αίτιο, γι’ αυτό και πρέπει να διαταχθεί η διακοπή της δίκης επί της κρινόμενης υποθέσεως για τη δικάσιμο της 10/11/2023 και ώρα 09.00, εφόσον για λόγους ανωτέρας βίας, ήτοι λόγω έλλειψης αιθουσών αλλά και υπηρεσιακής απασχόλησης των δικαστών είναι αδύνατη η διακοπή της παρούσας δίκης εντός τριάντα ημερών από σήμερα, η οποία δικάσιμος ανακοινώθηκε στους παραπάνω μάρτυρες που ανήγγειλαν τα κωλύματα των συνηγόρων, καθώς και στους ενόρκους και στους παρόντες μάρτυρες, που είχαν κλητευθεί για την υπόθεση. Σε όλους αυτούς ανακοινώθηκε επίσης ότι οφείλουν να προσέλθουν στη δικάσιμο αυτή, χωρίς κλήτευση.”
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους κατηγορουμένους: 1) K. K. του K. κάτοικο Βουλγαρίας και ήδη κρατούμενο ΚΚ Αλικαρνασσού και 2) G. D. του G. κάτοικο Σητείας και ήδη κρατούμενη Κ.Κ.Γ. Ελεώνα. ΔΙΑΚΟΠΤΕΙ τη δίκη επί της κρινόμενης υπόθεσης για την 10-11- 2023 και ώρα 09:00 και ορίζει ότι η συνεδρίαση του Δικαστηρίου θα γίνει στην αίθουσα του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο του σε δημόσια συνεδρίαση”. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο συνήλθε κατά την δεύτερη δημόσια συνεδρίασή του, την 10-11- 2023, μετά την παραπάνω διακοπή από τη δημόσια συνεδρίαση της 27ης -9- 2023, αποτελούμενο από τους ίδιους τακτικούς δικαστές, την ίδια εισαγγελέα και την ίδια γραμματέα και αφού κατέλαβαν τις θέσεις τους, η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των κατηγορουμένων οι οποίοι εμφανίστηκαν, διορίστηκε και ορκίστηκε διερμηνέας για τον πρώτο κατηγορούμενο, έγινε η λήψη των στοιχείων ταυτότητας των κατηγορουμένων, οι οποίοι διόρισαν συνηγόρους για τους υπερασπιστούν (τον Π. Π., ο πρώτος και τους Δ. Β. και Ε. Α., η δεύτερη), νομιμοποιήθηκε η υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. Τ., η οποία παρέστη δια της συνηγόρου της Χ. Κ. και έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις των κατηγορουμένων κατά της υπ’ αριθ. 66-78/20-2- 2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Μ.Ο.Δ.) Ηρακλείου. Στη συνέχεια, η συνήγορος της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας προέβαλε παραδεκτά ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας λόγω μη παράτασης της λειτουργικής αρμοδιότητας των ορισθέντων για τη σύνοδο του μηνός Σεπτεμβρίου ενόρκων, επειδή η ως άνω κρίση του (εκ των τακτικών δικαστών) Δικαστηρίου περί διακοπής για τις 10-11-2023, δηλαδή σε ημερομηνία πέραν των 24 ημερών της συνόδου του Σεπτεμβρίου, έλαβε χώρα προ της συγκροτήσεως του Δικαστηρίου, ήτοι προ της κληρώσεως των ενόρκων και η εκδίκαση της υπόθεσης δεν άρχισε την 27-9-2023 και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να συγκροτηθεί το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ανατολικής Κρήτης από νομίμως και αρμοδίως ορισθέντες ενόρκους. Το ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο μόνον από τους τακτικούς δικαστές, αφού άκουσε την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, απέρριψε την προβληθείσα ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας λόγω μη παράτασης της λειτουργικής αρμοδιότητας των ορισθέντων για τη σύνοδο του μηνός Σεπτεμβρίου ενόρκων, δεχόμενο, κατά λέξει τα ακόλουθα: “Στην προκειμένη περίπτωση η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 27-9- 2023. Κατά τη δικάσιμο εκείνη εκφωνήθηκαν τα ονόματα των κατηγορουμένων οι οποίοι βρέθηκαν παρόντες και λήφθηκαν τα στοιχεία τους. Στη συνέχεια εμφανίστηκε ως άγγελος ο δικηγόρος Ηρακλείου Κ. Τ., ο οποίος, δήλωσε ότι η συνήγορος της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρος Θεσσαλονίκης αδυνατούσε να προσέλθει στην παρούσα δικάσιμο για επαγγελματικούς λόγους. Ομοίως εμφανίστηκε ως άγγελος η Ε. Φ., η οποία και δήλωσε ότι ο συνήγορος υπεράσπισης της 2ης κατηγορουμένης, δικηγόρος Ηρακλείου κ. Βέρρας, νοσηλεύεται καθόσον υπεβλήθη σε εγχείριση. Κατόπιν των ανωτέρω το δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι υφίσταται κώλυμα για τη συνέχιση της διαδικασίας, διέκοψε τη δίκη για τη σημερινή δικάσιμο, την οποία και ανακοίνωσε σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τους μάρτυρες και τους ενόρκους του εκεί δωδεκαημέρου, προκειμένου να εμφανιστούν στη σημερινή δικάσιμο. Με τον τρόπο αυτό σύμφωνα με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρεται, παρατάθηκε η δικαιοδοσία και η σύνοδος του παρόντος μικτού ορκωτού εφετείου και πέραν των είκοσι τεσσάρων ημερών, προκειμένου να συνεχιστεί η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, η οποία είχε αρχίσει πριν λήξει η σύνοδος.
Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός που προέβαλε η συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας τυγχάνει απορριπτέος, πέραν του γεγονότος ότι ως παραπάνω αναφέρεται η μη νόμιμη παράταση της συνόδου του μικτού ορκωτού δεν παράγει ούτε απόλυτη, ούτε σχετική ακυρότητα”. Κατόπιν της απαγγελίας της παραπάνω απόφασης, ακολούθησε, μετά την ανάγνωση του καταλόγου των ενόρκων της περιόδου του Α’ δωδεκαημέρου της συνόδου του μηνός Σεπτεμβρίου 2023, η διαδικασία συγκρότησης του Δικαστηρίου και από τους ενόρκους, με κλήρωσή τους [Ε. Μ., Μ. Β., Γ. Δ. και Κ./νο Β.- εξαιρέθηκαν από την Εισαγγελέα οι Ε. Κ. και Α. Π.-] αφού δε αυτοί (κληρωθέντες ένορκοι που δεν εξαιρέθηκαν) έλαβαν τις προσδιορισμένες θέσεις τους δίπλα από τους τακτικούς δικαστές, σύμφωνα με τη σειρά κλήρωσής τους, και ορκίστηκαν, ακολούθως, η Πρόεδρος κήρυξε την έναρξη της συζήτησης της υποθέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 403 του Κ.Π.Δ. Με την προαναφερθείσα δε σύνθεση το Δικαστήριο της ουσίας, όπως συγκροτήθηκε κατά τη δημόσια συνεδρίασή του την 10-11-2023, κατά την οποία ουσιαστικά ξεκίνησε η εκδίκαση της υπόθεσης, δίκασε σε δεύτερο βαθμό την προαναφερθείσα υπόθεση κατ’ ουσίαν, μέχρι την έκδοση της ανωτέρω υπ’ αριθ. 63/2023 προσβαλλόμενης απόφασής του, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι: 1) K. K. του K. και 2) G. D. του G. , ο μεν πρώτος, ομόφωνα, για τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση), β) της παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου και πυρομαχικών, γ) της παράνομης οπλοφορίας μαχαιριού, δ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και ε) της οπλοχρησίας, η δε δεύτερη, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση) κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, και επιβλήθηκε, στον μεν πρώτο, ποινή ισοβίου καθείρξεως και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, στην δε δεύτερη, ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών. Ωστόσο, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, προϋπόθεση της παράτασης της δικαιοδοσίας (λειτουργικής αρμοδιότητας) του μικτού ορκωτού εφετείου πέραν της συνόδου, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 377 παρ. 2 εδ. β ΚΠΔ, είναι η έναρξη της εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Για τέτοια δε παράταση δεν μπορεί να γίνει λόγος αν το δικαστήριο δεν έχει συγκροτηθεί, δεν έχει δηλαδή ολοκληρωθεί η θεσπιζόμενη από τα άρθρα 394 επ. διαδικασία κλήρωσης των ενόρκων της περιόδου για τη συζήτηση της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Συνεπώς, εν προκειμένω, αφού το αίτημα διακοπής έγινε δεκτό από τους τακτικούς δικαστές πριν από την συγκρότηση του ΜΟΕ, ήτοι πριν από την κλήρωση των ενόρκων και η εκδίκαση της υπόθεσης δεν άρχισε στις 27-9-2023, πριν λήξει η σύνοδος, αλλά το Δικαστήριο διέκοψε για την 10-11-2023, δηλαδή σε ημερομηνία πέραν των 24 ημερών της συνόδου του Σεπτεμβρίου 2023 (που άρχισε στις 27-9-2023), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ανατολικής Κρήτης δεν μπορούσε να συγκροτηθεί νομίμως το πρώτον στις 10-11-2023 από τους ορισθέντες ενόρκους για τη σύνοδο Σεπτεμβρίου του έτους 2023, ήτοι σε ημερομηνία κατά την οποία είχε ήδη επέλθει η λήξη της συνόδου και είχαν απωλέσει την δικαιοδοτική ικανότητα και τη λειτουργική αρμοδιότητά τους για την εκδίκαση της υπόθεσης. Έτσι, όμως, που έπραξε το Δικαστήριο (ΜΟΕ Ανατολικής Κρήτης) υπερέβη την εξουσία του, αφού συγκροτήθηκε μη νόμιμα και προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ είχε απωλέσει την δικαιοδοσία του και, επομένως, υπέπεσε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, θεμελιουμένου του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Θ ‘ ΚΠΔ σχετικού αναιρετικού λόγου.
4. Ακολούθως τούτων πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να γίνει αυτή δεκτή, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης ( εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ), λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω γενόμενου δεκτού λόγου. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές και Ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί την απόφαση με αριθ. 63/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ανατολικής Κρήτης . -Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, και Ενόρκους, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
