ΣτΕ Α´ 7μ. 1002/2026
Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ε. Τζιράκη, Πάρεδρος
– Με το άρ. 26 ν. 5119/2024 καταργήθηκε το δικαίωμα όσων είναι διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθεται το ίδιο προς εκείνο της πιλοτικής δίκης νομικό ζήτημα, να ασκούν ενώπιον του ΣτΕ παρέμβαση και να καθίστανται διάδικοι της δίκης αυτής. Προκειμένου, όμως, να μην στερούνται της δυνατότητας να εκθέσουν τις απόψεις τους, ορίζεται ότι μπορούν να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς τους με υπόμνημα (κατατιθέμενο στη γραμματεία του διοικητικού δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου είναι διάδικοι, και διαβιβαζόμενο υπηρεσιακώς στο ΣτΕ). Η νέα αυτή ρύθμιση, ως δικονομική, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του ν. 5119/2024 πιλοτικές δίκες.
– Με τη διάταξη του άρ. 87 παρ. 1 ν. 4706/2020 ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, α) στον εξορθολογισμό του πλαισίου ενίσχυσης και τόνωσης της ανάπτυξης στις παραμεθόριες περιοχές, ενόψει των διαστρεβλώσεων που είχαν -ήδη από το έτος 2013 – διαπιστωθεί στην εφαρμογή του επίμαχου μέτρου της επιδότησης του άρ. 21 ν. 1767/1988, της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς του και της μεταβολής των πραγματικών δεδομένων και κριτηρίων με βάση τα οποία είχαν προσδιοριστεί στον νόμο και στις σχετικές Κ.Υ.Α. οι δικαιούχες επιχειρήσεις και β) στη δημοσιονομική προσαρμογή και εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, την οποία επέβαλαν η αδυναμία χρηματοδότησης της ως άνω επιδότησης από το εθνικό σκέλος του Π.Δ.Ε. και, συνακολούθως, η αδυναμία του Ο.Α.Ε.Δ. να διαχειριστεί και να πληρώσει τις σωρευθείσες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις δικαιούχες επιχειρήσεις για τα έτη 2010 και επόμενα, λόγω και της οξείας οικονομικής κρίσης που διήρχετο η χώρα, η οποία (κρίση) εξακολουθούσε, κατά τα κοινώς γνωστά, να συντρέχει και μετά το έτος 2015. Οι ανωτέρω σκοποί αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν καταρχήν την αναδρομική, από 1.1.2016, κατάργηση με το άρ. 87 παρ. 1 ν. 4706/2020 της οικονομικής ενίσχυσης του άρ. 21 ν. 1767/1988. Μόνη η κατάργηση της εν λόγω επιδότησης δεν αποτελεί υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας των εναγουσών εταιρειών ούτε δύναται να θεωρηθεί δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμα της περιουσίας τους. Η αναδρομική κατάργηση του άρ. 21 ν. 1767/1988 και των εκδοθεισών κατ’ εξουσιοδότηση αυτού 13 Κ.Υ.Α., υπαγορευόμενη από την ανάγκη ικανοποίησης των ανωτέρω επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, όπως, συνάγεται από την οικεία αιτιολογική έκθεση, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (άρ. 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο Σ) και τις διατάξεις των άρ. 5 παρ. 1, 17, 22 παρ. 1 και 106 παρ. 1 Σ και 1 του Π.Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Εξάλλου, η διάταξη του άρ. 87 παρ. 1 ν. 4706/2020 α) δεν ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τη ρύθμιση της 13311/273/2016 Κ.Υ.Α., με την οποία καταργήθηκαν οι ως άνω 13 Κ.Υ.Α., μέσω της έκδοσης των οποίων είχε καταστεί δυνατή η εφαρμογή της βασικής ρύθμισης του άρ. 21 ν. 1767/1988, η οποία είχε διατηρηθεί σε ισχύ, πλην είχε καταστεί μη νομίμως ανενεργός, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 305/2020 απόφαση του Σ.τ.Ε., β) εχώρησε κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό, χωρίς να ρυθμίζει συγκεκριμένη ατομική περίπτωση και, επομένως, γ) δεν συνιστά αναδρομική κύρωση της καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρ. 21 παρ. 3 ν. 1767/1988 εκδοθείσας 13311/273/2016 Κ.Υ.Α., αντίθετη προς τις διατάξεις των άρ. 43 παρ. 2 και 44 παρ. 1 Σ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρ. 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26, 73 επ. και 95 παρ. 1 αυτού, ούτε παραβιάζει το απορρέον από την 305/2020 απόφαση του ΣτΕ ακυρωτικό δεδικασμένο προσκρούοντας στο άρ. 95 παρ. 5 Σ ούτε στο άρθρο 50 παρ. 1, 4 και 5 π.δ. 18/1989. Τέλος, σύνταξη μελέτης (αναλογιστικής και επιστημονικής) απαιτείται πριν από τη λήψη νομοθετικών επεμβάσεων σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και χάριν της βιωσιμότητας αυτών και, πάντως, σύνταξη οικονομικής ή αναλογιστικής μελέτης δεν απαιτείται, όταν πρόκειται να ληφθούν μέτρα που έχουν και δημοσιονομικό χαρακτήρα, όπως το επίμαχο.
