ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Επιβολή εισφοράς σε χρήμα, κατ’ άρθρο 9 του ν. 1337/1983, λόγω ένταξης ακινήτου στο σχέδιο πόλης. Το δικαίωμα του οικείου Δήμου να επιβάλει την ανωτέρω εισφορά σε χρήμα σε βάρος ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου που εντάσσονται στο σχέδιο πόλης, υπόκειται στην πενταετή αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968, η οποία εκκινεί από το τέλος του έτους κατά το οποίο κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής. Μετά την άπρακτη πάροδο της πενταετούς αυτής προθεσμίας αποσβέννυται το δικαίωμα του οικείου Ο.Τ.Α. να επιβάλει και να βεβαιώσει εν ευρεία εννοία την εισφορά αυτή, εκτός εάν ο τελευταίος επικαλεστεί και αποδείξει ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του εδαφίου β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968. Για τη διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος του οικείου Δήμου να επιβάλει την εισφορά αυτή σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου, που εντάσσονται στο σχέδιο πόλης, απαιτείται όχι μόνο να εκδίδεται η πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, αλλά και να λαμβάνει χώρα κοινοποίηση αυτής στο υπόχρεο προς καταβολή της εισφοράς πρόσωπο. Κοινοποίηση της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα στις 2-9-2024, κατόπιν παρέλευσης χρόνου μείζονος της πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα η κύρωση της πράξης εφαρμογής, δυνάμει της ΔΠΧΣ/…/14.10.2013 απόφασης του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Δέχεται την προσφυγή.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ – ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2025, με δικαστή την Παναγιώτα Τουρούντζη, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), και γραμματέα την Αικατερίνη Γιαννοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να κρίνει την προσφυγή με αριθμό και ημερομηνία κατάθεσης ΠΡ…/26.9.2024 και με εθνικό αριθμό υπόθεσης …,
του … του …, κατοίκου Καβάλας (…), ο οποίος παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 26.9.2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, της πληρεξούσιας δικηγόρου του, …,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Δήμος Καβάλας», νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχό του, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Μάριου Παπαράλλη που ανακάλεσε στο ακροατήριο την κατατεθείσα στις 26.9.2025 δήλωσή του, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφτηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο αναλογικό παράβολο, ποσού 33,12 ευρώ (σχετ. το 71319055895503180019 ηλεκτρονικό παράβολο μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής), ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα του Δήμου Καβάλας που κοινοποιήθηκε, στον προσφεύγοντα, στις 2.9.2024, με το …/22.8.2016 κοινοποιητήριο έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Καβάλας. Με την πράξη αυτή επιβλήθηκε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1337/1983 και του π.δ. 5/1986, σε βάρος του προσφεύγοντος, εισφορά σε χρήμα, ύψους 3.311,12 ευρώ, για ακίνητο συνιδιοκτησίας του, κείμενο στο Ο.Τ. …, στην περιοχή Περιγιαλίου του Δήμου Καβάλας, με κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ιδιοκτησίας …, το οποίο μετέχει στην Πράξη Εφαρμογής (…/2012) Πολεοδομικής Μελέτης Περιγιαλίου Δήμου Καβάλας, μετά του συνοδού αυτής πίνακα, κυρωθείσα με την ΔΠΧΣ/…/14.10.2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
2. Επειδή, στον ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (Α΄ 33), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν. 4315/2014, ορίζεται, στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, ότι: «Επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου: α) Η επέκταση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, β) η ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και η επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923 που στερούνται εγκεκριμένου σχεδίου, γ) […]», στο άρθρο 9, ότι: «1. Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε περιοχές ένταξης και επέκτασης κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού και διατηρούνται ή διαμορφώνονται σε νέα ακίνητα, συμμετέχουν με καταβολή χρηματικής εισφοράς στην αντιμετώπιση της δαπάνης για την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων […] 3. Η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται στο εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής και στην οικοπεδική αξία που έχει κάθε ιδιοκτησία κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής. […] Η εισφορά αυτή βεβαιώνεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο (Γραφείο Παρακαταθηκών) που εξυπηρετεί το δήμο ή την κοινότητα, ενώ για τους δήμους που έχουν δική τους ταμειακή υπηρεσία η παραπάνω εισφορά βεβαιώνεται απʼ ευθείας στην υπηρεσία αυτή, μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής. Η εισφορά αυτή εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, ως έσοδο του οικείου δήμου ή κοινότητας και αποδίδεται σ’ αυτούς κατά μήνα. Το ποσό της εισφοράς αυτής διατίθεται από τους οικείους Ο.Τ.Α. για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, είτε από τον ίδιο είτε από εξουσιοδοτημένο από αυτόν φορέα, καθώς και για την εκπόνηση πολεοδομικών μελετών και μελετών πράξεων εφαρμογής. […] Με προεδρικό διάταγμα […] μπορεί να ορίζονται η καταβολή της εισφοράς αυτής σε δόσεις, ο χρόνος έναρξης καταβολής των δόσεων και κάθε σχετική λεπτομέρεια. […] και, στο άρθρο 12, ότι: «1. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με τη σύνταξη πράξεων εφαρμογής […] . 2. Η πράξη εφαρμογής περιλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στην οποία αναφέρεται η πολεοδομική μελέτη ή τμήμα της. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η πράξη εφαρμογής μπορεί να συντάσσεται και για μεμονωμένη ιδιοκτησία, πάντως δε σε ολόκληρη την πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου. 3. […] 4. Η πράξη εφαρμογής συνοδεύεται από κτηματογραφικό διάγραμμα εφαρμογής και κτηματολογικό πίνακα εφαρμογής. Το κτηματογραφικό διάγραμμα και ο πίνακας εφαρμογής περιλαμβάνουν για κάθε ιδιοκτησία το εμβαδόν της, τα στοιχεία των ιδιοκτητών της και το ποσοστό συμμετοχής τους στην ιδιοκτησία […] 5. Η πράξη εφαρμογής συντάσσεται με την ακόλουθη διαδικασία που προωθείται παράλληλα με τη διαδικασία του άρθρου 7 του νόμου αυτού για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης. […] α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα σύμφωνα με την παράγραφο 3, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5α του ν.1512/1985 και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο. […] Για ιδιοκτησίες, που στις πράξεις εφαρμογής αναγράφονται με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη “άγνωστος”, η καταχώριση στη μερίδα των ιδιοκτητών γίνεται μετά από έκδοση διορθωτικής πράξης του οικείου νομάρχη […] . β) […] ε) Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση». Ακολούθως, με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 4315/2014 (Α΄ 269), τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 ως εξής: «[…] Η εισφορά αυτή εισπράττεται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, ως έσοδο του οικείου δήμου και αποδίδεται σε αυτούς κατά μήνα. […] Η οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα καταβάλλεται εντός προθεσμίας εννέα (9) ετών από την πράξη επιβολής της, σε εκατόν οκτώ (108) ισόποσες μηνιαίες δόσεις ή σε τριάντα έξι (36) ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις ή σε δεκαοκτώ (18) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου 4315/2014, με τίτλο «Καταργούμενες – μεταβατικές διατάξεις», ορίζεται ότι: «[…] 2. Οι διατάξεις […] της παραγράφου 1 του άρθρου 2 δεν ισχύουν για τις ήδη κυρωθείσες πράξεις εφαρμογής […]», στο δε άρθρο 61 αυτού ότι: «Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν από ειδικότερες διατάξεις ορίζεται διαφορετικά […]». Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 2508/1997 «Βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισμών της χώρας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 124), η εισφορά σε χρήμα μπορεί να βεβαιώνεται απευθείας από τα αρμόδια όργανα του οικείου Ο.Τ.Α., αντί της πολεοδομικής Υπηρεσίας.
3. Επειδή, εξάλλου, κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ν. 1337/1983, εκδόθηκε το π.δ. 5/1986 «Προσδιορισμός αξίας ακινήτων για την επιβολή εισφοράς σε χρήμα και τρόπος καταβολής της» (Α΄ 2), στις διατάξεις του οποίου (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν. 4315/2014) ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 1: «1. Μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983, επιτροπή προβαίνει στον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην πράξη εφαρμογής. Η επιτροπή συγκροτείται σε κάθε τμήμα πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών […] 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπή επιλαμβάνεται του έργου της οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται, μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, να διαβιβάσει στην επιτροπή τον πίνακα εφαρμογής και τα σχετικά σχέδια που προσδιορίζουν τη θέση και το μέγεθος των ακινήτων, τα οποία υπόκεινται σε εισφορά. […] 3. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που υποβλήθηκαν σ’ αυτήν καταρτίζει, μέσα σε τριάντα ημέρες από τότε που ελήφθησαν τα ως άνω στοιχεία της πράξης εφαρμογής, έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση των ακινήτων και των συστατικών τους, καθώς και οι τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτών και εκτιμάται αιτιολογημένα η αξία τους η οποία αναγράφεται στις αντίστοιχες στήλες του πίνακα εφαρμογής. Εάν προκύψει διαφωνία για την αξία του ακινήτου, καταχωρούνται στην έκθεση όλες οι γνώμες που διατυπώθηκαν. Ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρμογής. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά στοιχεία των οικείων οικονομικών εφοριών τα οποία εκτιμούνται ελευθέρως από την επιτροπή ως κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κρίνεται αναγκαίο. […] . 4. […]», Άρθρο 2: «1. Μετά την επιστροφή των στοιχείων προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, αυτή εκδίδει πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, για κάθε κύριο ακινήτου που εμπίπτει στην περιοχή ένταξης ή επέκτασης, όπως φαίνεται στον πίνακα της πράξης εφαρμογής. 2. Η πράξη επιβολής περιλαμβάνει αναλυτικά εκτός από τα στοιχεία του υπόχρεου ιδιοκτήτη και όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό της εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 (εδάφιο πρώτο) του άρθρου 9 του Ν.1337/1983. 3. […] 4. […] 5. Κάθε πράξη συνοδεύεται από απόσπασμα έκθεσης εκτίμησης ή και από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία βάσει των οποίων προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου και επιδίδεται στον υπόχρεο κατά τις διατάξεις των άρθρων 56 και επόμενα του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας».
4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την επιβολή της εισφοράς σε χρήμα του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 [καθώς και της σχετικής εγγραφής στον βεβαιωτικό (χρηματικό) κατάλογο του Δήμου] σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου τα οποία εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο, καθώς και της σχετικής εγγραφής στον βεβαιωτικό (χρηματικό) κατάλογο του Δήμου, εντάσσονται στις φορολογικές εν γένει διαφορές (ΣτΕ 616/2021). Και τούτο, διότι η εισφορά αυτή, η οποία εισπράττεται ως δημοτικό έσοδο, επιβάλλεται μονομερώς και υποχρεωτικά στα παραπάνω πρόσωπα όχι μόνο για την αντιμετώπιση της δαπάνης κατασκευής των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων που απαιτείται να γίνουν στην περιοχή που εντάσσεται στο σχέδιο πόλης, αλλά και για την εκπόνηση και άλλων πολεοδομικών μελετών και μελετών πράξεων εφαρμογής (ΣτΕ 1833/2024, 1612-1613/2020, 1681, 718/2015, 3832/2014, 657/2004).
5. Επειδή, προσέτι, ο α.ν. 344/1968 «Περί διατάξεων τινών αφορωσών εις τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως» (Α΄ 71) ορίζει, στην παράγραφο 1 του άρθρου 2, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρο 73 του ν. 5027/2023 (Α΄ 48), ότι: «Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών […] ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση. 2. […]» και, στο άρθρο 6, ότι: «Το άρθρον 76 του αυτού Β.Δ. (άρθρον 60 Ν.Δ. 3033/1954, άρθρον 3 Ν.Δ. 3908/1958(5) αντικαθίσταται ως εξής: “Ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων των δήμων και κοινοτήτων είναι είκοσι ετών, αρχόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθησαν αύται οριστικώς. Κατ’ εξαίρεσιν αι προερχόμεναι εκ φόρων εν γένει, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας παραγράφονται μετά πενταετίαν ως ανωτέρω”».
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, το δικαίωμα του οικείου Δήμου να επιβάλει εισφορά σε χρήμα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 1337/1983, σε βάρος ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου που εντάσσονται στο σχέδιο πόλης, υπόκειται στην πενταετή αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968, διότι, ενόψει των συνταγματικών αρχών της ασφάλειας δικαίου, του κράτους δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, δεν είναι επιτρεπτή η νομοθετική θέσπιση μιας οικονομικής υποχρέωσης του διοικούμενου προς τον Δήμο χωρίς παράλληλα να υπάρχει εκ των προτέρων ορισμένη, βέβαιη και εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας μπορεί να επιβληθεί εις βάρος του η σχετική οικονομική επιβάρυνση. Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 (παρ. 3) του ν. 1337/1983 και 1 (παρ. 1 και 3) και 2 (παρ. 1 και 5) του π.δ. 5/1986, ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, προκειμένου να εκδοθεί η προβλεπόμενη πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρμογής, στον χρόνο αυτόν ανάγεται, κατά λογική αναγκαιότητα, και η έναρξη της προθεσμίας για την επιβολή της εισφοράς. Συνεπώς, η πενταετής αποσβεστική προθεσμία της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 για την έκδοση της πράξης επιβολής της εισφοράς αυτής και, περαιτέρω, για την εν ευρεία εννοία βεβαίωσή της από τον αρμόδιο Ο.Τ.Α., η διάρκεια της οποίας είναι εύλογη, αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής, ενώ μετά την άπρακτη πάροδο της πενταετούς αυτής προθεσμίας αποσβέννυται το δικαίωμα του οικείου Ο.Τ.Α. να επιβάλει και να βεβαιώσει εν ευρεία εννοία την εισφορά αυτή, εκτός εάν ο αρμόδιος για την έκδοση και βεβαίωση της εισφοράς Ο.Τ.Α. επικαλεστεί και αποδείξει ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του εδαφίου β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 [ήτοι α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για τον λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν έχει μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση], εξαιτίας των οποίων δεν ήταν εφικτή η έκδοση πράξης επιβολής της εισφοράς και η εν ευρεία εννοία βεβαίωσή της εντός της ως άνω προθεσμίας (ΣτΕ 71/2025, 1612-1613/2020, 865/1988, 2978/1987, ΔΕφΧαν 203/2025, 32/2023, ΔΕφΘεσ 387/2025, 1020/2024, ΔΕφΑθ 467/2024, 1989/2023, 1254/2023, ΔΕΤριπ 50/2024, ΔΕφΠει 286/2023, 235/2023).
7. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολ. 616/2021), από την αρχή της φανερής δράσης της διοίκησης, η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3, 66 παρ. 1, 93 παρ. 2 του Συντάγματος, απορρέει ο κανόνας ότι δυσμενής ατομική διοικητική πράξη που κατά νόμο δεν δημοσιεύεται, δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι εκείνου τον οποίο αφορά, παρά μόνον από την κοινοποίησή της προς αυτόν, ή τουλάχιστον από τη γνώση του, δίχως η κοινοποίηση να καθίσταται συστατικό στοιχείο της πράξης. Συνακόλουθα και προκειμένου οι ρυθμίσεις περί (της διάρκειας, της έναρξης και λήξης, των περιπτώσεων διακοπής και αναστολής) της παραγραφής, ήτοι το πλέγμα των κανόνων που συνθέτουν συνολικά το ρυθμιστικό πλαίσιο της παραγραφής, να εκπληρώνουν τις απαιτήσεις τόσο της ως άνω αρχής της φανερής δράσης της διοίκησης όσο και της προαναφερθείσας αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να εξαρτούν τη διακοπή (και άρα την τήρηση) της προθεσμίας παραγραφής από γεγονός γνωστό στον διοικούμενο, τέτοιο, δε, δεν συνιστά μόνη η έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Ως εκ τούτου, προκειμένου να μην παραγραφεί η αξίωση του Δημοσίου για βεβαίωση και επιβολή φόρου ή/και κύρωσης για παράβαση των σχετικών διατάξεων, πρέπει, εντός της θεσπιζόμενης προθεσμίας παραγραφής, όχι μόνον να εκδίδεται η καταλογιστική πράξη αλλά και να γίνεται κοινοποίηση αυτής στο πρόσωπο, σε βάρος του οποίου χωρεί ο καταλογισμός. Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η τήρηση της προθεσμίας της παραγραφής, μετά την πάροδο της οποίας δεν είναι νόμιμη η βεβαίωση και επιβολή φόρου ή/και κύρωσης για παράβαση των σχετικών διατάξεων, συναρτάται προς γεγονός άγνωστο στον διοικούμενο και επέρχεται πριν από την κοινοποίηση της πράξης σ’ αυτόν ή έστω την εκ μέρους του γνώση αυτής κατά παράβαση των επιταγών της αρχής της φανερής δράσης της διοίκησης. Κατόπιν τούτων και δοθέντος του φορολογικού χαρακτήρα της εισφοράς σε χρήμα του άρθρου 9 του ν. 1337/1983, πρέπει να γίνει δεκτό ότι για τη διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος του οικείου Δήμου να επιβάλει την εισφορά αυτή σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου, που εντάσσονται στο σχέδιο πόλης, απαιτείται όχι μόνο να εκδίδεται η πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, αλλά και να λαμβάνει χώρα κοινοποίηση αυτής στο υπόχρεο προς καταβολή της εισφοράς πρόσωπο (ΔΕφΘεσ 1238/2023, ΔΕφΧαν 303/2024, 207/2024, 290/2023, 191/2023).
8. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2163/2024, 173/2018, 1738/2017), ενόψει του ότι η διάρκεια της παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φορολογικού βάρους συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος, πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων. Η μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμήκυνσης είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το έτος που έπεται εκείνου, στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παράτασης του χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν, ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο, διατάξεις του άρθρου 78 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο νομοθέτης θα τροποποιούσε, κατά τον τρόπο αυτό, αναδρομικά σε βάρος των φορολογουμένων το καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων.
9. Επειδή, ακόμη, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014 (Α΄ 234), το οποίο ίσχυε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 89 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), από 23.10.2014, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν. 5027/2023, οριζόταν ότι: «Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους […]». Με την τελευταία αυτή διάταξη θεσπίστηκε εικοσαετής αποσβεστική προθεσμία για το δικαίωμα των Ο.Τ.Α. να βεβαιώσουν φόρους, τέλη κλπ., εφόσον συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις (μη υποβολή από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση φόρων, τελών και δικαιωμάτων, ή υποβολή ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών· βλ. ΔΕφΘεσ 186/2024, ΔΕφΑθ 780/2021). Τέλος, στο άρθρο 72 του ν. 5027/2023 (Α΄ 48/2.3.2023) ορίζεται ότι: «Οφειλές προς τους δήμους, από οποιαδήποτε αιτία, που γεννήθηκαν μέχρι και τις 31.12.2018, αν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 73, μπορούσαν να αναζητηθούν-βεβαιωθούν, εξακολουθούν να αναζητούνται και να βεβαιώνονται για δύο (2) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με την κοινοποίηση πράξης βεβαίωσης ή ατομικής ειδοποίησης, εν ευρεία ή εν στενή έννοια, προς τον υπόχρεο, ή σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 138 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), παρατείνεται η αποσβεστική προθεσμία εντός της οποίας οι δήμοι εξασφαλίζουν την είσπραξη των βεβαιωθέντων εσόδων κατά πέντε (5) έτη» και στο άρθρο 73 ότι: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται: 1. Τα άρθρα 2 και 6 του α.ν. 344/1968 (Α΄ 71), περί αποσβεστικής προθεσμίας βεβαιώσεως εσόδων και παραγραφής αξιώσεων των δήμων και κοινοτήτων. 2. Το άρθρο 32 του ν. 4304/2014 (Α΄ 234), περί βεβαιώσεως αξιώσεων των Ο.Τ.Α. που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωσή τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών και κάθε διάταξη που αφορά τέλη ή πρόστιμα που εισπράττονται υπέρ των δήμων, στην οποία ορίζονται άλλες προθεσμίες βεβαίωσης και είσπραξης σε σχέση με τα οριζόμενα στο παρόν, πλην εκείνων που ορίζουν μικρότερες».
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την ΔΠΧΣ/…/14.10.2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, κυρώθηκε η …/2012 Πράξη Εφαρμογής Πολεοδομικής Μελέτης Περιγιαλίου Δήμου Καβάλας, μετά του συνοδού αυτής πίνακα, στην οποία μετέχει το κείμενο στο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) … (γειτονιά: Περιγιάλι, οικισμός: Καβάλα, Νομός: Καβάλα) ακίνητο συνιδιοκτησίας -με ποσοστό 16,67%- του προσφεύγοντος. Ακολούθως, η Επιτροπή του π.δ. 5/1986 του Δήμου Καβάλας εξέδωσε την με αριθμό και ημερομηνία πρωτοκόλλου …./16.12.2015 απόφαση (πρακτικό …/2015) περί επιβολής μειωτικού συντελεστή (Μ.Σ.) ίσου με 0,3 στην τιμή ζώνης του οικοπέδου που συνυπολογίζεται στην εισφορά σε χρήμα της παραπάνω πράξης εφαρμογής, ώστε να επιτευχθεί εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των αντικειμενικών και εμπορικών αξιών. Κατόπιν τούτου, στο πλαίσιο συμμετοχής των ιδιοκτητών οικοπέδων, μεταξύ των οποίων ο προσφεύγων, της προαναφερόμενης πράξης εφαρμογής, για την αντιμετώπιση της δαπάνης κατασκευής των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων και έργων υποδομής, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1337/1983, εκδόθηκε, από τον Δήμο Καβάλας, σε βάρος του (προσφεύγοντος), η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, ποσού 3.311,12 ευρώ, υπολογισθείσας για έκταση 39,06 τ.μ. και με αξία γης 84,77 ευρώ/τ.μ., για το προαναφερόμενο ακίνητό του, με κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ιδιοκτησίας …, το οποίο μετέχει, κατά τα ανωτέρω, στην οικεία πράξη εφαρμογής. Η εν λόγω πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, κοινοποιήθηκε, μετά του …./22.8.2016 εγγράφου του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Καβάλας, στον προσφεύγοντα, στις 2.9.2024, όπως προκύπτει από την …/2.9.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης, … …. σε εκτέλεση της από 3.7.2024 έγγραφης παραγγελίας προς επίδοση του ίδιου ως άνω Διευθυντή σε συνδυασμό με την τεθείσα επί του σώματος του …./22.8.2016 κοινοποιητήριου εγγράφου από 2.9.2024 σχετική σφραγίδα του αυτού δικαστικού επιμελητή.
11. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως παραδεκτώς αναπτύσσεται με το κατατεθέν στις 26.9.2025 υπόμνημα, ο προσφεύγων στρέφεται κατά της ένδικης πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα και ζητά την ακύρωσή της, ως μη νομίμως εκδοθείσας. Ειδικότερα, κατ’ επίκληση των ερμηνευτικών κρίσεων που διατυπώθηκαν με τις 1612/2020 και 1613/2020 αποφάσεις του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβάλλει ότι το δικαίωμα του καθ’ ου να επιβάλει την εισφορά αυτή για το επίμαχο ακίνητο έχει υποπέσει σε παραγραφή, διότι η εν λόγω καταλογιστική πράξη δεν του κοινοποιήθηκε εντός της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 344/1968 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του ν. 1337/1983), η οποία, όπως υποστηρίζει, εκκίνησε από το τέλος του έτους 2013, εντός του οποίου κυρώθηκε, με την ΔΠΧΣ/…/14.10.2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης Περιγιαλίου του Δήμου Καβάλας, και συμπληρώθηκε στις 31.12.2018. Διατείνεται δε, ότι η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, του κοινοποιήθηκε το έτος 2024, οπότε και το σχετικό δικαίωμα του καθ’ ου είχε ήδη αποσβεσθεί. Συναφώς, ο προσφεύγων προσθέτει ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 344/1968 εξαιρετικές περιπτώσεις που θα καθιστούσαν επιτρεπτή την επιβολή της ένδικης εισφοράς σε χρήμα και μετά την πάροδο της ως άνω πενταετίας. Τέλος, προβάλλεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 72 του ν. 5027/2023 δεν καταλαμβάνει οφειλές που είχαν ήδη αποσβεστεί, κατά τον χρόνο δημοσίευσης αυτού, στις 2.3.2023, όπως η ένδικη, καθόσον η αναβίωση των οφειλών αυτών και η ρύθμιση αναδρομικά, κατά τρόπο επαχθή, ήδη περατωθεισών εννόμων σχέσεων, αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοίκησης, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας.
12. Επειδή αντιθέτως, ο καθ’ ου Δήμος, με την …/7.4.2025 έκθεση απόψεων και το νομίμως κατατεθέν στις 26.9.2025 υπόμνημα, υπεραμύνεται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και ζητά την απόρριψη της προσφυγής. Προς τούτο προβάλλει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 4315/2014, η απαίτηση Δήμου για το καταβληθέν υπόλοιπο των οφειλών εισφορών σε χρήμα δεν υπόκειται στην πενταετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 αλλά σε εικοσαετή παραγραφή, όπως αναφέρεται, άλλωστε, στα προσκομιζόμενα εκ μέρους του έγγραφα και ειδικότερα, στο …/29.11.2013 έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών Τ.Α. (Τμήμα Εσόδων) με αποδέκτες τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της Χώρας και στα ΔΤΕ/β/32431/450/31.7.2013 και ΔΤΕ/β/οικ.3328/79/20.1.2012 έγγραφα του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με αποδέκτες το Υπουργείο Εσωτερικών και διάφορους Δήμους, αντιστοίχως, σύμφωνα με τα οποία η εισφορά σε χρήμα δεν υπάγεται στις περιπτώσεις του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 και δεν παραγράφεται, διότι δεν αποτελεί φορολογικό βάρος, αλλά υποχρεωτική συμμετοχή στις δαπάνες πολεοδόμησης. Συναφώς, ο καθ’ ου Δήμος προβάλλει ότι η είσπραξη της επίδικης εισφοράς είναι αναγκαία προκειμένου να διαμορφωθούν οι βασικοί κοινόχρηστοι χώροι της πολεοδομικής ενότητας του εκάστοτε εντασσόμενου σε αυτήν ακινήτου, επισημαίνει δε, ότι η σχετική πρόβλεψη της σύντομης, κατά τον ίδιο, πενταετούς παραγραφής συνεπάγεται την αδυναμία ολοκλήρωσης της εκτέλεσης των αναγκαίων για το ρυμοτομικό σχεδιασμό έργων και υποδομών, καθώς και τη δημιουργία οικονομικών ελλειμμάτων στους Δήμους.
13. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το δικαίωμα του καθ’ ου Δήμου να επιβάλει την ένδικη εισφορά σε χρήμα, σε βάρος του προσφεύγοντος, υπόκειται στην πενταετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 344/1968, η οποία εκκίνησε κατά τη λήξη του έτους εντός του οποίου κυρώθηκε η οικεία πράξη εφαρμογής (Πράξη Εφαρμογής Πολεοδομικής Μελέτης Περιγιαλίου Δήμου Καβάλας, μετά του συνοδού αυτής πίνακα, στην οποία μετέχει το επίμαχο ακίνητο συνιδιοκτησίας του προσφεύγοντος), με την ΔΠΧΣ/…/14.10.2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ήτοι στις 31.12.2013, και συμπληρώθηκε στις 31.12.2018. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην έβδομη σκέψη, για τη διακοπή της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας δεν αρκεί η έκδοση της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, αλλά απαιτείται και κοινοποίησή της εντός της προθεσμίας αυτής. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το έτος 2024, οπότε και κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα, το δικαίωμα του καθ’ ου Δήμου προς καταλογισμό αυτού, με την εν λόγω εισφορά, αντιστοιχούσα στο προαναφερόμενο ακίνητό του, είχε ήδη αποσβεστεί, λόγω άπρακτης παρέλευσης της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 344/1968, όπως βασίμως προβάλλεται με την προσφυγή. Άλλωστε, ο καθ’ ου Δήμος δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει τη συνδρομή κάποιας εξαιρετικής περίστασης εκ των προβλεπόμενων στον νόμο (ήτοι του εδαφίου β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του προαναφερόμενου α.ν.), η οποία, ενδεχομένως, να δικαιολογούσε την επιβολή της επίδικης εισφοράς και μετά την πάροδο της πενταετίας από τη λήξη του έτους κύρωσης της οικείας πράξης εφαρμογής. Η διάταξη δε, της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 4315/2014, στην οποία ορίζεται ότι η απαίτηση του οικείου Δήμου για το καταβληθέν υπόλοιπο των οφειλών εισφορών σε χρήμα δεν υπόκειται σε παραγραφή, ανεξαρτήτως της τυχόν αντισυνταγματικότητάς της κατά το μέρος αυτό (ΔΕφΑθ 3090/2023, 2941/2023, 374/2023), δεν ευρίσκει εν προκειμένω χρονική εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 61, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, του νόμου αυτού, τα δε 32740/29.11.2013, ΔΤΕ/β/32431/450/31.7.2013 και ΔΤΕ/β/οικ.3328/79/20.1.2012 έγγραφα που επικαλείται σχετικώς ο καθ’ ου Δήμος, αποτελούν εσωτερικά, μη δεσμευτικά για το Δικαστήριο, έγγραφα της διοίκησης, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του. Εξάλλου, η επιβολή της ένδικης εισφοράς σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου, τα οποία εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο, εισπράττεται ως δημοτικό έσοδο φορολογικού χαρακτήρα, επιβάλλεται μονομερώς και υποχρεωτικώς στα ως άνω πρόσωπα, όχι μόνο για την αντιμετώπιση της δαπάνης κατασκευής των βασικών κοινοχρήστων πολεοδομικών έργων που απαιτείται να γίνουν στην περιοχή που εντάσσεται στο σχέδιο πόλης, αλλά και για την εκπόνηση πολεοδομικών μελετών και μελετών πράξεων εφαρμογής (ΣτΕ 1833/2024). Και ναι μεν με την είσπραξή της (εισφοράς) εξυπηρετούνται οι προαναφερθέντες σκοποί δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους, άλλωστε, επικαλείται και ο καθ’ ου Δήμος, ωστόσο, η εξάρτηση της επιβολής της από την υλοποίηση των σκοπών αυτών, δηλαδή από μη σαφώς προβλέψιμο εκ των προτέρων χρονικό σημείο, θα είχε ως συνέπεια η κατάσταση του διοικουμένου να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω, γεγονός μη ανεκτό, ως εκ των συνταγματικών αρχών της ασφάλειας δικαίου, του κράτους δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι αβάσιμα (ΔΕφΑθ 3356/2021, ΔΕφΧαν 176/2019). Μάλιστα, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 72 του ν. 5027/2023, καθόσον η σχετική πενταετής αποσβεστική προθεσμία είχε ήδη συμπληρωθεί στις 31.12.2018, ήτοι προ της από 2.3.2023 έναρξης ισχύος της, τυχόν δε, εφαρμογή της θα συνεπαγόταν μη ανεκτή συνταγματικώς αναβίωση αποσβεστικής προθεσμίας που έχει λήξει σε χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης του νόμου αυτού, κατά παράβαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας (ΔΕφΘεσ 387/2025, 1241/2024, ΔΕφΑθ 3356/2021, 780/2021). Ομοίως, δεν μπορεί, εν προκειμένω, να τύχει εφαρμογής η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014, με την οποία θεσπίστηκε εικοσαετής αποσβεστική προθεσμία για το δικαίωμα των Ο.Τ.Α. να βεβαιώσουν, μεταξύ άλλων, και φόρους, προεχόντως, διότι ο καθ’ ου Δήμος δεν επικαλείται τη συνδρομή των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων, η οποία (συνδρομή εν λόγω προϋποθέσεων), πάντως, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει. Ενόψει όλων των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά τον χρόνο κοινοποίησης στον προσφεύγοντα της προσβαλλόμενης πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, ο οποίος ανάγεται σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της 31ης.12.2018, το δικαίωμα του καθ’ ου Δήμου προς επιβολή της ένδικης εισφοράς είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη πενταετή αποσβεστική προθεσμία, για το λόγο δε, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσται μη νόμιμη και ακυρωτέα.
14. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα. Περαιτέρω, πρέπει το καταβληθέν παράβολο να αποδοθεί στον προσφεύγοντα, κατ’ άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ., κατ’ εκτίμηση, όμως, των συντρεχουσών περιστάσεων, να απαλλαγεί, από τα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, ο καθ’ ου Δήμος, κατ’ άρθρο 275 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα που κοινοποιήθηκε, στις 2.9.2024, στον προσφεύγοντα, με το …/22.8.2016 κοινοποιητήριο έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Καβάλας.
Διατάσσει την απόδοση στον προσφεύγοντα του καταβληθέντος παραβόλου.
Απαλλάσσει τον καθ’ ου Δήμο από τη δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Καβάλα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
