Αριθμός 387/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό – Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Η. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, για αναίρεση της αποφάσεως 634/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Τ. του Γ., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λάγγα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-11-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16-11-2024 αίτηση του Η. Κ. του Κ., κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας, οδός …, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 634/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο τελεσθείσα δια παραλείψεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του κατηγορουμένου που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 4-11-2024 και η δήλωση έγινε στις 18-11-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2. 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [ άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Δ’ Ε’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, με παρόντα τον υποστηρίζοντα την κατηγορία Σ. Τ. δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ. <<όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη>>. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, κατά την οποία <<από αμέλεια πράττει από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν>>, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αφενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφετέρου δε α] μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β] δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και δυνατοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε [άνευ συνειδήσεως αμέλεια], είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν [συνειδητή αμέλεια], και γ] να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στη μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη [ενέργεια ή παράλειψη], από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελούμενου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο <<όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του θεωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος>>. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ’ απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι’ ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως επέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου έννομου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α] από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου, β] από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένη με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ] από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ] από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος.
Συνεπώς η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί δε ουσιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα με το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως [λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου]. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά [παράλειψη] του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα [η οποία εγγίζει και τα όρια της βεβαιότητας] θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα [ΑΠ 329/2021, ΑΠ 698/2020]. Περαιτέρω, στο Π. Δ. 16/1996 <περί ελαχίστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας>> σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30-11-1989 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας, ορίζεται στο άρθρο 1 ότι <<… 2. Το παρόν προεδρικό διάταγμα καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας…>>, στο άρθρο 2 ότι <<για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: … Εργαζόμενος: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων, εκτός από το οικιακό υπηρετικό προσωπικό …>>, στο άρθρο 7 ότι << Για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, ο εργοδότης παράλληλα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1568/1985 φροντίζει: … Για την τεχνική συντήρηση των χώρων εργασίας και των εγκαταστάσεων και συστημάτων και ιδίως όσων αναφέρονται στα παραρτήματα μ και μμ του άρθρου 10 του παρόντος διατάγματος και για την αποκατάσταση, το συντομότερο δυνατόν, των ελαττωμάτων που διαπιστώνονται και που ενδέχεται να βλάψουν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων … Για την τακτική συντήρηση και των έλεγχο λειτουργίας των εγκαταστάσεων και τον έλεγχο λειτουργίας των εγκαταστάσεων και συστημάτων ασφαλείας, που έχουν προορισμό την πρόληψη ή την εξάλειψη κινδύνων και, ιδίως, όσων αναφέρονται στα παραρτήματα μ και μμ του άρθρου 10 του παρόντος διατάγματος>>, στο άρθρο 10 παράρτημα μ << … 14.1. Θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες, κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0,75 μέτρα πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα…>> και στο άρθρο 14 ότι << Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του παρόντος>>. Ακόμη, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν. 1850/2010 [Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων] << Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων>>. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 343 ΚΠΔ, που τιτλοφορείται << Θέση επί της κατηγορίας. Ενημέρωση του κατηγορουμένου>>, <<1. Ο διευθύνων τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να διατυπώσει συνοπτικά τη θέση του επί της κατηγορίας, παράλληλα δε τον πληροφορεί ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου, 2. [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 135 Ν. 4855/2021] Εφόσον το δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απόφαση για την ενοχή προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οφείλει να ενημερώσει τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη βελτίωση της κατηγορίας ή ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός ουδέποτε συνιστούν λόγο αναβολής της δίκης>>. Με την προσθήκη της δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 343 ΚΠΔ, εισάγεται μία σημαντική καινοτομία, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί από το δικαστήριο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για την αντίκρουση της κατηγορίας, <<αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με την επιτρεπτή μεταβολή της>>. Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται πληρέστερα το δικαίωμα σε αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως προσδιορίζεται αυτό στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 β’ ΕΣΔΑ. Για να αποφευχθούν περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος προβλέπεται ρητά ότι ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας προσδιορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και μπορεί να δικαιολογήσει μόνο διακοπή της δίκης και ουδέποτε αναβολή [σελ. 103 Αιτιολογικής έκθεσης ΚΠΔ]. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση βελτίωσης της κατηγορίας ή ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ενημερώσει προηγουμένως τον εμφανισθέντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, άλλως παραβιάζεται του άρθρο παρ. 3 της ΕΣΔΑ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης [ΑΠ 746/2023]. Περαιτέρω, με βάση τη γενική αρχή που συνάγεται από τα άρθρα 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα και 590 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς, οι πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, ενώ το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και επομένως και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο [ολΑΠ 1/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο τελεσθείσα δια παραλείψεως με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α’ ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών [3[ μηνών με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό: << στο Αγρίνιο, την 8-3-2017 και περί ώρα 12:48′, μολονότι από το επάγγελμά του ήταν υπόχρεος στην επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας και παρότι υπήρχε εκ του νόμου ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε δια παραλείψεως σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και πιο συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη επιχείρησης με αντικείμενο την επισκευή ελαστικών αυτοκινήτων, δεν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας εντός του καταστήματος όπου στεγαζόταν η ως άνω επιχείρησή του και δεν είχε μεριμνήσει για την τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων στο τμήμα του κλιμακοστασίου του πρώτου και δεύτερου υπογείου, ήτοι κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 14 του Π.Δ. 16/1996 περί ελάχιστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ ΕΟΚ, όπου ρητά ορίζεται ότι θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, π πεζογέφυρες κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο από 0,75 μέτρα, πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα, με αποτέλεσμα όταν ο εγκαλών Σ. Τ., υπό την ιδιότητά του ως πελάτη του εν λόγω καταστήματος, επιχείρησε να κατέλθει στο υπόγειο προκειμένου να αναζητήσει τον κατηγορούμενο, χώρος που είχε καταστεί προσβάσιμος και σ’ αυτόν, καίτοι μη εργαζόμενος, κατά παράβαση της γενικής διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του Ν. 3850/2010 [Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων] σύμφωνα με την οποία <<ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων>>, σε συμμόρφωση και με την οδηγία 92/58/ΕΟΚ σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήμανση ασφάλειας ή / και υγείας στην εργασία [κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό ως προς τις παραλείψεις αυτές], κατά την κατάβαση του κλιμακοστασίου αυτού και ελλείψει προστατευτικών κιγκλιδωμάτων επέπεσε για άγνωστη αιτία από μεγάλο ύψος στο δάπεδο του δευτέρου υπογείου, ενώ από την πτώση του αυτή υπέστη σοβαρό τραυματισμό και ειδικότερα εκρηκτικά κατάγματα των υπό στοιχ Θ11 και Θ12 αντίστοιχα σπονδύλων, κατάγματα πλευρών, θλάση εγκεφάλου, μετωπιαία και τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, που του προκάλεσε πλήρη παραπληγία και νοσηλεύθηκε έως και την 31-3-2017 στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών>>. Όμως, παρά το ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο βελτίωσε την κατηγορία, που στηριζόταν στο άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α’ – παρ. 2 εδ.β’ ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του Π.Δ. 16/1996 περί ελάχιστων προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ, με την προσθήκη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 3850/2010 [ Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων], σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων σε συμμόρφωση και με την οδηγία 92/58/ΕΟΚ σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήμανση ασφάλειας ή και υγείας στην εργασία, ουδόλως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 343 παρ. 2 ΚΠΔ και δεν ενημέρωσε σχετικώς τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό υπεράσπισής του και δεν έδωσε σε αυτούς τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους σε σχέση με την βελτίωση αυτή της κατηγορίας πριν την απόφαση για την ενοχή, αλλά ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για πρώτη φορά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό της κατηγορίας που του αποδόθηκε και για το πώς στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε, ιδίως ως προς τη ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου να παρεμποδίσει την επέλευση του της σωματικής βλάβης του παθόντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού παρέλκει ή έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο [δευτεροβάθμιο] Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 634/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
