ΑΠΟΦΑΣΗ
Doulgerakis κατά Ελλάδας της 09.06.2026 (προσφ. αριθ. 5769/19)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, πατέρας τριών τέκνων, ενεπλάκη σε δικαστική διαδικασία επιμέλειας με την πρώην σύζυγό του, η οποία διήρκεσε συνολικά έξι έτη και οκτώ μήνες σε τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Η πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου διήρκεσε τέσσερα έτη και οκτώ μήνες, στο χρονικό αυτό διάστημα περιλαμβανόταν σχεδόν διετής καθυστέρηση στη διενέργεια των ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών, με διαδοχικό διορισμό τεσσάρων πραγματογνωμόνων, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι αποχώρησαν χωρίς να υποβάλουν έκθεση. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία στους πραγματογνώμονες, να τάξει προθεσμίες και να λάβει διορθωτικά μέτρα, κατά παράβαση της υποχρέωσης ταχείας και αποτελεσματικής διεξαγωγής που απορρέει από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ στις διαδικασίες επιμέλειας. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του σεβασμού της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Ελλείψει αιτήματος δίκαιης ικανοποίησης, δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Έλληνας υπήκοος γεννηθείς το 1976 και κάτοικος Ηρακλείου, νυμφεύθηκε την P.P. το 1997. Το ζεύγος απέκτησε τρία τέκνα: την E. (γενν. 1998), τον J. (γενν. 2001) και τον A. (γενν. 2003). Τον Αύγουστο του 2011 οι σύζυγοι διέκοψαν την έγγαμη συμβίωση. Ο προσφεύγων αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη δυνάμει προσωρινής διαταγής, ενώ η E. εγκαταστάθηκε μαζί του και τα δύο νεότερα τέκνα παρέμειναν με τη μητέρα τους. Ο γάμος λύθηκε με την υπ’ αριθ. 455/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Στο πεδίο των ασφαλιστικών μέτρων, με την υπ’ αριθ. 2934/2011 απόφαση της 18.11.2011 ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια της E. στον προσφεύγοντα και των J. και A. στην P.P., καθορίστηκαν ρυθμίσεις επικοινωνίας και παραχωρήθηκε προσωρινά στην P.P. η χρήση της οικογενειακής στέγης. Ακολούθησαν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και προσωρινών διαταγών του προσφεύγοντος (Δεκέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012, Ιούλιος 2013), με αίτημα την ανάκληση ή τροποποίηση της απόφασης 2934/2011 και την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας των δύο νεότερων τέκνων. Εν τοις πράγμασι, ο J. μετοίκησε στον προσφεύγοντα τον Φεβρουάριο του 2012 και ο A. τον Απρίλιο του 2012. Με προσωρινή διαταγή της 19.07.2013 επιτράπηκε προσωρινά η διαμονή και των τριών τέκνων με τον προσφεύγοντα έως την εξέταση της νέας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Με την υπ’ αριθ. 1242/2013 απόφαση της 22.11.2013 ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του J. στον προσφεύγοντα, ενώ η επιμέλεια του A. επανήλθε στην P.P. λόγω της μικρής ηλικίας του και του συναισθηματικού δεσμού με τη μητέρα του. Ο A. επέστρεψε ακολούθως να διαμένει με την P.P.
Η P.P. άσκησε στις 25.11.2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ζητώντας την αποκλειστική επιμέλεια και των τριών τέκνων. Η συζήτηση αρχικά προσδιορίστηκε για τις 02.11.2012 και αναβλήθηκε για την 01.03.2013. Ο προσφεύγων άσκησε ανταγωγή σε μη προσδιοριζόμενη ημερομηνία του 2011, την οποία παραιτήθηκε στις 14.01.2013, ασκώντας νέα ανταγωγή λόγω μεταβολής των συνθηκών, καθώς τα δύο νεότερα τέκνα είχαν διαμείνει μαζί του για σημαντικά χρονικά διαστήματα. Με την υπ’ αριθ. 418/2013 προδικαστική απόφαση της 12.06.2013 το δικαστήριο διέταξε ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες αμφοτέρων των γονέων και των τέκνων. Ακολούθησε αλυσίδα διαδοχικών αντικαταστάσεων: η πρώτη πραγματογνώμων (E.I.) ζήτησε την αντικατάστασή της, η δεύτερη (M.T.) αντικαταστάθηκε κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος λόγω μετεγκατάστασής της εκτός της δικαστικής περιφέρειας, η τρίτη (E.V.) ζήτησε την αντικατάστασή της λόγω αδυναμίας εξασφάλισης συνεργασίας και τελικώς ο τέταρτος πραγματογνώμων (E.B.), διορισθείς στις 30.07.2014, υπέβαλε την έκθεσή του το καλοκαίρι του 2015, σχεδόν δύο έτη μετά την αρχική διαταγή. Στις 22.09.2014 ο προσφεύγων διόρισε δικό του τεχνικό σύμβουλο και στις 21.12.2014 απέστειλε εξώδικη δήλωση στην P.P., ζητώντας τη συνεργασία και την προσέλευσή της στο γραφείο του τεχνικού συμβούλου. Στις 29.01.2015 ζήτησε τον προσδιορισμό της υπόθεσης προς συζήτηση. Η υπόθεση συζητήθηκε στις 02.10.2015 και η υπ’ αριθ. 272/2016 απόφαση της 15.07.2016 απέρριψε την αγωγή της P.P. και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή του προσφεύγοντος, αναθέτοντάς του την αποκλειστική επιμέλεια και των τριών τέκνων.
Αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν έφεση τον Σεπτέμβριο του 2016, η P.P. στις 22.09.2016 και ο προσφεύγων στις 27.09.2016. Η συζήτηση, αρχικώς προσδιορισθείσα για τις 08.01.2019, επισπεύσθηκε κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος της 03.10.2016 και διεξήχθη στις 04.04.2017. Με την υπ’ αριθ. 133/2017 απόφαση της 29.06.2017 το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης ανέθεσε την επιμέλεια του A. στην P.P. και επιβεβαίωσε την επιμέλεια των E. και J. στον προσφεύγοντα. Η αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος, ασκηθείσα στις 08.08.2017, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1284/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, δημοσιευθείσα στις 13.07.2018.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο στις 18.01.2019, παραπονούμενος, υπό το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, για την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών επιμέλειας. Το Δικαστήριο κοινοποίησε στην Κυβέρνηση την αιτίαση του άρθρου 8 και κήρυξε το υπόλοιπο της προσφυγής απαράδεκτο. Το ΕΔΔΑ, δικάζον ως Επιτροπή, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Θετικές υποχρεώσεις. Διαδικαστικές απαιτήσεις. Παραβίαση
Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του κατά την οποία η αναποτελεσματική και, ιδίως, η καθυστερημένη διεξαγωγή διαδικασιών επιμέλειας, γονικής μέριμνας και επικοινωνίας δύναται να στοιχειοθετήσει παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του άρθρου 8 (Popadić κατά Σερβίας, § 85, Αναγνωστάκης κ.α. κατά Ελλάδας, § 68, M. και M. κατά Κροατίας, § 179, Diamante και Pelliccioni κατά Αγίου Μαρίνου, § 177, Eberhard και M. κατά Σλοβενίας, §§ 139 και 142). Στις υποθέσεις που αφορούν τη σχέση προσώπου με το τέκνο του, οι δικαστικές αρχές οφείλουν να επιδεικνύουν εξαιρετική επιμέλεια, ενόψει του κινδύνου η παρέλευση του χρόνου να καταλήξει σε de facto διευθέτηση του ζητήματος. Η υποχρέωση αυτή, κρίσιμη υπό το άρθρο 6 § 1, εντάσσεται και στις δικονομικές απαιτήσεις που ενυπάρχουν στο άρθρο 8 (Jurišić κατά Κροατίας (αρ. 2), § 42). Η Δουλγεράκης πάντως, δεν εξετάζει αυτοτελή παράβαση του άρθρου 6 § 1. Το άρθρο 6 λειτουργεί εδώ ως νομολογιακό σημείο αναφοράς για το κριτήριο της εξαιρετικής επιμέλειας.
Εν προκειμένω, η κύρια δίκη επιμέλειας διήρκεσε συνολικά περίπου 6 έτη και 8 μήνες σε τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας (25.11.2011 – 13.07.2018): τέσσερα έτη και οκτώ μήνες πρωτοδίκως, περίπου εννέα μήνες κατ’ έφεση και περίπου ένδεκα μήνες ενώπιον του Αρείου Πάγου. Δεδομένου ότι η κατ’ έφεση και η αναιρετική διαδικασία δεν εμφάνισαν σημαντικά διαστήματα αδράνειας, το Δικαστήριο επικέντρωσε τον έλεγχό του στην πρωτοβάθμια διαδικασία.
Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Κυβέρνησης περί ιδιαίτερης πολυπλοκότητας. Ο αριθμός των τέκνων και οι μεταβαλλόμενες οικογενειακές συνθήκες είναι στοιχεία εγγενή στις περισσότερες διαφορές επιμέλειας και δεν δύνανται από μόνα τους να δικαιολογήσουν τόσο παρατεταμένη διάρκεια (Popadić, § 89). Ως προς το επιχείρημα ότι ο προσφεύγων διατήρησε τακτική επικοινωνία με τα τέκνα του και άσκησε πραγματική επιμέλεια σε δύο απ΄αυτά, το Δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι το στοιχείο αυτό διακρίνει την υπόθεση από καταστάσεις de facto ρήξης των οικογενειακών δεσμών (Αναγνωστάκης κ.α.), υπενθύμισε όμως ότι η απαίτηση εξαιρετικής επιμέλειας ισχύει εξίσου, ενόψει της αβεβαιότητας που διέπει εν τω μεταξύ την οικογενειακή ζωή.
Ως προς τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή δεν συνέβαλε ουσιωδώς στη συνολική διάρκεια. Οι ενέργειες ή η αδράνεια των γονέων δεν απαλλάσσουν τις αρχές από τη θετική υποχρέωση να διεξάγουν τις διαδικασίες επιμέλειας με ιδιαίτερη επιμέλεια και αποτελεσματικότητα (Eberhard και M., § 139). Η παραίτηση από την αρχική ανταγωγή και η άσκηση νέας τον Ιανουάριο του 2013 οφειλόταν σε μεταβολή των συνθηκών διαμονής των τέκνων, άπαξ και συνεκδικάστηκαν οι αξιώσεις, εναπόκειτο στο εθνικό δικαστήριο να διασφαλίσει την πρόοδο της δίκης. Ο προσφεύγων, εξάλλου, επιδίωξε ενεργώς την πρόοδο της διαδικασίας και διαμαρτυρήθηκε για τις καθυστερήσεις, ιδίως με το αίτημα προσδιορισμού της 29.01.2015 και με τα αιτήματα επιτάχυνσης της 12.07.2016 και της 03.10.2016.
Ως προς τις πραγματογνωμοσύνες, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ούτε η ανάγκη εξειδικευμένων αποδείξεων ούτε η συμπεριφορά των πραγματογνωμόνων απαλλάσσουν τις αρχές από την υποχρέωση οργάνωσης της διαδικασίας κατά τρόπο συμβατό με το άρθρο 8. Σε υποθέσεις επιμέλειας, η στήριξη σε πραγματογνωμοσύνες χωρίς διασφάλιση της έγκαιρης ολοκλήρωσής τους δεν δικαιολογεί παρατεταμένη αδράνεια (Ignaccolo-Zenide κατά Ρουμανίας, § 109). Το διάστημα μεταξύ Ιουνίου 2013 και θέρους 2015 σημαδεύτηκε από σημαντική καθυστέρηση. Τέσσερις πραγματογνώμονες διορίστηκαν διαδοχικά, τρεις εκ των οποίων αποχώρησαν χωρίς να υποβάλουν έκθεση, ενώ ο τέταρτος ολοκλήρωσε το πόρισμά του σχεδόν δύο έτη μετά την αρχική διαταγή. Κατά το διάστημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία επί του έργου των πραγματογνωμόνων, δεν έταξε προθεσμίες και δεν έλαβε επαρκή διορθωτικά μέτρα προς αποτροπή της αδράνειας της διαδικασίας. Περαιτέρω, το διάστημα περίπου δέκα μηνών μεταξύ της συζήτησης (02.10.2015) και της δημοσίευσης της απόφασης (15.07.2016) δεν δικαιολογήθηκε από νέα αποδεικτικά στοιχεία ή δικονομική αναγκαιότητα.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού (άρθρο 41 ΕΣΔΑ).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η περίοδος μεταξύ Ιουνίου 2013 και του θέρους του 2015 σημαδεύτηκε από σημαντική καθυστέρηση κατόπιν της διαταγής διενέργειας ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών. Τέσσερις πραγματογνώμονες διορίστηκαν διαδοχικά, εκ των οποίων οι τρεις αποχώρησαν πριν υποβάλουν οποιαδήποτε έκθεση, ενώ ο τέταρτος ολοκλήρωσε το πόρισμά του σχεδόν δύο έτη μετά την αρχική διαταγή […]. Κατά το διάστημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία επί του έργου των πραγματογνωμόνων, δεν έταξε προθεσμίες και δεν έλαβε επαρκή διορθωτικά μέτρα προς αποτροπή της αδράνειας της διαδικασίας» (παρ. 34).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η αυτοτελής λειτουργία του άρθρου 8 ως πεδίου ελέγχου της διάρκειας οικογενειακών δικών. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη νομολογιακή γραμμή κατά την οποία η υπερβολική διάρκεια διαδικασιών επιμέλειας δεν εξετάζεται μόνον υπό το πρίσμα της «εύλογης προθεσμίας» του άρθρου 6 § 1, αλλά μπορεί να συνιστά αυτοτελή παραβίαση των διαδικαστικών απαιτήσεων του άρθρου 8 (Jurišić κατά Κροατίας (αρ. 2), § 42, Eberhard και M., §§ 139 και 142). Ακριβέστερα, το άρθρο 8 δεν μετατρέπει κάθε καθυστέρηση σε παραβίαση της οικογενειακής ζωής, αλλά απαιτείται αξιολόγηση της φύσης της οικογενειακής σχέσης, της συμπεριφοράς των αρχών και του κινδύνου η εκκρεμοδικία να παγιώσει de facto την κατάσταση. Υπό το άρθρο 8 το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι η αφηρημένη χρονική διάρκεια, αλλά η επίδραση της καθυστέρησης στην ουσία της οικογενειακής σχέσης και ο κίνδυνος de facto διευθέτησης του ζητήματος διά της απλής παρόδου του χρόνου.
Παραβίαση χωρίς ρήξη των οικογενειακών δεσμών. Το πλέον αξιοσημείωτο δογματικό στοιχείο της απόφασης είναι η ρητή διάκριση από την Αναγνωστάκης κ.α. κατά Ελλάδας. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο προσφεύγων διατήρησε τακτική επικοινωνία με όλα τα τέκνα του και άσκησε πραγματική επιμέλεια σε δύο από αυτά, πλην όμως έκρινε ότι η απαίτηση εξαιρετικής επιμέλειας ισχύει αυτοτελώς, λόγω της αβεβαιότητας που η εκκρεμοδικία συνεπάγεται για την οικογενειακή ζωή. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, όταν οφείλεται σε ανεπαρκή δικαστική διαχείριση και αφορά σχέση γονέα-τέκνου, δύναται να θεμελιώσει παραβίαση ακόμη και χωρίς πλήρη αποξένωση. Δεν προκύπτει γενικός κανόνας ότι κάθε εκκρεμοδικία σε διαφορά επιμέλειας συνιστά καθ’ εαυτήν προσβολή του άρθρου 8.
Η ευθύνη του δικαστηρίου για την πορεία της πραγματογνωμοσύνης. Η απόφαση αποκρυσταλλώνει την υποχρέωση ενεργητικής δικαστικής διαχείρισης της αποδεικτικής διαδικασίας: το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εποπτεύει το έργο των πραγματογνωμόνων, να τάσσει προθεσμίες και να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα. Η επίκληση αντικειμενικών δυσχερειών (αποχωρήσεις, έλλειψη συνεργασίας, μη διαθεσιμότητα ειδικών) δεν απαλλάσσει το κράτος των ευθυνών του, διότι η οργάνωση του δικαιοδοτικού συστήματος ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Σύμβασης βαρύνει το ίδιο. Η αναφορά στην Ignaccolo-Zenide πρέπει να νοηθεί ως συγκριτική επίκληση της γενικής αρχής αποτελεσματικής κρατικής δράσης σε οικογενειακές υποθέσεις, όχι ως ταυτότητα πραγματικών περιστατικών.
Η αδυναμία επίκλησης της συμπεριφοράς του διαδίκου. Το Δικαστήριο απέρριψε τη συνήθη κυβερνητική γραμμή άμυνας περί συνυπαιτιότητας του προσφεύγοντος: οι δικονομικές πρωτοβουλίες γονέα που ανταποκρίνονται σε πραγματικές μεταβολές των συνθηκών (εν προκειμένω, η μεταβολή στη διαμονή των τέκνων) δεν δύνανται, χωρίς ειδική αιτιολογία, να του καταλογιστούν ως ουσιώδης αιτία καθυστέρησης, ενώ τα αιτήματα επιτάχυνσης συνεκτιμώνται υπέρ του. Ιδίως, το ΕΔΔΑ δεν αναφέρει ότι η συμπεριφορά διαδίκου είναι πάντοτε αδιάφορη, αλλά ανέφερε ότι, στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν συνέβαλε σημαντικά στη συνολική διάρκεια.
ΣΧΟΛΙΟ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Doulgerakis κατά Ελλάδας δεν μεταβάλλει το ισχύον νομολογιακό κριτήριο, αλλά εφαρμόζει με ακρίβεια τις αρχές της εξαιρετικής επιμέλειας στις δίκες επιμέλειας, εντοπίζοντας τον πυρήνα της παραβίασης όχι στη συνολική διάρκεια αφηρημένα, αλλά σε δύο συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα: πρώτον, στη σχεδόν διετή καθυστέρηση των διαδοχικών πραγματογνωμοσυνών και, δεύτερον, στο περαιτέρω δεκάμηνο μεταξύ της συζήτησης και της έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο δεν δικαιολογήθηκε από νέα αποδεικτικά στοιχεία ή δικονομική ανάγκη. Το ενδιαφέρον σημείο της απόφασης έγκειται στη διαφοροποιημένη εξέταση των φάσεων της διαδικασίας: το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι ανώτεροι βαθμοί δικαιοδοσίας δεν χαρακτηρίστηκαν από σημαντικά διαστήματα αδράνειας, ενώ καταλόγισε την παραβίαση στην ελλιπή διαχείριση της πρωτοβάθμιας διαδικασίας. Το ευρύτερο ενδιαφέρον της αφορά το ζήτημα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης στις ελληνικές οικογενειακές δίκες, χωρίς πάντως η ίδια η απόφαση να διαπιστώνει ρητώς συστημικό ή διαρθρωτικό πρόβλημα στον θεσμό των πραγματογνωμόνων.
Το ελληνικό συστημικό υπόβαθρο της διάρκειας των πολιτικών δικών. Η υπόθεση μπορεί να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πλαίσιο του γνωστού διαρθρωτικού προβλήματος της διάρκειας των δικών στην Ελλάδα, το οποίο οδήγησε στην πιλοτική απόφαση Γλυκαντζή κατά Ελλάδας (30.10.2012) για τις πολιτικές δίκες και, ακολούθως, στη θέσπιση αποζημιωτικού ενδίκου βοηθήματος με τον Ν. 4239/2014. Πρέπει όμως να αποφευχθεί η υπερβολική διατύπωση ότι το πρόβλημα έχει «θεραπευθεί» θεσμικά. Ακριβέστερα, ο Ν. 4239/2014 αντιμετώπισε πρωτίστως την ανάγκη ύπαρξης εσωτερικού αποζημιωτικού μηχανισμού για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας, αλλά δεν εξαντλεί τη θετική υποχρέωση του κράτους να οργανώνει εγκαίρως τις διαδικασίες που επηρεάζουν ενεργά την οικογενειακή ζωή. Η Doulgerakis καταδεικνύει ότι, σε υποθέσεις σχέσης γονέα-τέκνου, η εκ των υστέρων χρηματική αποκατάσταση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απαίτηση έγκαιρης δικαστικής κρίσης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Glykantzi κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 40150/09, 30.10.2012, HUDOC, Ν. 4239/2014.
Η πραγματογνωμοσύνη ως σημείο δικονομικής συμφόρησης. Η αλληλουχία τεσσάρων διαδοχικών διορισμών πραγματογνωμόνων, με τρεις αποχωρήσεις χωρίς υποβολή πραγματογνωμοσύνης, αναδεικνύει τον κίνδυνο η δικαστική πραγματογνωμοσύνη να μετατραπεί από αποδεικτικό εργαλείο σε αιτία ουσιαστικής παράλυσης της οικογενειακής δίκης. Η CEPEJ έχει επισημάνει, σε επίπεδο κατευθυντήριων γραμμών, ότι η ποιότητα και η ταχύτητα της απονομής δικαιοσύνης προϋποθέτουν σαφές πλαίσιο για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες, με προθεσμίες, μηχανισμούς παρακολούθησης και συνέπειες σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Η Doulgerakis προσδίδει στη δικαστική εποπτεία των πραγματογνωμόνων σαφή συμβατική διάσταση υπό το άρθρο 8. Η αδράνεια του δικαστηρίου έναντι του πραγματογνώμονα καταλογίζεται στο κράτος, όταν οδηγεί σε ασύμβατη καθυστέρηση διαδικασίας επιμέλειας. Πηγή: CEPEJ, Guidelines on the role of court-appointed experts in judicial proceedings of Council of Europe’s Member States, CEPEJ(2014)14, Στρασβούργο 2014.
Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και η χρονική διάσταση. Η απαίτηση ταχείας εκδίκασης των διαφορών επιμέλειας ερείδεται και στο διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του παιδιού. Η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 14 (2013) επί του άρθρου 3 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, υπογραμμίζει ότι η αντίληψη του χρόνου από το παιδί διαφέρει από εκείνη του ενηλίκου και ότι οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες που αφορούν παιδιά μπορεί να έχουν δυσμενείς συνέπειες στην εξέλιξή τους, επιβάλλοντας την κατά προτεραιότητα και ταχεία διεκπεραίωσή τους. Η εν λόγω οπτική ενισχύει τη θέση του ΕΔΔΑ ότι η αβεβαιότητα της εκκρεμοδικίας σε υποθέσεις επιμέλειας έχει ουσιαστική και όχι απλά δικονομική σημασία. Πρέπει, πάντως, να αποφεύγεται η μετατροπή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού σε αφηρημένο επιχείρημα υπέρ οποιασδήποτε γονικής θέσης. Αυτό λειτουργεί ως κριτήριο οργάνωσης και αιτιολόγησης της διαδικασίας και όχι ως αυτόματη απάντηση στο ζήτημα της επιμέλειας. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 14 (2013), CRC/C/GC/14, παρ. 93.
Συγκριτική αναφορά. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Fornerón e hija κατά Αργεντινής (27.04.2012), έκρινε ότι οι κρατικές παραλείψεις και η υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών που αφορούσαν τη νομική σχέση πατέρα-τέκνου παραβίασαν, μεταξύ άλλων, τις δικαστικές εγγυήσεις και τη δικαστική προστασία (άρθρα 8.1 και 25.1 της Αμερικανικής Σύμβασης), την προστασία της οικογένειας (άρθρο 17) και τα δικαιώματα του παιδιού (άρθρο 19), σε συνδυασμό με το άρθρο 1.1, καθώς και την υποχρέωση προσαρμογής του εσωτερικού δικαίου σε ειδικό σημείο της υπόθεσης. Επομένως, η σύγκριση είναι βάσιμη ως προς τη λειτουργική ιδέα ότι ο χρόνος σε υποθέσεις παιδιών μπορεί να παράγει μη αναστρέψιμες συνέπειες, αλλά δεν είναι «απολύτως παράλληλη» ούτε ταυτόσημη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, διότι το πραγματικό και το κανονιστικό πλαίσιο διαφέρουν. Στο σύστημα του ΟΗΕ, το Γενικό Σχόλιο αριθ. 14 της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Παιδιού αφορά τη χρονική διάσταση του βέλτιστου συμφέροντος. Το Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρέχει γενικό υπόβαθρο για την απαίτηση εκδίκασης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ, αλλά δεν αρκεί, από μόνο του και χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένη ατομική υπόθεση, για τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή έχει διαμορφώσει ειδικό κανόνα ταχείας εκδίκασης όλων των διαφορών γονικής μέριμνας υπό τα άρθρα 17, 23 και 24 ΔΣΑΠΔ. Στο δίκαιο της Ένωσης, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 (Βρυξέλλες ΙΙβ) θεσπίζει, στον ειδικό τομέα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, προθεσμίες έξι εβδομάδων για την έκδοση αποφάσεων επιστροφής: το δικαστήριο πρώτου βαθμού οφείλει, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίζει εντός έξι εβδομάδων από την επιληψία του, ενώ το δικαστήριο ανώτερου βαθμού εντός έξι εβδομάδων αφότου έχουν ολοκληρωθεί όλα τα απαιτούμενα διαδικαστικά βήματα. Η αναφορά στον Κανονισμό είναι χρήσιμη ως ενωσιακή ένδειξη της ιδιαίτερης αξίας του χρόνου στις διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές, όχι όμως ως άμεσος κανόνας για την εσωτερική δίκη επιμέλειας της Doulgerakis. Πηγή: IACtHR, Fornerón e hija Vs. Argentina, Sentencia de 27 de abril de 2012, Serie C No. 242· UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32· Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, άρθρο 24.
Συμπέρασμα. Η Doulgerakis κατά Ελλάδας προσθέτει στην ελληνική νομολογία του άρθρου 8 μία πρακτικά σημαντική διάσταση: τη σαφή υπαγωγή της καθυστέρησης στην πρωτοβάθμια δίκη επιμέλειας στις θετικές υποχρεώσεις σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Δεν πρόκειται απλώς για υπόθεση «εύλογης διάρκειας» υπό το άρθρο 6, ούτε για υπόθεση αποξένωσης με πλήρη ρήξη οικογενειακών δεσμών· πρόκειται για υπόθεση όπου η δικαστική αδράνεια, ιδίως στην πραγματογνωμοσύνη, παρέτεινε την αβεβαιότητα της οικογενειακής κατάστασης. Για την ελληνική δικαστική πρακτική, το μήνυμα είναι σαφές. Στις δίκες επιμέλειας, η δικαστική εποπτεία της πραγματογνωμοσύνης – με προθεσμίες, παρακολούθηση και διορθωτικές παρεμβάσεις – δεν αποτελεί απλώς ζήτημα καλής διαχείρισης, αλλά συμβατική υποχρέωση όταν από αυτήν εξαρτάται η αποτελεσματική προστασία της οικογενειακής ζωής.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Αναγνωστάκης κ.αs κατά Ελλάδας: Η προηγούμενη καταδίκη της Ελλάδας για καθυστερήσεις σε διαδικασία ρύθμισης επικοινωνίας πατέρα-τέκνου, στην οποία η παρέλευση του χρόνου είχε ουσιαστικά υπονομεύσει την οικογενειακή σχέση. Η Doulgerakis τη διακρίνει, διαπιστώνοντας παραβίαση ακόμη και χωρίς διαπιστωμένη πλήρη ρήξη των οικογενειακών δεσμών. Η σύγκριση είναι ορθή, υπό την προϋπόθεση ότι αποδίδεται ως διάκριση το μέγεθος της βλάβης και όχι ως πλήρης ταύτιση των πραγματικών περιστατικών. Πηγή: HUDOC, Αναγνωστάκης κ.α. κατά Ελλάδος της 23.09.2021, αρ. 46075/16, § 68.
Β) Popadić κατά Σερβίας: Απόφαση-αναφορά για τη μη αποδοχή της «πολυπλοκότητας» ως επαρκούς δικαιολογίας σε διαφορές επιμέλειας και επικοινωνίας: τα εγγενή χαρακτηριστικά των οικογενειακών διαφορών δεν καθιστούν την υπόθεση εξαιρετικά πολύπλοκη. Πηγή: HUDOC, Popadić v. Serbia της 20.09.2022, αρ. 7833/12, §§ 85 και 89.
Γ) Eberhard και M. κατά Σλοβενίας: Θεμελιώδης απόφαση για την αρχή ότι η συμπεριφορά των γονέων-διαδίκων δεν απαλλάσσει τις αρχές από τη θετική υποχρέωση επιμελούς και αποτελεσματικής διεξαγωγής των διαδικασιών επιμέλειας και επικοινωνίας. Η αρχή αυτή δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά του διαδίκου είναι νομικά αδιάφορη σε κάθε υπόθεση, σημαίνει όμως ότι δεν διακόπτει αυτομάτως τον καταλογισμό καθυστερήσεων στο κράτος. Πηγή: HUDOC, Eberhard and M. v. Slovenia της 01.12.2009, αρ. 8673/05 και 9733/05, §§ 139 και 142.
Δ) Jurišić κατά Κροατίας (αρ. 2): Αποσαφηνίζει ότι η υποχρέωση εξαιρετικής επιμέλειας, κρίσιμη για την «εύλογη προθεσμία» του άρθρου 6 § 1, αποτελεί συγχρόνως μέρος των δικονομικών απαιτήσεων που ενυπάρχουν στο άρθρο 8. Πηγή: HUDOC, Jurišić v. Croatia (αρ. 2) της 07.07.2022, αρ. 8000/21, § 42.
Ε) Ignaccolo-Zenide κατά Ρουμανίας: Κλασική απόφαση για τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους στις οικογενειακές διαδικασίες και ιδίως στην αποτελεσματική λήψη μέτρων για την υλοποίηση της οικογενειακής σχέσης. Στην Doulgerakis χρησιμοποιείται συγκριτικά για τη γενική αρχή ότι οι αρχές οφείλουν να οργανώνουν αποτελεσματικά τη διαδικασία. Δεν πρόκειται για υπόθεση πραγματογνωμοσύνης ή καθυστέρησης επιμέλειας με την ίδια δομή πραγματικών περιστατικών. Πηγή: HUDOC, Ignaccolo-Zenide v. Romania της 25.01.2000, αρ. 31679/96, § 109.
ΣΤ) Γλυκαντζή κατά Ελλάδας (πιλοτική): Η πιλοτική απόφαση που διέγνωσε διαρθρωτικό πρόβλημα υπερβολικής διάρκειας των πολιτικών δικών στην Ελλάδα και οδήγησε στη θέσπιση αποζημιωτικού ενδίκου βοηθήματος. Συνιστά χρήσιμο συστημικό υπόβαθρο, αλλά πρέπει να διακρίνεται από τη Doulgerakis, η οποία δεν αφορά την αποτελεσματικότητα αποζημιωτικού ενδίκου βοηθήματος, αλλά την ουσιαστική και διαδικαστική προστασία της οικογενειακής ζωής υπό το άρθρο 8. Πηγή: HUDOC, Glykantzi v. Greece της 20.10.2012, αρ. 40150/09.
Ζ) CEPEJ – Κατευθυντήριες γραμμές για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες: Η CEPEJ συνιστά σαφές κανονιστικό πλαίσιο για τους διοριζόμενους πραγματογνώμονες, με προθεσμίες, μηχανισμούς εποπτείας και ποιοτικό έλεγχο, ως προϋπόθεση ποιότητας και ταχύτητας της δικαιοσύνης. Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν είναι πηγή δεσμευτικού δικαίου αντίστοιχη με την ΕΣΔΑ, αλλά παρέχουν αξιόλογο ευρωπαϊκό πλαίσιο καλής διοίκησης της δικαιοσύνης και ενισχύουν την κριτική ανάγνωση της Doulgerakis. Πηγή: CEPEJ, Guidelines on the role of court-appointed experts in judicial proceedings of Council of Europe’s Member States, CEPEJ(2014)14.
Η) Επιτροπή ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού – Γενικό Σχόλιο αριθ. 14 (2013): Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού επιβάλλει την κατά προτεραιότητα και ταχεία διεκπεραίωση των διαδικασιών που το αφορούν, ενόψει της διαφορετικής αντίληψης του χρόνου από το παιδί. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 14 (2013), CRC/C/GC/14, παρ. 93.
Θ) U. Kilkelly, The Child and the European Convention on Human Rights: Θεμελιώδης μονογραφία για τη θέση του παιδιού στο σύστημα της ΕΣΔΑ, η οποία αναδεικνύει τη σημασία της νομολογίας του Στρασβούργου σε υποθέσεις επιμέλειας και επικοινωνίας. Η αναφορά είναι χρήσιμη βιβλιογραφικά, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πηγή συγκεκριμένου κανόνα της Doulgerakis. Ακριβής βιβλιογραφική παραπομπή: Ursula Kilkelly, The Child and the European Convention on Human Rights, Ashgate/Dartmouth, 1999, 2η έκδ., Routledge, 2017.
Ι) Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – Fornerón e hija κατά Αργεντινής: Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καθυστερήσεις και οι κρατικές παραλείψεις σε διαδικασίες σχετικές με τη νομική σχέση πατέρα-τέκνου παραβίασαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 8.1, 25.1, 17 και 19 της Αμερικανικής Σύμβασης. Η υπόθεση είναι συγκρίσιμη ως προς τη σημασία του χρόνου και τις μη αναστρέψιμες συνέπειες σε υποθέσεις παιδιών, αλλά δεν είναι ταυτόσημη με τη Doulgerakis. Πηγή: IACtHR, Fornerón e hija Vs. Argentina, Sentencia de 27 de abril de 2012, Serie C No. 242.
ΙΑ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ – Γενικό Σχόλιο αριθ. 32: Επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ, η Επιτροπή υπογραμμίζει τη γενική απαίτηση δίκαιης δίκης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Χωρίς παραπομπή σε ειδική ατομική υπόθεση, η αναφορά πρέπει να παραμείνει γενική και να μη διατυπώνεται ως ειδική νομολογία της Επιτροπής για όλες τις δίκες γονικής μέριμνας υπό τα άρθρα 17, 23 και 24 ΔΣΑΠΔ. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32.
ΙΒ) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 (Βρυξέλλες ΙΙβ): Στο πεδίο της διεθνούς απαγωγής παιδιών, ο ενωσιακός νομοθέτης θεσπίζει προθεσμίες έξι εβδομάδων για τις διαδικασίες επιστροφής. Ακριβέστερα: το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, να αποφασίζει εντός έξι εβδομάδων από την επιληψία του· το ανώτερο δικαστήριο εντός έξι εβδομάδων αφότου έχουν ολοκληρωθεί όλα τα απαιτούμενα διαδικαστικά βήματα. Η διάταξη δεν εφαρμόζεται άμεσα στη Doulgerakis, αλλά τεκμηριώνει τη γενικότερη παραδοχή ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης σε διαφορές που αφορούν παιδιά. Πηγή: Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2019, άρθρο 24.
