ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 8ης Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, και σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος – Έννοια της “καταχρηστικής ρήτρας” – Ρήτρα που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα να επιβάλλει στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Ρήτρες σχετικές με τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης – Συμβάσεις παροχής ηλεκτρονικών υπηρεσιών επικοινωνιών συναφθείσες μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία – Ρήτρα με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή χρηματική ποινή ανά ημέρα καθυστέρησης πληρωμής – Ρήτρα με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης πριν από το τέλος της ελάχιστης περιόδου δέσμευσης για λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο ίδιος, να καταβάλει στον επαγγελματία το οφειλόμενο ποσό για την υπολειπόμενη περίοδο »
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑872/24 και C‑909/24,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunalul Arad (πολυμελές πρωτοδικείο Arad, Ρουμανία), με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Δεκεμβρίου 2024 (υπόθεση C‑872/24), και με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Δεκεμβρίου 2024 (υπόθεση C‑909/24), στο πλαίσιο των δικών
Digi România SA
κατά
VK (C‑872/24),
και
Investcapital Ltd
κατά
PN (C‑909/24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Rodin, προεδρεύοντα του τμήματος, N. Piçarra (εισηγητή) και O. Spineanu-Matei, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: V. di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Investcapital Ltd, εκπροσωπούμενη από τους Y. Beşleagă, A. Stoica και V. Stoica, avocaţi,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Boitoş και τον P. Kienapfel,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), καθώς και του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 51), των άρθρων 101, 105 και 107, καθώς και του παραρτήματος VIII, μέρος A, σημείο 3, σημείο iv, και του παραρτήματος IX, σημείο 2.4, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ της Digi România SA, επιχείρησης ρουμανικού δικαίου, και του VK, καταναλωτή (υπόθεση C‑872/24), και της Investcapital Ltd, επιχείρησης ρουμανικού δικαίου, και του PN, καταναλωτή (υπόθεση C‑909/24), σχετικά με τα ποσά που αξιώνουν οι προαναφερθείσες επιχειρήσεις βάσει ρητρών περιλαμβανόμενων σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσες με τους καταναλωτές.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13
3 Η όγδοη και η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχουν ως εξής:
«έχοντας υπόψη ότι στα δύο κοινοτικά προγράμματα σχετικά με την πολιτική προστασία και ενημέρωση των καταναλωτών […] έχει υπογραμμισθεί η σημασία της προστασίας και ενημέρωσης των καταναλωτών από την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις· […] η προστασία αυτή πρέπει να εξασφαλίζεται μέσω νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, είτε εναρμονισμένων στο κοινοτικό επίπεδο είτε θεσπιζόμενων απευθείας σ’ αυτό το επίπεδο·
[…]
έχοντας υπόψη ότι για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα δεν πρέπει να αφορά τις ρήτρες που περιγράφουν το βασικό αντικείμενο της σύμβασης ούτε τη σχέση ποιότητας τιμής του προμηθευομένου αγαθού ή της παροχής· […] το βασικό αντικείμενο της σύμβασης και η σχέση ποιότητας/τιμής μπορούν, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα άλλων ρητρών […]»
4 Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, σκοπός της οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
[…]
β) “καταναλωτής”: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες·
γ) “επαγγελματίας”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσια είτε ιδιωτικής.»
6 Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
[…]
3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»
7 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα ακόλουθα:
«Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
9 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
10 Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.»
11 Το παράρτημα της οδηγίας 93/13, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3», αναφέρει στο σημείο 1, στοιχείο εʹ, μεταξύ άλλων, τις ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα «να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση».
Η οδηγία 2002/22
12 Η αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2002/22, η οποία καταργήθηκε από την 21η Δεκεμβρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 125 της οδηγίας 2018/1972, είχε ως εξής:
«[…] Πέραν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν στις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία [93/13] και η οδηγία 97/7/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις [(ΕΕ 1997, L 144, σ. 19)], εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των ηλεκτρονικών δικτύων και υπηρεσιών. […]»
13 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/22, ως είχε στην αρχική του μορφή, προέβλεπε τα εξής:
«Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων για την προστασία του καταναλωτή, ιδίως των οδηγιών 97/7 και [93/13], και των εθνικών κανόνων που είναι σύμφωνοι με το κοινοτικό δίκαιο.»
Η οδηγία 2018/1972
14 Η αιτιολογική σκέψη 258 της οδηγίας 2018/1972 έχει ως εξής:
«[…] Επιπλέον της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν τις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία [93/13] και η οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64)], εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. […]»
Η οδηγία ΦΠΑ
15 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ), ορίζει τα εξής:
«Στον ΦΠΑ υπόκεινται οι ακόλουθες πράξεις:
[…]
γ) οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή·
[…]».
Το ρουμανικό δίκαιο
16 Το άρθρο 4 του Legea nr. 193/2000 privind clauzele abuzive din contractele încheiate între profesioniști și consumatori (νόμου 193/2000 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών), της 6ης Νοεμβρίου 2000 (ο οποίος αναδημοσιεύθηκε στο Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 543 της 3ης Αυγούστου 2012), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ρουμανικό δίκαιο η οδηγία 93/13, ορίζει τα εξής:
«1. Συμβατική ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο απευθείας διαπραγμάτευσης με τον καταναλωτή θεωρείται καταχρηστική σε περίπτωση κατά την οποία, αφ’ εαυτής ή σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της σύμβασης, δημιουργεί, σε βάρος του καταναλωτή και αντιθέτως προς ό,τι επιτάσσει η καλή πίστη, ουσιώδη ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
[…]
4. Το παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου, περιέχει, χάριν παραδείγματος, κατάλογο ρητρών που χαρακτηρίζονται ως καταχρηστικές.»
17 Το παράρτημα του νόμου αυτού προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο i, τα εξής:
«Ως καταχρηστικές ρήτρες νοούνται οι συμβατικές διατάξεις οι οποίες υποχρεώνουν τον καταναλωτή ο οποίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις να καταβάλει αποζημίωση δυσανάλογη προς τη ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας».
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
Υπόθεση C‑872/24
18 Στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 ο VK συνήψε με την Digi România σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο, η οποία παρατάθηκε με τροποποιητική πράξη της 27ης Ιουνίου 2016. Δεδομένου ότι o VK δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις, η Digi România επικαλέστηκε τη ρήτρα αυτόματης καταγγελίας που περιείχε η σύμβαση αυτή και, για την περίοδο από το 2019 έως το 2022, αξίωσε από τον VK το ποσό των 807,25 ρουμανικών λέι (RON) (περίπου 161,45 ευρώ) ως κύρια οφειλή αντιστοιχούσα στα ληξιπρόθεσμα και μη εξοφληθέντα τιμολόγια, στο οποίο προστέθηκαν ποινικές ρήτρες υπερημερίας υπολογιζόμενες με επιτόκιο 0,2 % επί της κύριας οφειλής ανά ημέρα καθυστέρησης.
19 Η Digi România άσκησε ενώπιον του Judecătoria Arad (πρωτοδικείου Arad, Ρουμανία) αγωγή κατά του VK, με αίτημα την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού για τα ανεξόφλητα τιμολόγια, καθώς και αποζημίωσης ύψους 289,92 RON (περίπου 57,98 ευρώ) για την ενεργοποίηση της υπηρεσίας και τη χρήση του προγράμματος απεριόριστων παροχών Optim.
20 Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, το Judecătoria Arad (πρωτοδικείο Arad) απέρριψε εν μέρει την αγωγή. Το δικαστήριο αυτό έκρινε καταχρηστική τη συμβατική ρήτρα η οποία προέβλεπε ποινές λόγω υπερημερίας ύψους 0,2 % επί της κύριας οφειλής ανά ημέρα καθυστέρησης, με το σκεπτικό ότι επέβαλλε στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, αποζημίωση προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τη ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας. Το δικαστήριο αυτό διευκρίνισε ότι, σε ετήσια βάση, οι ποινικές ρήτρες υπερημερίας ανέρχονταν σε ποσοστό 73 % της κύριας οφειλής και, κατά συνέπεια, σημειωνόταν σημαντική υπέρβαση του νομίμου επιτοκίου υπερημερίας, το οποίο καθορίζεται βάσει του επιτοκίου αναφοράς της Banca Națională a României (Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας), προσαυξημένο κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες.
Υπόθεση C‑909/24
21 Μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου και της 8ης Δεκεμβρίου 2017, ο PN συνήψε με την Orange România S.A. τέσσερις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο. Δεδομένου ότι ο PN δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις, η Orange România επικαλέστηκε τη ρήτρα αυτόματης καταγγελίας που περιείχαν οι συμβάσεις αυτές και αξίωσε από τον PN, αφενός, το ποσό των 272,62 RON (περίπου 54,52 ευρώ) ως κύρια οφειλή αντιστοιχούσα στις παρασχεθείσες υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχε καταβληθεί το αντίτιμο, στο οποίο προστέθηκαν ποινικές ρήτρες υπερημερίας υπολογιζόμενες με επιτόκιο 0,5 % επί της κύριας οφειλής ανά ημέρα καθυστέρησης, και, αφετέρου, το ποσό των 5 648,64 RON (περίπου 1 129,72 ευρώ) ως αποζημίωση λόγω μη τήρησης της διάρκειας δέσμευσης 24 μηνών την οποία προέβλεπαν οι εν λόγω συμβάσεις.
22 Κατόπιν της από 30 Μαρτίου 2022 εκχώρησης από την Orange România στην Investcapital της απαίτησης έναντι του PN που απέρρεε από τις μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη συμβάσεις, η Investcapital άσκησε ενώπιον του Judecătoria Arad (πρωτοδικείου Arad) αγωγή κατά του PN, με αίτημα την είσπραξη των ποσών που αντιστοιχούσαν στην απαίτηση αυτή, πλέον νομίμων τόκων από την ημερομηνία άσκησης της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.
23 Με απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, το Judecătoria Arad (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Arad) κήρυξε καταχρηστική τη συμβατική ρήτρα με την οποία επιβάλλονταν ποινές λόγω υπερημερίας ύψους 0,5 % επί της κύριας οφειλής ανά ημέρα καθυστέρησης, επαναλαμβάνοντας το σκεπτικό που εξέθεσε με την απόφασή του της 21ης Μαρτίου 2024, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 20 της παρούσας απόφασης. Το δικαστήριο αυτό έκρινε επίσης καταχρηστική τη συμβατική ρήτρα δυνάμει της οποίας ο επαγγελματίας μπορούσε να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, για λόγο οφειλόμενο στον καταναλωτή, σύμβασης προβλέπουσας περίοδο δέσμευσης 24 μηνών, στο μέτρο που, αφενός, η ρήτρα αυτή δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο απευθείας διαπραγμάτευσης με τον καταναλωτή και, αφετέρου, υποχρέωνε τον καταναλωτή να καταβάλει αποζημίωση υπερβαίνουσα τη ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας λόγω της καταγγελίας.
24 Tο Tribunalul Arad (πρωτοδικείο Arad, Ρουμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν των εφέσεων που άσκησαν η Investcapital και η Digi România κατά των αποφάσεων της 22ας Φεβρουαρίου και της 21ης Μαρτίου 2024, αντιστοίχως, κρίνει αναγκαίο, πρώτον, να εξετάσει αν και, ενδεχομένως, σε ποιον βαθμό η οδηγία 93/13 έχει εφαρμογή στις συμβατικές ρήτρες με τις οποίες επιβάλλονται ποινές λόγω υπερημερίας οι οποίες περιέχονται στις επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται σε αυτόν τον τομέα δραστηριότητας, όπως και εκείνη που διέπει γενικώς τους τόκους υπερημερίας, δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό ως προς τις ποινικές ρήτρες υπερημερίας που επιβάλλονται στον καταναλωτή, σε αντίθεση με την εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στις τραπεζικές υπηρεσίες. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι δυνατή η εξέταση των εν λόγω συμβατικών ρητρών υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13 και διερωτάται αν η οδηγία αυτή επιτρέπει τη μείωση των συμβατικώς προβλεπόμενων ποινικών ρητρών υπερημερίας.
25 Δεύτερον, όσον αφορά τη ρήτρα στις συναφθείσες στο πλαίσιο της υπόθεσης C‑909/24 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης για λόγο οφειλόμενο στον ίδιο, υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση αντίστοιχη προς το ποσό που θα όφειλε για την εναπομένουσα περίοδο δέσμευσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το γεγονός ότι το Δικαστήριο χαρακτήρισε ένα τέτοιο ποσό αμοιβής ως «παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ΦΠΑ, σημαίνει ότι η συμβατική ρήτρα που προβλέπει το ποσό αυτό πρέπει να χαρακτηριστεί ως ρήτρα σχετική με τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και ότι, ως εκ τούτου, δυνάμει αυτού του άρθρου 4, παράγραφος 2, μια τέτοια ρήτρα δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13 όσον αφορά τον καταχρηστικό χαρακτήρα της.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunalul Arad (πρωτοδικείο Arad) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, στην υπόθεση C‑872/24, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι εθνική ρύθμιση –η οποία επιβάλλει ορισμένο περιορισμό στην αποζημίωση λόγω υπερημερίας που αφορά έννομες σχέσεις οι οποίες δεν προκύπτουν από τη λειτουργία επιχειρήσεως– έχει διαφορετικό κανονιστικό περιεχόμενο όσον αφορά έννομες σχέσεις που προκύπτουν από τη λειτουργία επιχειρήσεως, με αποτέλεσμα να μη θέτει όριο στις αντίστοιχες ποινές που ισχύει για τις έννομες σχέσεις μεταξύ φορέα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο) και καταναλωτή, αλλά να προβλέπει τέτοιο περιορισμό για άλλες σχέσεις, όπως για παράδειγμα οι τραπεζικές δραστηριότητες, αποτελεί συστατικό στοιχείο της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που κατοχυρώνουν τα άρθρα 56 επ. της [Συνθήκης ΛΕΕ], όπως το δικαίωμα αυτό διέπεται, στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, από την οδηγία [2002/22] και από την οδηγία [2018/1972], ή πρέπει, αντιθέτως, να γίνει δεκτό ότι μπορεί να τεθεί περιορισμός επί των αντίστοιχων ποινών υπέρ των καταναλωτών διά της δικαστικής οδού, βάσει των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας [93/13], και ιδίως του [σημείου 1, στοιχείο εʹ,] του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, κατά το οποίο μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική ρήτρα η οποία παρέχει στον επαγγελματία το δικαίωμα να απαιτήσει, από τον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του, δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση;
2) Συνεπάγονται η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, και ιδίως του [σημείου 1, στοιχείο εʹ,] του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, στο πλαίσιο της εκτίμησης του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα ποινικής ρήτρας η οποία καθορίζει σε ποσοστό [0,2] % ανά ημέρα καθυστέρησης το ύψος της αποζημίωσης λόγω υπερημερίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής λόγω μη εξόφλησης λογαριασμών για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (κινητή τηλεφωνία και πρόσβαση στο διαδίκτυο) έως την καταληκτική ημερομηνία πληρωμής τους:
– ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ανατρέξει στο ύψος των εν λόγω αποζημιώσεων που υπολογίζονται για ένα έτος, ήτοι σε ποσοστό [73] % ετησίως, ώστε η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της εν λόγω ποινής να μπορεί να γίνει αποκλειστικά μέσω συγκριτικής ανάλυσης της ποινής με το ποσό του νόμιμου επιτοκίου που θα ίσχυε αν τα μέρη δεν είχαν προκαθορίσει τα ίδια το ποσό της αποζημίωσης λόγω υπερημερίας,
ή μήπως
– ότι το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει επίσης υπόψη την πραγματική διάρκεια της περιόδου για την οποία ζητείται ο ορισμός ποινής σε ποσοστό [0,2] %, ήτοι τον αριθμό των ημερών που είναι κρίσιμος για τον προσδιορισμό της απαίτησης αυτής, και να λάβει υπόψη, κατά την εκτίμησή του, το πραγματικό ύψος του ποσού που ζητείται ως ποινή σε σχέση με το ύψος της κύριας οφειλής;
3) Στο πλαίσιο της εκτίμησης του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η οποία καθορίζει σε ποσοστό [0,2] % ανά ημέρα καθυστέρησης το ύψος της αποζημίωσης λόγω υπερημερίας που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής λόγω μη εξόφλησης λογαριασμών για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (κινητή τηλεφωνία και πρόσβαση στο διαδίκτυο) έως την καταληκτική ημερομηνία πληρωμής τους, επιβάλλουν η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, και ιδίως του [σημείου 1, στοιχείο εʹ,] του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, στο δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψη, πέραν των ποσών που οφείλει ο καταναλωτής, τυχόν ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας ο οποίος, με τη σειρά του, συνδέεται με έννομες σχέσεις από τις οποίες απορρέουν σε βάρος του ανάλογες υποχρεώσεις όσον αφορά το ύψος της αποζημίωσης λόγω υπερημερίας που θα όφειλε αν δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις καταβολής που υπέχει;
4) Μπορεί ο ορισμός συγκεκριμένου ύψους ποινής υπερημερίας να θεωρηθεί καταχρηστικός, στο μέτρο που υπερβαίνει το ποσό της κύριας οφειλής του καταναλωτή;»
27 Στην υπόθεση C‑909/24, το Tribunalul Arad (πρωτοδικείο Arad) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα πανομοιότυπα με εκείνα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση C‑872/24, καθώς και το ακόλουθο πέμπτο έως έβδομο προδικαστικό ερώτημα:
«5) Πρέπει να θεωρηθεί ότι ο χαρακτηρισμός από το Δικαστήριο στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2018, MEO – Serviços de Comunicações e Multimédia (C‑295/17, EU:C:2018:942), του προκαθορισμένου ποσού που εισπράττει επιχείρηση σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, από τον πελάτη της ή για λόγο που οφείλεται στον πελάτη της, σύμβασης παροχής υπηρεσιών η οποία προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης, ποσού το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα εισέπραττε η επιχείρηση κατά την εναπομένουσα περίοδο δέσμευσης αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία, ως αμοιβής για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας, υποκείμενης ως εκ τούτου στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), έχει αυτοτελή χαρακτήρα, ώστε ο χαρακτηρισμός αυτός να έχει σημασία μόνο για την ερμηνεία και την εφαρμογή των οδηγιών ΦΠΑ ή μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, προκειμένου να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής οδηγίας ρήτρα η οποία καθορίζει τέτοια έξοδα διότι θεωρείται ότι αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της συμβάσεως και το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον η ρήτρα αυτή είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό;
6) Σε περίπτωση που στο [προηγούμενο] ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι η ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση έχει αυτοτελή χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, ότι η ερμηνεία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον υπό το πρίσμα των οδηγιών ΦΠΑ, πρέπει να γίνει δεκτό, και εάν ναι, σε ποιον βαθμό, ότι η ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 της οδηγίας [2002/22], καθώς και με τις διατάξεις των άρθρων 101, 105 και 107 της οδηγίας 2018/1972, και με το περιεχόμενο του παραρτήματος VIII, [μέρος] A, σημείο 3, [σημείο] iv, και του σημείου 2.4 του παραρτήματος IX της οδηγίας αυτής, μπορεί να οδηγήσει στο να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική συμβατική ρήτρα περιλαμβανόμενη σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο), η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/22 ή της οδηγίας 2018/1972, και η οποία καθορίζει το ποσό που μπορεί να εισπραχθεί από επιχείρηση ως αποζημίωση, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα εισέπραττε η επιχείρηση κατά την εναπομένουσα περίοδο δέσμευσης αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, από τον καταναλωτή-πελάτη της ή για λόγο οφειλόμενο στον πελάτη της, σύμβασης παροχής υπηρεσιών η οποία προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης, εντός του ορίου των 24 μηνών που επιβάλλει το άρθρο 105 της οδηγίας 2018/1972:
– όσον αφορά το ύψος του ποσού αυτού, σε περίπτωση που εκτιμηθεί ως δυσανάλογο σε σχέση με τη ζημία που υπέστη ο πάροχος υπηρεσιών επικοινωνιών, ή αντίστοιχα
– εάν διαπιστωθεί ότι υφίσταται ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση λόγω του γεγονότος ότι η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας επέρχεται μόνον εις βάρος του καταναλωτή και όχι επίσης εις βάρος του παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών, όταν η ίδια σύμβαση επιβάλλει στον πάροχο την υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση ίση προς την αντιπαροχή για την υπηρεσία που δεν παρασχέθηκε ή παρασχέθηκε κατά μη προσήκοντα τρόπο, στην περίπτωση που η υπηρεσία αυτή δεν πληροί τις προβλεπόμενες προδιαγραφές ποιότητας;
7) Ποια σημασία έχει, στο πλαίσιο της εξετάσεως του προηγούμενου ερωτήματος, το γεγονός ότι ο καταναλωτής ο οποίος συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο) για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 24 μηνών επωφελήθηκε από ορισμένες προσφορές για σκοπούς εμπορικής προώθησης, συνιστάμενες σε μείωση της τιμής κατά την αγορά συσκευής ή υπηρεσιών, όταν από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως προκύπτει ότι η αξία των εκπτώσεων περιλαμβάνεται στο ποσό της συνδρομής που υπολογίζεται για ολόκληρη τη συμβατική περίοδο;»
28 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 2025, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑872/24 και C‑909/24 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου έως του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
29 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Προσέτι, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειασθεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε ο εθνικός δικαστής με τα ερωτήματά του και των οποίων η συνεκτίμηση μπορεί να καταστήσει περιττή την ερμηνεία ορισμένων κανόνων του δικαίου αυτού που μνημονεύονται στα ερωτήματα (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, Tissier, 35/85, EU:C:1986:143, σκέψη 9, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 44).
30 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ορθώς εκτιμά ότι οι επίδικες συμβατικές ρήτρες οι οποίες προβλέπουν ποινές λόγω υπερημερίας μπορούν να εξεταστούν υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, και ειδικότερα του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα μεγάλη αποζημίωση και αν, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, είναι δυνατή η μείωση του ποσού της αποζημίωσης. Οι προαναφερθείσες διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, στις οποίες δεν αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο έως το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, αρκούν για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο έως το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 και το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματός της, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, στοιχεία βʹ και γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή με την οποία επιβάλλονται στον τελευταίο ποινές ορισμένου ποσού λόγω υπερημερίας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στον εν λόγω τομέα δραστηριότητας δεν προβλέπει, σε αντίθεση με εκείνη που διέπει άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, κανέναν περιορισμό ως προς το ποσό των ποινών αυτών. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, αφενός, ποια κριτήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο ενδεχομένως δυσανάλογος χαρακτήρας του ποσού των συμβατικών ποινών που επιβάλλονται στον καταναλωτή και, αφετέρου, αν η ίδια οδηγία επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να προβεί σε μείωση του ποσού αυτού.
32 Πρώτον, όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, η οδηγία 93/13 αποτελεί γενική οδηγία για την προστασία των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της όγδοης αιτιολογικής σκέψης της, η οδηγία προορίζεται να έχει εφαρμογή στις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, όπως ορίζονται αντιστοίχως στο άρθρο 2, στοιχεία γʹ και βʹ, της οδηγίας, ανεξαρτήτως τομέα οικονομικής δραστηριότητας (πρβλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2025, Arce, C‑365/23, EU:C:2025:192, σκέψη 44 εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Κατά συνέπεια, η οδηγία 93/13 έχει εφαρμογή σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως οι επίμαχες στις διαφορές των κύριων δικών, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή η ύπαρξη εθνικής νομοθεσίας διέπουσας ειδικώς αυτόν τον τομέα δραστηριότητας, η οποία δεν προβλέπει ανώτατο όριο για τις ποινές λόγω υπερημερίας που μπορούν να επιβληθούν στον καταναλωτή. Επομένως, είναι δυνατή η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται σε τέτοιες συμβάσεις βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 3, της οδηγίας αυτής και του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματός της.
34 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, εξάλλου, τόσο από το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/22, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 30 της οδηγίας αυτής, όσο και από την αιτιολογική σκέψη 258 της οδηγίας 2018/1972, από την οποία σκέψη προκύπτει ρητώς ότι οι διατάξεις της οδηγίας 93/13 εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
35 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ρήτρα σύμβασης συναφθείσας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
36 Όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, το παράρτημά της περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο συμβατικών ρητρών που είναι δυνατό να κηρυχθούν καταχρηστικές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, στο σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος αυτού, οι ρήτρες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση.
37 Συναφώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το ύψος μιας τέτοιας αποζημίωσης πρέπει να είναι ανάλογο προς τη φύση της παράβασης του καταναλωτή (πρβλ. διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 2019, Topaz, C‑211/17, EU:C:2019:906, σκέψεις 58 και 59).
38 Εξάλλου, προκειμένου να εκτιμήσει αν το ύψος του τόκου υπερημερίας που καθορίζεται από ρήτρα προβλέπουσα ποινές λόγω υπερημερίας είναι κατάλληλο να διασφαλίσει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που εφαρμόζονται ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών και, ειδικότερα, να συγκρίνει το συμβατικώς προβλεπόμενο ύψος του τόκου υπερημερίας σε σχέση με τον νόμιμο τόκο (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 74).
39 Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας 93/13, το οποίο τους επιτρέπει να θεσπίζουν ή να διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την οδηγία αυτή, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, να καταρτίζουν εθνικό κατάλογο ρητρών που μπορούν να χαρακτηριστούν καταχρηστικές [πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, mBank (Πολωνικό μητρώο μη επιτρεπτών ρητρών), C‑139/22, EU:C:2023:692, σκέψεις 39, 40 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
40 Όταν τα κράτη μέλη επεκτείνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο την προστασία που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13 και στο παράρτημά της κηρύσσοντας γενικώς καταχρηστικές τις τυποποιημένες ρήτρες που απαριθμούνται στο σημείο 1 του παραρτήματος αυτού, δεν απαιτείται περαιτέρω εξέταση της επίδικης συμβατικής ρήτρας σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, υπό την προϋπόθεση ότι μια τέτοια ρήτρα είναι ουσιαστικά ισοδύναμη, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των αποτελεσμάτων που παράγει, με την περιλαμβανόμενη στον εθνικό κατάλογο [πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, mBank (Πολωνικό μητρώο μη επιτρεπτών ρητρών), C‑139/22, EU:C:2023:692, σκέψεις 42 και 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
41 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 193/2000 και το παράρτημα του νόμου αυτού σκοπό έχουν την κατάρτιση εθνικού καταλόγου ρητρών που πρέπει να θεωρούνται καταχρηστικές (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei, C‑143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 61). Μεταξύ των τυποποιημένων ρητρών που απαριθμούνται στο παράρτημα αυτό περιλαμβάνεται, στην παράγραφο 1, στοιχείο i, η ρήτρα που επιβάλλει στον καταναλωτή ο οποίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις αποζημίωση δυσανάλογη προς τη ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας.
42 Επομένως, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης νομολογία, δεν απαιτείται περαιτέρω εξέταση σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 των συμβατικών ρητρών με τις οποίες επιβάλλονται τόκοι λόγω υπερημερίας στον καταναλωτή ο οποίος δεν εκπληρώνει τις επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών υποχρεώσεις του, εφόσον, υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων των συγκεκριμένων περιπτώσεων, οι ρήτρες αυτές είναι ουσιαστικά ισοδύναμες, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των αποτελεσμάτων που παράγουν, με τη ρήτρα που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1, στοιχείο i, του παραρτήματος του νόμου 193/2000. Συναφώς, ο οικείος επαγγελματίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την εν λόγω ισοδυναμία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπουν συναφώς οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες [πρβλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, Getin Noble Bank κ.λπ. (Αυτεπάγγελτος έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών), C‑531/22, EU:C:2024:58, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
43 Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα αν μπορεί δικαστήριο κράτους μέλους, όταν διαπιστώνει τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας με την οποία επιβάλλονται ποινές λόγω υπερημερίας, χωρίς όμως να προβλέπεται ανώτατο ποσό των ποινών, να μειώσει το ποσό αυτό βάσει της οδηγίας 93/13, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι οι καταχρηστικές ρήτρες σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Το δεύτερο σκέλος της περιόδου της διάταξης αυτής διευκρινίζει ότι η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους σύμφωνα με τους ίδιους όρους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.
44 Το Δικαστήριο συνήγαγε από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αφήνουν ανεφάρμοστες τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες ώστε να μην παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι των καταναλωτών, χωρίς ωστόσο τα δικαστήρια αυτά να έχουν την εξουσία να αναθεωρούν το περιεχόμενο των ρητρών αυτών. H σύμβαση πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει, καταρχήν, χωρίς καμία άλλη τροποποίηση πέραν εκείνης που προκύπτει από την κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών, κατά το μέτρο που, βάσει των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, η διατήρηση της σύμβασης σε ισχύ είναι νομικώς εφικτή (πρβλ. διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Investcapital, C‑658/23, EU:C:2024:716, σκέψεις 48, 52 και 56).
45 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τον σκοπό και τη γενική οικονομία της οδηγίας 93/13. Πράγματι, δεδομένης της σπουδαιότητας του δημοσίου συμφέροντος στο οποίο στηρίζεται η εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία όσον αφορά τόσο τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και το επίπεδο πληροφόρησης, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα «προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές» (πρβλ. διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Investcapital, C‑658/23, EU:C:2024:716, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Αν το εθνικό δικαστήριο είχε την εξουσία να αναθεωρήσει το περιεχόμενο των καταχρηστικών ρητρών που περιλαμβάνονται σε τέτοιες συμβάσεις, η εξουσία αυτή θα καθιστούσε ενδεχομένως δυσχερέστερη την επίτευξη του μακροπρόθεσμου σκοπού του άρθρου 7 της οδηγίας, δεδομένου ότι θα αποδυνάμωνε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που έχει ως προς τους επαγγελματίες η κατηγορηματική απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών στους καταναλωτές (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Asbeek Brusse και de Man Garabito, C‑488/11, EU:C:2013:341, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον εθνικό δικαστή, αν διαπιστώσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, με την οποία επιβάλλονται ποινές λόγω υπερημερίας, να μειώσει το ποσό της ποινής που βαρύνει τον καταναλωτή βάσει της ρήτρας αυτής, ακόμη και αν το προβλέπει η εθνική νομοθεσία, αλλά του επιβάλλει να αποκλείσει ρητώς την εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας έναντι του καταναλωτή (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Asbeek Brusse και de Man Garabito, C‑488/11, EU:C:2013:341, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Investcapital, C‑658/23, EU:C:2024:716, σκέψη 58).
48 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο έως το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 και το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματός της, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, στοιχεία βʹ και γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι:
– εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και μπορεί να κηρυχθεί καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή με την οποία επιβάλλονται στον καταναλωτή ποινές ορισμένου ποσού λόγω υπερημερίας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στον εν λόγω τομέα δραστηριότητας δεν προβλέπει, σε αντίθεση με εκείνη που διέπει άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, κανέναν περιορισμό ως προς το ποσό των ποινών αυτών·
– όταν το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζει ρητώς ως καταχρηστική συμβατική ρήτρα η οποία έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να επιβάλει στον καταναλωτή που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση, μπορούν να κηρυχθούν καταχρηστικές, χωρίς περαιτέρω εξέταση σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, οι ρήτρες οι οποίες είναι ουσιαστικά ισοδύναμες, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των αποτελεσμάτων που παράγουν, με τη ρήτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, η δε ισοδυναμία αυτή πρέπει να διαπιστώνεται στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή, σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπουν προς τον σκοπό αυτόν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες·
– ο εθνικός δικαστής οφείλει να μην εφαρμόσει τέτοιες ρήτρες και δεν έχει την εξουσία να μειώσει το ποσό των προβλεπόμενων με αυτές ποινών λόγω υπερημερίας.
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
49 Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας σύμβασης παροχής υπηρεσιών που προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης για λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο ίδιος, να καταβάλει στον οικείο επαγγελματία αποζημίωση ποσού αντίστοιχου προς τις εναπομένουσες μηνιαίες δόσεις, μολονότι η αποζημίωση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Δικαστήριο, για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας ΦΠΑ, ως «αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής.
50 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών δεν αφορά, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.
51 Επομένως, η διάταξη αυτή εισάγει εξαίρεση από τον μηχανισμό ουσιαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο του συστήματος προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνει η οδηγία αυτή, και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, D.V. (Δικηγορική αμοιβή – Αρχή της ωριαίας χρεώσεως), C‑395/21, EU:C:2023:14, σκέψη 30].
52 Οι συμβατικές ρήτρες οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της σύμβασης», κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, είναι αυτές με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης και οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Αντιθέτως, οι ρήτρες που έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με εκείνες που καθορίζουν την ίδια την ουσία της συμβατικής σχέσης δεν είναι δυνατό να εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια του «κύριου αντικειμένου της σύμβασης» [απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, D.V. (Δικηγορική αμοιβή – Αρχή της ωριαίας χρεώσεως), C‑395/21, EU:C:2023:14, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
53 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση C‑909/24 συμβατική ρήτρα δεν καθορίζει τις ουσιώδεις παροχές της σύμβασης, ήτοι την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας και το τίμημα που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες αυτές, αλλά αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για τη συμπεριφορά του καταναλωτή σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης για λόγο που οφείλεται σε αυτόν πριν από τη λήξη της προβλεπόμενης ελάχιστης περιόδου δέσμευσης. Υπό τις συνθήκες αυτές και υπό την επιφύλαξη των επαληθεύσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η συγκεκριμένη ρήτρα δεν εμπίπτει στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της σύμβασης», καθόσον αποσκοπεί στην επιβολή κύρωσης για την παράβαση συμβατικής υποχρέωσης και όχι στον καθορισμό του περιεχομένου της [πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Διαδικασία για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής), C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψεις 78 και 79].
54 Επομένως, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της εν λόγω ρήτρας μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13. Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2018, MEO – Serviços de Comunicações e Multimédia (C‑295/17, EU:C:2018:942, σκέψη 57), χαρακτήρισε, για τους σκοπούς της οδηγίας ΦΠΑ, το προκαθορισμένο ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει ο καταναλωτής σε επιχείρηση, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, για λόγο οφειλόμενο στον καταναλωτή, σύμβασης παροχής υπηρεσιών η οποία προέβλεπε ελάχιστη περίοδο δέσμευσης ως «αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της τελευταίας αυτής οδηγίας.
55 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από τους διακριτούς σκοπούς που επιδιώκουν η οδηγία 93/13 και η οδηγία ΦΠΑ. Πράγματι, η οδηγία 93/13 έχει ως σκοπό να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον το οποίο συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών έναντι καταχρηστικών ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτουν με επαγγελματίες (πρβλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Banco Santander και Escobedo Cortés, C‑96/16 και C‑94/17, EU:C:2018:643, σκέψη 75), ενώ η οδηγία ΦΠΑ έχει ως σκοπό να θεσπίσει ένα σύστημα ΦΠΑ το οποίο δεν νοθεύει τους όρους του ανταγωνισμού και δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και υπηρεσιών (απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Galerie Karsten Greve, C‑433/24, EU:C:2025:600, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον υπομνησθέντα στην προηγούμενη σκέψη σκοπό της οδηγίας 93/13, οι διατάξεις του ρουμανικού δικαίου που μνημονεύονται στη σκέψη 41 της παρούσας απόφασης χαρακτηρίζουν ρητώς ως καταχρηστική κάθε ρήτρα με την οποία υποχρεώνεται ο καταναλωτής που δεν εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις του να καταβάλει αποζημίωση δυσανάλογη προς τη ζημία που υπέστη ο επαγγελματίας, οι διατάξεις αυτές θα καθίσταντο σε μεγάλο βαθμό άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας αν, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, τα αρμόδια δικαστήρια δεν είχαν εξαρχής τη δυνατότητα να εκτιμήσουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας όπως η επίμαχη στην υπόθεση C‑909/24 (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei, C‑143/13, EU:C:2015:127, σκέψεις 60 και 61).
57 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας σύμβασης παροχής υπηρεσιών που προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης για λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο ίδιος, να καταβάλει στον οικείο επαγγελματία αποζημίωση ποσού αντίστοιχου προς τις εναπομένουσες μηνιαίες δόσεις, μολονότι η αποζημίωση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Δικαστήριο, για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας ΦΠΑ, ως «αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της τελευταίας αυτής οδηγίας.
Επί του έκτου και του εβδόμου ερωτήματος
58 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και του Δικαστηρίου την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε το εθνικό δικαστήριο με το ερώτημά του και των οποίων η συνεκτίμηση μπορεί να καταστήσει περιττή την ερμηνεία ορισμένων κανόνων του δικαίου αυτού που μνημονεύονται στο ερώτημα.
59 Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η συνεκτίμηση της διάταξης του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13, η οποία δεν μνημονεύεται στο έκτο προδικαστικό ερώτημα, προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, καθιστά περιττή την ερμηνεία των άρθρων 101, 105 και 107 καθώς και του παραρτήματος VIII, μέρος A, σημείο 3, σημείο iv, και του παραρτήματος IX, σημείο 2.4, της οδηγίας 2018/1972, τα οποία μνημονεύονται στο ερώτημα αυτό.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία μπορούν να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι επιτρέπει να κηρυχθεί καταχρηστική συμβατική ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα για ελάχιστη περίοδο 24 μηνών, δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης η οποία οφείλεται στον καταναλωτή, ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει στον επαγγελματία, ως αποζημίωση, το οφειλόμενο ποσό για την εναπομένουσα περίοδο, στο οποίο συνυπολογίζεται το ποσό των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν στον καταναλωτή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και αγαθά.
61 Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 37 έως 41 της παρούσας απόφασης, μολονότι από τον συνδυασμό του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 και του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματός της προκύπτει ότι η συμβατική ρήτρα με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του να καταβάλει στον επαγγελματία δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση περιλαμβάνεται σε ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που μπορούν να κηρυχθούν καταχρηστικές, αντιθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 193/2000 και η παράγραφος 1, στοιχείο i, του παραρτήματος του νόμου αυτού επιτάσσουν, προκειμένου να παρασχεθεί στους καταναλωτές υψηλότερη προστασία, να χαρακτηριστεί καταχρηστική μια τέτοια ρήτρα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξέταση σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
62 Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του κανόνα αυτού, όπως ρητώς το επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εκτιμηθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της επίμαχης στην υπόθεση C‑909/24 συμβατικής ρήτρας, τούτο δε υπό τους όρους που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης.
63 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο έκτο και στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματός της, έχει την έννοια ότι επιτρέπει να κηρυχθεί καταχρηστική συμβατική ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα για ελάχιστη περίοδο 24 μηνών, δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης η οποία οφείλεται στον καταναλωτή, ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει στον επαγγελματία, ως αποζημίωση, το οφειλόμενο ποσό για την εναπομένουσα περίοδο, στο οποίο συνυπολογίζεται το ποσό των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν στον καταναλωτή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και αγαθά.
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 3, και το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, στοιχεία βʹ και γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
έχουν την έννοια ότι:
– εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και μπορεί να κηρυχθεί καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή με την οποία επιβάλλονται στον καταναλωτή ποινές ορισμένου ποσού λόγω υπερημερίας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στον εν λόγω τομέα δραστηριότητας δεν προβλέπει, σε αντίθεση με εκείνη που διέπει άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, κανέναν περιορισμό ως προς το ποσό των ποινών αυτών·
– όταν το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζει ρητώς ως καταχρηστική συμβατική ρήτρα η οποία έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να επιβάλει στον καταναλωτή που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση, μπορούν να κηρυχθούν καταχρηστικές, χωρίς περαιτέρω εξέταση σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, οι ρήτρες οι οποίες είναι ουσιαστικά ισοδύναμες, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των αποτελεσμάτων που παράγουν, με τη ρήτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, η δε ισοδυναμία αυτή πρέπει να διαπιστώνεται στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή, σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπουν προς τον σκοπό αυτόν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες·
– ο εθνικός δικαστής οφείλει να μην εφαρμόσει τέτοιες ρήτρες και δεν έχει την εξουσία να μειώσει το ποσό των προβλεπόμενων με αυτές ποινών λόγω υπερημερίας.
2) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας με την οποία επιβάλλεται στον καταναλωτή, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας σύμβασης παροχής υπηρεσιών που προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης για λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο ίδιος, να καταβάλει στον οικείο επαγγελματία αποζημίωση ποσού αντίστοιχου προς τις εναπομένουσες μηνιαίες δόσεις, μολονότι η αποζημίωση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Δικαστήριο, για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, ως «αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της τελευταίας αυτής οδηγίας.
3) Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
επιτρέπει να κηρυχθεί καταχρηστική συμβατική ρήτρα σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συναφθείσα για ελάχιστη περίοδο 24 μηνών, δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης η οποία οφείλεται στον καταναλωτή, ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει στον επαγγελματία, ως αποζημίωση, το οφειλόμενο ποσό για την εναπομένουσα περίοδο, στο οποίο συνυπολογίζεται το ποσό των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν στον καταναλωτή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και αγαθά.
(υπογραφές)
