ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 22ας Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Οργάνωση του χρόνου εργασίας – Άρθρο 2, σημείο 1 – Έννοια του “χρόνου εργασίας” – Άρθρο 6, στοιχείο βʹ – Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας – Τόπος πραγματικής παροχής της εργασίας διαφορετικός από τον σταθερό τόπο εργασίας που ορίστηκε με τη σύμβαση εργασίας – Χρόνος μετακίνησης προς τον τόπο πραγματικής παροχής της εργασίας – Άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης »
Στην υπόθεση C‑420/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Iași (εφετείο Ιασίου, Ρουμανία) με απόφαση της 14ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Sindicatul Drumarilor «Elie Radu», εξ ονόματος και για λογαριασμό του μέλους της BZ,
κατά
Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA – Direcția Regională de Drumuri și Poduri Iași,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο τμήματος, A. Kumin και I. Ziemele (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Compania Naţională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA – Direcția Regională de Drumuri și Poduri Iași, εκπροσωπούμενη από την G. Ene, τον O. M. Laicu, την A. Romila και τον C. Șchiopu,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις D. Recchia και E. A. Stamate,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9), καθώς και του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sindicatul Drumarilor «Elie Radu» (συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στον κλάδο της οδοποιίας «Elie Radu», στο εξής: συνδικαλιστική οργάνωση), που ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό του μέλους της BZ, και της Compania Națională de Administrare a Infrastructurii Rutiere SA – Direcția Regională de Drumuri și Poduri Iași (εθνική εταιρία για τη διαχείριση του οδικού δικτύου ΑΕ – περιφερειακή διεύθυνση οδοποιίας Ιασίου, Ρουμανία, στο εξής: CNAIR) με αντικείμενο τον νομικό χαρακτηρισμό του χρόνου μετακίνησης του BZ προς τον τόπο πραγματικής παροχής της εργασίας του.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
3 Το άρθρο 31 του Χάρτη επιγράφεται «Δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας» και προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης καθώς και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών.»
Η οδηγία 2003/88
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/88 φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής» και ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.
2. Εφαρμόζεται:
α) στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στο χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, και
β) σε ορισμένες πλευρές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ 1989, L 183, σ. 1)], με την επιφύλαξη των άρθρων 14, 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας.
[…]»
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 επιγράφεται «Ορισμοί» και προβλέπει στα σημεία 1 και 2 τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1. “χρόνος εργασίας”: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·
2. “περίοδος ανάπαυσης”: κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας.»
6 Το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88 τιτλοφορείται «Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας» και έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:
α) η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να περιορίζεται με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων·
β) ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»
Το ρουμανικό δίκαιο
7 Το άρθρο 111 του Legea nr. 53/2003 privind Codul muncii (νόμου 53/2003 περί εργατικού κώδικα), της 24ης Ιανουαρίου 2003 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 72 της 5ης Φεβρουαρίου 2003), όπως δημοσιεύθηκε εκ νέου και ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 345 της 18ης Μαΐου 2011) (στο εξής: εργατικός κώδικας), έχει ως εξής:
«Ως χρόνος εργασίας νοείται κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας, της ισχύουσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή/και των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας.»
8 Το άρθρο 112 του εργατικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«(1) Για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ο κανονικός χρόνος εργασίας ανέρχεται σε 8 ώρες την ημέρα και 40 ώρες την εβδομάδα.
[…]»
9 Το άρθρο 120 του εργατικού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«(1) Η εργασία που παρέχεται εκτός του κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 112, θεωρείται ως υπερωριακή εργασία.
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η CNAIR είναι ρουμανική επιχείρηση εθνικού στρατηγικού ενδιαφέροντος υπό την εποπτεία του Ministerul Transporturilor (Υπουργείου Μεταφορών, Ρουμανία), η οποία δραστηριοποιείται στην οδοποιία. Περιλαμβάνει επτά μονάδες, οι οποίες αποκαλούνται «περιφερειακές διευθύνσεις οδοποιίας», καθώς και ένα κέντρο μελετών και έρευνας.
11 Η CNAIR προσέλαβε τον BZ ως προϊστάμενο της υπηρεσίας «Επενδύσεις, μεγάλα έργα αποκατάστασης και αντιμετώπιση καταστροφών». Στη σύμβαση εργασίας του ορίστηκε ως σταθερός τόπος εργασίας το Ιάσιο (Ρουμανία).
12 Από τις 8 έως τις 15 Ιουνίου 2021, κατόπιν εντολής του περιφερειακού διευθυντή μονάδας της περιφερειακής διεύθυνσης οδοποιίας Ιασίου, ο BZ μετακινήθηκε επανειλημμένως, προκειμένου να επιθεωρήσει εργοτάξια ευρισκόμενα σε διάφορα τμήματα του εθνικού οδικού δικτύου, στη Suceava (Ρουμανία), στο Botoșani (Ρουμανία) και στο Focșani (Ρουμανία), πόλεις οι οποίες απέχουν, αντιστοίχως, 145 km, 108 km και 204 km από το Ιάσιο, και, μία φορά, στην κεντρική έδρα της CNAIR στο Βουκουρέστι (Ρουμανία), πόλη η οποία απέχει 421 km από το Ιάσιο.
13 Για τις μετακινήσεις αυτές ο εργοδότης του BZ έθεσε στη διάθεσή του όχημα, ενώ για τη μετακίνηση στο Βουκουρέστι έθεσε στη διάθεσή του και οδηγό. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο BZ κάλυψε εντός οκτώ ημερών, ήτοι μεταξύ της 8ης και της 15ης Ιουνίου 2021, συνολική απόσταση άνω των 1 500 km, υπό τις συνθήκες του οδικού δικτύου της Ρουμανίας, η οποία στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή δεν είχε αυτοκινητοδρόμους, αλλά μόνον εθνικές ή νομαρχιακές οδούς. Μετά από κάθε μία από τις ανωτέρω μετακινήσεις, ο BZ επέστρεφε αυθημερόν στο Ιάσιο, με την εξαίρεση της μετακίνησης στο Βουκουρέστι, απ’ όπου επέστρεψε την επόμενη ημέρα. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι οι μετακινήσεις έγιναν, ιδίως, εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας.
14 Αφού άσκησε τα καθήκοντά του τον Ιούνιο του 2021, ο BZ κατάρτισε «κατάσταση ωρών εργασίας», την οποία υπέβαλε προς έγκριση στον εργοδότη. Ο εργοδότης τού ζήτησε να διορθώσει την εν λόγω κατάσταση και αρνήθηκε να καταβάλει αμοιβή για τις 31,5 ώρες που αντιστοιχούσαν στον χρόνο μετακίνησης προς τα εργοτάξια για τον λόγο, εν συνόψει, ότι ο BZ δεν είχε πραγματοποιήσει υπερωρίες κατά τις μετακινήσεις του στις 8, 10, 12 και 14 Ιουνίου 2021. Κατά την CNAIR, οι μετακινήσεις αυτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως χρόνος κατά τον οποίο ο BZ ασκούσε τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, κατά την έννοια του άρθρου 111 του εργατικού κώδικα.
15 Κατόπιν της άρνησης της CNAIR να καταβάλει αμοιβή για τις 31,5 ώρες, ο BZ, εκπροσωπούμενος από τη συνδικαλιστική οργάνωση, άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunalul Iași (πρωτοδικείου Ιασίου, Ρουμανία).
16 Με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2022, το Tribunalul Iași (πρωτοδικείο Ιασίου) απέρριψε την αγωγή, με το σκεπτικό ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν προκειμένου να αποδειχθεί ότι, κατά τις επίμαχες μετακινήσεις, ο BZ βρισκόταν στη διάθεση του εργοδότη και ότι ασκούσε τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του ήταν ανεπαρκή. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η απλή καταγραφή των ωρών αναχώρησης και άφιξης σε εντολή μετακίνησης, ελλείψει έκθεσης δραστηριοτήτων ή αποδεικτικού διαδρομής, δεν αρκεί για να αποδειχθεί η πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας. Επιπλέον, ακόμη και αν είχαν όντως πραγματοποιηθεί υπερωρίες, η εσωτερική διαδικασία που είχε συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργάνωσης καθώς και οι διατάξεις του εργατικού κώδικα υποχρεώνουν τους εργαζομένους να ζητούν πρώτα τη χορήγηση αντισταθμιστικής ανάπαυσης για τις υπερωρίες που πραγματοποιούν. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του εργατικού κώδικα, οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητήσουν αμοιβή για υπερωρίες μόνον εφόσον η αντισταθμιστική ανάπαυση δεν χορηγηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας.
17 Η συνδικαλιστική οργάνωση άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Curtea de Apel Iași (εφετείου Ιασίου, Ρουμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να ερμηνευθεί η έννοια του «χρόνου εργασίας», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88. Η συνδικαλιστική οργάνωση υποστηρίζει ότι, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, η έννοια αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τον χρόνο που αφιερώθηκε στις επίμαχες μετακινήσεις του BZ.
18 Η CNAIR εναντιώθηκε τόσο στην έγκριση της εξέτασης της έφεσης όσο και στην υποβολή τέτοιας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος που αφιέρωσε ο BZ για τη μετάβαση στον τόπο πραγματικής παροχής της εργασίας του και την επιστροφή από αυτόν δεν πρέπει να θεωρηθεί ως χρόνος εργασίας και ότι δεν μπορεί να καταβληθεί αμοιβή υπερωριακής εργασίας για τον χρόνο των μετακινήσεων αυτών. Κατά την CNAIR, ο χρόνος των μετακινήσεων δεν πρέπει να συγχέεται με τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Ειδικότερα, η CNAIR υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 111 του εργατικού κώδικα, χρόνος εργασίας είναι αποκλειστικά ο χρόνος κατά τον οποίο ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του. Η CNAIR υποστήριξε επίσης ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones Obreras (CC.OO.) (C‑266/14, EU:C:2015:578), δεν είναι κρίσιμη εν προκειμένω, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με την επίμαχη περίπτωση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ο BZ είχε σταθερό τόπο εργασίας.
19 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχουν αποκλίσεις στη νομολογία όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του χρόνου μετακίνησης των εργαζομένων προς τον τόπο πραγματικής παροχής της εργασίας τους. Αφενός, κατά μία πρώτη μερίδα της νομολογίας, ο χρόνος μετακίνησης δεν εμπίπτει στην έννοια του «χρόνου εργασίας», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, και η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578), εφαρμόζεται μόνο στους εργαζομένους που δεν έχουν σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας.
20 Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με μια δεύτερη μερίδα της νομολογίας, ο εν λόγω χρόνος μετακίνησης εμπίπτει στην έννοια του «χρόνου εργασίας». Στο ως άνω πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, ιδίως, στις αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Jaeger (C‑151/02 (EU:C:2003:437), της 1ης Δεκεμβρίου 2005, Dellas κ.λπ. (C‑14/04, EU:C:2005:728), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578).
21 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, επομένως, ότι υπάρχουν αποκλίσεις στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά το ζήτημα αν εμπίπτει, στην εν λόγω έννοια, ο χρόνος μετακίνησης των εργαζομένων προς και από τόπο εργασίας διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας τους, προκειμένου να ασκήσουν εκεί τη δραστηριότητά τους σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, δεδομένου ότι η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578), δεν είχε ως αποτέλεσμα την εναρμόνιση των νομολογιακών αποκλίσεων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο η νομολογία που απορρέει από την απόφαση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην ενώπιόν του διαφορά.
22 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, επιπλέον, ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη και το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Iași (εφετείο Ιασίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας [2003/88] την έννοια ότι το χρονικό διάστημα της μεταβάσεως του εργαζομένου, εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας, σε τόπο διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του, καθώς και η διαδρομή της επιστροφής συνιστούν “χρόνο εργασίας”;
2) Έχουν το άρθρο 31, παράγραφος 2, του [Χάρτη] και οι διατάξεις του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [2003/88] την έννοια ότι αντιτίθενται σε διάταξη εθνικού δικαίου, βάσει της οποίας οι ώρες που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της μεταβάσεως του εργαζομένου σε τόπο διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη του, καθώς και οι ώρες που αντιστοιχούν στη διαδρομή της επιστροφής δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχει συμπληρωθεί το όριο του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας για τον υπολογισμό των υπερωριών, κατά τον περιοριστικό ορισμό της υπερωριακής εργασίας στην εσωτερική νομοθεσία ως της “εργασίας που παρέχεται εκτός του κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας”;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
24 Η CNAIR διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Υποστηρίζει ότι ο Ρουμάνος νομοθέτης δεν έχει μεταφέρει τυπικώς στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις της οδηγίας 2003/88 των οποίων την ερμηνεία αφορά η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ήτοι το άρθρο 2, σημείο 1, και το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, και ότι, επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, «μόνον εφόσον η επίμαχη διάταξη συνιστά ευρωπαϊκό κανόνα άμεσα εφαρμοστέο στο δίκαιο των κρατών μελών».
25 Η CNAIR προβάλλει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ζητήματα που σχετίζονται με το ρουμανικό δίκαιο, δεδομένου ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αμοιβή που οφείλεται σε εργαζόμενο ο οποίος μετακινήθηκε προς και από τόπο διαφορετικό από τον σταθερό τόπο εργασίας του, εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας, και ο οποίος δεν ζήτησε από τον εργοδότη του τη χορήγηση αντισταθμιστικής ανάπαυσης, η οποία είναι το μόνο μέτρο που ρυθμίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η καταβολή «ισοδύναμου χρηματικού ποσού δεν προβλέπεται από την [οδηγία 2003/88] και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο επί της ουσίας».
26 Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, καθότι η ερμηνεία του εναπόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο (απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, EDP – Energias de Portugal κ.λπ., C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και το οποίο φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Ως εκ τούτου, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί [απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Ministero della Giustizia κ.λπ. (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C‑236/20, EU:C:2022:263, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
28 Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Ministero della Giustizia κ.λπ. (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C‑236/20, EU:C:2022:263, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
29 Προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να προβεί σε χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απαιτεί η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να περιέχει έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της σχέσεως που κατά τη γνώμη του υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.
30 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι ο χρόνος τον οποίο αφιερώνει ο εργαζόμενος, ακόμη και εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας του, για να μετακινηθεί προς και από τόπο εργασίας τον οποίο έχει ορίσει ο εργοδότης, διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, πρέπει να θεωρείται ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης προκειμένου να καθορίσει τον αριθμό των ωρών υπερωριακής εργασίας για τις οποίες θα πρέπει, ενδεχομένως, να καταβληθεί αμοιβή στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαφοράς. Για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης απαιτείται, κατά το αιτούν δικαστήριο, να καθοριστεί αν ο χρόνος που αφιερώθηκε στις επίμαχες μετακινήσεις πρέπει να υπολογίζεται ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
31 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από το αν ο χρόνος που αφιερώθηκε στις επίμαχες μετακινήσεις πρέπει να χαρακτηριστεί ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88. Διευκρινίζει ότι, μολονότι το ζήτημα της αμοιβής του εργαζομένου εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης επιβάλλεται να προσδιοριστεί προηγουμένως η νομική φύση του χρόνου που αφιερώθηκε στις επίμαχες μετακινήσεις.
32 Δεδομένου ότι, αφενός, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, στην απόφαση περί παραπομπής, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα και, αφετέρου, η διαφορά της κύριας δίκης δεν φαίνεται να είναι υποθετική ή εικονική, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ερώτημα αυτό είναι λυσιτελές.
33 Επομένως, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
34 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη και το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τον χρόνο μετακίνησης του εργαζομένου προς και από τόπο εργασίας διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του για τον καθορισμό του μέσου όρου της εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας που χρησιμεύει για τον υπολογισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας.
35 Ως προς το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η απόφαση περί παραπομπής δεν πληροί τις απαιτήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 28 και 29 της παρούσας απόφασης.
36 Πράγματι, στην απόφαση περί παραπομπής δεν εκτίθενται οι λόγοι που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 και του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη ούτε η σχέση που υφίσταται, κατά τη γνώμη του, μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.
37 Το αιτούν δικαστήριο, μολονότι επισημαίνει ότι ζητεί διευκρινίσεις ως προς την εφαρμογή του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 σε περίπτωση κατά την οποία το ρουμανικό δίκαιο δεν προβλέπει καμία λύση όταν πρόκειται για μετακινήσεις εργαζομένου προς και από τόπο εργασίας διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του, εντούτοις δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η έννοια του «κατά μέσο όρο» «χρόνου εργασίας», κατά τη διάταξη αυτή, είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
38 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει ούτε τη σχέση που υφίσταται, κατά τη γνώμη του, μεταξύ του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη και της επίλυσης της διαφοράς της κύριας δίκης, ιδίως όσον αφορά τις συνέπειες που έχει επί του μέσου όρου της εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας του ΒΖ και επί του υπολογισμού των ωρών υπερωριακής εργασίας του ο χαρακτηρισμός του χρόνου που αυτός αφιέρωσε σε μετακινήσεις προς και από τόπο εργασίας διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του.
39 Επομένως, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
40 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι ο χρόνος τον οποίο αφιερώνει ο εργαζόμενος, ακόμη και εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας του, για να μετακινηθεί προς και από τόπο εργασίας τον οποίο έχει ορίσει ο εργοδότης, διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, πρέπει να θεωρείται ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
41 Υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, η διάταξη αυτή ορίζει ότι ως «χρόνος εργασίας» νοείται «κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του». Αντιθέτως, κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας, η έννοια της «περιόδου ανάπαυσης» ορίζεται ως «κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας» (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 20).
42 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 2003/88 δεν προβλέπει κάποια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ περιόδου εργασίας και περιόδου ανάπαυσης, δεδομένου ότι οι δύο αυτές κατηγορίες αλληλοαποκλείονται (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι κατά την οδηγία 2003/88 έννοιες του «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου ανάπαυσης» συνιστούν έννοιες του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ορίζονται βάσει αντικειμενικών χαρακτηριστικών, σε συνάρτηση με το σύστημα και τον σκοπό της οδηγίας, αντικείμενο της οποίας είναι η θέσπιση ελάχιστων προδιαγραφών για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων. Πράγματι, μόνο μια τέτοια αυτοτελής ερμηνεία μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής καθώς και την ομοιόμορφη εφαρμογή των εν λόγω εννοιών στο σύνολο των κρατών μελών (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Τέλος, υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 δεν συγκαταλέγεται στις διατάξεις της οδηγίας από τις οποίες χωρεί παρέκκλιση (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί αν συντρέχουν τα τρία συστατικά στοιχεία της έννοιας του «χρόνου εργασίας», όπως εκτίθενται στη σκέψη 41 της παρούσας απόφασης, όσον αφορά τον χρόνο μετακίνησης ενός εργαζομένου προς και από τόπο εργασίας διαφορετικό από τον σταθερό τόπο εργασίας του, εξυπακουομένου ότι δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό του χρόνου αυτού μετακίνησης ως χρόνου εργασίας το γεγονός ότι πραγματοποιείται εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας.
46 Πρώτον, όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της έννοιας του «χρόνου εργασίας» κατά το οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εργαζόμενοι ασκούν τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια των διαδρομών μετάβασης και επιστροφής που υποχρεούνται να πραγματοποιούν σε ώρα καθοριζόμενη από τον εργοδότη και με όχημα που ανήκει σε αυτόν, προκειμένου να μεταβούν από συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο ορίζει ο εργοδότης, στον τόπο όπου παρέχεται η χαρακτηριστική παροχή την οποία προβλέπει η σύμβαση εργασίας μεταξύ των εργαζομένων αυτών και του εργοδότη (πρβλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 38).
47 Υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, εν προκειμένω, ο BZ, κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών του, οφείλει να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του εργοδότη του. Αυτός καθορίζει τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώνουν τα μέλη του προσωπικού. Ο εργοδότης έχει την εξουσία να καθορίζει ή να τροποποιεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, τον προορισμό και τους όρους της επαγγελματικής μετακίνησης των εργαζομένων του, ακόμη και αν η σύμβαση εργασίας ορίζει σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας. Πράγματι, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο μπορεί να συναχθεί ότι οι μετακινήσεις του BZ προς τα εργοτάξια οδοποιίας τα οποία είναι επιφορτισμένος να επιθεωρεί και οι όροι των μετακινήσεων αυτών αποφασίζονται από τον εργοδότη. Αυτός καταρτίζει τις εντολές μετακίνησης και ελέγχει τα αποδεικτικά διαδρομής. Ειδικότερα, το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποίησε ο BZ για τις μετακινήσεις του, το οποίο αναχωρεί και επιστρέφει στον συνήθη τόπο εργασίας του BZ, ήτοι το Ιάσιο, καθορίζεται επίσης από τον εργοδότη.
48 Κατά συνέπεια, ο BZ πρέπει κατ’ ανάγκην να μετακινείται προκειμένου να παράσχει την εργασία που προβλέπεται στη συναφθείσα με τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, τηρώντας παράλληλα τους όρους μετακίνησης που επιβάλλει ο εργοδότης.
49 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εν λόγω μετακινήσεις πρέπει να θεωρηθούν άρρηκτα συνδεδεμένες με τα καθήκοντα του BZ και, επομένως, εγγενείς στην άσκηση της δραστηριότητάς του.
50 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά τη διάρκεια της μετακίνησης από και προς τόπο διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας του, ο BZ ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 28).
51 Δεύτερον, όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της έννοιας του «χρόνου εργασίας», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, σύμφωνα με το οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη κατά τον χρόνο αυτόν, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι καθοριστικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι παρών στον χώρο που έχει καθορίσει ο εργοδότης και να βρίσκεται στη διάθεση του τελευταίου για να μπορεί να παράσχει αμέσως τις κατάλληλες υπηρεσίες σε περίπτωση ανάγκης (πρβλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη του, ο εργαζόμενος πρέπει να τελεί σε κατάσταση στην οποία υπέχει τη νομική υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες του εργοδότη και να ασκεί τη δραστηριότητά του υπέρ αυτού (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αντιθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η δυνατότητα των εργαζομένων να διαχειρίζονται τον χρόνο τους χωρίς σημαντικούς περιορισμούς και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους συνιστά στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος δεν συνιστά χρόνο εργασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88 (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Εν προκειμένω, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 48 της παρούσας απόφασης, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια των επίμαχων μετακινήσεων, ο BZ υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του εργοδότη του. Δεν μπορεί ούτε να μεταβάλει την ημερομηνία ούτε να αλλάξει τον προορισμό των μετακινήσεων. Επομένως, οφείλει να τηρεί τις αποφάσεις που λαμβάνει ο εργοδότης, ακόμη και όταν αυτός θέτει στη διάθεσή του όχημα με οδηγό. Επιπλέον, από την αιτιολογία της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τις επίμαχες μετακινήσεις, ο BZ δεν έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται ελεύθερα τον χρόνο του και να ασχολείται με τα ενδιαφέροντά του και, επομένως, βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη (πρβλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που εκτίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, η οδηγία 2003/88 δεν προβλέπει καμία ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ των περιόδων εργασίας και των περιόδων ανάπαυσης.
55 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ένταση της εργασίας που παρέχει ο εργαζόμενος ή η απόδοσή του δεν περιλαμβάνονται στα χαρακτηριστικά της έννοιας του «χρόνου εργασίας» κατά την οδηγία 2003/88 (απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2025, Ramavić, C‑373/24, EU:C:2025:842, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατά τις επίμαχες μετακινήσεις ο BZ βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη του και, επομένως, συντρέχει το εν λόγω συστατικό στοιχείο της έννοιας του «χρόνου εργασίας», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88.
57 Τρίτον, όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο της έννοιας του «χρόνου εργασίας», κατά το οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να βρίσκεται στην εργασία του κατά το υπό εξέταση χρονικό διάστημα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, εάν εργαζόμενος που δεν έχει σταθερό τόπο εργασίας ασκεί τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της μετακίνησης προς ή από τον τόπο στον οποίο βρίσκεται ο πελάτης, ο εν λόγω εργαζόμενος πρέπει επίσης να θεωρείται ως ευρισκόμενος στην εργασία κατά τη διάρκεια της μετακίνησης αυτής (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras, C‑266/14, EU:C:2015:578, σκέψη 43).
58 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ως προς το ζήτημα αυτό ότι, δεδομένου ότι η μετακίνηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του εργαζομένου που δεν έχει σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας, ο τόπος εργασίας τέτοιων εργαζομένων δεν μπορεί να περιοριστεί στη φυσική παρουσία τους στον χώρο των πελατών του εργοδότη τους (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Εν προκειμένω, κατά το αιτούν δικαστήριο, η σύμβαση εργασίας του BZ ορίζει σταθερό τόπο εργασίας. Εντούτοις, από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο BZ επιφορτίζεται τακτικά με μετακινήσεις εκτός έδρας και ότι η διενέργεια επιθεωρήσεων ή η πραγματοποίηση συναντήσεων εκτός του σταθερού τόπου εργασίας του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνήθων καθηκόντων του. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι οι μετακινήσεις του BZ αποτελούν στοιχείο σύμφυτο με την εκπλήρωση των καθηκόντων του, όπως αυτά ορίζονται στη σύμβαση εργασίας του.
60 Εξάλλου, από κανένα από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι ένας εργαζόμενος όπως ο BZ θα μπορούσε να ασχοληθεί με τα ενδιαφέροντά του κατά τη διάρκεια του χρόνου μετακίνησης του, δεδομένου ότι πρέπει να παραμένει μακριά από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και έχει περιορισμένη δυνατότητα διαθέσεως του χρόνου κατά τον οποίο δεν απαιτούνται οι επαγγελματικές του υπηρεσίες (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2025, Ramavić, C‑373/24, EU:C:2025:842, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
61 Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι συντρέχει και αυτό το στοιχείο της έννοιας του «χρόνου εργασίας», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88.
62 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι ο χρόνος τον οποίο αφιερώνει ο εργαζόμενος, ακόμη και εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας του, για να μετακινηθεί προς και από τόπο εργασίας τον οποίο έχει ορίσει ο εργοδότης, διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, πρέπει να θεωρείται ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας,
έχει την έννοια ότι:
ο χρόνος τον οποίο αφιερώνει ο εργαζόμενος, ακόμη και εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας του, για να μετακινηθεί προς και από τόπο εργασίας τον οποίο έχει ορίσει ο εργοδότης, διαφορετικό από τον σταθερό ή συνήθη τόπο εργασίας, προκειμένου να ασκήσει εκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, πρέπει να θεωρείται ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
(υπογραφές)
