Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, η μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου δεν συνιστά κατ’ αρχήν προσαύξηση περιουσίας.
Σημαντική διευκρίνιση για τον χρόνο φορολόγησης της προσαύξησης περιουσίας παρέχει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 157/2026, κρίνοντας ότι καθοριστικός δεν είναι ο χρόνος αποστολής εμβάσματος στο εξωτερικό, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο τα επίμαχα ποσά εισήλθαν στην περιουσία του φορολογουμένου.
Η υπόθεση αφορούσε καταλογισμό σημαντικού χρηματικού ποσού σε φορολογούμενη ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, λόγω αποστολής μεγάλων εμβασμάτων στο εξωτερικό. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι τα ποσά δεν δικαιολογούνταν από τα δηλωθέντα εισοδήματα της αντίστοιχης χρήσης και τα φορολόγησε ως εισόδημα του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μεταφορές χρημάτων.
Η φορολογούμενη υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από κεφάλαια προηγούμενων ετών και όχι από εισόδημα της επίμαχης χρήσης. Ωστόσο, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της, θεωρώντας ότι η φορολόγηση κατά το έτος αποστολής των εμβασμάτων ήταν νόμιμη.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέτρεψε την κρίση αυτή, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση του Εφετείου αντίκειται στην πάγια νομολογία. Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, η μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου δεν συνιστά κατ’ αρχήν προσαύξηση περιουσίας. Ως κρίσιμος χρόνος για τη φορολόγηση θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό αποκτήθηκε και εισήλθε στην περιουσία του φορολογουμένου και όχι ο χρόνος μεταφοράς ή αποστολής του στο εξωτερικό.
