Αριθμός 874/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου – Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Π. Σ. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 2. Ε. Π. του Π., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Γκίρμπα, για αναίρεση της υπ’αριθ. 237/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 4 Απριλίου 2025 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Αμπατζή, έλαβε αριθμό 18-19/2025, και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 408/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον 1° αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί η αίτηση ως προς την 2η αναιαρεσείουσα, να της επιβληθούν τα έξοδα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 4.4.2025 κοινή αίτηση των α) Π. Σ., και β) Ε. Π. για αναίρεση της 237/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε ως ανυποστήρικτες τις από 26.3.2024 εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3513/26.3.2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος αναιρεσείων – κατηγορούμενος των αξιόποινων πράξεων της διατάραξης ομαλής διεξαγωγής υπηρεσίας από κοινού και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή η δε δεύτερη αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της διατάραξης ομαλής διεξαγωγής υπηρεσίας από κοινού, και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης του μεν πρώτου 1 έτους και 4 μηνών με τριετή αναστολή της δε δευτέρας ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρ. 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθ. 473 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠΔ), διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 20.3.2025 (αύξ.αρ. 358/20257) και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 4.4.2025 με αίτηση (δήλωση) των αναιρεσειόντων ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αυξ. αρ. κατάθεσης 18-19/2025 (474 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠΔ) περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1Α, 171 παρ. 1 εδ. δ’ΚΠΔ) εξαιτίας παραβίασης τους δικαιώματος της εμφάνισης, της ακρόασης και προσβολής του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη κατ’ άρθρον 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, την παράνομη απόρριψη της έφεσης των ως ανυποστήρικτης (άρθρο 510 παρ 1 Η’ ΚΠΔ) και την υπέρβαση εξουσίας άρθρο 510 παρ. 1 Θ’ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παραγ. 1 περιπτ. Δ’ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ‘Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν “α) … δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α’ της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι “Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε … είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.”. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι “κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή”, όσο και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο “καθένας έχει δικαίωμα στην περιοχή έννομης προστασίας από τα δικαστήριο και μπορεί να αναπτύξει σ’αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει”. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ.1 και 2 εδ.α’ του ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 41 του νόμου 4947/23-6-2022 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση ” 1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης.” Από τις ως άνω διατάξεις και αυτές του άρθρου 501 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Το Δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα αρχικά διακοπής και στη συνέχεια αναβολής της δίκης, μόνο αν κρίνει ότι οι επικαλούμενοι λόγοι, για τους οποίους ζητείται η αναβολή, είναι σοβαροί λόγοι υγείας ή συνιστούν ανώτερη βία, όχι όμως όταν κρίνει ότι δεν υφίστανται τέτοιοι και επομένως δε συντρέχει λόγος αναβολής (ΑΠ 907/2022). Αν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο επικαλούμενος λόγος αναβολής δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας και λόγο αναβολής, δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αν υπάρχει δυνατότητα διακοπής της δίκης. IV. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον στην απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε (ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 1367/2022). Συνακόλουθα, στην παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορούμενου ή για λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, πρέπει για να είναι ειδικά αιτιολογημένη και υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα αυτό προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να διαλαμβάνονται: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε το αβάσιμο του αιτήματος αναβολής και γ) οι νομικές σκέψεις που αιτιολογούν την ετυμηγορία, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορούμενου ή γεγονός ανωτέρας βίας), καθώς και η αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 818/2023, ΑΠ 1028/2022). Εάν δε, το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και είτε καταδικάσει τον κατηγορούμενο για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, είτε απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, τότε υποπίπτει στις προβλεπόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Θ’ ΚΠΔ πλημμέλειες (ΑΠ 667/2023, ΑΠ 1300/2023, ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 237/2021), ενώ στην τελευταία περίπτωση, της απόρριψης, δηλαδή, της έφεσης ως ανυποστήρικτης ιδρύεται και ο νεοπαγής λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η’ του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1196/2024, ΑΠ 1300/2023, ΑΠ 818/2023, ΑΠ1367/2022, ΑΠ 907/2022). V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 εδ.α’του ΚΠΔ “Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη”. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη κατά την ανωτέρω διάταξη λόγω μη εμφάνισης του εκκαλούντος αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου στο ακροατήριο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει με σαφήνεια και πληρότητα τα σχετικά με την προβλεπόμενη από το άρθρο 500 εδ.γ του ΚΠΔ εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, η οποία γίνεται είτε κατά τα άρθρα 155 επ. 166 του ΚΠΔ, με επίδοση της κλήσης, είτε κατά τα άρθρα 349 παρ.3, 352 παρ.1 του ίδιου Κώδικα με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, είτε με τον ορισμό ρητής δικασίμου, μετά από ακύρωση της διαδικασίας (άρθρο 341 ΚΠΔ). Σύμφωνα δε με την παρ.4 του ως άνω άρθρου 501 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 153 του ν.4855/2021 “Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στη παρ. 1 δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τα άρθρα 341 και 435 εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτήν”. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αν ο εκκαλών – κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή η διακοπή ή αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετά τη διακοπή ή αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 773/2022, ΑΠ 582/2020, ΑΠ 1439/2016). Και τούτο διότι, ναι μεν, εκείνος, ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του θεωρείται ότι παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν είναι, όμως, νοητό η μετ’ αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση εκ μέρους του της απόφασης που προσέβαλε (ΑΠ 667/2023, ΑΠ 103/2023). Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Π.Δ. για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, περίπτωση, η οποία υπό τον νέο ΚΠΔ που ισχύει από 01.07.2019 αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 1308/2024 , ΑΠ 984/2024). VΙ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ` του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το Δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως συμβαίνει όταν απορρίπτει την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ως ανυποστήρικτη, χωρίς να συντρέχουν οι αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη προϋποθέσεις γι’αυτό, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1515/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1003/2020). V
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 3513/26.3.2024 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος αναιρεσείων – κατηγορούμενος των αξιόποινων πράξεων της διατάραξης ομαλής διεξαγωγής υπηρεσίας από κοινού και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή η δε δεύτερη αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της διατάραξης ομαλής διεξαγωγής υπηρεσίας από κοινού (πράξεις) που τελέστηκαν στη Θεσσαλονίκης στις 22-4-2018 και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης του μεν πρώτου 1 έτους και 4 μηνών με τριετή αναστολή της δε δευτέρας ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα τις υπ’αρ. 124 και 125/2024 εφέσεις η εκδίκαση των οποίων ορίσθηκε για την 6.2.2025 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, κατά την ως άνω δημόσια συνεδρίαση του ανώτερου δικαστηρίου, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Η. Γ. ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται ως συνήγορος του απόντος πρώτου κατηγορουμένου Π. Σ., σύμφωνα με την από 2 Φεβρουαρίου 2025 εξουσιοδότηση του τελευταίου προς αυτόν και ζήτησε να τον εκπροσωπήσει. Η ανωτέρω δήλωση κρίθηκε νομότυπη από το Δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι πραγματικά παρών εκπροσωπούμενος από τον ως άνω συνήγορο. Ταυτόχρονα ο ίδιος δικηγόρος, ως άγγελος, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος ασθένειας της δεύτερης κατηγορουμένης, προσκομίζοντας προς υποστήριξη του ανωτέρω αιτήματος, την από 4 Φεβρουαρίου 2025 ιατρική βεβαίωση- χορήγηση αναρρωτικής άδειας 3 ημερών λόγω ναυτίας και εμέτου. Ακολούθως το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας ύστερα από όμοια πρόταση του εισαγγελέα της έδρας απέρριψε το ως άνω αίτημα αναβολής της δίκης και διέταξε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως σύμφωνα με την ορισθείσα σειρά του πινακίου γεγονός που γνωστοποίησε στον συνήγορο υπερασπίσεως. Περαιτέρω μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 30 λεπτών η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σύμφωνα με τη σειρά του πινακίου οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν και αφού ερεύνησε το νομότυπο των κλητεύσεων τους απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων ως ανυποστήρικτες. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης το Δικαστήριο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος – κατηγορούμενου Π. Σ. με το εξής σκεπτικό : ” … όπως εκτίθεται ανωτέρω στην παρούσα απόφαση, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατά την σημερινή δικάσιμο της 06/02/2025, εμφανίστηκε ο δικηγόρος του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Γ. Η. (ΑΜΔΣΘ 8687), ο οποίος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την πρόεδρο, δήλωσε ότι παρίσταται ως συνήγορος του απόντος πρώτου κατηγορουμένου, σύμφωνα με την από 3 Φεβρουαρίου 2025 εξουσιοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου προς αυτόν, και ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων, ο ως άνω απών πρώτος κατηγορούμενος θεωρήθηκε ότι είναι πραγματικά παρών, εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορό του. Ταυτόχρονα, ο ως άνω δικηγόρος Θεσσαλονίκης Γ. Η., ως άγγελος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της δεύτερης κατηγορουμένης, και το παρόν δικαστήριο αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης, που υπέβαλε η δεύτερη κατηγορουμένη διά του εμφανισθέντος ως άνω αγγέλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γ. Η. (…), διέταξε την εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης σύμφωνα με την ορισθείσα σειρά του πινακίου, γεγονός που γνωστοποίησε στον ανωτέρω συνήγορο υπερασπίσεως. Ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής αποχώρησε και δεν υποστήριξε την έφεση του πρώτου εκκαλούντος, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που πραγματοποιήθηκε την αυτή ημέρα σύμφωνα με την αριθμητική σειρά του πινακίου, ενώ εν τω μεταξύ η συζήτηση της έφεσης δεν είχε ουδέποτε αναβληθεί ή διακοπεί κατ’ άρθρον 349 ΚΠΔ αλλά αυτή, διατάχθηκε να πραγματοποιηθεί κατά την ορισθείσα αριθμητική σειρά του πινακίου συνεπώς, αυτός, δεν πρέπει να λογίζεται σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τις επιταγές της παραγράφου 4 του αυτού ως άνω άρθρου 501 ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 153 του Ν. 4855/2021, αλλά ούτε και σύμφωνα με τις επιταγές της πρώτης παραγράφου του άρθρου 501. Κατόπιν τούτων, πρέπει, οι εφέσεις των απόντων εκκαλούντων να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 501, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 1εδ.γ’, 320, 321, 326 και 340 του ΚΠΔ. και να καταδικασθούν αυτοί στα έξοδα της δίκης, όπως ορίζεται στο διατακτικό”. Όμως, όπως άλλωστε και η προβαλλομένη δέχεται στο αιτιολογικό της, ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε εμφανισθεί, δια συνηγόρου για να υποστηρίξει την έφεσή του και είχε γίνει δεκτή η δια πληρεξουσίου δικηγόρου παράσταση και θεωρήθηκε παρών, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο του Η. Γ.. Μετά από την απόρριψη του αιτήματος αναβολής στο πρόσωπο της δεύτερης κατηγορουμένης – δεύτερης αναιρεσείουσας και που υπεβλήθη από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, ως άγγελος, διατάχθηκε η πρόοδος της δίκης μετά από τριάντα λεπτά. Το δικάσαν δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 4 ΚΠΔ, όφειλε να εξετάσει την έφεση του αναιρείοντος – κατηγορουμένου σαν να ήταν παρών και να μην απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Και τούτο, διότι, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν είναι νοητό η μετά από διακοπή μη εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της απόφασης που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η διακοπή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη μετά τη διακοπή εκδίκαση της, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Άρα το Εφετείο παρά το ότι είχε υποχρέωση, λόγω της εκπροσώπησης του εκκαλούντος κατηγορουμένου από τον υπ’ αυτού νομίμως διορισθέντα συνήγορό του, να θεωρήσει αυτόν παρόντα κατά την μετά τη διακοπή συνέχιση της εκδίκασης της υποθέσεως και να προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, δικαζομένου αυτού (εκκαλούντος) σαν να ήταν παρών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 501 παρ.4 ΚΠΔ, εν τούτοις απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, διότι παράνομα απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, προσέτι δε, και στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ, διότι υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, μη δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχείο VΙ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η’ και Θ’ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Π. Σ. για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, προσέτι δε, και για υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας, και ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 159 του ν.4855/2021), να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Περαιτέρω, και αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα αναβολής, στο πρόσωπο της 2ης κατηγορουμένης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τούτο με το εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογικό (σκεπτικό) και διατακτικό: “στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη κατηγορουμένη δια του εμφανισθέντος ως άνω αγγέλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γ. Η. (….) ζήτησε την αναβολή της δίκης επικαλούμενη σοβαρό λόγο υγείας, προς επίρρωση δε του ισχυρισμού της προσκόμισε δια του ως άνω εμφανισθέντος ως αγγέλου την υπ’ αριθμό 25020040021830 και με ημερομηνία καταχώρησης 4 Φεβρουαρίου 2025 γνωμάτευση χορήγηση αναρρωτικής άδειας της ιατρού Κ. Μ. του Γ.Ν.Θ. “Γ. Γεννηματάς – Αγ. Δημήτριος”, σύμφωνα με την οποία “η υπό τα ανωτέρω στοιχεία (Π. Ε.) ασθενής εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία ή στο ΤΕΠ η διάγνωση της κατά ICD10 ήταν ναυτία και έμετος και στην υπό τα ανωτέρω στοιχεία ασθενή χορηγείται αναρρωτική άδεια με ημερομηνία έναρξης 04/02/2025 και για χρονικό διάστημα 3 ημερών”. Δεν διευκρινίζεται όμως στην ανωτέρω ιατρική βεβαίωση εάν η διάγνωση έλαβε χώρα κατόπιν δήλωσης των προαναφερόμενων συμπτωμάτων ναυτίας και εμετού από την ίδια την κατηγορουμένη, ή κατόπιν διαπιστώσεως αυτών από τη βεβαιούσα ιατρό, δεδομένου ότι τα ανωτέρω συμπτώματα εάν πραγματικά συντρέχουν είναι εμφανή στον εξωτερικό κόσμο, ενώ, επιπλέον στην εκτυπωθείσα ιατρική βεβαίωση και στο σχετικό χωρίο περιγραφή ασθένειας δεν αναγράφεται τίποτα. Για τους ανωτέρω λόγους το δικαστήριο δεν έχει πειστεί για την ουσιαστική βασιμότητα του επικαλούμενου ως άνω λόγου υγείας και κατά συνέπεια ότι αυτή εμποδιζόταν να εμφανιστεί σήμερα στο δικαστήριο. Κατόπιν τούτων το σχετικό αίτημα της δεύτερης κατηγορουμένης κρίνεται ως παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα αναβολής της δίκης που υπέβαλε η δεύτερη κατηγορουμένη διά του εμφανισθέντος ως άνω αγγέλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γ. Η. (….) και διατάσσει την εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης σύμφωνα με την ορισθείσα σειρά του πινακίου, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στον ανωτέρω συνήγορο υπερασπίσεως”. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, αφού εκφώνησε την υπόθεση κατά τη σειρά του πινακίου αφού διαπίστωσε τη νόμιμη κλήτευση της δεύτερης εκκαλούσας – κατηγορουμένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, για να παραστεί κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 237/2025 απόφασή του, την έφεσή της ως ανυποστήρικτη. Με τις παραδοχές αυτές, η απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύονται στο σκεπτικό τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του επικαλούμενου ως ανυπέρβλητου κωλύματος, καθώς επίσης αναφέρονται και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, ενώ δεν χρειαζόταν να αιτιολογήσει την μη διακοπή της δίκης, αφού απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής και δεν προβλήθηκε αυτοτελές περί διακοπής αίτημα, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας – κατηγορούμενης είναι αβάσιμες . Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης συνεκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε η προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση, καθόσον ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης οι οποίες πλήττουν την αξιολόγηση του περιεχομένου της ανωτέρω ιατρικής βεβαίωσης από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, καθώς με αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας το οποίο δέχθηκε ότι δεν συνάγεται αδυναμία εμφάνισης της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου από σοβαρό λόγο υγείας, που συνιστά και λόγο ανώτερης βίας. Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσήκουσα αιτιολογία απέρριψε το αίτημα αναβολής και νομίμως στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της 2ης κατηγορουμένης ως ανυποστήρικτη λόγω της μη εμφανίσεως της και της μη εκπροσωπήσεως της από πληρεξούσιο δικηγόρο. Σημειώνεται ότι ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης του ανωτέρω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ότι το εν λόγω δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρις ότου προσκομιστεί από τον εμφανισθέντα ως άγγελο πληρεξούσιο δικηγόρο, εξουσιοδότηση προς αυτόν της 2ης κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας όπως την εκπροσωπήσει στην δευτεροβάθμια δίκη. Επομένως, εφόσον, μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής της 2ης κατηγορουμένης – και ήδη αναιρεσείουσας, νομίμως απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, αυτή ουδόλως στερήθηκε των δικαιωμάτων υπεράσπισής της και ουδεμία απόλυτη, εξ αυτού του λόγου ακυρότητα της διαδικασίας, επήλθε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε και υπέρβαση εξουσίας τούτου. Συνακόλουθα οι αναιρετικοί λόγοι της 2ης αναιρεσείουσας για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη αιτιολογίας παράνομη απόρριψη της έφεσής της ως ανυποστήρικτης και υπέρβαση εξουσίας άρθρα 510 παρ.1 Α’, Δ’, Η’ και Θ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της δεύτερης αναιρεσείουσας, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Π. του Π. και της Ε..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την υπ’ αρ. 237/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της υπ’ αρ. 124/2024 και ημερομηνία 26.3.2024 έφεσης του Π. Σ. του Θωμά, κατοίκου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4.4.2025 αίτηση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Π. του Π. και της Ε., κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
