Αριθμός 389/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό – Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Δ. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσάκο, για αναίρεση της αποφάσεως 6374/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-10-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/24.
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της περί εκτέλεσης μέρους της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής φυλάκισης 11 μηνών, η διάρκεια του οποίου ανέρχεται σε 25 ημέρες και περί αναστολής εκτέλεσης του υπολοίπου της επιβληθείσης στον αναιρεσείοντα ποινής φυλάκισης των 10 μηνών και 5 ημερών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση.
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 25-10-2024 αίτηση του Δ. Κ. του Ι., κατοίκου …, οδός …, για αναίρεση της υπ’ αριθ. ΑΤΠΘ 6374/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ κατ’ εξακολούθηση και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ κατ’ εξακολούθηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα [11] μηνών, με εκτελεστέα την ποινή των είκοσι πέντε [25] ημερών και ανασταλείσα την υπόλοιπη ποινή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ] , β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8-10-2024 και η δήλωση έγινε στις 2-10-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3, ΚΠΔ] και παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένο λόγο αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Θ’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ του ισχύσαντος έως 30-6-2019 [παλαιού] ΠΚ: << Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με τη απόφασή του διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων>>. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ [Ν. 4619/2019], πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 του Ν. 4855/2021: << Αν κάποιος καταδικασθεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων>>. Η ίδια διάταξη, μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 9 του Ν.4855/2021, διαμορφώθηκε ως εξής: << Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία [3] έτη με μία ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία [3] έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα [1] και ανώτερο από τρία [3] έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενη στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104 Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε [5] έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή>>. Έπειτα, η ανωτέρω ρύθμιση τροποποιήθηκε εκ νέου, με τα άρθρα 19 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/1-5-2024 ως εξής: << Το δικαστήριο μετά την επιβολή της ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 Α ή 104 Α, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία [1] ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός [1] έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα [1] έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα [1] και ανώτερο από τρία [3] έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή>>. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα διάταξη ήταν η ρύθμιση του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ του νέου ΠΚ, πριν την τροποποίησή του από το Ν. 4855/2021, αφού η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέθηκε από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ << Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου>>, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 ΠΚ << Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος>>. Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να παραμερισθεί – καθόσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα – ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου [ΑΠ 1292/2023, ΑΠ 423/2022, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 559/2020]. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ [ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 του Ν. 4855/2021], προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στην εκτέλεση της ποινής με οποιονδήποτε τρόπο [κοινωφελή εργασία, μετατροπή της ποινής σε χρηματική , εν όλω ή εν μέρει εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε], απορρίπτοντας εσφαλμένα το αίτημα αναστολής της ποινής, υποπίπτει στις πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 99 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ αναιρετικός λόγος και της ελλιπούς αιτιολογίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ αναιρετικός λόγος [σχετ. ΑΠ 1292/2023]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από την 1-5-2024 με τα άρθρα 136 περ. α’ και 138 παρ. 1 Ν.5090/2024 << αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου>>, Τέλος, με τα άρθρα 23 και 138 παρ. 2 Ν. 5090/2024 στις 1-7-2024 τέθηκε σε ισχύ η νέα παράγραφος 5 του άρθρου 105 ΠΚ με το ακόλουθο περιεχόμενο <<5. Εκτός των περιπτώσεων των παρ. 1 και 2, αν με μία ή περισσότερες αποφάσεις έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα δύο [2] έτη, το δικαστήριο, μπορεί, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος, να αποφασίσει την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση αν κρίνει αιτιολογημένα ότι είναι πρόσφορη για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αδικημάτων χωρίς να είναι αναγκαία η μερική ή ολική έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα>>. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ κατ’ εξακολούθηση και μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ κατ’ εξακολούθηση, που τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2017 έως 31-9-2021 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα [11] μηνών. Ακολούθως, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 9 του Ν. 4855/2021, απέρριψε το αίτημα αναστολής της ποινής που υπέβαλε ο κατηγορούμενος , με το σκεπτικό ότι στο παρελθόν είχε καταδικασθεί σε ποινές φυλάκισης που συνολικά υπερβαίνουν τα είκοσι [20] έτη και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας το άρθρο 100 παρ. 1, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από την 1-5-2024 με τα άρθρα 136 περ. α’ και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024, διέταξε την έκτιση μέρους της επιβληθείσας ποινή είκοσι πέντε [25] ημερών και την αναστολή της εκτέλεσης της υπόλοιπης ποινής για τρία [3] έτη, αφού έκρινε ότι η μετατροπή της ποινής του κατηγορουμένου σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 80 Α ΠΚ, το οποίο προστέθηκε από την 1-5-2024 με τα άρθρα 12 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024 ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104 Α ΠΚ, δε είναι, με βάση τις αμετάκλητες καταδίκες του, επαρκής για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατά λέξη τα ακόλουθα: <<Στην προκειμένη περίπτωση, από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός έχει κατ’ επανάληψη καταδικασθεί αμετάκλητα στο παρελθόν για σωρεία αξιόποινων πράξεων, μεταξύ άλλων και για μη εμπρόθεσμη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ήτοι για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις όπως η μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και έκδοση ακάλυπτων επιταγών, που όλες σχετίζονται με την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, σε ποινές φυλάκισης που συνολικά υπερβαίνουν τα είκοσι έτη. Με βάση τα παραπάνω, κρίνεται απολύτως αναγκαία, για την αποτροπή του καταδικασθέντος κατηγορουμένου από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, η κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τα ανωτέρω, η οποία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 5 του ΠΚ, ‘όπως ισχύει, έκτιση μέρους της συνολικής ποινής φυλάκισης των 11 μηνών που του επιβλήθηκε και συγκεκριμένα η έκτιση είκοσι πέντε ημερών από την ποινή αυτή και η αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου της ποινής του επί τρία έτη, δεδομένου ότι η μετατροπή της ποινής του σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 80 Α ΠΚ, το οποίο προστέθηκε από την 1-5-2024 με τα άρθρα 12 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024, ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104 Α ΠΚ, δεν κρίνεται, με βάση τις ανωτέρω αμετάκλητες καταδίκες του, επαρκής για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 99 παρ. 1 ΠΚ [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 4855/2021] και υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχώ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, αφού δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, που ήταν επιεικέστερες για τον κατηγορούμενο και δεν εξέθεσε τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, τα οποία, εφόσον συνέτρεχαν θα απέκλειαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής στο σύνολό της. Επομένως , ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει τις επόμενες διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την μετατροπή ή όχι της ποινής σε κοινωφελή εργασία ή χρηματική ποινή, καθώς και την εφαρμογή της μεταγενέστερης της απόφασης επιεικέστερης εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης με ηλεκτρονική επιτήρηση, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και του τρίτου λόγο αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί εκτέλεσης μέρους της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής φυλάκισης 11 μηνών, η διάρκεια του οποίου ανέρχεται σε είκοσι πέντε [25] ημέρες και περί αναστολής εκτέλεσης του υπολοίπου της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής φυλάκισης των 10 μηνών και 5 ημερών και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνουν επί του αιτήματος αναστολής της επιβληθείσας ποινής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 6374/2024 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξή της περί αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
