ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει, ύστερα από σχετικό αίτημα ενδιαφερομένου, και παράνομη ακόμη διοικητική πράξη, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και δη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δυναμένη να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως, εκτός εάν η Διοίκηση επιλαμβάνεται του σχετικού αιτήματος και αποφαίνεται ύστερα από νέα κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, οπότε η άρνηση ανάκλησης έχει εκτελεστό χαρακτήρα και πρέπει να αιτιολογείται νομίμως. Ειδικώς επί πράξεων κήρυξης αναδάσωσης προκειμένου να στοιχειοθετηθεί, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει κατ’ ουσίαν σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει την πράξη, πρέπει να τεθούν υπόψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και ανατρέπουν την πραγματική βάση στην οποία στηρίχθηκε η κήρυξη της αναδάσωσης. Άλλως, η απόφαση περί αναδάσωσης είναι δυνατόν να αρθεί μόνο όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναβίωση της καταστραφείσας δασικής βλάστησης. Εν προκειμένω η αιτούσα δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε νέα κρίσιμα στοιχεία που να θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και να ανατρέπουν την πραγματική βάση στην οποία στηρίχθηκε η πράξη αναδάσωσης της ένδικης έκτασης. Δεν αποτελεί νέο στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλάνη περί τα πράγματα, η επίκληση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της συγκεκριμένης έκτασης (ιδιωτική και όχι δημόσια), καθώς ο ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς. Απορρίπτει την αίτηση.
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΤΡΙΜΕΛΕΣ
(Ακυρωτική διαδικασία)
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2025, με δικαστές τους: Ευστράτιο Βαρβαρίδη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ανδρέα Ταγαράκη, Ιωάννα Τσιάκα, Εφέτες Δ.Δ. και με γραμματέα την Μαρία Κασσωτάκη, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως με αριθμό κατάθεσης στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς Α.K. …../2-6-2016 και στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας …../31-12-2021,
τ η ς Λ. Γ., κατοίκου ……… , η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Λάρισας Ζωής Ξηροφώτου, διορισμένης με το …… πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου ……. ………,
κατά τ ο υ Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παραστάθηκε δια της Παρέδρου ΝΣΚ Ε. Ε.
Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση της αριθ. ……./11-4-2016 απόφασης του ασκούντος καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Εφέτη Δ.Δ., Ανδρέα Ταγαράκη.
Κατόπιν, το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ζήτησε την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης και την Πάρεδρο του ΝΣΚ που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη στο γραφείο του Προέδρου του Τμήματος.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο.
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα υπ’ αριθμ. ……. και ……. ειδικά έντυπα παραβόλου) ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……./11-4-2016 απόφασης του ασκούντος καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-10-2015 προσφυγή της αιτούσας ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, με την οποία ζητούσε την ανάκληση της υπ’ αριθμ. ……./21-10-2009 (ΦΕΚ …….) απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, η οποία υπογράφεται από τον Διευθυντή Δασών Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Με την τελευταία αυτή απόφαση κηρύχθηκε ως αναδασωτέα, δασική έκταση 993,83τ.μ. στη θέση «…….», ΔΔ ……, Δήμου ……. Νομού …….. Η προσβαλλόμενη πράξη είναι εκτελεστή καθώς επιφέρει έννομα αποτελέσματα και συνεπώς, ως προς το ζήτημα αυτό, παραδεκτώς προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση απορριπτομένου του σχετικού λόγου που προβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο.
2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση νομίμως εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο, μετά την ……/2021 παραπεμπτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος 1975, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του το 2001, ορίζεται ότι «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους…», υπό δε το άρθρο τούτο (24) προστέθηκε η εξής ερμηνευτική δήλωση: «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Περαιτέρω, στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος (το οποίο δεν τροποποιήθηκε κατά τις αναθεωρήσεις του 1985 και του 2001), ορίζεται ότι «1. … 2. … 3. «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». 4. …».
4. Επειδή, υπό την ισχύ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και προς εκτέλεσή τους δημοσιεύτηκε ο Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α΄) «Περί προστασίας των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων», στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του οποίου, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α’ 303), ορίζεται ότι: «1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 32 του Ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α΄ 159), η ισχύς του οποίου αρχίζει από τη δημοσίευση του ως άνω νομοθετήματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 64 αυτού, ήτοι από 8-8-2014, αφενός καταργήθηκε η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 (ΦΕΚ Α΄ 289), όπως ίσχυε, και αφετέρου αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 έως 6 του ίδιου ως άνω άρθρου, ως εξής: «3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσης ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών. Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις. 4. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, το περιαστικό πράσινο, οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις…5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου πλην των περιπτώσεων των άρθρων 17, 22, 63, 64 και 65 του παρόντος νόμου υπάγονται και οι εκτάσεις των επόμενων περιπτώσεων α’ και β’ του παρόντος, που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του Ν. 3208/2003: α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα. β) Οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών. γ) Οι εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β του παρόντος δεν κηρύσσονται αναδασωτέες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 37 του παρόντος νόμου, δύνανται όμως να κηρυχθούν δασωτέες, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 37. Σε περίπτωση καταστροφής τους από πυρκαγιά ή άλλη αιτία δεν αποβάλλουν το χαρακτήρα τους, αποκαθίστανται και προστατεύονται και διαχειρίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Το άρθρο 4 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει, με εξαίρεση την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 και των περιπτώσεων α΄ και η΄ της παραγράφου 2 αυτού, εφαρμόζεται αναλόγως και επί των ανωτέρω εκτάσεων. 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Οι ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις. β) Οι εκτάσεις που έχουν τη μορφή της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 του παρόντος, που στη λήψη Α/Φ έτους 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, εμφάνιζαν αγροτική μορφή….».
5. Επειδή, ο αυτός ως άνω νόμος 998/1979 προβλέπει στο άρθρο 38 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή, που είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 35 παρ. 1 του Ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α’ 159), αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 του Ν. 4342/2015 (ΦΕΚ Α’ 143), ότι: «Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται συνεπεία πυρκαγιάς, αποψίλωσης ή άλλης αιτίας, κηρύσσονται υποχρεωτικά ως αναδασωτέα ανεξαρτήτως της ειδικότερης κατηγορίας αυτών ή της θέσης στην οποία βρίσκονται…», στο άρθρο 41 ότι: «1. Η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου (και ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 280 του Ν. 3852/2010, ΦΕΚ Α’ 87) καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδαν της Κυβερνήσεως. 2…3. Ειδικώς προκειμένου περί κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρω 38 παρ. 1 αναφερομένων η κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου απόφασις…εκδίδεται, μετά εισήγησιν της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας, υποχρεωτικώς εντός τριών μηνών από της καταστολής της πυρκαϊάς ή της διαπιστώσεως της εξ’ άλλης αιτίας καταστροφής…».
6. Επειδή, τέλος στην παρ. 4 του άρθρου 44 του ίδιου ως άνω Ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ.3 του ν. 4280/2014 (Α΄159), η ισχύς του οποίου αρχίζει από τη δημοσίευση του ως άνω νομοθετήματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 64 αυτού, ήτοι από 8-8-2014, ορίζεται ότι «4. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, καθώς και όταν ανακαλείται ή τροποποιείται απόφαση κήρυξης έκτασης ως αναδασωτέας για οποιαδήποτε πραγματική ή νομική αιτία, απαιτείται απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μετά από εισήγηση, θετική ή αρνητική του αρμοδίου δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών, εάν στο νομό δεν υφίσταται Δασαρχείο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως …».
7. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει, ύστερα από σχετικό αίτημα ενδιαφερομένου, και παράνομη ακόμη διοικητική πράξη, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και δη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δυναμένη να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Όταν, όμως, η Διοίκηση επιλαμβάνεται του σχετικού αιτήματος και αποφαίνεται ύστερα από νέα κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, η άρνηση ανάκλησης έχει εκτελεστό χαρακτήρα και πρέπει να αιτιολογείται νομίμως. Περαιτέρω, ειδικώς επί πράξεων κήρυξης αναδάσωσης προκειμένου να στοιχειοθετηθεί, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει κατ’ ουσίαν σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει την πράξη, πρέπει να τεθούν υπόψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και ανατρέπουν την πραγματική βάση στην οποία στηρίχθηκε η κήρυξη της αναδάσωσης. Άλλως, η απόφαση περί αναδάσωσης είναι δυνατόν να αρθεί μόνο όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναβίωση της καταστραφείσας δασικής βλάστησης. (ΣτΕ 3311/2015, 4254/2014, 838/2014 7.μ, 2861/2013, 5392/2012 7μ.,1740/2012).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. ……/21-10-2009 (ΦΕΚ …..) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, αφού λήφθηκε υπόψη η υπ’ αριθμ. ……./24-9-2009 πρόταση του Δασαρχείου ……. κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 993,83τ.μ. στη θέση «……..», ΔΔ …….., Δήμου ……. Νομού ……… Τούτο, διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω πρόταση του Δασαρχείου ………, η έκταση αυτή εκχερσώθηκε παράνομα εντός του Α΄ 15/μέρου του μηνός Μαΐου 2009, έχοντας κατά τον χρόνο καταστροφής της δασικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979, καλυπτόμενη από πουρνάρια σε ποσοστό 50-70%. Η αναδάσωση αποσκοπούσε αφ’ ενός μεν στη διατήρηση του δασικού της χαρακτήρα, ώστε να αποκλειστεί η διάθεσή της για άλλο προορισμό, αφ’ ετέρου δε στην επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης με φυσική ή τεχνητή αναγέννηση. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση αναδάσωσης, η αναδασωτέα έκταση έχει όρια: Ανατολικά με έκταση μη δασικού χαρακτήρα (αριθ. …../2009 πράξη χαρακτηρισμού), Δυτικά με δασικό δρόμο και πέραν αυτού με δασική έκταση, Βόρεια με έκταση δασικού χαρακτήρα και Νότια με έκταση δασικού και μη δασικού χαρακτήρα. Είχε προηγηθεί η υπ’ αριθμ. ……./14-7-2009 Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασάρχη …….. σύμφωνα με την οποία η προαναφερθείσα έκταση εμβαδού 993,83 τ.μ. αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης συνολικού εμβαδού 2.768,61 τ.μ. Από την συνολική αυτή έκταση, το Τμήμα 1 εμβαδού 1774,78 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως «μη δασικού χαρακτήρα έκταση ανήκουσα στην παρ. 6η (γεωργική) του άρθρου 3 Ν. 998/1979». Αντιθέτως, για την ένδικη έκταση εμβαδού 993,83 τ.μ. ο Δασάρχης έκρινε ότι δεν μπορεί να τύχει της διαδικασίας του άρθρου 14 Ν. 998/1979, «διότι αποτελεί καταστραφείσα δημόσια δασική έκταση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κήρυξή της ως αναδασωτέας». Η ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού στηρίχθηκε στην από 3-7-2009 Εισήγηση του Δασαρχείου ……., η οποία αποτελεί στοιχείο του διοικητικού φακέλου και συμπληρώνει την αιτιολογία της πράξης αναδάσωσης και στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Από τη στερεοσκοπική παρατήρηση Α/Φ προκύπτει ότι: Τμήμα I: 1945-1960 καλλιεργημένος αγρός 1986 -1996 ακαλλιέργητος αγρός με σποραδικά άτομα αειφύλλων πλατυφύλλων στο δυτικό τμήμα σε ποσοστό 10% .Σήμερα ακαλλιέργητος αγρός. Τμήμα 2 : 1945-1960 καλύπτεται από δασική βλάστηση αειφύλλων πλατυφύλλων σε ποσοστό 50%, χωρίς ίχνη καλλιέργειας. 1986 -1996 καλύπτεται από δασική βλάστηση αειφύλλων πλατυφύλλων σε ποσοστό 70%, σήμερα έχουν γίνει επεμβάσεις κοπής της βλάστησης (η οποία σταμάτησε λόγο επέμβασης της Υπηρεσίας μας) η οποία καλύπτει ποσοστό λιγότερο από 15%». Κατά της υπ’ αριθμ. ……./21-10-2009 απόφασης αναδάσωσης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, η αιτούσα άσκησε την κατατεθείσααπό 26-10-2015 «ενδικοφανή προσφυγή» ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. ……., με αίτημα την ανάκλησή της. Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω προσφυγή προέβαλε ότι η συγκεκριμένη έκταση ανήκει στην ιδιοκτησία της και είναι αγροτική, διότι η βλάστηση από πουρνάρια αφήνετο να αναπτυχθεί με σκοπό να δημιουργείται πυκνή συστάδα εν είδει φυσικού φράχτη. Επίσης, ότι η έκταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει οργανική ενότητα, η οποία μαζί με την συνυπάρχουσα χλωρίδα θα μπορούσε, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους, να προσδώσει μόνη σ’ αυτήν την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Η αιτούσα, προσθέτει, επίσης, ότι η ένδικη έκταση θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως αγροτικής μορφής και ως μη «χορτολιβαδική έκταση» αφενός γιατί δεν εντάσσεται σε καμία από τις κατηγορίες των εκτάσεων που υπάγονται στην προστασία του δασικού νόμου και ουδέποτε είχε ξυλώδη βλάστηση και αφετέρου διότι το συγκεκριμένο ακίνητο, καθώς και ολόκληρη η μείζονα έκταση των 2,5 στρεμμάτων έχει χαρακτηριστεί με την υπ’ αριθμ. ……../14-7-2009 πράξη του Δασαρχείου …….. ως γεωργική έκταση. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι σε όλες τις κατευθύνσεις γειτνιάζει με ιδιοκτησίες ιδιωτών, για τους οποίους δεν εκδόθηκαν πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και ότι η έκταση αυτή ουδέποτε υπήρξε αντικείμενο δασοπονικής εκμετάλλευσης. Τέλος, υποστήριξε ότι ο Δασάρχης εσφαλμένα κήρυξε την ένδικη έκταση αναδασωτέα, καθώς αυτή είναι ιδιωτική, όλοι δε οι δικαιοπάροχοί της καλλιεργούσαν την συγκεκριμένη έκταση. Η ανωτέρω «ενδικοφανής προσφυγή» απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ………/11-4-2016 απόφαση του ασκούντος καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτησή της, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 15-4-2025 υπόμνημά της, η αιτούσα ζητά την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο υπεραμύνεται της νομιμότητάς της. Ειδικότερα, η αιτούσα προβάλλει, κατά πρώτον, ότι αναρμοδίως επελήφθη ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας επί της ενδικοφανούς προσφυγής, με αποτέλεσμα να στερηθεί της δυνατότητας να παρασταθεί ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. …… προκειμένου να προσκομίσει και εκθέσει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επιβεβαίωναν τον μη δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης. Όμως, τα ανωτέρω είναι απορριπτέα, καθώς σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 7η σκέψη, καθ’ ύλην αρμόδιος για την ανάκληση απόφασης κήρυξης έκτασης ως αναδασωτέας είναι ο Γενικός Γραμματέας (και ήδη Συντονιστής) της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.4 Ν. 998/1979.
10. Επειδή, περαιτέρω, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα διότι: α) Η ένδικη έκταση δεν είναι δασική αλλά αγροτική, όπως προκύπτει, εκτός των άλλων και από την ……/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου ……, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή της κατά Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής. Επιπρόσθετα, με την ……/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …… αθωώθηκε από την κατηγορία ότι κατά το διάστημα από 1-15 Μαΐου 2009 κατελήφθη να έχει εκχερσώσει παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 993,83 τ.μ. στη δασική θέση ……. του Δήμου ……., β) ουδέποτε της επιδόθηκαν τα επισυναπτόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα επί των οποίων η απόφαση αυτή στηρίχθηκε, με αποτέλεσμα να αγνοεί το περιεχόμενό τους και να αδυνατεί να τα αντικρούσει και γ) η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τα προβαλλόμενα με την ενδικοφανή προσφυγή.
11. Επειδή, όπως έχει προεκτεθεί, ειδικώς επί πράξεων κήρυξης αναδάσωσης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί, κατ’ αρχάς, υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει κατ’ ουσία σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει την πράξη, πρέπει να τεθούν υπόψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και ανατρέπουν την πραγματική βάση στην οποία στηρίχθηκε η κήρυξη της αναδάσωσης. Άλλως, η απόφαση περί αναδάσωσης είναι δυνατό να αρθεί όταν η αναδάσωση έχει υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναδημιουργία της καταστραφείσας δασικής βλάστησης (βλ. ΣτΕ 4254/2014, 838/2014 7μ, 1740/2012, 172/2012). Εν προκειμένω η αιτούσα με το από 26-10-2015 αίτημά της για την ανάκληση της υπ’ αριθμ. ……/21-10-2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε νέα κρίσιμα στοιχεία που να θεμελιώνουν πλάνη περί τα πράγματα και να ανατρέπουν την πραγματική βάση στην οποία στηρίχθηκε η πράξη αναδάσωσης της ένδικης έκτασης εμβαδού 993,83 τ.μ.. Αντιθέτως, επικαλέσθηκε μόνο την υπ’ αριθμ. ……../14-7-2009 Πράξη Χαρακτηρισμού, η οποία όχι μόνο ήταν ήδη γνωστή στη Διοίκηση αλλά γίνεται και επίκλησή της στην ένδικη Απόφαση Αναδάσωσης και η οποία, μάλιστα, αντικρούει τους ισχυρισμούς της αιτούσας (βλ. ανωτέρω 8η σκέψη). Ούτε, άλλωστε, αποτελεί νέο στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλάνη περί τα πράγματα, η επίκληση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της συγκεκριμένης έκτασης (ιδιωτική και όχι δημόσια), καθώς ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς. Τούτο, διότι η προστασία του δασικού χαρακτήρα έκτασης που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, όπως εν προκειμένω, δεν συναρτάται προς τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα της, αλλά το μέτρο της αναδάσωσης λαμβάνεται προκειμένου να ανακτήσουν την αλλοιωθείσα δασική τους μορφή δασικές εκτάσεις, είτε δημόσιες είτε ιδιωτικές (ΣτΕ 1823/2019, 4361/2015, 1495/2015 κ.ά.). Ομοίως, δεν οδηγεί σε πλάνη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί τα πράγματα σχετικά με τον δασικό χαρακτήρα της έκτασης, η επίκληση από την αιτούσα των όσων αναγράφονται σε τίτλους ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι έχει νομολογηθεί ότι ο χαρακτηρισμός των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων από τους ιδιώτες δεν δεσμεύει την κρίση της Διοίκησης ως προς το δασικό ή μη χαρακτήρα ορισμένης έκτασης (Σ.τ.Ε. 1202/2015, 3579/2014, 4959/2013, 3182/2012, 294/2012, 4663/2011 κ.ά.). Τέλος, ούτε και η επίκληση από την αιτούσα της ……/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου …….. και της ……/2016 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …….., θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάκληση της ένδικης πράξης αναδάσωσης λόγω πλάνης περί τα πράγματα. Τούτο διότι: α) προεχόντως δεν τέθηκαν υπόψιν του ασκούντος χρέη Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (άλλωστε η αθωωτική απόφαση είναι μεταγενέστερη της προσβαλλόμενης) και β) σε κάθε περίπτωση ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως δασικής ή μη είναι διοικητικό ζήτημα και συνεπώς, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια δεν έχουν κατά το Σύνταγμα δικαιοδοσία να αποφανθούν περί του χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής ή μη και οι αποφάσεις τους δεν συνεπάγονται δέσμευση, εκτός εάν βεβαιώνουν την ύπαρξη ή μη πραγματικών περιστατικών ικανών να κλονίσουν το αιτιολογικό έρεισμα της διοικητικής κρίσης (ΣτΕ 2346/2014 σκ. 22, 2478/2014 σκ. 19, 2628/2000 σκ.9, 2636/1996 σκ.10, 2909/1991). Στην υπό κρίση περίπτωση, στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά ικανά να κλονίσουν το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλομένης απόφασης, καθώς: α) η κρίση περί αγροτικού χαρακτήρα της ένδικης έκτασης που περιλαμβάνεται στην …../2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου ……. βασίζεται σε μαρτυρικές καταθέσεις ιδιωτών και στην ύπαρξη αγροτικού δρόμου, ενώ άλλωστε στην ίδια αυτή απόφαση γίνεται δεκτό ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1986 και 1996 η έκταση εμφανίζεται να φέρει δασική βλάστηση κατά ποσοστό 50% (στις δύο πρώτες) και κατά ποσοστό 70% (στις λοιπές), β) η …../2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …… στήριξε την αθωωτική κρίση της σε μαρτυρική κατάθεση ιδιώτη (και δη του συζύγου της αιτούσας) και στην προαναφερόμενη …../2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου ………
12. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία δεν προβάλλεται άλλος ουσιώδης ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου, ενώ, εκτιμωμένων των περιστάσεων, η αιτούσα πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 50 ν. 3659/2008-Α΄ 77 και 275 παρ. 7 του ΚΔιοικΔικ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Απαλλάσσει την αιτούσα από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα στις 10-12-2025 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 20-1-2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
