ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Μεταναστευτική πολιτική – Δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση – Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ – Δικαίωμα πρόσφυγα στην οικογενειακή επανένωση με τους γονείς του – Έννοια του “ασυνόδευτου ανηλίκου” – Αίτηση οικογενειακής επανένωσης γονέων με ανήλικο πρόσφυγα που ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου – Περιεχόμενο της απόφασης της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, EU:C:2018:248) – Εύλογη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης αυτής – Dies a quo – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής – Υπέρτερο συμφέρον του τέκνου – Άρθρα 7 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης »
Στην υπόθεση C‑571/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (διοικητικό εφετείο Βερολίνου-Βραδεμβούργου, Γερμανία) με απόφαση της 14ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Αυγούστου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
YO,
CT
κατά
Bundesrepublik Deutschland,
παρισταμένης της:
Kreis Bergstraße,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, R. Frendo, N. Jääskinen, M. Condinanzi (εισηγητή) και A. Kornezov, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: F. Cathagne, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Σεπτεμβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι CT και YO, εκπροσωπούμενοι από την A. Feßenbecker, Rechtsanwältin,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και R. Kanitz,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Hottiaux και J. Vondung,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των YO και CT, Σύριων υπηκόων που διαμένουν στην Τουρκία, και, αφετέρου, της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), με αντικείμενο την απόρριψη, εκ μέρους της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), των αιτήσεών τους για τη χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης με τον υιό τους, στον οποίο αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα στη Γερμανία.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 8 της οδηγίας 2003/86 έχουν ως εξής:
«(2) Τα μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και σεβασμού της οικογενειακής ζωής που αναφέρεται σε πολλές πράξεις διεθνούς δικαίου. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το άρθρο 8 της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950] και από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: Χάρτης].
[…]
(8) Θα πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των προσφύγων, εξαιτίας των λόγων που τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και που τους εμποδίζουν να διεξάγουν εκεί κανονικό οικογενειακό βίο. Θα πρέπει, συνεπώς, να προβλεφθούν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματός τους οικογενειακής επανένωσης.»
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να ασκούν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών.»
5 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της ως άνω οδηγίας:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
στ) “ασυνόδευτος ανήλικος”: υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών, ο οποίος φθάνει στην επικράτεια των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύεται από τον κατά το νόμο ή το έθιμο υπεύθυνο ενήλικο και για όσο διάστημα ένα τέτοιο πρόσωπο δεν έχει αναλάβει πραγματικά την επιμέλειά του ή ο ανήλικος που βρέθηκε χωρίς συνοδεία μετά την είσοδό του στην επικράτεια των κρατών μελών.»
6 Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV, καθώς και στο άρθρο 16, των ακόλουθων μελών της οικογένειας:
[…]
β) των ανήλικων τέκνων του συντηρούντος και του/της συζύγου του […]
[…]
Τα ανήλικα τέκνα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο πρέπει να είναι νεότερα από την ηλικία ενηλικίωσης που προσδιορίζεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους και να μην είναι έγγαμα.
[…]
2. Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, των ακόλουθων μελών της οικογένειας:
α) των εξ αίματος και πρώτου βαθμού ανιόντων του συντηρούντος ή του/της συζύγου του, εφόσον έχουν την ευθύνη συντήρησής τους και τα άτομα αυτά στερούνται της απαραίτητης οικογενειακής υποστήριξης στη χώρα καταγωγής·
[…]».
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/86 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν εάν, για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, υποβάλλεται αίτηση εισόδου και διαμονής στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είτε από τον συντηρούντα είτε από το/τα μέλος/μέλη της οικογένειας.
[…]
5. Κατά την εξέταση μιας αίτησης, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το μείζον συμφέρον των ανηλίκων τέκνων.»
8 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση οικογενειακής επανένωσης να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο συντηρών διαθέτει κατάλυμα, ασφάλιση ασθενείας και πόρους που πληρούν τις απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή απαιτήσεις.
9 Το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας διευκρινίζει τα εξής:
«Αν ο πρόσφυγας είναι μη συνοδευόμενος ανήλικος, τα κράτη μέλη:
α) επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή, για λόγους οικογενειακής επανένωσης, των εξ αίματος πρώτου βαθμού ανιόντων του, χωρίς να εφαρμόζουν τους οριζόμενους από το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) όρους·
[…]».
10 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τον πρόσφυγα ή/και το μέλος ή τα μέλη της οικογένειάς του/της να προσκομίσει, προκειμένου για αιτήσεις που αφορούν τα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο πρόσφυγας πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 7.
Με την επιφύλαξη διεθνών υποχρεώσεων, όταν η οικογενειακή επανένωση είναι δυνατή σε τρίτη χώρα με την οποία ο συντηρών ή/και μέλος της οικογένειας έχει ιδιαίτερους δεσμούς, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον πρόσφυγα να πληροί τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, εάν η αίτηση οικογενειακής επανένωσης δεν υποβλήθηκε εντός τριών μηνών από τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα.»
11 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίπτουν αίτηση εισόδου και διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης ή, ενδεχομένως, να ανακαλούν ή να αρνούνται να ανανεώσουν την άδεια διαμονής μέλους της οικογένειας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι όροι που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.
[…]»
Το γερμανικό δίκαιο
12 Ο Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet (νόμος περί διαμονής, απασχόλησης και ένταξης των αλλοδαπών στην ομοσπονδιακή επικράτεια), όπως ίσχυε στις 25 Φεβρουαρίου 2008 (BGBl. 2008 I, σ. 162) και όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 8ης Μαΐου 2024 (BGBl. I, αριθ. 152) (στο εξής: AufenthG), προβλέπει στο άρθρο 6, παράγραφος 3:
«Για μακροχρόνιες περιόδους διαμονής απαιτείται θεώρηση εισόδου για το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (εθνική θεώρηση εισόδου), η οποία χορηγείται πριν από την είσοδο σε αυτό. Η θεώρηση χορηγείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου, την μπλε κάρτα της ΕΕ, την άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης (κάρτα ICT), την κάρτα μόνιμης διαμονής και την άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος – ΕΕ. […]»
13 Το άρθρο 25 του AufenthG φέρει τον τίτλο «Διαμονή για ανθρωπιστικούς λόγους» και ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου χορηγείται σε αλλοδαπό στην περίπτωση που η Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Προσφύγων) του έχει αναγνωρίσει το καθεστώς πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του Asylgesetz (νόμου περί ασύλου) ή το δικαίωμα επικουρικής προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του νόμου περί ασύλου. […]»
14 Το άρθρο 36 του AufenthG φέρει τον τίτλο «Οικογενειακή επανένωση γονέων και λοιπών μελών της οικογένειας» και ορίζει τα εξής:
«(1) […] άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου χορηγείται στους γονείς ανήλικου αλλοδαπού ο οποίος διαθέτει είτε άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου δυνάμει του […] άρθρου 25, […] παράγραφος 2, […], εφόσον κανένας από τους γονείς που έχουν την επιμέλεια του ανηλίκου δεν διαμένει στη γερμανική επικράτεια.
(2) Τα λοιπά μέλη της οικογένειας αλλοδαπού μπορούν να λάβουν άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου για λόγους οικογενειακής επανένωσης, εφόσον είναι αναγκαίο για την αποφυγή υπέρμετρων δυσχερειών. […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Ο υιός των προσφευγόντων της κύριας δίκης, ο οποίος γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1999, εισήλθε στο γερμανικό έδαφος στις 6 Αυγούστου 2015, σε ηλικία 16 ετών. Εκπροσωπούμενος από επίτροπο, υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 3 Ιουνίου 2016, σε ηλικία 17 ετών. Με απόφαση της 15ης Μαΐου 2017, η Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων, Γερμανία) του αναγνώρισε το καθεστώς πρόσφυγα. Κατά την ημερομηνία αυτή, ήταν 18 ετών και τριών μηνών.
16 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, αρχικώς, δεν υπέβαλαν αίτηση οικογενειακής επανένωσης με τον υιό τους, δεδομένου ότι αυτός, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου και αφού του αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα, είχε ενημερωθεί επανειλημμένως από τον επίτροπό του, από τον δικηγόρο του, από διάφορες αρμόδιες για θέματα αλλοδαπών αρχές και από οργάνωση προσφύγων, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου, Γερμανία), η ισχύς του δικαιώματος των γονέων στην επανένωση με το τέκνο τους, στο οποίο έχει αναγνωριστεί το καθεστώς πρόσφυγα, δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 1, του AufenthG, λήγει με την ενηλικίωση του τέκνου (Bundesverwaltungsgericht, απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 – 10 C 9/12 – BVerwG:2013:180413U10C9.12.0, σκέψεις 17 και επ.).
17 Με την απόφαση της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, στο εξής: απόφαση A και S, EU:C:2018:248) το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 2, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/86, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «ανήλικος», κατά την εν λόγω διάταξη, υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος ήταν ηλικίας μικρότερης των δεκαοκτώ ετών κατά την είσοδό του στο έδαφος κράτους μέλους και κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του για παροχή ασύλου εντός του κράτους αυτού, πλην όμως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου, ενηλικιώθηκε και υπήχθη, εν συνεχεία, στο καθεστώς του πρόσφυγα. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 61 της ανωτέρω αποφάσεως, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αίτηση οικογενειακής επανένωσης που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας πρέπει να κατατίθεται «εντός ευλόγου προθεσμίας», ήτοι, καταρχήν, εντός τρίμηνης προθεσμίας από της ημερομηνίας κατά την οποία αναγνωρίσθηκε η ιδιότητα του «πρόσφυγα» στον «ανήλικο».
18 Αφού έλαβε γνώση της ανωτέρω απόφασης, ο υιός των προσφευγόντων της κύριας δίκης ζήτησε, με έγγραφο της 24ης Απριλίου 2018, από την αρμόδια εθνική αρχή σε θέματα αλλοδαπών, από την πρεσβεία της Γερμανίας στην Τουρκία και από το γενικό προξενείο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), τη χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης με τους γονείς του. Υπέβαλε επίσης, προληπτικώς, αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση όσον αφορά την τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας, σύμφωνα με την απόφαση A και S, πρέπει, καταρχήν, να υποβληθεί αίτηση επανένωσης.
19 Με το έγγραφο της 11ης Ιουλίου 2018, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν περαιτέρω από την πρεσβεία της Γερμανίας στην Άγκυρα (Τουρκία) και από το γενικό προξενείο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη τη χορήγηση θεωρήσεων εισόδου για λόγους οικογενειακής επανένωσης. Στις 20 Νοεμβρίου 2018 προσήλθαν αυτοπροσώπως στο γενικό προξενείο της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη για την υποβολή των αιτήσεών τους.
20 Με αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2019, το ως άνω γενικό προξενείο απέρριψε τις αιτήσεις αυτές με την αιτιολογία ότι το δικαίωμα των γονέων πρόσφυγα στην οικογενειακή επανένωση υφίσταται μόνον έως την ενηλικίωση του τέκνου τους και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι γονείς δεν είχαν υποβάλει τις αιτήσεις τους το συντομότερο δυνατόν μετά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα στον υιό τους.
21 Στις 14 Αυγούστου 2019 οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή κατά των ανωτέρω αποφάσεων ενώπιον του Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικού πρωτοδικείου Βερολίνου, Γερμανία), το οποίο την απέρριψε με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2021. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι το δικαίωμα των γονέων στην οικογενειακή επανένωση, δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 1, του AufenthG, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το τέκνο τους είναι ανήλικο κατά τον χρόνο έκδοσης της διοικητικής απόφασης ή της δικαστικής απόφασης επί της ουσίας. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η ανωτέρω εθνική διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά στο πλαίσιο ερμηνείας σύμφωνης με το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν μπορούσαν να αξιώσουν την οικογενειακή επανένωση με τον υιό τους ούτε βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86, δεδομένου ότι δεν είχαν υποβάλει την αίτησή τους εντός της τρίμηνης προθεσμίας που έταξε, καταρχήν, το Δικαστήριο με την απόφαση A και S. Τίποτα δεν θα δικαιολογούσε την επιλογή μεγαλύτερης προθεσμίας ή διαφορετικό σημείο έναρξης της προθεσμίας αυτής. Το ίδιο δικαστήριο διευκρίνισε, αφενός, ότι δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή η «ανοχή» λόγω ανωτέρας βίας και, αφετέρου, ότι ο διάδικος που παραλείπει εκουσίως να ενεργήσει εγκαίρως για τον λόγο ότι εκτιμά ότι το αίτημά του ή η προσφυγή του δεν θα ευδοκιμήσει δεν μπορεί να επικαλεστεί σημαντικό κώλυμα.
22 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (διοικητικού εφετείου Βερολίνου-Βραδεμβούργου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, σε συνάρτηση με τα επιχειρήματα των προσφευγόντων της κύριας δίκης, ότι δεν μπορεί να τους προσαφθεί η μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας που απορρέει από την απόφαση A και S, δεδομένου ότι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, δεν μπορούσαν ευλόγως να αναμένουν ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση οικογενειακής επανένωσης. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση στερούνταν, κατά τον χρόνο εκείνο, οποιασδήποτε προοπτικής επιτυχίας υπό το πρίσμα της νομολογίας του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου) καθώς και της συνακόλουθης πρακτικής λήψης αποφάσεων των γερμανικών αρχών, την οποία γνώριζαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης. Επιπλέον, ο πρόσφυγας και οι γονείς του δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, την ύπαρξη της τρίμηνης προθεσμίας.
24 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια προθεσμία δεν μπορεί να εφαρμοστεί, χωρίς προσαρμογές, σε περιπτώσεις όπως αυτή των προσφευγόντων της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, διερωτάται αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, το χρονικό σημείο έναρξης της εν λόγω προθεσμίας πρέπει να οριστεί σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα στον συντηρούντα ανήλικο, όπως η 12η Απριλίου 2018, ημερομηνία δημοσίευσης της αποφάσεως A και S, ή αν μπορεί να εφαρμοστεί μεγαλύτερη προθεσμία. Συνεπώς, εκτιμώντας ότι είναι δυνατές διάφορες λύσεις, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναγκαία η παροχή διευκρινίσεων από το Δικαστήριο ως προς το ζήτημα αυτό.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (ανώτερο διοικητικό δικαστήριο Βερολίνου-Βραδεμβούργου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Παραμένει αμετάβλητη η αρχόμενη από τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα τρίμηνη προθεσμία η οποία, κατά την απόφαση [της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, EU:C:2018:248)], πρέπει να τηρείται σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως οικογενειακής επανένωσης βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2003/86], αν κατά την είσοδό του στο έδαφος κράτους μέλους και κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεώς του παροχής ασύλου εντός του κράτους αυτού ο συντηρών ήταν ηλικίας μικρότερης των δεκαοκτώ ετών, πλην όμως ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου, ακόμη και στην περίπτωση που η προθεσμία αυτή είχε παρέλθει κατά τον χρόνο εκδόσεως της [προμνησθείσας] αποφάσεως, ενώ με βάση την τότε ακολουθούμενη από τις αρχές πρακτική και τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων του επίμαχου κράτους μέλους η υποβληθείσα από τον ενήλικο πρόσφυγα αίτηση οικογενειακής επανένωσης δεν είχε προοπτική ευδοκίμησης;
2) Αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση: Στις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία αρχίζει αργότερα ή ισχύει μεγαλύτερη προθεσμία;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι, όταν υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισήλθε ως «ασυνόδευτος ανήλικος» στο έδαφος κράτους μέλους, ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας και του αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης A και S, η αίτηση οικογενειακής επανένωσης των γονέων του πρέπει, καταρχήν, να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον ανήλικο η ιδιότητα του «πρόσφυγα», όπως προβλέπεται στην απόφαση αυτή, σε περίπτωση κατά την οποία, πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, μια τέτοια αίτηση δεν είχε καμία προοπτική ευδοκίμησης για πρόσφυγα που έχει ενηλικιωθεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας των ανώτερων δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους καθώς και της πρακτικής λήψης αποφάσεων των αρμόδιων εθνικών αρχών.
27 Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/86, σκοπός της οδηγίας αυτής είναι να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να ασκούν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών.
28 Συναφώς, όπως αναφέρει η αιτιολογική της σκέψη 8, η ως άνω οδηγία προβλέπει, όσον αφορά τους πρόσφυγες, ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, καθόσον η κατάστασή τους χρήζει ιδιαίτερης προσοχής εξαιτίας των λόγων που τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και τους εμποδίζουν να διάγουν, στη χώρα αυτή, κανονικό οικογενειακό βίο.
29 Μία από τις ευνοϊκότερες αυτές προϋποθέσεις αφορά την οικογενειακή επανένωση με τους εξ αίματος πρώτου βαθμού ανιόντες του πρόσφυγα. Ειδικότερα, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, ενώ, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86, η δυνατότητα τέτοιας επανένωσης καταλείπεται, καταρχήν, στη διακριτική ευχέρεια εκάστου κράτους μέλους και υπόκειται μεταξύ άλλων στην προϋπόθεση ότι ο συντηρών έχει την ευθύνη για τη συντήρηση των εξ αίματος πρώτου βαθμού ανιόντων και ότι τα άτομα αυτά στερούνται της απαραίτητης οικογενειακής υποστήριξης στη χώρα καταγωγής, το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει εξαίρεση από την ανωτέρω αρχή, δυνάμει της οποίας οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες έχουν δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης μη υποκείμενο σε περιθώριο εκτιμήσεως εκ μέρους των κρατών μελών και στις προϋποθέσεις που καθορίζονται με το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ. Επομένως, το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη θετική υποχρέωση, στην οποία αντιστοιχεί σαφώς οριζόμενο δικαίωμα, και σκοπεί ειδικώς στη διασφάλιση αυξημένης προστασίας υπέρ των προσφύγων εκείνων που έχουν την ιδιότητα του «ασυνόδευτου ανηλίκου» [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Landeshauptmann von Wien (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C‑560/20, EU:C:2024:96, σκέψεις 33 και 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
30 Συναφώς, στη σκέψη 64 της απόφασης A και S, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 2, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/86, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, έχει την έννοια ότι πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «ανήλικος», κατά τη διάταξη αυτή, υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος είναι ηλικίας μικρότερης των δεκαοκτώ ετών κατά την είσοδό του στο έδαφος κράτους μέλους και κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του για παροχή ασύλου εντός του κράτους αυτού, πλην όμως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου, ενηλικιώθηκε και υπήχθη, εν συνεχεία, στο καθεστώς του πρόσφυγα.
31 Ειδικότερα, το ενδεχόμενο να εξαρτάται το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης που διαλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρμόδια εθνική αρχή εκδίδει επισήμως την απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα και, ως εκ τούτου, από την κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη ταχύτητα με την οποία εξετάζει η αρχή αυτή την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας θα έθετε εν αμφιβόλω την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως και θα αντέβαινε όχι μόνον στον σκοπό της οδηγίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στο να καταστεί ευχερέστερη η οικογενειακή επανένωση και να παρασχεθεί, συναφώς, ιδιαίτερη προστασία στους πρόσφυγες, ιδίως δε στους ασυνόδευτους ανηλίκους, αλλά και στις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της ασφάλειας δικαίου (απόφαση A και S, σκέψη 55).
32 Όσον αφορά την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί αίτηση οικογενειακής επανένωσης με συντηρούντα ανήλικο πρόσφυγα, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η οδηγία 2003/86 δεν καθορίζει ρητώς έως ποιο χρονικό σημείο ο ανήλικος πρόσφυγας μπορεί να ζητήσει να του αναγνωριστεί το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ.
33 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 61 της απόφασης A και S, ότι, καθόσον δεν είναι συμβατό με τον σκοπό του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 το ενδεχόμενο πρόσφυγας που είχε την ιδιότητα του «ασυνόδευτου ανηλίκου» κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης παροχής ασύλου, αλλά ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης, να δύναται να επικαλεσθεί το ευεργέτημα της διάταξης αυτής «χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό» προκειμένου να τύχει της οικογενειακής επανένωσης, η αίτηση οικογενειακής επανένωσης πρέπει να υποβάλλεται εντός εύλογης προθεσμίας. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, για να καθοριστεί η εν λόγω εύλογη προθεσμία, η λύση την οποία προέκρινε ο νομοθέτης της Ένωσης στο παρεμφερές πλαίσιο του άρθρου 12, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας έχει ενδεικτική αξία, οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση οικογενειακής επανένωσης που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ως άνω οδηγίας πρέπει, καταρχήν, σε τέτοια περίπτωση να υποβάλλεται εντός τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία κατά την οποία ο ανήλικος αναγνωρίστηκε ως «πρόσφυγας».
34 Ως εκ τούτου, από την ίδια απόφαση προκύπτει, αφενός, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αίτηση οικογενειακής επανένωσης πρέπει να υποβάλλεται εντός «ευλόγου προθεσμίας» και το σημείο έναρξης της προθεσμίας αυτής είναι η ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίσθηκε η ιδιότητα του πρόσφυγα στον ανήλικο. Αφετέρου, η εν λόγω τρίμηνη προθεσμία έχει «ενδεικτική αξία» για τον καθορισμό του εύλογου αυτού χαρακτήρα, οπότε η αίτηση αυτή πρέπει, «καταρχήν», να υποβληθεί εντός της τρίμηνης προθεσμίας. Ωστόσο, τούτο δεν αποκλείει την προσαρμογή της εν λόγω προθεσμίας σε ειδικές περιπτώσεις.
35 Ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας δεν μπορεί να εκτιμάται με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψεις 29 και 33).
36 Εν προκειμένω, οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου συνδέονται με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων, στο ότι, αφενός, η προθεσμία αυτή, καταρχήν, των τριών μηνών είχε ήδη παρέλθει κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως A και S και, αφετέρου, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, αίτηση οικογενειακής επανένωσης υποβληθείσα από τους γονείς πρόσφυγα ο οποίος ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αιτήσεώς του για παροχή ασύλου στερούνταν κάθε προοπτικής ευδοκίμησης υπό το πρίσμα της νομολογίας των ανώτερων δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους καθώς και της πρακτικής λήψης αποφάσεων των αρμόδιων εθνικών αρχών.
37 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, τα κράτη μέλη σέβονται τα δικαιώματα και τηρούν τις αρχές που καθιερώνει ο Χάρτης και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές της απονέμονται από τις Συνθήκες.
38 Ως εκ τούτου, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη, και ειδικότερα τα δικαστήριά τους και οι αρμόδιες εθνικές τους αρχές, δεν οφείλουν απλώς να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλά οφείλουν επίσης να μεριμνούν ώστε να μην ερμηνεύουν τις διατάξεις του παράγωγου δικαίου κατά τρόπο αντίθετο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προασπίζει η έννομη τάξη της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Landeshauptmann von Wien (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C‑560/20, EU:C:2024:96, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
39 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι διατάξεις της οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθούν και να εφαρμοστούν υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, όπως προκύπτει εξάλλου από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 2 και του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, που υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να εξετάζουν τις αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης με τρόπο που να εξυπηρετεί το συμφέρον των τέκνων και να διευκολύνει την οικογενειακή ζωή [απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Landeshauptmann von Wien (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C‑560/20, EU:C:2024:96, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
40 Τούτο ισχύει ιδίως για το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86, το οποίο επιδιώκει ειδικώς να διευκολύνει την επανένωση των ασυνόδευτων ανηλίκων προσφύγων με τους γονείς τους, προκειμένου να διασφαλιστεί στους ανηλίκους αυτούς αυξημένη προστασία λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσης τους, και το οποίο έχει, ως εκ τούτου, ιδιαίτερη σημασία για την ουσιαστική τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 και στο άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Landeshauptmann von Wien (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C‑560/20, EU:C:2024:96, σκέψη 51].
41 Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των διακυβευόμενων συμφερόντων και προκειμένου να διασφαλιστεί η επανένωση των ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων με τους γονείς τους, οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών που καλούνται να αποφανθούν επί αιτήσεως οικογενειακής επανένωσης υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης, προκειμένου να κρίνουν αν η προθεσμία εντός της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση πληροί την προϋπόθεση του εύλογου χαρακτήρα. Ειδικότερα, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και στα δικαστήρια των κρατών μελών εναπόκειται να εκτιμήσουν αν μια τέτοια αίτηση, ακόμη και όταν υποβάλλεται μετά τη λήξη της τρίμηνης, καταρχήν, προθεσμίας που ξεκινά από την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον ανήλικο η ιδιότητα του «πρόσφυγα», μπορεί παρά ταύτα να κριθεί παραδεκτή λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων τις οποίες επικαλείται ο αιτών και οι οποίες χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχουν επιληφθεί, ιδίως των λόγων που οδήγησαν στην υπέρβαση της προθεσμίας αυτής και της επιμέλειας που επέδειξαν ο συντηρών ή τα μέλη της οικογένειάς του.
42 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, πρώτον, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της έκδοσης της απόφασης A και S, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι αίτηση οικογενειακής επανένωσης υποβληθείσα στην περίπτωση που ο συντηρών είχε την ιδιότητα του «ασυνόδευτου ανηλίκου» κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του για παροχή ασύλου, αλλά είχε ενηλικιωθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής με την αίτηση αυτή διαδικασίας, έπρεπε να υποβληθεί εντός εύλογης προθεσμίας, ήτοι, καταρχήν, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον ανήλικο η ιδιότητα του «πρόσφυγα». Πράγματι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ούτε ο συντηρών ούτε οι γονείς του μπορούσαν να γνωρίζουν την ύπαρξη τέτοιας προθεσμίας.
43 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι γονείς του συντηρούντος, ο οποίος ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο που υπέβαλε την αίτηση παροχής ασύλου, αλλά ενηλικιώθηκε όταν του αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα, δεν υπέβαλαν αίτηση οικογενειακής επανένωσης αμέσως μετά την αναγνώριση αυτή για τον λόγο ότι ο συντηρών είχε ενημερωθεί ιδίως από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ότι μια τέτοια αίτηση σε σχέση με ανήλικο που ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου στερούνταν κάθε προοπτικής ευδοκίμησης υπό το πρίσμα της νομολογίας των ανώτερων γερμανικών δικαστηρίων καθώς και της πρακτικής λήψης αποφάσεων των εν λόγω αρχών, όπως αυτές επιβεβαιώθηκαν, εξάλλου, από τη Γερμανική Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
44 Τρίτον, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο υιός των προσφευγόντων της κύριας δίκης ζήτησε τη χορήγηση άδειας διαμονής για τους γονείς του για λόγους οικογενειακής επανένωσης στις 24 Απριλίου 2018, ήτοι δώδεκα μόνον ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης A και S. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει ένδειξη της επιμέλειας που επέδειξαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης καθώς και της καλής πίστης τους.
45 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι, όταν υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισήλθε ως «ασυνόδευτος ανήλικος» στο έδαφος κράτους μέλους, ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας και του αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης A και S, η αίτηση οικογενειακής επανένωσης των γονέων του πρέπει να υποβληθεί εντός εύλογης προθεσμίας από την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον ανήλικο η ιδιότητα του «πρόσφυγα». Ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υποθέσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης,
έχει την έννοια ότι:
όταν υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισήλθε ως «ασυνόδευτος ανήλικος» στο έδαφος κράτους μέλους, ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας και του αναγνωρίστηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, EU:C:2018:248), η αίτηση οικογενειακής επανένωσης των γονέων του πρέπει να υποβληθεί εντός εύλογης προθεσμίας από την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίστηκε στον ανήλικο η ιδιότητα του «πρόσφυγα». Ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υποθέσεως.
(υπογραφές)
