Το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εταιρεία διαχείρισης δεν απέδειξε πως το δάνειο του 1996 βρισκόταν μέσα στο χαρτοφυλάκιο που της είχε ανατεθεί. Γι’ αυτό ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή και την κατασχετήρια έκθεση
Λίγες ημέρες πριν από τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό που είχε οριστεί για τις 4 Νοεμβρίου 2026, το Μονομελές Πρωτοδικείο ακύρωσε την κατάσχεση 16 ακινήτων ανώνυμης εταιρείας με τουριστική και ξενοδοχειακή δραστηριότητα. Την κατάσχεση είχε επιβάλει εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ενεργούσε για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, στην οποία είχε καταλήξει, μέσω τιτλοποίησης, ένα δάνειο που είχε χορηγήσει συστημική τράπεζα πριν από σχεδόν 30 χρόνια.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η Πρωτοδίκης δέχθηκε την ανακοπή της επιχείρησης με την υπ’ αριθμ. 626/2026 απόφασή της. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στον πρώτο λόγο της ανακοπής και δεν εξέτασε τους υπόλοιπους. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εταιρεία διαχείρισης δεν κατάφερε να αποδείξει με έγγραφα ότι το συγκεκριμένο δάνειο ήταν πράγματι μέσα στις απαιτήσεις που της είχαν ανατεθεί. Χωρίς αυτή την απόδειξη, δεν μπορούσε να κινήσει αναγκαστική εκτέλεση.
Η υπόθεση συζητήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2026 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2026. Την ανακόπτουσα εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Στέργος Λεβέντης. Την εταιρεία διαχείρισης εκπροσώπησε η δικηγόρος κ. Λουκία Βούη.
Ένα δάνειο που άλλαξε πολλά χέρια
Η απαίτηση ξεκινά από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό, αλληλόχρεο λογαριασμό, που υπέγραψε η επιχείρηση με την τράπεζα στις 19 Νοεμβρίου 1996. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μια σειρά πρόσθετων πράξεων τροποποίησης. Η τελευταία χρονολογείται στις 26 Ιανουαρίου 2017.
Από εκεί και πέρα, η διαδρομή του δανείου γίνεται περίπλοκη. Τον Σεπτέμβριο του 2019 η τράπεζα μεταβίβασε χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων σε αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, στο πλαίσιο τιτλοποίησης. Τη διαχείριση την κράτησε αρχικά η ίδια η τράπεζα και στη συνέχεια την ανέλαβε μια νεοσύστατη εταιρεία διαχείρισης, που αργότερα άλλαξε επωνυμία. Στο τέλος του 2020 μεσολάβησε η διάσπαση της τράπεζας με απόσχιση κλάδου. Τον Οκτώβριο του 2021 μέρος των απαιτήσεων επέστρεψε στην τράπεζα με επαναγορά.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 5 Νοεμβρίου 2021, η τράπεζα πούλησε νέο χαρτοφυλάκιο σε δεύτερη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Την ίδια ημέρα υπογράφηκε και η σύμβαση με την οποία η αγοράστρια ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων στην ίδια εταιρεία διαχείρισης. Αυτή η εταιρεία επέσπευσε τελικά την εκτέλεση.
Από τη διαταγή πληρωμής στην κατάσχεση
Στα τέλη Ιανουαρίου 2026 η εταιρεία διαχείρισης κατέθεσε αίτηση και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Αυτή στρεφόταν κατά της επιχείρησης και των συνοφειλετών της, για 1.048.667,30 ευρώ και επιπλέον 5.244 ευρώ δικαστική δαπάνη. Στις 11 Φεβρουαρίου 2026 τους επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή για συνολικό ποσό 1.057.189,89 ευρώ.
Η επόμενη κίνηση ήρθε στις 17 Μαρτίου 2026, με την επίδοση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Με αυτήν κατάσχονταν, για ποσό 250.000 ευρώ, 16 ακίνητα της εταιρείας σε οικοδομή χτισμένη σε οικόπεδο 2.004 τ.μ. Στο υπόγειο βρίσκονται 2 αποθήκες και 4 ημιυπαίθριοι χώροι. Στο ισόγειο υπάρχουν 2 καταστήματα και άλλοι 4 ημιυπαίθριοι. Ακολουθούν 2 γραφεία στον πρώτο όροφο και 2 μελλοντικά γραφεία στον δεύτερο.
Έκθεση εκτίμησης του 2019 υπολογίζει τη συνολική αγοραία αξία των ακινήτων σε 1.239.000 ευρώ. Μόνο τα 2 καταστήματα του ισογείου αποτιμώνται σε 360.000 και 185.000 ευρώ αντίστοιχα.
Η επιχείρηση άσκησε ανακοπή στις 20 Απριλίου 2026. Ζήτησε να ακυρωθούν τόσο η επιταγή όσο και η κατασχετήρια έκθεση. Επικουρικά, ζήτησε να περιοριστεί η κατάσχεση στα 2 γραφεία του πρώτου ορόφου. Η αξία τους, 280.000 ευρώ, υπερκαλύπτει κατά τους ισχυρισμούς της το ποσό της κατάσχεσης.
Το αποδεικτικό κενό στη σύμβαση διαχείρισης
Πριν φθάσει στην ουσία, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας που είχε προβάλει η εταιρεία διαχείρισης. Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, σημειώνεται στο σκεπτικό, δεν αποκλείει παράλληλη ανακοπή κατά των πράξεων εκτέλεσης, ακόμη κι αν στηρίζονται στους ίδιους λόγους. Τα αιτήματα των 2 δικών είναι διαφορετικά. Η ανακοπή κρίθηκε επίσης εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των 45 ημερών από την κατάσχεση.
Στην ουσία της υπόθεσης, όλο το βάρος έπεσε στη νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης. Η επιχείρηση υποστήριξε ότι τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί για τη διαταγή πληρωμής δεν δείχνουν πουθενά ότι η σύμβαση διαχείρισης καλύπτει και το δικό της δάνειο. Το δικαστήριο συμφώνησε.
Εξετάστηκε η σύμβαση διαχείρισης που υπογράφηκε στις 5 Νοεμβρίου 2021 και καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου. Όπως διαπιστώθηκε, δεν συνοδεύεται από κανένα παράρτημα που να δείχνει ποιες απαιτήσεις ανατέθηκαν προς διαχείριση, όπως συμβαίνει με τις συμβάσεις μεταβίβασης. Πουθενά στο έντυπο δεν αναφέρεται σε ποιο χαρτοφυλάκιο αφορά. Δεν υπάρχει καν παραπομπή στον αριθμό πρωτοκόλλου της σύμβασης πώλησης. Η απόφαση κάνει λόγο για «ασάφεια και αοριστία» ως προς το αν η εξουσία διαχείρισης φθάνει ως τη συγκεκριμένη απαίτηση.
Η εταιρεία διαχείρισης, εξάλλου, δεν προσκόμισε κανένα άλλο έγγραφο που να δείχνει ότι το χαρτοφυλάκιο που πουλήθηκε στην εταιρεία ειδικού σκοπού είναι το ίδιο με εκείνο που της ανατέθηκε. Το δικαστήριο μίλησε για «αποδεικτικό κενό». Δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι το δάνειο ήταν ανάμεσα στις απαιτήσεις που διαχειρίζεται η εταιρεία. Άρα η πράξη εκτέλεσης έγινε χωρίς ενεργητική νομιμοποίηση και κρίθηκε άκυρη.
Οι αιτιάσεις που έμειναν ανεξέταστες
Αφού έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειάζεται να εξετάσει τους υπόλοιπους. Η επιχείρηση είχε προβάλει αρκετές ακόμη αιτιάσεις. Υποστήριζε ότι οι εταιρείες διαχείρισης δεν είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα και άρα δεν έχουν εξουσία να επισπεύδουν εκτέλεση, επικαλούμενη πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υποστήριζε επίσης ότι η κατάσχεση ακινήτων αξίας 1.239.000 ευρώ για ποσό 250.000 ευρώ ήταν καταχρηστική και δυσανάλογη.
Ιδιαίτερη θέση στην ανακοπή είχε η σύνθεση του ποσού της επιταγής. Κατά την ανακόπτουσα, στις καρτέλες του λογαριασμού εμφανίζεται εγγραφή 307.675,14 ευρώ με την ένδειξη «μετάπτωση» από την τράπεζα και ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2021. Η προέλευσή της δεν προκύπτει από τα έγγραφα. Πάνω σε αυτό το ποσό φέρεται να υπολογίστηκαν τόκοι 262.650,94 ευρώ. Έτσι το κονδύλιο φθάνει συνολικά τα 570.326,08 ευρώ, πάνω από το μισό της απαίτησης. Η επιχείρηση στήριξε τον ισχυρισμό αυτό και σε έκθεση πραγματογνωμοσύνης οικονομολόγου. Κανένας από αυτούς τους λόγους δεν κρίθηκε, αφού η υπόθεση έκλεισε στο ζήτημα της νομιμοποίησης.
Τι σημαίνει η απόφαση για τον πλειστηριασμό
Με το διατακτικό της, η Πρωτοδίκης δέχθηκε την ανακοπή. Ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή που είχε συνταχθεί στις 9 Φεβρουαρίου 2026 και την κατασχετήρια έκθεση. Η εταιρεία διαχείρισης θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, που ορίστηκαν σε 400 ευρώ.
Ακυρώθηκε η κατάσχεση, άρα ο πλειστηριασμός της 4ης Νοεμβρίου 2026 χάνει, όπως προκύπτει, τη βάση πάνω στην οποία είχε προγραμματιστεί. Η απόφαση δεν αποφαίνεται για την ύπαρξη ή το πραγματικό ύψος της οφειλής. Ούτε ακυρώνει την ίδια τη διαταγή πληρωμής. Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει αν η εταιρεία διαχείρισης θα ασκήσει έφεση.
