ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 1ης Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Πολιτική ασύλου – Οδηγία 2001/55/ΕΚ – Ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων – Άρθρο 17, παράγραφος 2 – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας – Χορήγηση διεθνούς προστασίας σε πρόσωπο που απολαύει προσωρινής προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2001/55 – Άρθρο 31 – Εθνική διοικητική πρακτική η οποία συνίσταται στην αναστολή, κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, της προθεσμίας που προβλέπεται για τη λήψη απόφασης επί αίτησης χορήγησης διεθνούς προστασίας »
Στην υπόθεση C‑249/25 [Jilin] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 2ας Απριλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο της δίκης
Minister van Asiel en Migratie
κατά
UB,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin (εισηγητή), N. Piçarra, και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο UB, εκπροσωπούμενος από τον F. Zeven, advocaat,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. H. S. Gijzen και τον J. Langer,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Jans και M. Van Regemorter,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και R. Kanitz,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την D. Lutostańska,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Blanc, M. Debieuvre και L. Haasbeek,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Απριλίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων (ΕΕ 2001, L 212, σ. 12), καθώς και του άρθρου 31 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Minister van Asiel en Migratie (Υπουργού Ασύλου και Μετανάστευσης, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υπουργός) και του UB, με αντικείμενο τη δυνατότητα του Υπουργού να αναστείλει την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο UB, ενόσω ο ίδιος απολαύει προσωρινής προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2001/55.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2001/55
3 Η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 2001/55 έχει ως εξής:
«Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου στο πλαίσιο της προσωρινής προστασίας που παρέχεται σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών και με τη συνθήκη.»
4 Το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να θεσπίσει ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων από τρίτες χώρες οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, και να επιδιώξει τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων.»
5 Κατά το άρθρο 2, στοιχεία αʹ, γʹ και δʹ, της οδηγίας αυτής:
«Για τον σκοπό της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) “προσωρινή προστασία”: μία διαδικασία με έκτακτο χαρακτήρα που εξασφαλίζει, σε περίπτωση μαζικής εισροής ή εάν επίκειται μαζική εισροή εκτοπισθέντων από τρίτες χώρες, οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, άμεση και προσωρινή προστασία σε αυτά τα άτομα, ιδίως εάν υπάρχει επίσης κίνδυνος το σύστημα ασύλου να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αυτήν την εισροή χωρίς αρνητικές συνέπειες για την καλή λειτουργία του, το συμφέρον των ενδιαφερομένων ατόμων και το συμφέρον άλλων ατόμων που ζητούν προστασία·
[…]
γ) “εκτοπισθέντες”: υπήκοοι τρίτων χωρών ή απάτριδες, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή την περιοχή καταγωγής τους ή εκκενώθηκαν, ιδίως κατόπιν έκκλησης διεθνών οργανισμών, και των οποίων ο επαναπατρισμός υπό ασφαλείς και σταθερές συνθήκες είναι αδύνατος λόγω της επικρατούσας σε αυτήν τη χώρα κατάστασης, οι οποίοι ενδεχομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1Α της [σύμβασης περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 [1954]) και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης),] ή άλλων διεθνών ή εθνικών πράξεων που παρέχουν διεθνή προστασία, και ιδιαίτερα:
i) άτομα τα οποία εγκατέλειψαν ζώνες ένοπλων συγκρούσεων ή ενδημικής βίας,
ii) άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο ή έχουν υπάρξει θύματα συστηματικών ή γενικευμένων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους·
δ) “μαζική εισροή”: άφιξη στην Κοινότητα σημαντικού αριθμού εκτοπισθέντων, οι οποίοι προέρχονται από καθορισμένη χώρα ή γεωγραφική ζώνη, ανεξαρτήτως του εάν η άφιξή τους στην Κοινότητα υπήρξε αυθόρμητη ή υποβοηθούμενη, για παράδειγμα μέσω προγράμματος εκκένωσης.»
6 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας:
«Η προσωρινή προστασία δεν προδικάζει την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα δυνάμει της σύμβασης της Γενεύης.»
7 Το άρθρο 17 της οδηγίας 2001/55 ορίζει τα εξής:
«1. Τα άτομα που απολαύουν προσωρινής προστασίας πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν οιαδήποτε στιγμή αίτηση ασύλου.
2. Η εξέταση αίτησης ασύλου η οποία δεν έχει ακόμα διεκπεραιωθεί πριν το τέλος της περιόδου προσωρινής προστασίας, ολοκληρώνεται μετά το τέλος αυτής της περιόδου.»
8 Το άρθρο 19 της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το ευεργέτημα της προσωρινής προστασίας δεν σωρεύεται με το νομικό καθεστώς αιτούντος άσυλο όταν εξετάζεται η αίτηση.
2. Όταν, κατά το πέρας της εξέτασης αίτησης ασύλου, δεν χορηγείται το καθεστώς του πρόσφυγα ή, ενδεχομένως, άλλο είδος προστασίας σε κάποιο άτομο το οποίο είναι επιλέξιμο ή απολαύει προσωρινής προστασίας, τα κράτη μέλη προβλέπουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 28, ότι το συγκεκριμένο άτομο απολαύει ή εξακολουθεί να απολαμβάνει προσωρινής προστασίας για το υπολειπόμενο διάστημα αυτής της προστασίας.»
Η οδηγία 2011/95/ΕΕ
9 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9), φέρει τον τίτλο «Σκοπός» και ορίζει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση απαιτήσεων για την αναγνώριση υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας.»
10 Το άρθρο 2, στοιχεία ηʹ και θʹ, της οδηγίας διευκρινίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
η) “αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας”, η αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς·
θ) “αιτών”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί [απρόσβλητη] απόφαση.»
Η οδηγία 2013/32
11 Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός»:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας [2011/95].»
12 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2013/32 φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» και προβλέπει στο στοιχείο βʹ τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
β) “αίτηση διεθνούς προστασίας” ή “αίτηση”: η αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας [2011/95], δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς».
13 Το άρθρο 3 της οδηγίας 2013/32 φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων, στα χωρικά ύδατα ή στις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών, καθώς και στην ανάκληση διεθνούς προστασίας.»
14 Το άρθρο 31 της οδηγίας επιγράφεται «Διαδικασία εξέτασης» και προβλέπει στις παραγράφους 3 έως 5 τα εξής:
«3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται εντός έξι μηνών από την κατάθεση της αίτησης.
Όταν αίτηση υπόκειται στη διαδικασία του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31)], η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία ορίζεται ένα κράτος μέλος ως υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, ο αιτών βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους και τον έχει αναλάβει η αρμόδια αρχή.
Τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία των έξι μηνών που ορίζεται στην παρούσα παράγραφο για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα επιπλέον μήνες, σε περιπτώσεις στις οποίες:
α) ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά και/ή νομικά ζητήματα·
β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι μηνών·
γ) η καθυστέρηση μπορεί να αποδοθεί σαφώς στη μη συμμόρφωση του αιτούντος με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 13.
Κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη, σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, υπερβαίνουν τις προθεσμίες της παρούσας παραγράφου κατά τρεις μήνες το πολύ, εφόσον είναι απαραίτητο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
4. Με την επιφύλαξη των άρθρων 13 και 18 της οδηγίας [2011/95], τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται από την αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 λόγω της αβέβαιης κατάστασης στη χώρα καταγωγής η οποία αναμένεται να είναι πρόσκαιρη. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη:
α) επανεξετάζουν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής τουλάχιστον ανά έξι μήνες·
β) ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους αιτούντες εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σχετικά με τους λόγους της αναβολής·
γ) ενημερώνουν την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με την αναβολή των διαδικασιών για τη χώρα καταγωγής.
5. Εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη ολοκληρώνουν τη διαδικασία εξέτασης το αργότερο εντός 21 μηνών μετά την κατάθεση της αίτησης.»
Το ολλανδικό δίκαιο
Ο γενικός νόμος περί ένδικων διοικητικών διαδικασιών
15 Το άρθρο 6:12 του Algemene wet bestuursrecht (γενικού νόμου περί ένδικων διοικητικών διαδικασιών), της 4ης Ιουνίου 1992 (Stb. 1992, αριθ. 315), προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν η προσφυγή στρέφεται κατά της απουσίας έκδοσης απόφασης εντός των προθεσμιών […], [η άσκηση της προσφυγής αυτής] δεν υπόκειται σε καμία προθεσμία.
2. Η προσφυγή μπορεί να ασκηθεί από το χρονικό σημείο που:
a. η διοίκηση παρέλειψε να αποφανθεί εγκαίρως […] και
b. παρήλθαν δύο εβδομάδες από την επομένη της ημέρας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος απέστειλε το έγγραφο οχλήσεως στη διοίκηση.
[…]»
16 Το άρθρο 8:55d του γενικού νόμου περί ένδικων διοικητικών διαδικασιών ορίζει τα εξής:
«1. Εάν η προσφυγή είναι βάσιμη και δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο διατάσσει τη διοίκηση να κοινοποιήσει απόφαση εντός δύο εβδομάδων από την επομένη της έκδοσης της απόφασης.
2. Το διοικητικό δικαστήριο επιβάλλει με την απόφασή του ειδική χρηματική ποινή ανά ημέρα καθυστέρησης στη διοίκηση προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή. […]
3. Σε ειδικές περιπτώσεις ή όταν τούτο επιβάλλεται από την τήρηση άλλων νομικών επιταγών, το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να ορίσει άλλη προθεσμία ή να διατάξει άλλο μέτρο.»
Ο νόμος του 2000 περί αλλοδαπών
17 Το άρθρο 42 του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου του 2000 περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495), προβλέπει τα εξής:
«1. Η απόφαση επί της αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής […] λαμβάνεται εντός έξι μηνών από την παραλαβή της αιτήσεως.
[…]
4. Η μνημονευόμενη στην παράγραφο 1 προθεσμία δύναται να παραταθεί για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα επιπλέον μήνες, σε περίπτωση κατά την οποία:
[…]
5. Μετά την παράταση που μνημονεύεται στην παράγραφο 4, όταν αυτή είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η κατάλληλη και πλήρης εξέταση της εν λόγω αίτησης, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί περαιτέρω για μέγιστη περίοδο τριών μηνών. […]»
18 Το άρθρο 43, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Με απόφαση [του Υπουργού], για ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση χορήγησης άδειας προσωρινής διαμονής […], η προθεσμία του άρθρου 42, παράγραφος 1, μπορεί να παραταθεί για περίοδο 21 μηνών κατ’ ανώτατο όριο, όταν πιθανολογείται ότι, για σύντομο χρονικό διάστημα, επικρατεί αβεβαιότητα σχετικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής και, για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί ευλόγως να ληφθεί απόφαση σχετικά με την έγκριση της αίτησης […]».
19 Κατά το άρθρο 43a του εν λόγω νόμου:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 42, παράγραφος 1, […], σε σχέση με τους αλλοδαπούς που απολαύουν προσωρινής προστασίας, η απόφαση επί της αίτησης χορήγησης άδειας προσωρινής διαμονής που μνημονεύεται στο άρθρο 28 εκδίδεται εντός του χρονικού διαστήματος που εκτείνεται από την παραλαβή της αίτησης έως έξι μήνες μετά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας. […]»
Το βασιλικό διάταγμα για την εφαρμογή του νόμου περί αλλοδαπών
20 Το άρθρο 3.1a του Besluit tot uitvoering van de Vreemdelingenwet (βασιλικού διατάγματος για την εφαρμογή του νόμου περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, 497), ορίζει τα εξής:
«1. H υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής λόγω ασύλου έχει ως συνέπεια ότι δεν χωρεί απομάκρυνση ενόσω ισχύει απόφαση όπως εκείνη που μνημονεύεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας [2001/55], εφόσον ο αλλοδαπός:
a. ανήκει στην ειδική ομάδα αλλοδαπών που ορίζεται σε απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, της 2001/55·
b. είναι σύζυγος του αλλοδαπού που μνημονεύεται στο στοιχείο a ή σύντροφος εκτός γάμου με τον οποίο ο αλλοδαπός διατηρεί σταθερή σχέση και συμβιώνει κατά τον χρόνο των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης που μνημονεύεται στην εισαγωγική φράση·
c. είναι ανήλικο άγαμο τέκνο, γνήσιο ή θετό, του αλλοδαπού που μνημονεύεται στα στοιχεία a ή b·
d. είναι άλλος στενός συγγενής του μνημονευόμενου στο στοιχείο a αλλοδαπού, ο οποίος, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στην εισαγωγική φράση, συντηρούνταν εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό από τον εν λόγω αλλοδαπό και ζούσε εντός της οικογένειάς του και του οποίου η εγκατάλειψη θα δημιουργούσε δυσχερή κατάσταση· ή
e. ανήκει στην καθοριζόμενη με υπουργική απόφαση ομάδα αλλοδαπών οι οποίοι προέρχονται από την ίδια χώρα ή την ίδια περιοχή με τον αλλοδαπό κατά την έννοια του στοιχείου a και εκτοπίστηκαν για τον ίδιο λόγο, δεν απολαύουν δε ήδη προστασίας σε άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης ΛΕΕ ή της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο[, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3)].
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Στις 7 Μαρτίου 2022 ο UB, Κινέζος υπήκοος ουιγουρικής καταγωγής, αφίχθη στις Κάτω Χώρες με τη σύζυγό του, Ουκρανή υπήκοο, και το τέκνο τους. Στις 13 Απριλίου 2022 υπέβαλε αίτηση ασύλου στο κέντρο καταγραφής της κεντρικής υπηρεσίας υποδοχής αιτούντων άσυλο στο Ter Apel (Κάτω Χώρες).
22 Μετά την έναρξη εξέτασης της ανωτέρω αίτησης ασύλου, η αρμόδια αρχή διαπίστωσε, στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, ότι ο UB, καθόσον ήταν μέλος της οικογένειας Ουκρανού πολίτη και διέμενε στην Ουκρανία με τη σύζυγό του και το τέκνο τους πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, είχε δικαίωμα προσωρινής προστασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, την ίδια ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα ακρόαση του UB επί της εν λόγω αίτησης ασύλου, ο Υπουργός τον ενημέρωσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να συνεχίσει την εξέταση της αίτησης, δεδομένου ότι πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να λάβει την προσωρινή προστασία. Κατά τον Υπουργό, η εξέταση της αίτησης ασύλου θα μπορούσε να επαναληφθεί κατά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας.
23 Με προειδοποιητική επιστολή της 16ης Ιανουαρίου 2024, ο UB προσήψε στον Υπουργό ότι δεν αποφάνθηκε επί της αίτησης ασύλου που αυτός είχε υποβάλει εντός των προθεσμιών της οδηγίας 2013/32. Δεδομένου ότι δεν ελήφθη απόφαση εντός δύο εβδομάδων από την αποστολή του ως άνω εγγράφου, ο UB άσκησε προσφυγή κατά παραλείψεως ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaats Arnhem (πρωτοδικείου Χάγης, μεταβατική έδρα Arnhem, Κάτω Χώρες).
24 Το rechtbank Den Haag, zittingsplaats Arnhem (πρωτοδικείο Χάγης, μεταβατική έδρα Arnhem) έκρινε ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία 2013/32 μέγιστη προθεσμία των 21 μηνών για την περάτωση της διαδικασίας εξέτασης αίτησης ασύλου αρχίζει, σε όλες τις περιπτώσεις, από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η αίτηση ασύλου του UB είχε υποβληθεί στις 13 Απριλίου 2022, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι ο Υπουργός όφειλε να αποφανθεί επί της εν λόγω αιτήσεως το αργότερο τον Ιανουάριο του 2024. Δεδομένου ότι ο Υπουργός δεν είχε λάβει εγκαίρως απόφαση, το δικαστήριο αυτό τον υποχρέωσε να αποφανθεί επί της αιτήσεως ασύλου εντός προθεσμίας οκτώ εβδομάδων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, επιβάλλοντας χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ ανά ημέρα καθυστέρησης, με ανώτατο όριο το ποσό των 7 500 ευρώ.
25 Ο Υπουργός άσκησε έφεση κατά της απόφασης του rechtbank Den Haag, zittingsplaats Arnhem (πρωτοδικείου Χάγης, μεταβατική έδρα Arnhem) ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
26 Με την έφεση που άσκησε, ο Υπουργός υποστηρίζει ότι ούτε από το γράμμα των διατάξεων της οδηγίας 2013/32 που καθορίζουν τις προθεσμίες για την έκδοση απόφασης επί αίτησης ασύλου ούτε από τον «σκοπό της εν λόγω οδηγίας» προκύπτει ότι οι προθεσμίες αυτές εφαρμόζονται και στις εξαιρετικές περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 2001/55.
27 Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι η οδηγία 2001/55 μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο στις 16 Δεκεμβρίου 2004. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο προκύπτει ότι, προκειμένου να χορηγηθεί προσωρινή προστασία, πρέπει να υποβληθεί αίτηση ασύλου. Η προθεσμία για την έκδοση αποφάσεως επί της αίτησης ασύλου αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της προσωρινής προστασίας και, ως εκ τούτου, η απόφαση επί της αίτησης αυτής θα εκδοθεί μόνο μετά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας.
28 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, είναι αναγκαίο να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να καθοριστεί η προθεσμία που προβλέπεται για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όταν το πρόσωπο που υπέβαλε τέτοια αίτηση είναι επίσης δικαιούχος προσωρινής προστασίας.
29 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή χρησιμοποιεί «ανοικτή διατύπωση». Κατά την άποψή του, μολονότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να ολοκληρώσει την εξέταση αίτησης ασύλου, είτε κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας είτε μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εντούτοις η εν λόγω διάταξη δεν διευκρινίζει πότε πρέπει ουσιαστικά να αρχίσει η εξέταση της αιτήσεως ασύλου ούτε πόσο χρόνο μπορεί να διαρκέσει η εξέταση αυτή.
30 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, γενικότερα, ότι το γράμμα των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 2001/55 και της οδηγίας 2013/32 δεν παρέχει σαφή απάντηση όσον αφορά το νομικό ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω.
31 Εξετάζοντας το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οδηγία 2001/55, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, με την οδηγία αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώρισε την ανάγκη να μπορεί να παρέχεται, εντός των κρατών μελών, «άμεση και προσωρινή προστασία» στους εκτοπισθέντες, ιδίως όταν υπάρχει επίσης κίνδυνος το σύστημα ασύλου των κρατών μελών να μην είναι σε θέση να διαχειριστεί αποτελεσματικά την εισροή αιτούντων διεθνή προστασία. Εντούτοις, η οδηγία 2001/55, η οδηγία 2013/32 και η οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13), δεν προβλέπουν διατάξεις παρέκκλισης όσον αφορά τις καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/55.
32 Γενικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η συνολική εξέταση των οδηγιών 2001/55 και 2013/32 καθώς και της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν του παρέχει τη δυνατότητα να συναγάγει με βεβαιότητα ότι έχει την επιλογή να μην αποφανθεί επί αιτήσεως ασύλου υποβληθείσας από πρόσωπο που απολαύει προσωρινής προστασίας, κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας [2001/55] την έννοια ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναστέλλουν την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από πρόσωπο που απολαύει προσωρινής προστασίας για την περίοδο της προσωρινής προστασίας;
2) Έχουν οι προθεσμίες για την έκδοση απόφασης που προβλέπονται στο άρθρο 31 της οδηγίας [2013/32] την έννοια ότι, όταν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβάλλεται από πρόσωπο που απολαύει προστασίας […] πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν να τρέχουν ή συνεχίζουν μόνο μετά το τέλος της περιόδου προσωρινής προστασίας;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
34 Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55 και το άρθρο 31 της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να αναστέλλουν αυτομάτως την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν υποβάλει οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, με αποτέλεσμα η προθεσμία για την έκδοση απόφασης επί των εν λόγω αιτήσεων διεθνούς προστασίας να αρχίζει να τρέχει ή να συνεχίζεται μόνο μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.
35 Η οδηγία 2001/55 έχει ως σκοπό, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 αυτής, να θεσπίσει ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής ατόμων που έχουν εκτοπιστεί από τρίτες χώρες και δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς και να συμβάλει στη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/55, η εφαρμογή της εν λόγω προστασίας αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου συμφόρησης του συστήματος παροχής διεθνούς προστασίας εξαιτίας της μαζικής και ταυτόχρονης υποβολής αιτήσεων των εν λόγω προσώπων για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, προς το συμφέρον τόσο των προσώπων αυτών όσο και των λοιπών αιτούντων διεθνή προστασία.
36 Εντούτοις, όπως υπογραμμίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 13 καθώς και στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/55, αυτός ο μηχανισμός προσωρινής και άμεσης προστασίας, ο οποίος αποτελεί έκφραση της αρχής της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής των ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της πολιτικής ασύλου, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, έχει έκτακτο χαρακτήρα και πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μαζικής εισροής εκτοπισθέντων. Παρέχει, εξάλλου, στους δικαιούχους του πιο περιορισμένα δικαιώματα σε σχέση με εκείνα που απορρέουν από τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95 (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Kaduna, C‑244/24 και C‑290/24, EU:C:2024:1038, σκέψη 82 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της αλλά και, κατά περίπτωση, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι στόχοι που επιδιώκει η πράξη της οποίας αποτελεί μέρος. Το ιστορικό της θέσπισης μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης μπορεί επίσης να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12· της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50, και της 26ης Μαρτίου 2026, Gonrieh, C‑819/25 PPU, EU:C:2026:252, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38 Κατά πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή απλώς θεσπίζει κανόνα σχετικά με τον τρόπο εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας μετά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει τον τρόπο εξέτασης των αιτήσεων αυτών κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου και, ιδίως, χωρίς να διευκρινίζει αν τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην προβούν σε τέτοια εξέταση κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.
39 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55 καθώς και το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 17, παράγραφος 2, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/55 διευκρινίζει ότι η προσωρινή προστασία δεν προδικάζει την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα βάσει της Σύμβασης της Γενεύης, ενώ το άρθρο 17, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση ασύλου «οιαδήποτε στιγμή».
40 Επιπροσθέτως, από το άρθρο 19, παράγραφος 2, της ανωτέρω οδηγίας προκύπτει ότι όταν, κατά το πέρας της εξέτασης αίτησης ασύλου, δεν χορηγείται το καθεστώς του πρόσφυγα, ή ενδεχομένως άλλο είδος προστασίας, σε άτομο το οποίο είναι επιλέξιμο για προσωρινή προστασία ή απολαύει της προστασίας αυτής, το συγκεκριμένο άτομο απολαύει ή εξακολουθεί να απολαύει προσωρινής προστασίας κατά τη διάρκεια της εν λόγω προστασίας.
41 Ως εκ τούτου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2001/55 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να θεσπίσει καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου η εφαρμογή των διαδικασιών διεθνούς προστασίας αποκλείεται ή αναστέλλεται αυτοδικαίως, αλλά αντιθέτως προέβλεψε τη δυνατότητα διεξαγωγής τέτοιων διαδικασιών κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της προσωρινής προστασίας.
42 Δεύτερον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 42 έως 45 των προτάσεών του, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2001/55 προκύπτει ότι, ελλείψει συμφωνίας ως προς τη δυνατότητα αναστολής της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, τα κράτη μέλη αποφάσισαν να μην εισαγάγουν τη δυνατότητα αυτή στην εν λόγω οδηγία, παρόλο που περιλαμβανόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής.
43 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε σιωπηρώς την ως άνω δυνατότητα στο άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55.
44 Ως εκ τούτου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2001/55 καθώς και από το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 17, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να θεσπίσει καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου η εφαρμογή των διαδικασιών διεθνούς προστασίας αποκλείεται ή αναστέλλεται, ή θα μπορούσε να αποκλεισθεί ή να ανασταλεί, αυτοδικαίως, αλλά αντιθέτως προέβλεψε τη δυνατότητα διεξαγωγής τέτοιων διαδικασιών κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της προσωρινής προστασίας.
45 Τρίτον, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι γενικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες διεθνούς προστασίας που προβλέπουν οι οδηγίες 2011/95 και 2013/32. Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/95 ορίζει ότι σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι η θέσπιση απαιτήσεων για την αναγνώριση υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες και για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας. Επιπροσθέτως, από τον συνδυασμό του άρθρου 1 με το άρθρο 2, στοιχεία ηʹ και θʹ, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η οδηγία διέπει το σύνολο των αιτήσεων προστασίας οι οποίες μπορούν να εκληφθούν ως αιτήσεις χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα και υποβάλλονται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα.
46 Αφετέρου, από το άρθρο 1 και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία, η οποία έχει ως σκοπό τη θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95, εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων, στα χωρικά ύδατα ή στις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών.
47 Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ουδόλως απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2011/95 και 2013/32 τους αιτούντες διεθνή προστασία οι οποίοι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την παροχή της εν λόγω προστασίας απολαύουν ήδη προσωρινής προστασίας.
48 Ως εκ τούτου, ελλείψει αντίθετης διευκρίνισης στις οδηγίες 2011/95 και 2013/32, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι γενικοί κανόνες που θεσπίζουν οι οδηγίες αυτές έχουν κανονικά εφαρμογή στους ανωτέρω αιτούντες διεθνή προστασία. Ειδικότερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προθεσμίες του άρθρου 31 της οδηγίας 2013/32 εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, κατά την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν ο αιτών την προστασία αυτή απολαύει ήδη προσωρινής προστασίας.
49 Το ως άνω συμπέρασμα επιρρωννύεται από το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώρισε στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως για την παράταση της προθεσμίας εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, όταν μια τέτοια παράταση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
50 Ειδικότερα, το άρθρο 31, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν, κατά εννέα μήνες κατ’ ανώτατο όριο, την εξάμηνη προθεσμία για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας, αν μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών υποβάλουν ταυτόχρονα αίτηση διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, είναι πολύ δύσκολο, στην πράξη, να ολοκληρωθεί η διαδικασία εντός της εξάμηνης προθεσμίας.
51 Επιπροσθέτως, από το άρθρο 31, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να υπερβαίνουν, κατά τρεις μήνες το πολύ, τις προθεσμίες των έξι και εννέα μηνών που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και τρίτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας.
52 Επιπλέον, από το άρθρο 31, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας στην περίπτωση που δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από την αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 31, λόγω αβέβαιης κατάστασης στη χώρα καταγωγής, η οποία αναμένεται να είναι πρόσκαιρη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση της συνολικής προθεσμίας των 21 μηνών.
53 Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο 31 επιτρέπει στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να υπερβούν την προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται συνήθως για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε καταστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από αύξηση πίεσης στα συστήματα διεθνούς προστασίας που διαθέτουν τα κράτη μέλη, όπως καταστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της προσωρινής προστασίας που προβλέπει η οδηγία 2001/55, οπότε το ίδιο αυτό άρθρο 31 καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε δεόντως υπόψη τις διοικητικές δυσχέρειες που μπορούν να προκληθούν από την αύξηση του αριθμού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας οι οποίες υποβάλλονται ταυτόχρονα.
54 Κατά τρίτον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η γενικευμένη και αυτόματη αναστολή της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας ή των προθεσμιών εξέτασης των εν λόγω αιτήσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της επίτευξης των σκοπών της ανωτέρω οδηγίας.
55 Βεβαίως, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης, η εφαρμογή της προσωρινής προστασίας αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου συμφόρησης του συστήματος παροχής διεθνούς προστασίας εξαιτίας της μαζικής και ταυτόχρονης υποβολής αιτήσεων από τους εκτοπισθέντες για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, προς το συμφέρον τόσο των ίδιων των εκτοπισθέντων όσο και των λοιπών αιτούντων διεθνή προστασία.
56 Εντούτοις, η εν λόγω οδηγία μεριμνά επίσης ώστε να είναι πρακτικώς εφικτό για τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες που απολαύουν της προσωρινής προστασίας να τύχουν διεθνούς προστασίας κατόπιν προσήκουσας εξέτασης της ατομικής κατάστασής τους, ενώ παράλληλα τους κατοχυρώνει αμέσως μια λιγότερο εκτεταμένη προστασία (απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Framholm, C‑195/25, EU:C:2025:904, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Ο ως άνω σκοπός αντιτίθεται στο να παρέχεται στις αρχές των κρατών μελών η δυνατότητα να αναστέλλουν κατά τρόπο γενικευμένο και αυτόματο την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας.
58 Επιπλέον, η εφαρμογή, για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του μηχανισμού προσωρινής προστασίας που θεσπίστηκε με την οδηγία 2001/55 δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ένα κράτος μέλος βρίσκεται αντιμέτωπο με την υποβολή αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υπερβαίνουν τις δυνατότητες του συστήματος προστασίας που αυτό διαθέτει. Επομένως, η εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας υποβληθείσας από δικαιούχο προσωρινής προστασίας δεν μπορεί να αναβληθεί για τον λόγο και μόνον ότι μια τέτοια εξέταση ενδέχεται να αντιβαίνει στον σκοπό που υπομνήσθηκε στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως.
59 Επιπροσθέτως, ενδεχόμενη γενικευμένη και αυτόματη αναστολή της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας θα μπορούσε, κατά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας, να εκθέσει τις αρμόδιες αρχές στο βάρος της ταυτόχρονης εξέτασης μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας, με αποτέλεσμα το μέτρο αυτό να μην είναι πραγματικά ικανό να επιτύχει τον σκοπό της προστασίας των εθνικών συστημάτων έναντι της συμφόρησης που προκαλείται από τη μαζική και ταυτόχρονη υποβολή αιτήσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας.
60 Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί απολύτως το ενδεχόμενο η υποβολή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για σύντομο χρονικό διάστημα, σημαντικού αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας από τους δικαιούχους προσωρινής προστασίας να θέσει στην πράξη ένα κράτος μέλος σε αντικειμενική αδυναμία, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων του συστήματος προσωρινής προστασίας που αυτό διαθέτει και παρά τα ευλόγως προβλεπόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας εισροής, να εξετάσει το σύνολο των αιτήσεων αυτών τηρώντας αυστηρά τις προθεσμίες του άρθρου 31 της οδηγίας 2013/32.
61 Μολονότι η ύπαρξη τέτοιας αντικειμενικής αδυναμίας δεν μπορεί, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 35 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, να δικαιολογήσει γενικευμένη και αυτόματη αναστολή της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας, μπορεί, αντιθέτως, να οδηγήσει το οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλίσει την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2001/55 και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του συνόλου των αιτούντων διεθνή προστασία, να λάβει μέτρα όπως η σταδιακή εξέταση των εν λόγω αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θέτοντας ενδεχομένως προτεραιότητες για τον σκοπό αυτόν.
62 Επομένως, τέτοια μέτρα θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να οδηγήσουν τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να αναβάλουν προσωρινά την εξέταση ορισμένων από τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από δικαιούχους προσωρινής προστασίας, χωρίς να είναι δυνατόν να διασφαλιστεί, κατά τρόπο συστηματικό, ότι καθεμιά από τις αιτήσεις αυτές μπορεί τελικά να εξεταστεί με αυστηρή τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 31 της οδηγίας 2013/32.
63 Σε περίπτωση που τα μέτρα αυτά ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές, εναπόκειται στα αρμόδια δικαστήρια τα οποία επιλαμβάνονται ενδίκου μέσου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη να βεβαιωθούν ότι η ενδεχόμενη υπέρβαση των ανωτέρω προθεσμιών, αφενός, δεν απορρέει από απόφαση γενικευμένης και αυτόματης αναστολής της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας και, αφετέρου, προκύπτει μόνον από τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση αντικειμενικής αδυναμίας να τηρηθούν οι σχετικές προθεσμίες και προκειμένου να αποφευχθεί, παράλληλα, η συμφόρηση του συστήματος διεθνούς προστασίας του οικείου κράτους μέλους.
64 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55 και το άρθρο 31 της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι:
– δεν επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να αναστέλλουν αυτομάτως την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν υποβάλει οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, με αποτέλεσμα η προθεσμία για την έκδοση απόφασης επί των εν λόγω αιτήσεων διεθνούς προστασίας να αρχίζει να τρέχει ή να συνεχίζεται μόνο μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου·
– οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλουν προσωρινά την εξέταση ορισμένων από τις εν λόγω αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ακόμη και αν υπερβούν την ανωτέρω προθεσμία για τη λήψη απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι η υπέρβαση αυτή οφείλεται σε μέτρα τα οποία, αφενός, ελήφθησαν για την αντιμετώπιση αντικειμενικής αδυναμίας να τηρηθεί αυστηρά η εν λόγω προθεσμία έκδοσης απόφασης και για την αποφυγή, παράλληλα, της συμφόρησης του συστήματος διεθνούς προστασίας του οικείου κράτους μέλους, και, αφετέρου, είναι αναγκαία προς τον σκοπό αυτόν.
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων, και το άρθρο 31 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας,
έχουν την έννοια ότι:
– δεν επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να αναστέλλουν αυτομάτως την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν υποβάλει οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής προστασίας, με αποτέλεσμα η προθεσμία για την έκδοση απόφασης επί των εν λόγω αιτήσεων διεθνούς προστασίας να αρχίζει να τρέχει ή να συνεχίζεται μόνο μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου·
– οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλουν προσωρινά την εξέταση ορισμένων από τις εν λόγω αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ακόμη και αν υπερβούν την ανωτέρω προθεσμία για τη λήψη απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι η υπέρβαση αυτή οφείλεται σε μέτρα τα οποία, αφενός, ελήφθησαν για την αντιμετώπιση αντικειμενικής αδυναμίας να τηρηθεί αυστηρά η εν λόγω προθεσμία έκδοσης απόφασης και για την αποφυγή, παράλληλα, της συμφόρησης του συστήματος διεθνούς προστασίας του οικείου κράτους μέλους, και, αφετέρου, είναι αναγκαία προς τον σκοπό αυτόν.
(υπογραφές)
