ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 9ης Ιουλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕE) 2016/679 – Πεδίο εφαρμογής – Διάθεση στο κοινό, διαδικτυακά και έναντι αμοιβής, πληροφοριών που αφορούν ποινικές καταδίκες – Συμβιβασμός του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης – Άρθρο 79 – Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής – Περιεχόμενο – Άρθρο 85 – Έννοια της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται για “δημοσιογραφικούς σκοπούς” »
Στην υπόθεση C‑199/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Attunda tingsrätt (πρωτοδικείο Attunda, Σουηδία) με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαρτίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
ND
κατά
Legal Newsdesk Sweden AB, πρώην Garrapatica AB,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Μαΐου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο ND, εκπροσωπούμενος από τον ίδιο και από τον J. Södergren, advokat,
– η Legal Newsdesk Sweden AB, εκπροσωπούμενη από τον J. Sundqvist, advokat,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις F.-L. Göransson και C. Meyer-Seitz, τον J. Olsson και την A. M. Runeskjöld,
– η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Stoyanov και την T. Tsingileva,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Laine και H. Leppo,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Α. Μπουχάγιαρ, τον H. Kranenborg και την I. Söderlund,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2018, L 127, σ. 2, και ΕΕ 2021, L 74, σ. 35, στο εξής: ΓΚΠΔ).
2 Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του ND και της Legal Newsdesk Sweden AB, πρώην Garrapatica AB, σχετικά με την άρνηση της εταιρίας αυτής να ικανοποιήσει το αίτημά του για διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν από τη βάση δεδομένων «Lexbase», την οποία διαχειρίζεται η εν λόγω εταιρία.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 95/46/ΕΚ
3 Το άρθρο 9 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31), το οποίο έφερε τον τίτλο «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ελευθερία έκφρασης», όριζε τα εξής:
«Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, τα κράτη μέλη προβλέπουν τις εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, του κεφαλαίου IV και του κεφαλαίου VI μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαίες ώστε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής να συμβιβάζεται με τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία έκφρασης.»
4 Η οδηγία 95/46/ΕΚ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον ΓΚΠΔ από τις 25 Μαΐου 2018.
Ο ΓΚΠΔ
5 Η αιτιολογική σκέψη 153 του ΓΚΠΔ έχει ως εξής:
«Το δίκαιο των κρατών μελών θα πρέπει να συμφιλιώνει τους κανόνες που διέπουν την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, περιλαμβανομένης της δημοσιογραφικής, πανεπιστημιακής, καλλιτεχνικής ή και λογοτεχνικής έκφρασης, με το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μόνο για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς πανεπιστημιακής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης θα πρέπει να υπόκειται σε παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις από ορισμένες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εφόσον είναι αναγκαίο για να συμβιβασθεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)]. Αυτό θα πρέπει να ισχύει ειδικότερα όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον οπτικοακουστικό τομέα και στα αρχεία ειδήσεων και στις βιβλιοθήκες τύπου. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν νομοθετικά μέτρα που να προβλέπουν τις αναγκαίες εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις για την εξισορρόπηση των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων. […] Για να ληφθεί υπόψη η σημασία του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, είναι απαραίτητο να ερμηνεύονται διασταλτικά οι έννοιες που σχετίζονται με την εν λόγω ελευθερία, όπως η δημοσιογραφία.»
6 Το άρθρο 4 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» και διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο I του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
[…]
2) “επεξεργασία” κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή,
[…]».
7 Το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα» και διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές», προβλέπει τα εξής:
«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας που βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων. Πλήρες ποινικό μητρώο τηρείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής.»
8 Το άρθρο 55 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρμοδιότητα» και περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο VI του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Ανεξάρτητες εποπτικές αρχές», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι κάθε εποπτική αρχή είναι αρμόδια να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες που της ανατίθενται σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ στο έδαφος του κράτους μέλους της.
9 Το άρθρο 57 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα», ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο ηʹ, ότι, με την επιφύλαξη των άλλων καθηκόντων που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, κάθε εποπτική αρχή έχει ως καθήκον να διεξάγει, στο έδαφος του κράτους μέλους της, έρευνες σχετικά με την εφαρμογή του ΓΚΠΔ.
10 Οι εξουσίες έρευνας των εποπτικών αρχών απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσίες». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου παραθέτει τα διορθωτικά μέτρα που μπορούν να λάβουν οι εν λόγω αρχές. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου προσδιορίζει τις αδειοδοτικές και συμβουλευτικές εξουσίες που διαθέτουν οι εποπτικές αρχές.
11 Το κεφάλαιο VIII του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Προσφυγές, ευθύνη και κυρώσεις», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 77 έως 79 και το άρθρο 82 του κανονισμού.
12 Το άρθρο 77 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία σε εποπτική αρχή, ιδίως στο κράτος μέλος στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του ή τον τόπο εργασίας του ή τον τόπο της εικαζόμενης παράβασης, εάν το υποκείμενο των δεδομένων θεωρεί ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορά παραβαίνει τον παρόντα κανονισμό.»
13 Το άρθρο 78 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά αρχής ελέγχου», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά νομικά δεσμευτικής απόφασης εποπτικής αρχής που το αφορά.
2. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής, εφόσον η εποπτική αρχή που είναι αρμόδια δυνάμει των άρθρων 55 και 56 δεν εξετάσει την καταγγελία ή δεν ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων εντός τριών μηνών για την πρόοδο ή την έκβαση της καταγγελίας που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 77.»
14 Το άρθρο 79 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Με την επιφύλαξη κάθε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 77, έκαστο υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής εάν θεωρεί ότι τα δικαιώματά του που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό παραβιάστηκαν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του που το αφορούν κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού.»
15 Το άρθρο 82 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποζημίωσης και ευθύνη», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλική ή μη υλική ζημία ως αποτέλεσμα παραβίασης του παρόντος κανονισμού δικαιούται αποζημίωση από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία για τη ζημία που υπέστη.»
16 Το άρθρο 85 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία και ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διά νόμου συμβιβάζουν το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς και για σκοπούς πανεπιστημιακής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης.
2. Για την επεξεργασία που διενεργείται για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, τα κράτη μέλη προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από το κεφάλαιο ΙΙ (αρχές), το κεφάλαιο ΙΙΙ (δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων), το κεφάλαιο IV (υπεύθυνος επεξεργασίας και εκτελών την επεξεργασία), το κεφάλαιο V (διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς), το κεφάλαιο VI (ανεξάρτητες εποπτικές αρχές), το κεφάλαιο VII (συνεργασία και συνεκτικότητα) και το κεφάλαιο ΙΧ (ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας δεδομένων), εφόσον αυτές είναι αναγκαίες για να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης.
3. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή τις διατάξεις που θεσπίζει στο δίκαιό του δυνάμει της παραγράφου 2 και, χωρίς καθυστέρηση, κάθε επακόλουθο τροποποιητικό νόμο ή τροποποίησή τους.»
Το σουηδικό δίκαιο
17 Η προστασία της ελευθερίας του Τύπου και της ελευθερίας έκφρασης διέπεται από νόμους συνταγματικής περιωπής, ήτοι από τον Tryckfrihetsförordningen (1949:105) [συνταγματικό νόμο για την ελευθερία του Τύπου (1949:105)] (SFS 1949, αριθ. 105, στο εξής: συνταγματικός νόμος για την ελευθερία του Τύπου) και από τον Yttrandefrihetsgrundlagen (1991:1469) [συνταγματικό νόμο για την ελευθερία της έκφρασης (1991:1469)] (SFS 1991, αριθ. 1469, στο εξής: συνταγματικός νόμος για την ελευθερία της έκφρασης).
18 Κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ο συνταγματικός νόμος για την ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως μέσω ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης ή ορισμένων κατηγοριών ιστοτόπων.
19 Κατά το άρθρο 1 του κεφαλαίου 9 του εν λόγω νόμου, αίτημα αποζημίωσης για καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας έκφρασης η οποία οφείλεται στο περιεχόμενο προγράμματος μπορεί να στηρίζεται μόνον στον λόγο ότι το εν λόγω πρόγραμμα στοιχειοθετεί το αδίκημα της καταχρηστικής άσκησης της ελευθερίας έκφρασης. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως εγκληματία ή ως προσώπου με αξιόμεμπτο τρόπο ζωής ή η παροχή πληροφοριών με σκοπό να πληγεί η τιμή και η υπόληψή του στοιχειοθετεί το αδίκημα της δυσφήμησης και, ως εκ τούτου, το αδίκημα της καταχρηστικής άσκησης της ελευθερίας έκφρασης, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κεφαλαίου 5 του συνταγματικού νόμου για την ελευθερία της έκφρασης και του άρθρου 3 του κεφαλαίου 7 του συνταγματικού νόμου για την ελευθερία του Τύπου. Ωστόσο, ο αξιόποινος χαρακτήρας της πράξης αίρεται αν η διάδοση των επίμαχων πληροφοριών είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και αν το πρόσωπο το οποίο διέδωσε τις επίμαχες πληροφορίες μπορεί να αποδείξει ότι αυτές ήταν αληθείς ή ότι είχε ευλόγως την πεποίθηση ότι ήταν αληθείς.
20 Κατά το άρθρο 4 του κεφαλαίου 1 του συνταγματικού νόμου για την ελευθερία της έκφρασης, η προστασία που εγγυάται την ελευθερία αυτή εκτείνεται σε ορισμένα είδη βάσεων δεδομένων, εφόσον η οικεία δραστηριότητα καλύπτεται από πιστοποιητικό συνταγματικής προστασίας.
21 Το άρθρο 14 του κεφαλαίου 1 του συνταγματικού νόμου για την ελευθερία της έκφρασης προβλέπει ότι κανένας δημόσιος φορέας δεν δύναται, όταν δεν του το επιτρέπει ο εν λόγω νόμος, να λάβει μέτρο ούτε κατά προσώπου επειδή το πρόσωπο αυτό φέρεται, στο πλαίσιο προγράμματος, να άσκησε καταχρηστικά την ελευθερία έκφρασης ή να συνέβαλε σε τέτοια κατάχρηση, ούτε κατά του προγράμματος. Επιπλέον, από το άρθρο 11 του κεφαλαίου 1 του εν λόγω νόμου προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται σε δημόσιο φορέα να απαγορεύει ή να παρεμποδίζει την παραγωγή, τη δημοσιοποίηση ή τη διάδοση στο κοινό προγράμματος και εγγραφών τέτοιας φύσεως για λόγους που άπτονται του περιεχομένου του, εκτός αν το οικείο μέτρο βρίσκει έρεισμα στον ίδιο νόμο.
22 Δυνάμει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 1 του Lagen (2018:218) med kompletterande bestämmelser till EU:s dataskyddsförordning (νόμου περί συμπληρωματικών διατάξεων του γενικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία δεδομένων), της 19ης Απριλίου 2018 (SFS 2018, αριθ. 218), ο ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η εφαρμογή του αντιβαίνει στον συνταγματικό νόμο για την ελευθερία του Τύπου ή στον συνταγματικό νόμο για την ελευθερία της έκφρασης. Κατά το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, ορισμένα άρθρα του ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που διενεργείται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων, για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23 Η Legal Newsdesk Sweden διαχειρίζεται τη βάση δεδομένων Lexbase, η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αναζήτησης προσώπων και επιχειρήσεων σε βάρος των οποίων κινήθηκε ποινική διαδικασία ενώπιον σουηδικού δικαστηρίου. Η βάση δεδομένων περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
24 Ο ND, ενάγων της κύριας δίκης, καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2011.
25 Η Legal Newsdesk Sweden δημοσίευσε την απόφαση στη βάση δεδομένων Lexbase, η απόφαση δε αυτή εξακολούθησε να είναι προσβάσιμη έως τον Φεβρουάριο του 2024. Μολονότι ο ενάγων της κύριας δίκης υπέβαλε στην εν λόγω εταιρία αίτημα διαγραφής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, τα δεδομένα αυτά δεν διαγράφηκαν αμέσως, αλλά μεταγενέστερα, βάσει της εσωτερικής πολιτικής της εταιρίας για τη διατήρηση των δεδομένων.
26 Με αγωγή που άσκησε ενώπιον του Attunda tingsrätt (πρωτοδικείου Attunda, Σουηδία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ο ND ζήτησε, επικαλούμενος παράβαση του ΓΚΠΔ, να υποχρεωθεί η Legal Newsdesk Sweden να καταβάλει αποζημίωση ύψους 300 000 σουηδικών κορωνών (SEK) (περίπου 26 000 ευρώ), πλέον τόκων.
27 Η Legal Newsdesk Sweden αντέκρουσε την αγωγή και επικαλέστηκε συναφώς το πιστοποιητικό συνταγματικής προστασίας βάσει της ελευθερίας έκφρασης, καλούμενο utgivningsbevis, το οποίο χορηγήθηκε από την Myndigheten för press, radio och tv (εθνική υπηρεσία Τύπου, ραδιοφώνου και τηλεόρασης, Σουηδία) και το οποίο καλύπτει τις πληροφορίες που δημοσιεύονται στη βάση δεδομένων Lexbase. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το σουηδικό δίκαιο, σε μια τέτοια περίπτωση ο ΓΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή, καθόσον το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, από τον συνταγματικό νόμο για την ελευθερία του Τύπου και από τον συνταγματικό νόμο για την ελευθερία της έκφρασης, οι οποίοι προβλέπουν ως μόνα μέσα ένδικης προστασίας τη δυνατότητα κίνησης ποινικής διαδικασίας λόγω δυσφήμησης και την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως λόγω δυσφήμησης.
28 Συναφώς, αφού υπενθύμισε το περιεχόμενο του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 2, του ΓΚΠΔ και της αιτιολογικής σκέψεως 153 του εν λόγω κανονισμού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο ΓΚΠΔ επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων, για «δημοσιογραφικούς σκοπούς».
29 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ΓΚΠΔ δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για «δημοσιογραφικούς σκοπούς». Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, ναι μεν το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και ότι πρέπει να θεωρείται ότι οι δραστηριότητες που αποσκοπούν στη δημοσιοποίηση πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών, με οποιοδήποτε μέσο μετάδοσης, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που προέρχονται από έγγραφα τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχουν δημόσιο χαρακτήρα, επιδιώκουν τέτοιο σκοπό, πλην όμως δεν έχει διευκρινιστεί αν η δημοσιοποίηση αυτή προϋποθέτει κάποιας μορφής σύνταξη ή προσαρμογή των πληροφοριών αυτών.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Attunda tingsrätt (πρωτοδικείο Attunda) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν και άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις, πέραν εκείνων που οφείλουν να θεσπίζουν σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 2, του κανονισμού, σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς άλλους πέραν των δημοσιογραφικών σκοπών ή των σκοπών πανεπιστημιακής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Έχει το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο θίγεται από επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστάμενη στη διάθεση στο κοινό, μέσω διαδικτύου και έναντι ανταλλάγματος, δεδομένων που αφορούν ποινικές του καταδίκες δεν διαθέτει άλλη μορφή ένδικης προστασίας πέρα από τη δυνατότητα κίνησης ποινικής διαδικασίας για δυσφήμηση ή την έγερση σχετικής αξίωσης αποζημίωσης, τούτο αποτελεί θεμιτό συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του εν λόγω κανονισμού με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ή το δεύτερο ερώτημα: Έχει το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι δραστηριότητα η οποία συνίσταται στη διάθεση στο κοινό, μέσω διαδικτύου και έναντι ανταλλάγματος, δημοσίων εγγράφων που αφορούν ποινικές καταδίκες, χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία ή προσαρμογή των εν λόγω εγγράφων, συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται για τους προβλεπόμενους από τη διάταξη αυτή σκοπούς;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
31 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, βάσει της διατάξεως αυτής, νομοθετικά μέτρα τα οποία βαίνουν πέραν όσων προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που εισάγουν παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του κανονισμού αυτού για τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από τους δημοσιογραφικούς ή τους σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω μέτρα είναι αναγκαία για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
32 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, τα κράτη μέλη συμβιβάζουν διά νόμου το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του εν λόγω κανονισμού με το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης.
33 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας το σαφές και επακριβές γράμμα αυτής της διάταξης. Επομένως, εφόσον η έννοια διάταξης του δικαίου της Ένωσης προκύπτει χωρίς αμφισημία από το ίδιο το γράμμα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλίνει από την ερμηνεία που υπαγορεύει αποκλειστικά το γράμμα της διατάξεως αυτής (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2022, VYSOČINA WIND, C‑181/20, EU:C:2022:51, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ορίζει απλώς ότι τα κράτη μέλη συμβιβάζουν διά νόμου το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του εν λόγω κανονισμού με το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, χωρίς να προβλέπει ότι ο συμβιβασμός αυτός μπορεί να συνεπάγεται τη θέσπιση εξαιρέσεων ή παρεκκλίσεων από τον ΓΚΠΔ.
35 Βεβαίως, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 17 των προτάσεών του, από τη χρήση του όρου «συμπεριλαμβανομένης» στο άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ προκύπτει άνευ αμφισημίας ότι οι πράξεις επεξεργασίας που διενεργούνται για τους ειδικούς σκοπούς που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, ήτοι οι πράξεις επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, αποτελούν μέρος μόνον των πράξεων επεξεργασίας που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του προβλεπόμενου στην ως άνω διάταξη συμβιβασμού.
36 Εντούτοις, το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, δυνάμει της οποίας, στο πλαίσιο της επεξεργασίας που διενεργείται για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, τα κράτη μέλη προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τα κεφάλαια ΙΙ έως VII και από το κεφάλαιο ΙΧ του εν λόγω κανονισμού, εφόσον τούτο απαιτείται για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
37 Από το γράμμα του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 2, του ΓΚΠΔ προκύπτει επομένως σαφώς ότι η μεν παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου θεσπίζει γενικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη να συμβιβάζουν, διά νομοθετικών μέτρων, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς και για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, ο δε ειδικός κανόνας που διατυπώνεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά τον οποίο εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του κανονισμού, εφόσον τούτο απαιτείται για την επίτευξη του συμβιβασμού αυτού, ισχύει μόνον για τους εν λόγω ειδικούς σκοπούς.
38 Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται, κατ’ αρχάς, από την αιτιολογική σκέψη 153 του ΓΚΠΔ, κατά την οποία ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 85 του κανονισμού συνίσταται στο να παρασχεθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού «μόνο» στο πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης.
39 Εν συνεχεία, δεδομένου ότι το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ καθορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να προβλέπονται οι εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του εν λόγω κανονισμού, οι εξαιρέσεις ή οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Inspektorat kam Visshia sadeben savet, C‑313/23, C‑316/23 και C‑332/23, EU:C:2025:303, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι ο συμβιβασμός πλειόνων θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, όπως το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, τα οποία αναγνωρίζονται αντιστοίχως στα άρθρα 8 και 11 του Χάρτη, πρέπει να επιτευχθεί εντός των ορίων ορθής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαίωμα προσφυγής κατά αιτήματος παροχής πληροφοριών σε φορολογικά θέματα), C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
41 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η επίτευξη μιας τέτοιας ορθής ισορροπίας προϋποθέτει τη συνεκτίμηση της λειτουργίας των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της κοινωνίας [αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg, C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 49, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
42 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε, όσον αφορά τις πράξεις επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, αφενός να επιβάλει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέψουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του κανονισμού αυτού, το εύρος των οποίων μπορεί, ωστόσο, να διαφέρει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, και αφετέρου να μνημονεύσει σημαντικό αριθμό κεφαλαίων του εν λόγω κανονισμού επί των οποίων χωρούν οι εξαιρέσεις ή οι παρεκκλίσεις αυτές, και τούτο στο μέτρο που έκρινε ότι μόνον οι μορφές έκφρασης που εξυπηρετούν τους σκοπούς αυτούς, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας τους σε μια δημοκρατική κοινωνία, δικαιολογούσαν τόσο εκτεταμένες εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
43 Επομένως, ο συμβιβασμός του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του ΓΚΠΔ με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, τον οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν νομοθετικώς σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να προβλέπουν τα κράτη μέλη, βάσει της εν λόγω διατάξεως, εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τον ΓΚΠΔ για πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίες επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από τους δημοσιογραφικούς ή τους σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης.
44 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, βάσει της διατάξεως αυτής, νομοθετικά μέτρα τα οποία βαίνουν πέραν όσων προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που εισάγουν παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του κανονισμού αυτού για τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από τους δημοσιογραφικούς ή τους σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω μέτρα είναι αναγκαία για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
45 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε μέτρα τα οποία θεσπίζουν τα κράτη μέλη βάσει της διατάξεως αυτής και τα οποία προβλέπουν, ως εξειδίκευση της υποχρέωσης των κρατών μελών όσον αφορά τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, ότι τα μόνα μέσα ένδικης προστασίας που διαθέτει πρόσωπο το οποίο έχει καταδικαστεί ποινικά, σε περίπτωση που δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν τις ποινικές καταδίκες του καθίστανται διαθέσιμα στο κοινό μέσω του διαδικτύου έναντι αντιτίμου, είναι η δυνατότητα κίνησης ποινικής διαδικασίας για δυσφήμηση ή η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της δυσφημήσεώς του.
46 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθετικά μέτρα τα οποία παρεκκλίνουν από τα κεφάλαια II έως VII και IX, εφόσον οι σχετικές παρεκκλίσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του ΓΚΠΔ με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
47 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι το κεφάλαιο VIII του ΓΚΠΔ περιλαμβάνει το άρθρο 77, παράγραφος 1, το άρθρο 78, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 79, παράγραφος 1, καθώς και το άρθρο 82, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, άρθρα τα οποία αφορούν τα μέσα ένδικης προστασίας που πρέπει να διαθέτει κάθε πρόσωπο έναντι πράξεων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως είναι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο μέτρο που κατοχυρώνουν αντιστοίχως, πρώτον, το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να υποβάλλουν καταγγελία σε εποπτική αρχή, δεύτερον, το δικαίωμα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να ασκήσει πραγματική δικαστική προσφυγή κατά νομικά δεσμευτικής απόφασης εποπτικής αρχής που το αφορά, τρίτον, το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κάθε προσώπου που θεωρεί ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από τον ΓΚΠΔ παραβιάστηκαν λόγω επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του ΓΚΠΔ από υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία, καθώς και, τέταρτον, το δικαίωμα κάθε προσώπου που υπέστη υλική ή μη υλική ζημία λόγω παράβασης του ΓΚΠΔ να αποζημιωθεί από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία.
48 Καθόσον το κεφάλαιο VIII δεν συγκαταλέγεται στα κεφάλαια που μνημονεύει το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, συνάγεται εντεύθεν ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, για πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίες επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που διαλαμβάνονται στην εν λόγω παράγραφο 2, το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να τους επιτρέπει να παρεκκλίνουν από το άρθρο 77, παράγραφος 1, το άρθρο 78, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 79, παράγραφος 1, καθώς και το άρθρο 82, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ.
49 Κατά συνέπεια, και δεδομένου ότι ο ΓΚΠΔ δεν ρυθμίζει τις δικονομικές λεπτομέρειες άσκησης των μέσων ένδικης προστασίας που προβλέπει, εναπόκειται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας, να τις καθορίσουν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι ούτε λιγότερο ευνοϊκές από τις διέπουσες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε ικανές να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Quirin Privatbank, C‑655/23, EU:C:2025:655, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Αντιθέτως, καθόσον το άρθρο 77, παράγραφος 1, το άρθρο 78, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 79, παράγραφος 1, και το άρθρο 82, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, τα οποία, ως άμεσα εφαρμοστέα, παρέχουν στα υποκείμενα των δεδομένων δικαίωμα ασκήσεως των προβλεπόμενων σε αυτά μέσων ένδικης προστασίας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την άσκηση των εν λόγω μέσων από ουσιαστικές προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που απορρέουν από τον κανονισμό αυτόν.
51 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε μέτρα τα οποία θεσπίζουν τα κράτη μέλη βάσει της διατάξεως αυτής και τα οποία προβλέπουν, ως εξειδίκευση της υποχρέωσης των κρατών μελών όσον αφορά τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, ότι τα μόνα μέσα ένδικης προστασίας που διαθέτει πρόσωπο το οποίο έχει καταδικαστεί ποινικά, σε περίπτωση που δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν τις ποινικές καταδίκες του καθίστανται διαθέσιμα στο κοινό μέσω του διαδικτύου έναντι αντιτίμου, είναι η δυνατότητα κίνησης ποινικής διαδικασίας για δυσφήμηση ή η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της δυσφημήσεώς του.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
52 Η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, διότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής ούτε καθιστούν δυνατό τον σαφή προσδιορισμό του σκοπού των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξεων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ούτε παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμηθεί αν η επεξεργασία είναι σύμφωνη προς το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ.
53 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που του έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Αποτελέσματα αποφάσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑753/22, EU:C:2024:524, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
54 Ειδικότερα, όσον αφορά την τελευταία αυτή περίπτωση, κατά πάγια νομολογία, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 94, στοιχεία αʹ και βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο επιβάλλει ιδίως να παραθέτει το εθνικό δικαστήριο, αφενός, τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά ή, τουλάχιστον, τα πραγματικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα και, αφετέρου, να προσδιορίζει το αιτούν δικαστήριο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει (απόφαση της 12ης Μαρτίου 2026, Marhaux, C‑150/25, EU:C:2026:188, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Εν προκειμένω, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του όρου «δημοσιογραφικοί σκοποί» κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ και, συνεπώς, την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης. Όμως, για να δοθεί απάντηση σε ένα τέτοιο προδικαστικό ερώτημα, δεν παρίσταται αναγκαία ούτε η γνώση του σκοπού των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ούτε η εκτίμηση της συμφωνίας των πράξεων αυτών προς το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ.
56 Δεδομένου ότι, εξάλλου, δεν προκύπτει προδήλως από τη δικογραφία ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Επί της ουσίας
57 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι η διάθεση στο κοινό, μέσω του διαδικτύου και έναντι αντιτίμου, δημοσίων εγγράφων τα οποία συνίστανται σε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις, χωρίς τα εν λόγω έγγραφα να έχουν υποβληθεί σε οποιαδήποτε προσαρμογή ή σύνταξη, μπορεί να θεωρηθεί ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενη για «δημοσιογραφικούς σκοπούς», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
58 Προκαταρκτικώς, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου κατά την οποία ο όρος «επεξεργασία», κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, έχει ευρύ περιεχόμενο (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, C‑683/21, EU:C:2023:949, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), διαπιστώνεται ότι η διάθεση στο κοινό, μέσω διαδικτύου, δημόσιων εγγράφων τα οποία συνίστανται σε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του ΓΚΠΔ.
59 Πλην όμως, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, όταν τέτοια επεξεργασία πραγματοποιείται για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από τα κεφάλαια II έως VII και IX του ΓΚΠΔ, εφόσον οι εξαιρέσεις ή οι παρεκκλίσεις αυτές είναι αναγκαίες προκειμένου να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
60 Βεβαίως, ούτε το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ ούτε κάποια άλλη διάταξη του ΓΚΠΔ περιέχει ορισμό της έννοιας των «δημοσιογραφικών σκοπών» ή ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών, βάσει της οποίας θα μπορούσε να προσδιοριστεί το νόημα ή το περιεχόμενο της έννοιας αυτής.
61 Πλην όμως, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της «δημοσιογραφίας», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 9 της οδηγίας 95/46 και μπορεί να τύχει εφαρμογής, κατ’ αναλογίαν, κατά την ερμηνεία της έννοιας των «δημοσιογραφικών σκοπών» του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, δραστηριότητες μπορούν να χαρακτηρίζονται ως δημοσιογραφικές αν με αυτές σκοπείται να ανακοινώνονται στο κοινό πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, με οποιονδήποτε τρόπο (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, C‑73/07, EU:C:2008:727, σκέψη 61).
62 Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 153 του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι, για να ληφθεί υπόψη η σημασία που έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως οι έννοιες που σχετίζονται με την ελευθερία αυτή, όπως η έννοια της «δημοσιογραφίας».
63 Από την αιτιολογική σκέψη 153 προκύπτει επίσης ότι οι εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ αποσκοπούν στον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη.
64 Πάντως, μολονότι ο όρος «δημοσιογραφικοί σκοποί» κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, εντούτοις μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να καλύπτει κάθε μορφή έκφρασης, αλλά πρέπει να νοείται κατά τρόπο ο οποίος να λαμβάνει υπόψη ό,τι διαφοροποιεί, από την άποψη της διαμόρφωσής τους, τη δημοσιογραφική έκφραση από τις άλλες μορφές έκφρασης, και τούτο λαμβανομένου υπόψη του ρόλου που διαδραματίζει η έννοια αυτή στη γενική οικονομία της εν λόγω διατάξεως.
65 Για τους σκοπούς της ερμηνείας του άρθρου 11 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, αυτού, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorité des marchés financiers, C‑302/20, EU:C:2022:190, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
66 Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι η δημοσιογραφική δραστηριότητα προϋποθέτει εργασία σύνταξης ή προσαρμογής των πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών που ανακοινώνονται, πραγματοποιούμενη σε τακτική ή επαγγελματική βάση, ή, τουλάχιστον, εργασία μέσω της οποίας τίθενται στη διάθεση του κοινού πληροφορίες, απόψεις ή ιδέες, σύμφωνα με συντακτικές επιλογές (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 17ης Ιανουαρίου 2023, Axel Springer SE κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2023:0117JUD000896418, § 33, και της 5ης Απριλίου 2022, NIT S.R.L. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, CE:ECHR:2022:0405JUD002847012, § 193).
67 Δεύτερον, ακόμη και όταν συνίσταται στη δημοσιοποίηση απόψεων ή ιδεών, η δημοσιογραφική δραστηριότητα προϋποθέτει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί επί των οποίων θεμελιώνονται τέτοιες απόψεις ή τέτοιες ιδέες έχουν επαληθευτεί κατά τρόπο ώστε να είναι επαρκώς αξιόπιστοι (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 21ης Ιανουαρίου 1999, Fressoz και Roire κατά Γαλλίας, CE:ECHR:1999:0121JUD002918395, § 52 και 54, και της 16ης Μαρτίου 2017, Ólafsson κατά Ισλανδίας, CE:ECHR:2017:0316JUD005849313, § 53).
68 Τρίτον, προκειμένου να θεωρηθεί ως «δημοσιογραφική», η ασκούμενη δραστηριότητα πρέπει να τηρεί τους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 27ης Ιουνίου 2017, Satakunnan Markkinapörssi Oy και Satamedia Oy κατά Φινλανδίας, CE:ECHR:2017:0627JUD000093113, § 183 και 186, και της 28ης Ιουνίου 2018, M. L. και W. W. κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2018:0628JUD006079810, § 105).
69 Αντιθέτως, δεδομένου ότι η έννοια της «δημοσιογραφίας» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (βλ. σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως), ούτε το γεγονός ότι η επίμαχη δραστηριότητα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ασκείται μέσω του διαδικτύου έναντι αντιτίμου (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, C‑73/07, EU:C:2008:727, σκέψεις 59 έως 62), ούτε το γεγονός ότι η επεξεργασία αφορά ποινικές καταδίκες αποκλείει το ενδεχόμενο η εν λόγω επεξεργασία να πραγματοποιείται για «δημοσιογραφικούς σκοπούς».
70 Πράγματι, βεβαίως, η φύση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορά μια πράξη επεξεργασίας, ιδίως ο ενδεχομένως ευαίσθητος χαρακτήρας τους, καθώς και η φύση και οι συγκεκριμένες πρακτικές λεπτομέρειες της επεξεργασίας αυτής, ιδίως ο αριθμός των προσώπων που έχουν πρόσβαση στα δεδομένα και ο τρόπος πρόσβασης σε αυτά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν η προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, ιδίως εκείνη την οποία απολαύουν οι δημοσιογράφοι, μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden, C‑61/22, EU:C:2024:251, σκέψη 106), ιδίως από το άρθρο 10 του κανονισμού, το οποίο θεσπίζει ειδική προστασία για τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια επεξεργασία αφορά τέτοια δεδομένα δεν ασκεί επιρροή προκειμένου να κριθεί αν, σε στάδιο προγενέστερο της εκτιμήσεως αυτής, η επεξεργασία μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε για «δημοσιογραφικούς σκοπούς».
71 Πάντως, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ αναφέρεται σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο δημοσιογραφικής δραστηριότητας, αλλά για «δημοσιογραφικούς σκοπούς». Επομένως, η έννοια των «σκοπών» συνεπάγεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 2, δεν περιορίζεται στην επεξεργασία που πραγματοποιείται κατά τη δημοσίευση πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών και συνίσταται στη διάθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο κοινό, αλλά περιλαμβάνει επίσης την επεξεργασία που είναι αναγκαία για τέτοια δημοσίευση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2022, Autorité des marchés financiers, C‑302/20, EU:C:2022:190, σκέψεις 64 και 67 έως 69).
72 Στο μέτρο που η δημοσιογραφική εργασία συνεπάγεται επιλογή και ιεράρχηση των πληροφοριών που έχουν συγκεντρωθεί, μπορούν επομένως να χαρακτηριστούν ως επεξεργασία πραγματοποιούμενη για «δημοσιογραφικούς σκοπούς», κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, όχι μόνον οι διάφορες πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίες είναι αναγκαίες για τη δημοσίευση πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών αλλά και εκείνες που αφορούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιεχόμενα σε πληροφορίες οι οποίες δεν επελέγησαν τελικά κατά το πέρας της επιλογής αυτής.
73 Κατά συνέπεια, προκειμένου να εμπίπτει στην έννοια των «δημοσιογραφικών σκοπών», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η πράξη επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να έχει ως σκοπό την ανακοίνωση στο κοινό των πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών, σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής, έπειτα από εργασία σύνταξης ή προσαρμογής ή, τουλάχιστον, βάσει ορισμένης συντακτικής γραμμής, και τούτο κατόπιν επαλήθευσης των οικείων πραγματικών ισχυρισμών.
74 Όμως, μια δραστηριότητα όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία συνίσταται στη διάθεση στο κοινό, μέσω του διαδικτύου και έναντι αντιτίμου, δημοσίων εγγράφων που αφορούν επιβληθείσες ποινικές καταδίκες, δεν φαίνεται να απαιτεί εργασία σύνταξης ή προσαρμογής ούτε προκύπτει ότι ασκείται βάσει ορισμένης συντακτικής γραμμής, όπερ πάντως απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Επιπλέον, δεν προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ότι η Legal Newsdesk Sweden υπόκειται στους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, όπερ απόκειται επίσης στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
75 Βεβαίως, τα έγγραφα αυτά μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμη πηγή πληροφοριών για την άσκηση δημοσιογραφικής δραστηριότητας. Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι οι πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τις οποίες συνεπάγεται, ειδικότερα, η διάθεση τέτοιων εγγράφων στο κοινό δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν πραγματοποιηθεί «για δημοσιογραφικούς σκοπούς», κατά την έννοια του άρθρου 85 του ΓΚΠΔ, παρά μόνον αν τα εν λόγω έγγραφα προορίζονται αποκλειστικά για τέτοια δραστηριότητα.
76 Ωστόσο, στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, όπερ απόκειται πάντως στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι οποιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση, χρησιμοποιώντας την επίμαχη βάση δεδομένων, στα έγγραφα που αφορούν τις ποινικές καταδίκες των οικείων προσώπων υπό τη μόνη προϋπόθεση να καταβάλει αντίτιμο και, ως εκ τούτου, οι πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργούνται προκειμένου να καταστεί δυνατή τέτοια πρόσβαση, όπως η διάθεση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιέχονται στα έγγραφα αυτά, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι πραγματοποιούνται για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
77 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι η διάθεση στο κοινό, μέσω του διαδικτύου και έναντι αντιτίμου, δημοσίων εγγράφων τα οποία συνίστανται σε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενη «για δημοσιογραφικούς σκοπούς», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παρά μόνον στο μέτρο που έχει ως σκοπό την ανακοίνωση στο κοινό πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών, σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, έπειτα από εργασία σύνταξης ή προσαρμογής ή, τουλάχιστον, βάσει ορισμένης συντακτικής γραμμής, και τούτο κατόπιν επαλήθευσης των οικείων πραγματικών ισχυρισμών.
Επί των δικαστικών εξόδων
78 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων),
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται στο να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, βάσει της διατάξεως αυτής, νομοθετικά μέτρα τα οποία βαίνουν πέραν όσων προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που εισάγουν παρεκκλίσεις από συγκεκριμένα κεφάλαια του κανονισμού αυτού για τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από τους δημοσιογραφικούς ή τους σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω μέτρα είναι αναγκαία για τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.
2) Το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε μέτρα τα οποία θεσπίζουν τα κράτη μέλη βάσει της διατάξεως αυτής και τα οποία προβλέπουν, ως εξειδίκευση της υποχρέωσης των κρατών μελών όσον αφορά τον συμβιβασμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, ότι τα μόνα μέσα ένδικης προστασίας που διαθέτει πρόσωπο το οποίο έχει καταδικαστεί ποινικά, σε περίπτωση που δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν τις ποινικές καταδίκες του καθίστανται διαθέσιμα στο κοινό μέσω του διαδικτύου έναντι αντιτίμου, είναι η δυνατότητα κίνησης ποινικής διαδικασίας για δυσφήμηση ή η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της δυσφημήσεώς του.
3) Το άρθρο 85, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/679
έχει την έννοια ότι:
η διάθεση στο κοινό, μέσω του διαδικτύου και έναντι αντιτίμου, δημοσίων εγγράφων τα οποία συνίστανται σε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενη «για δημοσιογραφικούς σκοπούς», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παρά μόνον στο μέτρο που έχει ως σκοπό την ανακοίνωση στο κοινό πληροφοριών, απόψεων ή ιδεών, σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, έπειτα από εργασία σύνταξης ή προσαρμογής ή, τουλάχιστον, βάσει ορισμένης συντακτικής γραμμής, και τούτο κατόπιν επαλήθευσης των οικείων πραγματικών ισχυρισμών.
(υπογραφές)
