ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Διοικητική εκτέλεση – Ανακοπή κατά ατομικής ειδοποίησης με την οποία ο ανακόπτων κλήθηκε, ως κληρονόμος της αποβιώσασας ανιψιάς του και κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, να καταβάλει οφειλές της ανωτέρω αποβιώσασας προς το Ελληνικό Δημόσιο (αρθ. 1710 επ. Α.Κ.) – Το διοικητικό δικαστήριο δύναται να κρίνει παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς και συνεπώς δύναται να διαπιστώσει εάν έγινε εγκύρως αποδοχή ή αν έλαβε χώρα αποποίηση της κληρονομίας (άρθ. 3 Κ.Δ.Δ.) – Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε το καθ’ ου Δημόσιο αποδεικνύει ότι ο ανακόπτων είχε λάβει θετική γνώση της επαγωγής της κληρονομίας στον ίδιο και του λόγου αυτής σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν από την αποστολή της προσβαλλόμενης – Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε το καθ’ ου αποδεικνύει, ότι ο ανακόπτων είχε λάβει γνώση της επαγωγής και του λόγου της επαγωγής της κληρονομίας στους κληρονόμους της τρίτης τάξης (μεταξύ αυτών και στον ίδιο) σε χρόνο απέχοντα πλέον των τεσσάρων μηνών από τη δήλωσή του περί αποποίησης της κληρονομίας της θανούσας στις 9.5.2025 – Η δήλωση του ανακόπτοντος περί αποποίησης της κληρονομίας ήταν εμπρόθεσμη – Δέχεται την ανακοπή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2025, με δικαστή την Αντωνία Δαγγίλα, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και με γραμματέα τη Χριστίνα Κυριακίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την ανακοπή με ημερομηνία κατάθεσης 12.5.2025 (αριθμ. καταχώρισης ΑΚ…/12.5.2025 και Ε.Α.Υ. …),
του … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Γκίνδη,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και εν προκειμένω από την Προϊσταμένη του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Θεσσαλονίκης της ανωτέρω αρχής, για την οποία παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 18.9.2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. – ν. 2717/1999, Α΄ 97), η Δικαστική Πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάγια Ματσίκα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο αναφέρθηκε στα στοιχεία της δικογραφίας.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.
Σκέφθηκε κατά τον νόμο.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετικό το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής … και το οικείο αποδεικτικό εξόφλησης της Εθνικής Τράπεζας) ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της ΕΙΣΠΡ-…/11.4.2025 (Α/Α ΕΙΣΠΡ-…/2025) ατομικής ειδοποίησης καταβολής-υπερημερίας της Προϊσταμένης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων κλήθηκε, ως κληρονόμος της αποβιώσασας ανιψιάς του … και κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, να καταβάλει, άλλως να υπαγάγει σε ρύθμιση, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω ατομικής ειδοποίησης, ληξιπρόθεσμες οφειλές της ανωτέρω αποβιώσασας προς το καθ’ ου, συνολικού ύψους, μετά των οικείων προσαυξήσεων, 2.147,43 ευρώ (ήτοι ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο βασικής οφειλής 908,00 ευρώ και προσαυξήσεις 1.239,43 ευρώ), οι οποίες (οφειλές) είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της ως άνω αποβιώσασας με τις αναφερόμενες στην εν λόγω ατομική ειδοποίηση …/27.8.2013 (δύο ταυτάριθμες) πράξεις ταμειακής βεβαίωσης.
2. Επειδή, ο προαναφερθείς Κ.Δ.Δ. ορίζει στο άρθρο 217 παρ. 1 ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου ή της ατομικής ειδοποίησης, β) […]», στο άρθρο 224 παρ. 1 ότι: «Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της.» και στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. […]». Περαιτέρω, ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο άρθρο 3 ότι: «Κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά, επιτρέπεται: α) με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 5, να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, ή β) […]» και στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. […]».
3. Επειδή, περαιτέρω, ο Αστικός Κώδικας (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζει στο άρθρο 1710 ότι: «Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά.», στο άρθρο 1813 ότι: «Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ’ αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες) […]», στο άρθρο 1814 ότι: «Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν απ’ αυτόν. […]» και στο άρθρο 1816 ότι: «Στην τρίτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες του κληρονομουμένου και από τους κατιόντες τους τα τέκνα και οι έγγονοι. […] Αν κατά την επαγωγή δεν ζει ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική ή τη μητρική γραμμή, στη θέση εκείνου που έχει πεθάνει υπεισέρχονται τα τέκνα και οι εγγονοί του. […]» και στο άρθρο 1901 ότι: «Ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. […]». Ο ίδιος Κώδικας, δε, ορίζει στο άρθρο 1846 ότι: «Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή […]», στο άρθρο 1847 ότι: «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. […]», στο άρθρο 1848 ότι: «Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. […]», στο άρθρο 1849 ότι: «Η αποποίηση είναι άκυρη, αν ο κληρονόμος έχει ρητά ή σιωπηρά δηλώσει ότι αποδέχεται την κληρονομία. […]», στο άρθρο 1850 ότι: «Η αποποίηση είναι άκυρη, αν γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή.», στο άρθρο 1856 ότι: «Αν ο κληρονόμος αποποιηθεί την κληρονομία, η επαγωγή προς εκείνον που αποποιήθηκε θεωρείται ότι δεν έγινε. Η κληρονομία επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το θάνατο του κληρονομουμένου. Η επαγωγή θεωρείται ότι έγινε κατά το θάνατο του κληρονομουμένου.» και στο άρθρο 1857 ότι: «Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη. Η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη […] κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες, […] Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση.».
4. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία με μόνο τον θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, διότι τελεί υπό την τιθέμενη από τον νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρο 1847 του Αστικού Κώδικα), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί κατά βούληση την κληρονομία που έχει επαχθεί σε αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ. Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δεν δέχεται την κληρονομία που έχει επαχθεί σε αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 εδ. γ’ του Αστικού Κώδικα), η δε τετράμηνη προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος να αποποιηθεί την κληρονομία αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και τον λόγο της (ΑΠ 725/2014). Γνώση της επαγωγής συνιστά η από τον κληρονόμο γνώση του κινήσαντος αυτήν αιτίου, δηλαδή του θανάτου του κληρονομουμένου, γνώση δε του λόγου της επαγωγής συνιστά η γνώση της από διαθήκη ή από τον νόμο (εξ αδιαθέτου) κλήσης στην κληρονομία (ΔΕφΘεσσ. 272, 803/2025). Σε κάθε περίπτωση απαιτείται θετική γνώση της επαγωγής και του λόγου της, ενώ ακόμη και η ύπαρξη βασίμων αμφιβολιών δεν επιτρέπει την κίνηση της προθεσμίας αποποίησης (ΔΕφΘεσσ. 803/2025, 1915/2020, ΔΕφΠειρ. 483/2024, ΔΕφΑθ. 1298/2023, βλ. και ΑΠ 424/2005). Συνεπώς, η αποδοχή της κληρονομίας είτε ρητή ή σιωπηρή είτε πλασματική, συναγόμενη δηλαδή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση, είναι έγκυρη μόνον εάν ο καλούμενος στην κληρονομία γνώριζε κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η αποδοχή τον λόγο της επαγωγής (ΣτΕ 1404/2017, 2460/1996). Εξάλλου, στην περίπτωση της κλήσης του κληρονόμου στην κληρονομία λόγω αποποίησης προηγούμενου κληρονόμου, η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά απαιτείται η γνώση και της αποποίησης, γεγονός με το οποίο συνδέεται η επαγωγή της κληρονομίας (ΑΠ 1534/2011, 493/2003, ΔΕφΠειρ 224/2023, ΔΕφΑθ 3405/2021, ΔΕφΠειρ 1938/2017). Συναφώς, η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης μπορεί να προσβληθεί και να αμφισβητηθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η συναγόμενη κατά πλάσμα δικαίου αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε εάν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερομένων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας, δηλαδή της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 του Αστικού Κώδικα και της νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής, καθώς και των νομικών διατάξεων που αφορούν στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον Αστικό Κώδικα, ήτοι των διατάξεων περί των τάξεων που καλούνται ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου, οπότε και στις δύο αυτές περιπτώσεις η προθεσμία του άρθρου 1847 του Αστικού Κώδικα δεν αρχίζει, διότι η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας (Δ.Εφ.Ιωα. 4991/2019, πρβλ. ΣτΕ 2862/2013, ΑΠ 951/2013 Ολ., 1533/1991, 858/1990, 3/1989, ΕφΑθ 4093/1998). Σε κάθε περίπτωση, εναπόκειται στο δικαστήριο της ανακοπής, εφ’ όσον προβληθεί εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση σχετικός ισχυρισμός, να διαπιστώσει εάν πράγματι έγινε εγκύρως αποδοχή ή αν έλαβε χώρα αποποίηση της κληρονομίας, σύμφωνα προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 1404/2017, πρβλ. ΣτΕ 962/2022). Τέλος, όταν η ιδιότητα ορισμένου προσώπου ως κληρονόμου αμφισβητηθεί αποδεδειγμένως, μεταξύ άλλων, λόγω αποποίησης της κληρονομίας, τότε οδηγεί σε ανυπαρξία ευθύνης του φερομένου έως τότε ως κληρονόμου για χρέη της κληρονομίας και, συνακολούθως, σε ακύρωση της πράξης διοικητικής εκτέλεσης, εκδοθείσας σε βάρος του (πρβλ. ΣτΕ 1884/2015, 371/2014, 2862/2013).
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 20.4.2012 απεβίωσε η … του … και της … (βλ. τη …/…/2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου, συνταχθείσα από αρμόδιο όργανο του Ληξιαρχείου του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης), χωρίς να αφήσει διαθήκη (όπως προκύπτει από το …/10.9.2025 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), κατέλιπε, δε, κατά τον χρόνο του θανάτου της, ως πλησιέστερο συγγενή τον υιό της, … του … (βλ. το …/2.10.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Πύλης Τρικάλων). Ο τελευταίος αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία της ως άνω θανούσας, με την υποβληθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης …/9.8.2013 δήλωση αποποίησης κληρονομίας (βλ. το …/10.9.2025 πιστοποιητικό αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί των υποβληθεισών δηλώσεων αποποίησης της κληρονομίας της …). Ακολούθως, κλήθηκαν στην κληρονομία της ανωτέρω θανούσας οι κληρονόμοι της δεύτερης τάξης της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, ήτοι ο πατέρας της (θανούσας), … του …, η μητέρα της, … του …, το γένος …, και ο αδελφός της, … του …, οι οποίοι αποποιήθηκαν την κληρονομία με τις υποβληθείσες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης …/25.9.2013, …/25.9.2013 και …/25.9.2013 δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας, αντιστοίχως (βλ. και το προμνησθέν …/10.9.2025 πιστοποιητικό αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί των υποβληθεισών δηλώσεων αποποίησης της κληρονομίας της ανωτέρω θανούσας). Στη συνέχεια, στην κληρονομική διαδοχή κλήθηκαν οι κληρονόμοι της τρίτης τάξης. Δεδομένου ότι κατά τον χρόνο θανάτου της θανούσας … είχαν προαποβιώσει ο παππούς και η γιαγιά της από την πατρική γραμμή [ήτοι ο … του … και η … του …, το γένος … (βλ. την …/8.9.2025 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Πέλλας)], στην κληρονομική διαδοχή κλήθηκαν τα τέκνα τους (θείοι της θανούσας) και τα εγγόνια τους (τέκνα των θείων της θανούσας και πρώτα εξαδέλφια αυτής), μεταξύ των οποίων και ο ανακόπτων, θείος της θανούσας, ήτοι αδελφός του πατρός της (βλ. την ανωτέρω …/8.9.2025 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Πέλλας). Ειδικότερα, ο ανακόπτων προέβη σε αποποίηση της κληρονομίας της ως άνω αποβιώσασας με τη με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης …/9.5.2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …/9.5.2025 δήλωση αποποίησης κληρονομίας, κατατεθείσα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (σχετική η από 9.5.2025 έκθεση δήλωσης απολύτου αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία αναγράφεται ότι ο ανακόπτων δεν αναμείχθηκε στην ανωτέρω κληρονομία). Ακολούθως, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη ΕΙΣΠΡ-…/11.4.2025 (Α/Α ΕΙΣΠΡ-…/2025) ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας της Προϊσταμένης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων κλήθηκε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τρίτης τάξης) της θανούσας και ειδικότερα «ως εγγύτερος συγγενής της … με ΑΦΜ … κατά το ποσοστό της κληρονομικής (του) μερίδας», να εξοφλήσει ολοσχερώς, άλλως να υπαγάγει σε ρύθμιση, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω ατομικής ειδοποίησης, ληξιπρόθεσμες οφειλές της παραπάνω, συνολικού ύψους, μετά των οικείων προσαυξήσεων, 2.147,43 ευρώ (ήτοι ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο βασικής οφειλής 908,00 ευρώ και προσαυξήσεις 1.239,43 ευρώ), προερχόμενες από τέλη κυκλοφορίας και αφορώσες τα έτη 2009 και 2010, οι οποίες βεβαιώθηκαν ταμειακώς επ’ ονόματι της ως άνω αποβιώσασας με τις αναφερόμενες στην εν λόγω ατομική ειδοποίηση …/27.8.2013 (δύο ταυτάριθμες) πράξεις ταμειακής βεβαίωσης.
6. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, όπως συμπληρώνεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο ανακόπτων αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα της ως άνω ΕΙΣΠΡ-…/11.4.2025 (Α/Α ΕΙΣΠΡ-…/2025) ατομικής ειδοποίησης καταβολής-υπερημερίας και ζητεί την ακύρωσή της, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν κατέστη νόμιμος κληρονόμος της θανούσας ανιψιάς του, …, και δεν ευθύνεται για τις ένδικες οφειλές, διότι αποποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία της ως άνω θανούσας εντός της νόμιμης προθεσμίας από τη γνώση της επαγωγής και του λόγου της, άλλως λόγω ακυρότητας της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας συνεπεία ουσιώδους πλάνης του. Ειδικότερα, αναφέρει ότι, κατόπιν σχετικής ειδοποίησης, εισήλθε στις 26.4.2025 στην εφαρμογή myaade.gov.gr και διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας, με την οποία κλήθηκε να καταβάλει, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τρίτης τάξης, οφειλές της ανωτέρω θανούσας ανιψιάς του. Όπως υποστηρίζει, από χρόνια είχε σταματήσει να έχει στενές σχέσεις μη την εν λόγω ανιψιά του και είχαν εξαιρετικά περιορισμένη επικοινωνία, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην έχει καμία ανάμειξη στην περιουσία της, ούτε γνώση περί της ύπαρξης ενεργητικού ή παθητικού της κληρονομίας της και του ύψους αυτού. Τονίζει συναφώς ότι οι γονείς της θανούσας, ήτοι ο αδελφός του ανακόπτοντος και η σύζυγός του, ουδέποτε ενημέρωσαν τον ίδιο για το γεγονός ότι αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία της, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αγνοούσαν καλοπίστως τις ρυθμίσεις του νόμου σχετικά με την κληρονομική διαδοχή. Ως εκ τούτου, όπως διατείνεται, έλαβε γνώση της κλήσης του ως κληρονόμου τρίτης τάξης στην κληρονομία της θανούσας ανιψιάς του το πρώτον κατά την ανάγνωση της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης καταβολής-υπερημερίας και ακολούθως προέβη σε αποποίηση της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας στις 9.5.2025, με τη με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης …/9.5.2025 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …/9.5.2025 δήλωση αποποίησης κληρονομίας. Όπως υποστηρίζει ο ανακόπτων, υπέβαλε την ως άνω δήλωση αποποίησης της κληρονομίας της θανούσας ανιψιάς του εντός της νόμιμης προθεσμίας από τη χρονική στιγμή που έλαβε γνώση της επαγωγής της εν λόγω κληρονομίας στον ίδιο, ήτοι όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο της ανιψιάς του και την αποποίηση των κληρονόμων πρώτης και δεύτερης τάξης. Σε κάθε δε περίπτωση, η αποποίηση της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας της ανιψιάς του κατόπιν παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία θανάτου της οφείλεται στο ότι ο ίδιος είχε ανυπαίτια και καλόπιστη άγνοια αφ’ ενός περί της ύπαρξης οφειλών της προς το Δημόσιο και αφ’ ετέρου περί της αποποίησης των κληρονόμων της πρώτης και δεύτερης τάξης και της νομικής διαδικασίας επαγωγής στον ίδιο ως κληρονόμο τρίτης τάξης της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Συνεπώς, τελούσε σε ουσιώδη πλάνη, τόσο περί τα πράγματα όσο και περί το δίκαιο, η οποία καθιστά την τυχόν πλασματική αποδοχή της κληρονομίας ακυρωτέα. Επισημαίνει, τέλος, ότι το παρόν Δικαστήριο δύναται, κατ’ άρθρο 3 του Κ.Δ.Δ., να εξετάσει το παρεμπίπτον ζήτημα της εμπρόθεσμης ή μη αποποίηση της κληρονομίας, η διερεύνηση του οποίου είναι απαραίτητη για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί της υπόθεσης.
7. Επειδή, από την άλλη πλευρά το καθ’ ου Δημόσιο, με την …/15.9.2025 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης, όπως συμπληρώνεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, υπεραμύνεται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης καταβολής-υπερημερίας και ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο ανακόπτων εκπροθέσμως αποποιήθηκε την κληρονομία της θανούσας οφειλέτριας του Δημοσίου, διότι η προθεσμία αποποίησής της εκκίνησε για αυτόν, κατά το καθ’ ου, από την επομένη της ημέρας που αποποιήθηκαν όλοι οι κληρονόμοι της προηγούμενης τάξης. Συνεπώς, αυτός έχει καταστεί κληρονόμος της θανούσας ανιψιάς του. Το καθ’ ου τονίζει, συναφώς, ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο ανακόπτων δεν είχε καμία επικοινωνία με κάποιο από όλα τα μέλη της οικογένειας που αποποιήθηκαν πριν από τον ίδιο, ούτε ότι αγνοούσε το σύστημα της κτήσης της κληρονομίας και κυρίως την ύπαρξη προθεσμίας προς αποποίηση και τη νομική σημασία της παρόδου της εν λόγω προθεσμίας άπρακτης. Σε κάθε περίπτωση, όπως διατείνεται το καθ’ ου, η άγνοια των σαφών διατάξεων των άρθρων 1847 και 1848 του Αστικού Κώδικα, με τις οποίες ρητώς ορίζονται οι όροι και η προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας και η σιωπηρή αποδοχή αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει πλάνη περί το δίκαιο, δικαιολογούσα την ακύρωση της αποδοχής αυτής. Συναφώς, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί ακυρότητας της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας λόγω ουσιώδους πλάνης του προβάλλεται, κατά το καθ’ ου, αλυσιτελώς διότι αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής που εξετάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μη δυνάμενος να κριθεί παρεμπιπτόντως από το διοικητικό δικαστήριο στη δίκη της κρινόμενης ανακοπής.
8. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν και τα γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν ότι γνώση της επαγωγής συνιστά η από τον κληρονόμο γνώση του κινήσαντος αυτήν αιτίου, δηλαδή του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ γνώση του λόγου της επαγωγής συνιστά η από τον κληρονόμο γνώση της από διαθήκη ή από τον νόμο (εξ αδιαθέτου) κλήσης στην κληρονομία, προκειμένου δε να κινηθεί η (τετράμηνη) προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομίας απαιτείται θετική γνώση του λόγου της επαγωγής, ενώ ακόμη και η ύπαρξη βασίμων αμφιβολιών δεν επιτρέπει την κίνηση της προθεσμίας αποποίησης. Εξάλλου, η συναγόμενη από την άπρακτη πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας για αποποίηση (σιωπηρή) πλασματική αποδοχή της κληρονομίας είναι έγκυρη μόνο όταν ο καλούμενος στην κληρονομία γνωρίζει, κατά τον χρόνο που λαμβάνει χώρα η αποδοχή, τον λόγο της επαγωγής, χωρίς να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση θετικής γνώσης του λόγου της επαγωγής μόνο η συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο ή με το πρόσωπο που προέβη στη δήλωση της αποποίησης. Η εν λόγω πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, δε, ακόμα και όταν θεωρείται δεδομένη, είναι ακυρώσιμη τόσο λόγω πλάνης περί τα πράγματα, ήτοι περί του θανάτου του κληρονομουμένου ή περί της αποποίησης των κληρονόμων προηγουμένων τάξεων, όσο και λόγω πλάνης περί το δίκαιο, δηλαδή λόγω πλάνης που αφορά τις νομικές διατάξεις για το σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον Αστικό Κώδικα, η δε ουσιώδης αυτή πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη όχι μόνο καθιστά ακυρώσιμη την ως άνω πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς, αλλά εμποδίζει και εξαρχής την εκκίνηση της προθεσμίας αποποίησης, που άρχεται μόνο από την αναμφισβήτητη γνώση της επαγωγής και του λόγου της. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην τέταρτη σκέψη της παρούσας απόφασης, το διοικητικό δικαστήριο δύναται να κρίνει παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κ.Δ.Δ., αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, εφ’ όσον, άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι διάδικοι δεν προβάλλουν ότι υφίσταται απόφαση πολιτικού δικαστηρίου από την οποία απορρέει σχετικό δεδικασμένο (πρβλ. ΣτΕ 962/2022). Συνεπώς, στην κρινόμενη περίπτωση, εφ’ όσον προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, το Δικαστήριο δύναται να διαπιστώσει εάν έγινε εγκύρως αποδοχή ή αν έλαβε χώρα αποποίηση της κληρονομίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καθ’ ου. Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε το (φέρον το σχετικό βάρος απόδειξης) καθ’ ου Δημόσιο επικαλείται και αποδεικνύει ότι ο ανακόπτων είχε λάβει θετική γνώση της επαγωγής της κληρονομίας στον ίδιο και του λόγου αυτής σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν την αποστολή της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης καταβολής-υπερημερίας. Σε κάθε δε περίπτωση, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε το καθ’ ου αποδεικνύει, ότι ο ανακόπτων είχε λάβει γνώση της επαγωγής και του λόγου της επαγωγής της κληρονομίας στους κληρονόμους της τρίτης τάξης (μεταξύ αυτών και στον ίδιο) σε χρόνο απέχοντα πλέον των τεσσάρων (4) μηνών από τη δήλωσή του περί αποποίησης της κληρονομίας της θανούσας ανιψιάς του στις 9.5.2025. Μόνη δε η ύπαρξη συγγενικής σχέσης του ανακόπτοντος τόσο με την αποβιώσασα όσο και με τους αποποιηθέντες κληρονόμους προηγούμενων τάξεων δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, τη γνώση από μέρους αυτού του θανάτου της ή την άμεση ενημέρωσή του ως προς τη συνδρομή των νομικών και πραγματικών προϋποθέσεων της επαγωγής και του λόγου της επαγωγής της κληρονομίας, ούτε τούτο αντικρούεται με συγκεκριμένα στοιχεία από το καθ’ ου, το οποίο αρκείται στην επίκληση του τεκμηρίου πλασματικής αποδοχής λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προς αποποίηση. Επιπροσθέτως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάμειξή του ανακόπτοντος στη διαχείριση της κληρονομίας της θανούσας ανιψιάς του. Εξάλλου, εν προκειμένω λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπ’ όψιν ότι, όπως προκύπτει από το προμνησθέν …/10.9.2025 πιστοποιητικό αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί των υποβληθεισών δηλώσεων αποποίησης της κληρονομίας της …, ο ανακόπτων καθώς και η σύζυγος και οι θυγατέρες του αποποιήθηκαν την κληρονομία της ως άνω αποβιώσασας μόλις τον Μάιο και τον Ιούλιο του έτους 2025, παρά το ότι οι αποποιήσεις των πλησιεστέρων συγγενών και των συγγενών της πρώτης και δεύτερης τάξης είχαν λάβει χώρα έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 (βλ. και τις με ημερομηνία 5.9.2025 εκτυπώσεις σελίδων με τίτλο «Άντληση Στοιχείων Πιστοποιητικού Οικογενειακής Κατάστασης της θανούσας, του πατρός της και του ανακόπτοντος). Τούτων δοθέντων, το Δικαστήριο κρίνει παρεμπιπτόντως ότι η ως άνω δήλωση του ανακόπτοντος περί αποποίησης της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας της θανούσας ήταν εμπρόθεσμη. Ενόψει δε της έγκυρης αποποίησης της κληρονομίας εκ μέρους του, ο ανακόπτων δεν ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομίας της συγκεκριμένης οφειλέτριας του καθ’ ου. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως κλήθηκε ο ανακόπτων με την προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση να καταβάλει τις περιλαμβανόμενες σε αυτήν ληξιπρόθεσμες οφειλές της αποβιώσασας συγγενούς του, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη ανακοπή. Για τον λόγο δε αυτόν, αναγόμενο στο ζήτημα της ευθύνης του ανακόπτοντος ως κληρονόμου (πρβλ. ΣτΕ 870/2022), πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων με την κρινόμενη ανακοπή λόγων.
9. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η ΕΙΣΠΡ-…/11.4.2025 (Α/Α ΕΙΣΠΡ-…/2025) ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας της Προϊσταμένης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στον ανακόπτοντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.), αλλά κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων να απαλλαγεί το καθ’ ου Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την ΕΙΣΠΡ-…/11.4.2025 (Α/Α ΕΙΣΠΡ-…/2025) ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας της Προϊσταμένης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον ανακόπτοντα.
Απαλλάσσει το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 31.3.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντωνία Δαγγίλα Χριστίνα Κυριακίδου
