ΑΠΟΦΑΣΗ
Mihail Mihăilescu κατά Ρουμανίας της 12.01.2021, προσφυγή αριθ. 3795/15
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση κατά της πρώην πεθεράς του για ψευδορκία, υποστηρίζοντας ότι εκείνη είχε καταθέσει ψευδώς στη δίκη διαζυγίου του σχετικά με τη συμπεριφορά του προς την οικογένειά του. Παράλληλα, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και ζήτησε αποζημίωση για ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της εικόνας, της τιμής και της αξιοπρέπειάς του.
Η ποινική διαδικασία περατώθηκε χωρίς άσκηση δίωξης. Η προσφυγή του προσφεύγοντος κατά της εισαγγελικής διάταξης εξετάσθηκε από δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου σε συμβούλιο, χωρίς παρουσία των διαδίκων, χωρίς προφορική συζήτηση και χωρίς δυνατότητα των διαδίκων να λάβουν γνώση και να αντικρούσουν τις εκατέρωθεν παρατηρήσεις. Η απόφαση του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου δεν υπόκειτο σε ένδικο μέσο.
Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ ήταν εφαρμοστέο υπό το αστικό του σκέλος, επειδή ο προσφεύγων είχε συνδέσει την ποινική διαδικασία με αστικές αξιώσεις ως πολιτικώς ενάγων. Ωστόσο, έκρινε ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου δεν καθόριζε την ουσία των αστικών αξιώσεων και δεν αποδυνάμωσε τη θέση του προσφεύγοντος σε τέτοιο βαθμό ώστε οι μεταγενέστερες αστικές διαδικασίες να καθίστανται εξαρχής άδικες.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ομόφωνα μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στις 19 Μαρτίου 2009 το αρμόδιο δικαστήριο του Βουκουρεστίου έκανε δεκτή την αίτηση διαζυγίου της συζύγου του προσφεύγοντος, κρίνοντας ότι ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για τη διάσπαση του γάμου και υποχρεώνοντάς τον να καταβάλλει διατροφή για το ανήλικο τέκνο του.
Στις 1 Μαρτίου 2013 ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση κατά της πρώην πεθεράς του για ψευδορκία. Υποστήριξε ότι η τελευταία είχε καταθέσει ψευδώς στις 19 Φεβρουαρίου 2009 κατά τη διαδικασία του διαζυγίου, περιγράφοντας δήθεν ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τη σύζυγό του. Ο προσφεύγων προσχώρησε στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε 20.000 ρουμανικά λέι, περίπου 4.600 ευρώ, για ηθική βλάβη, ισχυριζόμενος ότι η επίμαχη κατάθεση προσέβαλε την εικόνα, την τιμή και την αξιοπρέπειά του.
Στις 24 Οκτωβρίου 2013 η αστυνομία πρότεινε την παύση της ποινικής δίωξης και την επιβολή διοικητικού προστίμου στην εγκαλούμενη, κρίνοντας ότι η πράξη δεν έφθανε το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ποινικού αδικήματος. Στις 27 Ιανουαρίου 2014 ο εισαγγελέας διέκοψε την ποινική δίωξη και επέβαλε πρόστιμο στην πρώην πεθερά, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την απουσία ποινικού μητρώου, το χρονικό πλαίσιο της πράξης και τη μειωμένη κοινωνική απαξία της συμπεριφοράς.
Η πρώην πεθερά προσέβαλε την απόφαση ενώπιον ανώτερου εισαγγελέα. Στις 25 Αυγούστου 2014 ο ανώτερος εισαγγελέας ακύρωσε την προηγούμενη διάταξη και έκλεισε την υπόθεση. Έκρινε ότι η έρευνα δεν ήταν επαρκής για να αποδειχθεί με βεβαιότητα η ενοχή της, ότι ορισμένες μαρτυρικές καταθέσεις παρουσίαζαν προβλήματα αξιολόγησης και ότι, σε κάθε περίπτωση, είχε επέλθει παραγραφή της ποινικής ευθύνης.
Στις 13 Οκτωβρίου 2014 ο προσφεύγων προσέβαλε τη διάταξη αυτή ενώπιον του δικαστηρίου. Υποστήριξε ότι η κρίση του ανώτερου εισαγγελέα ήταν εσφαλμένη, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είχαν παρερμηνευθεί και ότι η διαπίστωση της ψευδορκίας είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο. Κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν ως αστυνομικός και ο εργοδότης του είχε ενημερωθεί για τη δικαστική απόφαση διαζυγίου, η οποία περιείχε τις επίμαχες αναφορές σε δήθεν ανάρμοστη οικογενειακή συμπεριφορά. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη έντονο ψυχολογικό και επαγγελματικό έλεγχο πριν του επιτραπεί να επιστρέψει στην υπηρεσία.
Στις 3 Νοεμβρίου 2014 ο δικαστής προκαταρκτικού ελέγχου, συνεδριάζοντας σε συμβούλιο και χωρίς παρουσία των διαδίκων, απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος και επικύρωσε τη διάταξη του εισαγγελέα. Η απόφαση δεν υπόκειτο σε ένδικο μέσο. Ο δικαστής έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις ότι η πρώην πεθερά είχε ψευδορκήσει. Εκτίμησε ότι εκείνη, λόγω της στενής οικογενειακής σχέσης, μπορούσε ενδεχομένως να γνωρίζει καλύτερα τις εντάσεις μεταξύ των πρώην συζύγων, και σημείωσε ότι η απόφαση διαζυγίου δεν είχε στηριχθεί αποκλειστικά στην κατάθεσή της, αλλά και σε άλλα στοιχεία, όπως η μη συνεργασία του προσφεύγοντος με το δικαστήριο του διαζυγίου.
Ήδη από τις 9 Μαΐου 2014 ο προσφεύγων είχε ασκήσει αυτοτελή αγωγή αποζημίωσης κατά της πρώην πεθεράς του βάσει του γενικού δικαίου των αδικοπραξιών, ζητώντας αποκατάσταση περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας λόγω της επίμαχης κατάθεσης. Στον φάκελο ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν υπήρχαν στοιχεία για την έκβαση της αστικής αυτής διαδικασίας.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο, παραπονούμενος ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου ήταν άδικη: διεξήχθη σε συμβούλιο, χωρίς παρουσία των διαδίκων, χωρίς προφορική συζήτηση, χωρίς δυνατότητα γνώσης και αντίκρουσης των παρατηρήσεων της αντίδικης πλευράς και χωρίς ένδικο μέσο. Το ΕΔΔΑ κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή, αλλά έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ — Δίκαιη δίκη. Αστικό σκέλος. Ποινική διαδικασία με αστικές αξιώσεις. Διαδικασία ενώπιον δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου. Μη παραβίαση
Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της Κυβέρνησης. Έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε εξηγήσει γιατί θεωρούσε ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του επηρεάσθηκαν, καθώς και ποιες ήταν οι συνέπειες αυτής της προσβολής. Η προσφυγή δεν ήταν προδήλως αβάσιμη και έπρεπε να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο προσδιόρισε ότι η υπόθεση δεν αφορούσε την ποινική ευθύνη της πρώην πεθεράς, αλλά τις αστικές αξιώσεις του προσφεύγοντος, οι οποίες είχαν συνδεθεί με την ποινική διαδικασία μέσω της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής. Επομένως, το άρθρο 6 § 1 ήταν εφαρμοστέο υπό το αστικό του σκέλος.
Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι οι απαιτήσεις της δίκαιης δίκης δεν είναι απολύτως ίδιες στο αστικό και στο ποινικό πεδίο. Στις αστικές υποθέσεις τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ευρύτερο περιθώριο διαμόρφωσης, ενώ οι εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1 είναι, κατά κανόνα, λιγότερο αυστηρές από ό,τι όταν διακυβεύεται ποινική κατηγορία. Ωστόσο, οι αρχές της αντιμωλίας και της ισότητας των όπλων παραμένουν θεμελιώδεις συνιστώσες της έννοιας της δίκαιης δίκης. Κάθε διάδικος πρέπει να έχει εύλογη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεσή του υπό συνθήκες που δεν τον θέτουν σε ουσιωδώς δυσμενέστερη θέση έναντι του αντιδίκου του, καθώς και να έχει γνώση και δυνατότητα σχολιασμού κάθε αποδεικτικού στοιχείου ή παρατήρησης που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι, κατά το ρουμανικό δίκαιο, η διαδικασία ενώπιον του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου διεξαγόταν σε συμβούλιο, χωρίς παρουσία των διαδίκων και αποκλειστικά με γραπτές παρατηρήσεις. Δεν υπήρχε ρητή δυνατότητα αίτησης δημόσιας και προφορικής ακρόασης, ούτε δυνατότητα εκ νέου εξέτασης αποδεικτικών στοιχείων ή προσκόμισης νέων αποδείξεων. Επιπλέον, οι λοιποί συμμετέχοντες δεν ενημερώνονταν για όλες τις παρατηρήσεις που υποβάλλονταν από κάποιον διάδικο, ενώ η απόφαση του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου δεν υπόκειτο σε ένδικο μέσο.
Το ΕΔΔΑ δεν υποβάθμισε τη σημασία των ελλειμμάτων αυτών. Σημείωσε ότι το σχετικό ρουμανικό δικονομικό πλαίσιο κρίθηκε εν μέρει αντισυνταγματικό από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές και οι νομοθετικές μεταβολές δεν είχαν αναδρομική ισχύ και δεν επηρέαζαν τη διαδικασία του προσφεύγοντος, η οποία είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Το κρίσιμο ζήτημα για το ΕΔΔΑ ήταν αν οι δικονομικές αποφάσεις και παραλείψεις στο προκαταρκτικό στάδιο αποδυνάμωσαν τη θέση του προσφεύγοντος σε τέτοιο βαθμό ώστε η μεταγενέστερη κρίση επί της ουσίας των αστικών αξιώσεών του να έχει καταστεί εξαρχής άδικη. Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά.
Κατά το ΕΔΔΑ, ο δικαστής προκαταρκτικού ελέγχου δεν αποφαινόταν επί της ουσίας των αστικών αξιώσεων του προσφεύγοντος. Η διαδικασία είχε ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας της εισαγγελικής διάταξης και την απόφαση αν η ποινική διαδικασία έπρεπε να συνεχισθεί ή να περατωθεί. Δεν καθόριζε την ύπαρξη της ζημίας, ούτε την αστική ευθύνη της πρώην πεθεράς, ούτε την ουσία της αποζημιωτικής αξίωσης.
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο προσφεύγων μπορούσε να επιδιώξει τις αστικές αξιώσεις του είτε στο πλαίσιο ποινικής δίκης, εφόσον αυτή άρχιζε, είτε μέσω αυτοτελούς αστικής αγωγής. Πράγματι, είχε ήδη ασκήσει χωριστή αδικοπρακτική αγωγή κατά της πρώην πεθεράς του. Δεν αποδείχθηκε ότι η απόφαση του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου είχε δεσμευτική ισχύ δεδικασμένου για το αστικό δικαστήριο ή ότι καθιστούσε μάταιη την προσπάθεια του προσφεύγοντος να επιτύχει εξέταση των αξιώσεών του επί της ουσίας.
Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι, κατά το ρουμανικό δίκαιο, τελεσίδικη ποινική απόφαση δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο μόνο ως προς την ύπαρξη της πράξης και ως προς το αν συγκεκριμένο πρόσωπο την τέλεσε. Ακόμη και αν η απόφαση του δικαστή προκαταρκτικού ελέγχου μπορούσε να θεωρηθεί τελική ποινική απόφαση, η υπόθεση δεν περατώθηκε με ουσιαστική κρίση ότι η πράξη δεν συνέβη ή ότι η εγκαλούμενη δεν την τέλεσε. Αντιθέτως, η υπόθεση έκλεισε λόγω ανεπάρκειας της έρευνας για ασφαλή διαπίστωση ενοχής και λόγω παραγραφής της ποινικής ευθύνης.
Απόφαση: Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, ομόφωνα.
ΣχετικήνομολογίαΕΔΔΑ:
Mihail Mihăilescu v. Romania, 12.01.2021, no. 3795/15 · Nicolae Virgiliu Tănase v. Romania [GC], 25.06.2019, no. 41720/13 · Perez v. France [GC], 12.02.2004, no. 47287/99 · Haarde v. Iceland, 23.11.2017, no. 66847/12 · Kress v. France [GC], 07.06.2001, no. 39594/98 · Hudáková and Others v. Slovakia, 27.04.2010, no. 23083/05 · Regner v. the Czech Republic [GC], 19.09.2017, no. 35289/11 · Ramos Nunes de Carvalho e Sá v. Portugal [GC], 06.11.2018, nos. 55391/13, 57728/13 και 74041/13 · Dombo Beheer B.V. v. the Netherlands, 27.10.1993 · Levages Prestations Services v. France, 23.10.1996 · König v. Germany, 28.06.1978 · Moreira Ferreira v. Portugal (no. 2) [GC], 11.07.2017, no. 19867/12 · Dilipak and Karakaya v. Turkey, 04.03.2014, nos. 7942/05 και 24838/05 · Carmel Saliba v. Malta, 29.11.2016, no. 24221/13 · Radomilja and Others v. Croatia [GC], 20.03.2018, nos. 37685/10 και 22768/12 · Gherghina v. Romania [GC] (dec.), 09.07.2015, no. 42219/07.
