Η ερμηνεία της απόφασης του Αρείου Πάγου από τους χρηματοδοτικούς φορείς ανεβάζει πάλι στα ύψη τους τόκους στις ρυθμίσεις δανείων του ν. Κατσέλη. Τι δείχνουν τα παραδείγματα. Έντονες αντιδράσεις από τους νομικούς των δανειοληπτών.
Του Νώντα Χαλδούπη
Δεν έληξε με την ιστορική απόφαση 6/2026 του Αρείου Πάγου η μεγάλη «μάχη» των δανειοληπτών με τράπεζες και servicers για την ερμηνεία του νόμου Κατσέλη. Οι χρηματοδοτικοί φορείς ετοιμάζονται να περάσουν σε αντεπίθεση για το κρίσιμο θέμα του υπολογισμού των τόκων, με μια ερμηνεία της απόφασης του Αρείου Πάγου που μπορεί να προκαλέσει σημαντική επιβάρυνση των ρυθμισμένων δανείων με τόκους.
Τράπεζες και servicers έχουν κατασταλάξει σε αυτή την ερμηνεία που φέρνει… τόκους από το παράθυρο στους δανειολήπτες με ρυθμισμένα δάνεια βάσει του νόμου Κατσέλη. Όμως, ακόμη δεν έχουν οριστικοποιήσει τις αποφάσεις τους για την τακτική που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια, καθώς εξετάζονται δύο εκδοχές:
1. Η πρώτη -και πλέον επιθετική- είναι να βγάλουν νέα προγράμματα αποπληρωμής των ρυθμισμένων δανείων, με βάση την ερμηνεία που δίνουν στην απόφαση του Α. Πάγου. Αυτό θα σήμαινε ότι οι δανειολήπτες που περιμένουν να απαλλαγούν ουσιαστικά από τους τόκους, θα δουν ξαφνικά μια νέα επιβάρυνση, σχεδόν εξίσου μεγάλη με την επιβάρυνση που θα προκαλούσε ο υπολογισμός τόκων επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου.
2. Η δεύτερη εκδοχή τακτικής προβλέπει ότι οι χρηματοδοτικοί φορείς θα επιστρέψουν το… νομικό μπαλάκι στον Άρειο Πάγο, ζητώντας από το Ανώτατο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη δική του απόφαση για τον υπολογισμό των τόκων, εξετάζοντας και την ερμηνεία που έχει γίνει από τους χρηματοδοτικούς φορείς. Αυτό θα προκαλούσε και πάλι αντιδράσεις, στον βαθμό που θα έφερνε και νέα καθυστέρηση στη διευθέτηση της διαφοράς δανειοληπτών – χρηματοδοτικών φορέων, αλλά θα επέτρεπε σε τράπεζες και servicers να συνεχίσουν να ελπίζουν σε μια ανατροπή των έως τώρα δυσμενών, για αυτούς, αποφάσεων της Δικαιοσύνης.
Η ερμηνεία που παράγει… τόκους
Οι νομικοί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχουν καταλήξει σε μια ερμηνεία της απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία παράγει… τόκους από μια διαφορετική πλευρά. Μέχρι τώρα, η απόφαση του Αρείου Πάγου έχει «κλειδώσει» τον υπολογισμό των τόκων επί της κάθε καταβαλλόμενης δόσης (και όχι επί του άληκτου κεφαλαίου, όπως είναι η συνήθης τραπεζική πρακτική), ενώ το επιτόκιο είναι επίσης «κλειδωμένο» από τον νόμο Κατσέλη.
Οι νομικοί των χρηματοδοτικών φορέων, όμως, «παίζουν» με την τρίτη παράμετρο υπολογισμού των τόκων, δηλαδή τον χρόνο. «Πατούν» στον Αστικό Κώδικα και σε μια αναφορά της απόφασης του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία «ο υπολογισμός του τόκου θα γίνει εξαρχής επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της».
Το πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της ερμηνείας που γίνεται από τους χρηματοδοτικούς φορείς είναι ότι δημιουργείται ένα μοντέλο υπολογισμού των τόκων, το οποίο αυξάνει θεαματικά τα ποσά που θα πληρώνουν οι οφειλέτες και τα φέρνει πολύ κοντά σε ό,τι θα πλήρωναν αν οι υπολογισμοί γίνονταν στο σύνολο του άληκτου κεφαλαίου.
Εάν επικρατήσει η ανάγνωση των τραπεζών, το βάρος του τόκου δεν παραμένει χαμηλό και σταθερό, αλλά αυξάνεται γραμμικά με την πάροδο του χρόνου, δημιουργώντας μια αριθμητική πρόοδο. Το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει ευκολότερα κατανοητό μέσα από ένα παράδειγμα ρύθμισης με κεφάλαιο 120.000, που πρέπει να αποπληρωθεί σε 240 μήνες (20 έτη) με δόση που έχει καθορισθεί από το δικαστήριο στα 500 ευρώ):
· Αν ο τόκος υπολογίζεται κάθε μήνα σταθερά στα 500 ευρώ με ετήσιο επιτόκιο 3%, ο δανειολήπτης θα επιβαρυνθεί με τόκους μόλις 300 ευρώ στην εικοσαετία, δηλαδή πρακτικά η ρύθμιση θα είναι άτοκη.
· Με την ερμηνεία των τραπεζών, στο πέρασμα του χρόνου οι τόκοι θα αυξάνονται. Η πρώτη δόση θα επιβαρυνθεί με τόκο 1,25 ευρώ, στην εκατοστή δόση (εκτοκισμός για 100 μήνες) ο τόκος θα ανέβει στα 125 ευρώ (625 ευρώ η συνολική δόση μαζί με τον τόκο) και η τελευταία δόση (240ή) θα ανεβάσει τους τόκους στα 300 ευρώ (εκτοκισμός για 240 μήνες), «φουσκώνοντας» τη μηνιαία επιβάρυνση στα 800 ευρώ.
· Το συνολικό αποτέλεσμα είναι ότι ο δανειολήπτης, αντί να πληρώσει ένα ελάχιστο ποσό τόκων (π.χ. 300 ευρώ για όλη την εικοσαετία), θα κληθεί να πληρώσει το άθροισμα μιας αριθμητικής προόδου. Ο συνολικός τόκος σε αυτή την περίπτωση θα άγγιζε τις 36.150 ευρώ πάνω στο κεφάλαιο των 120.000 ευρώ.
· Δηλαδή, προκύπτει μια αύξηση κατά 11.950% (!) σε σχέση με τους τόκους που θα πλήρωνε με την «καθαρή» λύση του υπολογισμού ανά μήνα. Το δε συνολικό ποσό τόκων (36.150 ευρώ) δεν απέχει πολύ από τις 39.724 ευρώ που θα πλήρωνε στο ίδιο παράδειγμα, αν οι τόκοι υπολογίζονταν στο συνολικό άληκτο κεφάλαιο, με βάση την «κλασική» τραπεζική μέθοδο.
«Αντίθετη στο πνεύμα της απόφασης του Α. Πάγου»
Νομικοί της πλευράς των δανειοληπτών αμφισβητούν με ένταση την ερμηνεία που δίνεται από τους χρηματοδοτικούς φορείς στην απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως τονίζεται στο Euroday.gr από τον Δημήτρη Σπυράκο, δικηγόρο και εισηγητή του νόμου Κατσέλη από τη θέση του γενικού γραμματέα του υπουργείου Ανάπτυξης, πρόκειται για μια ερμηνεία αντίθετη στο πνεύμα της απόφασης του Αρείου Πάγου. Η απόφαση καθιστά σαφές ότι πρώτος και σπουδαιότερος στόχος είναι να προστατευθούν οι δανειολήπτες από την υπερχρέωση, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αποδοκιμάζει, στην προκειμένη περίπτωση, τους συνήθεις τραπεζικούς τρόπους υπολογισμού των τόκων, ώστε να είναι βιώσιμη η εξυπηρέτηση της ρύθμισης από τον οφειλέτη.
Νομικοί σημειώνουν ότι η Ολομέλεια έκρινε ρητά ότι η δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν «αναδιαρθρώνει» απλώς ένα τραπεζικό δάνειο, αλλά δημιουργεί μια νέα δικαστική ρύθμιση και η μηνιαία δόση υπολογίζεται με βάση τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη.
Αν το δικαστήριο έκρινε ότι ο δανειολήπτης αντέχει να πληρώνει κατά το μέγιστο π.χ. 500 ευρώ τον μήνα, η ερμηνεία των τραπεζών που φθάνει τη δόση στα 800 ευρώ (λόγω σωρευμένου χρόνου) στον 20ό χρόνο, ουσιαστικά ακυρώνει την προστασία, τονίζουν νομικοί από την πλευρά των δανειοληπτών.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Α.Π., που αναπτύχθηκε για να καταρρίψει τα επιχειρήματα των τραπεζών περί επιβολής τόκων στο άληκτο κεφάλαιο, αλλά θα είχε ισχύ και για τη νέα ερμηνεία που δίνουν και ανεβάζει τους τόκους, η πρόσθετη επιβάρυνση θα οδηγούσε σε «εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και τον σκοπό του νόμου».
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Α.Π. «ξεκόβει» τον υπολογισμό της ρύθμισης Κατσέλη από τους αυστηρούς κανόνες της τραπεζικής/ενοχικής λειτουργίας, δηλαδή απομακρύνεται «από την τραπεζική ορολογία με τη στενή έννοια», ενώ η ερμηνεία των τραπεζών βάζει τον κλασικό υπολογισμό του τόκου ξανά από το παράθυρο.
