ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ε. Μ. του Δ. , κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Θραψιάδου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 27/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθ. εκθ. κατ. …/2025 αίτηση του Ε. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 27/29-1-2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη , λόγω εκπρόθεσμης άσκησης , η έφεση του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 68/21-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου (Μεταβατική Έδρα Μυκόνου), με την οποία καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, από την ειδικώς εξουσιοδοτηθείσα προς τούτο πληρεξούσια δικηγόρο του (αναιρεσείοντος) και παραστάσα στη δίκη, Ευαγγελία Θραψιάδη (Δ.Σ. Σύρου), με δήλωση στην αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Σύρου, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, στις 7/11/2025, και η αίτηση κατατέθηκε στις 25/11/2025 (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 και 2, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 περ. α’ ΚΠΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’, Δ’, Η’ και Θ’ ΚΠΔ.
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών, και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, ενώ κατά της σχετικής απόφασης (που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται μόνο η άσκηση αναίρεσης, για όλους τους λόγου, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 510 στοιχ. Ε’, Δ’, Η’ και Θ’ ΚΠΔ αντίστοιχα), με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του Εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση (ΑΠ 430/2025, ΑΠ 1692/2022).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 4 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση έφεσης και τον λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, και να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν οι αιτιάσεις αυτές. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, και ειδικότερα της έφεσης, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο, και συνεπώς απαράδεκτο (ΑΠ 872/2025, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 677/2023, ΑΠ 703/2022).
Περαιτέρω, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης ή επίδοσης αυτής στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς επίσης, στην περίπτωση επίδοσης αυτής, του αποδεικτικού, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (ΟλΑΠ 4/1995, ΟλΑΠ 6/1994), εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εκ των οποίων παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ άσκησή της, οπότε το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ` ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ.), η δε αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Έτι, περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτόν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 693/2025, ΑΠ 1288/2020). Ακόμη, με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ ιδρύεται ως λόγος αναίρεσης η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (ή ως ανυποστήρικτης). Η παράνομη απόρριψη επέρχεται όταν το Εφετείο παραβιάζει δικονομική διάταξη ή κάποιο δικονομικό τύπο, που έχει τεθεί για να καθορίσει την παραδεκτή άσκηση της έφεσης και τη δικονομική παρουσία του εκκαλούντος, διαταράσσοντας έτσι τον κανονιστικά προκαθορισμένο τρόπο εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας από το ένα στάδιο στο επόμενο και, επομένως, και τα δικαιώματα του εκκαλούντος για ακρόαση, παροχή έννομης προστασίας και δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ τυποποιείται ένας δικονομικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος λειτουργεί αυτοτελώς ως κύρωση, σε περίπτωση διαπίστωσης πλημμέλειας αποδιδόμενης στην παραβίαση κάποιου δικονομικού κανόνα δικαίου, που οδηγεί σε παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης [ή ανυποστήρικτης] και είναι ουσιώδης τόσο για τη διασφάλιση της ισορροπίας και της κανονικότητας της ποινικής δίκης, όσο και για τον σεβασμό των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Παράνομη, άλλωστε, απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης υπάρχει και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογία ή διαλαμβάνει ελλιπή τοιαύτη, αναφορικά με την κρίση του για το απαράδεκτο (ΑΠ 983/2023, ΑΠ 48/2022). Μάλιστα, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ως άνω λόγος αναίρεσης μπορεί να προβληθεί, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 872/2025, ΑΠ 677/2023, ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 703/2022). Από τη διατύπωση του αναιρετικού αυτού λόγου προκύπτει ότι υπάγεται σ’ αυτόν μόνον η περίπτωση της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης (ή ως ανυποστήρικτης) και όχι και η αντίστροφη περίπτωση, κατά την οποία η έφεση δεν απορρίφθηκε ως παράνομη (ή ως ανυποστήρικτη), γιατί η τελευταία αυτή περίπτωση εξακολουθεί να υπάγεται στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.
Στην πρώτη περίπτωση, που το Δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ1/2008, ΟλΑΠ3/2005, ΑΠ 1497/2025, ΑΠ 206/2024). Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ αντίστοιχα), ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ και Θ’ ΚΠΔ αντίστοιχα), διότι, όπως αιτιάται, το δικάσαν Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αναφερόμενου λόγου ανωτέρας βίας, τον οποίο αυτός προέβαλε με ειδικό λόγο της ασκηθείσας έφεσής του κατά της πρωτοβάθμιας -ερήμην του- εκδοθείσας καταδικαστικής απόφασης, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της άσκησής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα της βασιμότητας των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 27/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό …-2023 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ’ αριθ. 68/21-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου (Μεταβατική Έδρα Μυκόνου), με την οποία ο εκκαλών-αναιρεσείων καταδικάσθηκε απών- ωσεί παρών για την αξιόποινη πράξη της εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα, από την έκθεση εφέσεως, προκύπτει ότι o εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, προέβαλε με ειδικό λόγο που περιέχεται σ’ αυτήν, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά:” …διότι έλαβα γνώση της υπ’ αριθμ. 68/23 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου την 20-11-2023, καθώς η επίδοση έλαβε χώρα στην διεύθυνση της εταιρείας, στην οποία εργάζομαι , και από την οποία ήμουν δικαιολογημένα απών (αναρρωτική άδεια) από την 10-11-23 έως 17-11-23 και μετά το Σαββατοκύριακο, που μεσολάβησε, παρουσιάστηκα στην εταιρεία μου στις 20-11-23, οπότε και έλαβα γνώση. Είναι γνωστή και σταθερή η διεύθυνση κατοικίας μου, στην Εκάλη Αττικής, επί της οδού … …”.
Κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η πληρεξούσια δικηγόρος, που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα- εκκαλούντα, ανέπτυξε και προφορικά ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τον ως άνω περί ανωτέρας βίας ισχυρισμό, προς απόδειξη δε αυτού προσκόμισε τις από 23/11/2023 και 27/5/2024 ιατρικές γνωματεύσεις – χορηγήσεις αναρρωτικής άδειας νοσηλευτικού ιδρύματος και ζήτησε να συγχωρεθεί το εκπρόθεσμο αυτής. Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: “Η κρινόμενη από 23-11-2023 με αριθμό κατάθεσης … έφεση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 68/21-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου – Μεταβατική Έδρα Μυκόνου, έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, καθόσον η πρωτοβάθμια απόφαση εκδόθηκε μεν απόντος του κατηγορουμένου, πλην όμως του επιδόθηκε στις 10-11-2023, και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 23-11-2023, ήτοι μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης”. Το δικαστήριο της ουσίας, με τις ανωτέρω παραδοχές του που αναφέρονται μόνο στην εγκυρότητα της επίδοσης προς τον αναιρεσείοντα της ως άνω (ερήμην) εκδοθείσας πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης και στην κατ’ αυτής άσκηση έφεσης μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς τούτο να αποφανθεί με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα σαφούς και ορισμένου λόγου ανωτέρας βίας (ασθένεια), ένεκα του οποίου αυτός ισχυρίζεται ότι παρακωλύθηκε να ασκήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης και της υπέρβασης εξουσίας.
Επομένως, άπαντες οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’, Δ’, Η’ και Θ’ ΚΠΔ, αντίστοιχα, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί μη εμπρόθεσμης άσκησης έφεσης κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης ένεκα ανωτέρας βίας αυτού (ασθένεια), είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα, δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι της έφεσης του αναιρεσείοντος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 27/29-1-2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
