Το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που ανέτρεψε την έκπτωση οφειλέτριας από τις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου Κατσέλη
Της Γιώτας Τέσση
Στη Δικαιοσύνη προσέφυγε ιδιωτική υπάλληλος, η οποία ενώ είχε πετύχει δικαστική ρύθμιση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της (άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010), βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με τη διαγραφή της από το πλαίσιο προστασίας. Αιτία στάθηκε το γεγονός ότι, μετά τη μεταβίβαση των δανείων της από τις τράπεζες σε funds του εξωτερικού, οι διαχειρίστριες εταιρείες (servicers) παρέλειπαν συστηματικά να της κοινοποιήσουν τον αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN) και το ακριβές ύψος του τοκοχρεωλυσίου για την καταβολή των μηνιαίων δόσεων.
Όπως προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας, η οφειλέτρια κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες να εντοπίσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους έπρεπε να καταθέτει τα χρήματα. Επισκέφθηκε καταστήματα, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τα αρμόδια κέντρα εξυπηρέτησης και απέστειλε μέχρι και εξώδικες δηλώσεις προς τις εταιρείες, ζητώντας να της υποδειχθεί ο κατάλληλος αριθμός λογαριασμού. Μάλιστα, μόλις της υποδείχθηκαν εκ των υστέρων στοιχεία πληρωμής από μία εκ των εταιρειών, η ίδια έσπευσε αμέσως και κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις, εξοφλώντας πλήρως την απαίτηση της μίας πιστώτριας.
Παρά τις ενέργειες αυτές, οι εταιρείες διαχείρισης δεν της γνωστοποίησαν εγκαίρως τα απαραίτητα στοιχεία για το σύνολο των οφειλών. Αντίθετα, προχώρησαν στην κοινοποίηση εξώδικων οχλήσεων επικαλούμενες καθυστέρηση πληρωμών και στη συνέχεια υπέβαλαν σημειώματα στο αρμόδιο δικαστήριο, ζητώντας την αυτοδίκαιη έκπτωση της αιτούσας από τη ρύθμιση.
Servicers δεν έδιναν ΙΒΑΝ σε δανειολήτρια: Τι έκρινε το Πρωτοδικείο Ναυπλίου
Το Πρωτοδικείο Ναυπλίου αποδόμησε πλήρως τη στάση των πιστωτριών εταιρειών, κρίνοντας ότι η δανειολήπτρια ουδέποτε αδράνησε. Η απόφαση σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η αιτούσα «αναζητούσε με κάθε δυνατό τρόπο για το μέσο συνετό συναλλασσόμενο τους λογαριασμούς για να καταθέσει την οριζόμενη εκ των δικαστηρίων δόση».
Παράλληλα, το δικαστήριο εστίασε στην ευθύνη των διαχειριστών των απαιτήσεων, επισημαίνοντας ότι η εικόνα μη συνεπούς καταβολής προέκυψε «λόγω των μεταβιβάσεων και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων σε συνδυασμό με την ολιγωρία των προστιθέντων υπαλλήλων τους να υποδείξουν έγκαιρα προς την αιτούσα, όπως τούτο επιβάλλεται τουλάχιστον από τα συναλλακτικά ήθη, τους λογαριασμούς κατάθεσης των δόσεων…»
Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστής έκρινε ότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας έκπτωσης από την πλευρά των εταιρειών ήταν αδικαιολόγητη, υπογραμμίζοντας ότι «οι καθ’ ων πιστωτές, ως θιγόμενες πιστώτριες, άσκησαν καταχρηστικά και κατά παράβαση των κανόνων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010…»
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση, ανατρέποντας την έκπτωση της οφειλέτριας και μεταρρυθμίζοντας αποκλειστικά τον χρόνο έναρξης των καταβολών του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ορίζοντας ότι η 20ετής αποπληρωμή για την προστασία της κατοικίας της εκκινεί εκ νέου από τον επόμενο μήνα της δημοσίευσης της απόφασης.
