ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Πηνελόπη Αϊβαλή, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Ναταλία Καζά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: …, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, οδός . αρ. ., με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, αλλά υπέβαλε προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Χρυσάνθης Κουλοχέρη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 12362), κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. ., που προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 ν. 4194/2013 [κατατεθέν γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών Δ.Σ.Α. Νο Π. (παράσταση, προτάσεις)].
Της εναγόμενης: Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αρ. 40, με Α.Φ.Μ. . και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. . και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, αλλά προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ιωάννας Νταυλούρου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 27287), κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. ., που προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 ν. 4194/2013 [κατατεθέν γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών Δ.Σ.Α. Νο Π. (παράσταση, προτάσεις)].
Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 10.04.2023 αγωγή του κατά της εναγόμενης, η οποία κατατέθηκε ηλεκτρονικά στις 12.06.2023, με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./2023. Ο ενάγων κατέθεσε τις προτάσεις του στις 10.11.2023 και η εναγόμενη στις 09.11.2023 και ακολούθως, ο ενάγων κατέθεσε προσθήκη επί των προτάσεών του στις 27.11.2023 και η εναγομένη στις 22.11.2023. Η επίδικη αγωγή προσδιορίστηκε να συζητηθεί, κατά το άρθρο 237 παρ. 6 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε μετά τον ν. 4842/2021), κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (Πινάκιο Τ1-2).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αρ. . Α’/15.06.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη, ήτοι εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της, συμφώνα με τα άρθρα 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015) και 122, 123, 124 παρ. 1, 126 παρ. 1 περ. γ’ και 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία προθεσμία άρχισε στις 13.06.2023 και έληξε στις 12.07.2023 (βλ. και άρθρο 144 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις σχετικές επισημειώσεις της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, οι διάδικοι κατέθεσαν προτάσεις, νομότυπα και εμπρόθεσμα, και συγκεκριμένα, ο μεν ενάγων στις 10.11.2023 και η εναγομένη στις 09.11.2023, εντός της προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής κατά την παρ. 2 του άρθρου 215 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 4842/2021 (Φ.Ε.Κ. Α’ 190/13.10.2021), με έναρξη ισχύος την 01.01.2022], η οποία προθεσμία άρχισε στις 13.07.2023 και έληξε στις 10.11.2023 (δοθέντος ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για την προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ), με όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, τα διαδικαστικά τους έγγραφα, την από 08.11.2023 εξουσιοδότηση του ενάγοντας και α) το υπ’ αρ. ./19.04.2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, …, με το οποίο παρασχέθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης -μεταξύ άλλων- προς τον δικηγόρο Αθηνών, Ανέστη Κωνσταντέλια (Α.Μ. Δ.Σ.Α 10672) η δυνατότητα να διορίζει και άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους με τις περιεχόμενες σε αυτό ίδιες ή λιγότερες εντολές και β) το υπ’ αρ. ./14.03.2022 πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο ο Ανέστης Κωνσταντέλιας (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 10672) διορίζει ως πληρεξούσια δικηγόρο της εναγομένης, μεταξύ άλλων, την Ιωάννα Νταυλούρου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 27287), από τα οποία προκύπτει, ότι έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα προς τους υπογράφοντες τις προτάσεις δικηγόρους εκάστου των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ακολούθως, οι διάδικοι κατέθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προσθήκη επί των προτάσεών τους, και ειδικότερα, ο ενάγων στις 27.11.2023 και η εναγομένη στις 22.11.2023, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της ως άνω Γραμματέως (η σχετική προθεσμία άρχισε στις 11.11.2023 και έληξε στις 27.11.2023, δοθέντος ότι η 15η ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεών ήταν η 25.11.2023, ημέρα Σάββατο και ως εκ τούτου εξαιρετέα – βλ. και άρθρο 144 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Επομένως, οι διάδικοι παραστάθηκαν προσηκόντως δικονομικά, αφού φυσική παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους κατά την συζήτηση δεν απαιτείται, κατά το άρθρο 237 παρ. 6 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε μετά τον ν. 4842/2021).
Σύμφωνα με το άρθρο 830 ΑΚ, «η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 806 ΑΚ, «με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας». Περαιτέρω, το άρθρο 827 ΑΚ προβλέπει, ότι «ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς, κατά το άρθρο 830 ΑΚ, έχουν σε αυτή εφαρμογή οι διατάξεις, τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σε αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία, που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος, ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστώ αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 72/2022 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 421/2021 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 867/2021 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1432/2019 ΝΟΜΟΣ·ΕφΑθ 4506/2021 ΝΟΜΟΣ·ΕφΔωδ 256/2020 ΝΟΜΟΣ ΕφΑθ 2644/2020 ΝΟΜΟΣ·ΜΠρΡοδοπ 11/2025 ΝΟΜΟΣ). Αντικείμενο της αγωγής του παρακαταθέτη είναι πρωτογενώς η ανωτέρω αξίωση για απόδοση άλλων χρημάτων ίδιας ποιότητας και ποσότητας, ενώ η τράπεζα δύναται να αντιτάξει, ότι η σχετική ενοχή έχει ήδη αποσβεσθεί λόγω προσήκουσας καταβολής εκ μέρους της. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το Δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν, ειδικώς όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, «η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία» (ΑΠ 72/2022 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1432/2019 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, κάθε φορά, που η τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ’ αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7-13.8.1923, από την οποία προκύπτει, ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της τράπεζας, να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των οργάνων της. Βαριά δε αμέλεια διαπιστώνεται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 263/2021 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1135/2021 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 78/2020 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1308/2020 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1/2019 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 54/2019 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1668/2013 ΝΟΜΟΣ- ΕφΠειρ 127/2022 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την βαριά αμέλεια κατά την καταβολή τραπεζικού ιδρύματος προς τρίτο πρόσωπο, αυτή γίνεται δεκτή, όταν οι υπάλληλοι της τράπεζας – βοηθοί εκπλήρωσης της τελευταίας, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου, που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού και όταν οι ανωτέρω υπάλληλοι παραλείπουν να εξακριβώσουν την πλαστότητα της υπογραφής του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου προς ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό κατάθεσης, εφόσον η διαπίστωση αυτή είναι ευχερής και δεν προϋποθέτει εξιδιασμένη επιμέλεια (ενδεικτικά ΑΠ 72/2022 ΝΟΜΟΣ-ΑΠ 1432/2019 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 759/2014 ΝΟΜΟΣ·ΑΠ 2118/2014 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1891/2013 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 2229/2013 ΝΟΜΟΣ ΕφΑθ 4506/2021 ΝΟΜΟΣ, η οποία εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη σε εντολές μετακίνησης χρημάτων με ηλεκτρονικό μήνυμα- ΕφΔωδ 256/2020 ΝΟΜΟΣ· ΕφΠειρ 284/2014 ΝΟΜΟΣ- ΕφΘεσσ 226/2014 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ). Στις λοιπές περιπτώσεις, εκτός της ανωτέρω περιπτωσιολογίας, για την εκτίμηση του βαθμού της αμέλειας της τράπεζας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν και η έκταση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας, που αυτή έχει σε σχέση με τους αντισυμβαλλόμενούς της, καθότι από την παραβίαση αυτών των υποχρεώσεων θα κριθεί και η βαρύτητα της αδιαφορίας, που η τράπεζα επέδειξε προς ξένα συμφέροντα. Συγκεκριμένα, με αφετηρία την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ για τις ενδοσυμβατικές ενοχές) και τη διαρκή σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη, η οποία διακρίνεται από την ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, αλλά και από την εν μέρει υποχρεωτικότητα (καθότι για πλείστες συναλλαγές απαιτείται, πλέον, νομοθετικά η μεσολάβηση πιστωτικού ιδρύματος), η καλόπιστη εκπλήρωση της ενοχής εκ μέρους της τράπεζας προϋποθέτει τη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Άλλωστε, στην αυτή λήψη προστατευτικών μέτρων των απολύτων έννομων αγαθών και της περιουσίας συνηγορεί και ότι (α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, (β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, (γ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας, διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία και (δ) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της (ΕφΚρητ 2/2022 ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 266/2022 ΝΟΜΟΣ- ΕφΘεσσ 1491/2022 ΝΟΜΟΣ-ΕφΚρητ 10/2021 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΠειρ 221/2022 ΝΟΜΟΣ). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της. Έτσι, την τράπεζα βαρύνει μία γενική υποχρέωση διαφύλαξης των συμφερόντων των πελατών της, που εξειδικεύεται, ιδίως, σε υποχρέωση διαφύλαξης του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση επιμελούς ακρόασης και εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, υποχρέωση διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη, ενόψει συγκεκριμένων κινδύνων, υποχρέωση παροχής πληροφοριών, καθώς και σε υποχρέωση διαφύλαξης της καταθέσεως από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, ώστε να προστατεύεται η πίστη του πελάτη της τράπεζας, ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και την προστασία των περαιτέρω στοιχείων της προσωπικότητάς του (ΕφΑθ 4506/2021 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η σύμβαση με πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ρυθμίστηκε διεξοδικά, με βάση οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχικά, με τον ν. 3862/2010, που ενσωμάτωσε τις οδηγίες 2007/64, 2007/44 και 2010/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, οι οποίες αφορούσαν τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ, και στη συνέχεια, με τον ν. 4537/2018, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, για τις υπηρεσίες πληρωμών. Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4537/2018, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 αυτού, εκτείνεται στις υπηρεσίες πληρωμών της διάταξης του άρθρου 4, μεταξύ των οποίων νοείται και η εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης (άρθρο 4 παρ. 3 περ. γ υποπερ. αα), συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης, η οποία διενεργείται μέσω «ιδρύματος πληρωμών», δηλαδή μέσω του νομικού προσώπου, που έχει λάβει άδεια να παρέχει και να εκτελεί υπηρεσίες πληρωμών σε όλα τα κράτη-μέλη, όπως είναι και τα τραπεζικά ιδρύματα. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48, με τίτλο «Πληροφορίες που παρέχονται στον πληρωτή μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής», και τη διάταξη του άρθρου 57 του ως άνω νομοθετήματος, με τίτλο «Πληροφόρηση του πληρωτή για τις επιμέρους πράξεις πληρωμής», ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, αμέσως μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής, όπως και μετά τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή με το ποσό της επιμέρους πράξης πληρωμής, παρέχει στον πληρωτή τις εξής πληροφορίες, όσον αφορά τις δικές του υπηρεσίες: α) τα στοιχεία αναφοράς, που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και τις πληροφορίες, που αφορούν τον δικαιούχο, β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα, που χρησιμοποιείται στην εντολή πληρωμής και χρεώνεται, αντίστοιχα, ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής, τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο πληρωτής, δ) όπου απαιτείται, τη συναλλαγματική ισοτιμία, που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και το ποσό της πράξης πληρωμής, μετά τη μετατροπή του νομίσματος και ε) την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής και την ημερομηνία αξίας για τη χρέωση, αντίστοιχα. Κατά το άρθρο 64 του ίδιου νόμου «1. Μια πράξη πληρωμής θεωρείται ως εγκεκριμένη, μόνον εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της. Μια πράξη πληρωμής μπορεί να εγκρίνεται από τον πληρωτή είτε πριν, είτε εφόσον υπάρχει συμφωνία του πληρωτή με τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μετά την εκτέλεσή της. 2. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής ή σειράς πράξεων πληρωμής παρέχεται με τον τύπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πληρωτή και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής μπορεί, επίσης, να παρέχεται μέσω του δικαιούχου ή του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής. Αν δεν έχει παρασχεθεί συγκατάθεση, η πράξη πληρωμής θεωρείται ως μη εγκεκριμένη. 3. Ο πληρωτής μπορεί να ανακαλεί τη συγκατάθεσή του οποτεδήποτε, αλλά όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ανεκκλήτου σύμφωνα με το άρθρο 80. Ο πληρωτής μπορεί να ανακαλεί τη συγκατάθεσή του για την εκτέλεση σειράς πράξεων πληρωμής, οπότε κάθε μελλοντική πράξη πληρωμής θεωρείται ως μη εγκεκριμένη. 4. Η διαδικασία για την παροχή συγκατάθεσης αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του πληρωτή και του οικείου παρόχου ή των οικείων παροχών υπηρεσιών πληρωμών», σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 69 αυτού «1. O χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει δικαίωμα χρήσης του μέσου πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί, β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που ο τελευταίος ορίζει, μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, ή μη εγκεκριμένη χρήση του. 2. Για τους σκοπούς της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, μόλις παραλάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας αυτού», ενώ κατά το άρθρο 70 «1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε τρίτους παρά μόνο στο νόμιμο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών, τηρουμένων των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69, β) δεν αποστέλλει μέσο πληρωμών χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η εν λόγω αποστολή αφορά αντικατάσταση υφιστάμενου μέσου πληρωμών, γ) διασφαλίζει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών έχει στη διάθεση του, σε διαρκή βάση, τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ή σε υποβολή αιτήματος για την άρση της αναστολής της δυνατότητας χρήσης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 68. Ύστερα από αίτημα, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει, για δεκαοκτώ (18) μήνες από τη γνωστοποίηση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει ότι πράγματι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση, δ) παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να προβεί σε γνωστοποίηση χωρίς επιβάρυνση και μπορεί να επιβάλλει χρέωση μόνο για το κόστος αντικατάστασης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ε) αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών από το χρονικό σημείο της γνωστοποίησης, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69. 2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αναλαμβάνει τον κίνδυνο της αποστολής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών ή κάθε σχετικού εξατομικευμένου διαπιστευτηρίου ασφαλείας». Κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Γνωστοποίηση και αποκατάσταση των πράξεων πληρωμής που δεν έχουν εγκριθεί ή εσφαλμένα έχουν εκτελεστεί», και δη κατά την παράγραφο 1 αυτού «ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο αν ο τελευταίος ειδοποιήσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, μόλις αντιληφθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, περιλαμβανομένης εκείνης του άρθρου 88, και το αργότερο μέσα σε χρονικό διάστημα δεκατριών (13) μηνών από την ημερομηνία χρέωσης. Η ανωτέρω προθεσμία δεν ισχύει, όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν χορήγησε, ούτε κατέστησε διαθέσιμες τις πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πράξη πληρωμής, σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 60». Η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1, σύμφωνα με το οποίο «Όταν η εντολή πληρωμής εκκινείται απευθείας από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 87 και του άρθρου 92, ευθύνεται έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής, ενώ η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 αυτού, όπου αναφέρεται, «με την επιφύλαξη του άρθρου 71, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ύστερα από διαπίστωση ή ειδοποίηση, επιστρέφει, αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας στον πληρωτή το χρηματικό ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή έχει βάσιμες υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί απάτη και κοινοποιεί, γραπτώς, τους λόγους αυτούς στη ΓΓΕΠΚ. Αν συντρέχει περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επαναφέρει τον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη κατάσταση και διασφαλίζει ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη του χρονικού σημείου χρέωσης αυτού του λογαριασμού πληρωμών με το χρηματικό ποσό της πράξης πληρωμής». Στην παράγραφο 3 της διάταξης του άρθρου 73 του ν. 4537/2018 ορίζεται, ότι «σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πληρωμής περαιτέρω αποζημίωση δεν αποκλείεται, εφόσον θεμελιώνεται σχετικό δικαίωμα στο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή στο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4537/2018, αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται, ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται, ότι η πράξη πληρωμής δεν εκτελέσθηκε ορθά, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να αποδεικνύει, ότι έχει ταυτοποιηθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής κι ότι η πράξη πληρωμής έχει καταγραφεί με ακρίβεια, έχει καταχωριστεί στους λογαριασμούς πληρωμών και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας, που παρέχεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2, αν ένας χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται, ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών, που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη, ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι είχε ενεργήσει με δόλο ή δεν είχε εκπληρώσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Με τον όρο γνησιότητα της πράξης πληρωμής νοείται η πράξη, που ενεργήθηκε με την πραγματική συναίνεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμής, δηλαδή είτε από τον ίδιο, είτε εν γνώσει του από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο είχε παράσχει σχετική άδεια. Δεν υφίσταται γνήσια συναλλαγή, όταν ο χρήστης αγνοεί αυτήν και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεσή του φέρεται να δόθηκε με τη μορφή, που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 και 2 ν. 4537/2018, σύμφωνα με την οποία μια πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της, τέθηκε για να προστατεύσει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών, που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέψει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών, σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών, με φερόμενη συναίνεση του χρήστη, με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα και αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου, που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Η ανωτέρω βούληση του νομοθέτη συνάγεται, σαφώς, και από την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 εδάφιο α’ ν. 4537/2018 (ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ·ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΧίου 245/2022 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΠατρ 258/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 74 ν. 4537/2018, ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 22 ν. 5019/2023,«1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των πενήντα (50) ευρώ για τις ζημίες από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, οι οποίες προκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε από υπεξαίρεσή του. Η εν λόγω υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον: α) η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από τη διενέργεια πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πληρωτής είχε ενεργήσει με δόλο ή β) η ζημία είχε προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δόλο είτε στη μη τήρηση μιας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που έχει, σύμφωνα με το άρθρο 69, από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 2. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες, μόνο αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή για την οικονομική ζημία που έχει υποστεί. 3. Από το χρονικό σημείο ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ο πληρωτής δεν επωμίζεται οποιαδήποτε οικονομική συνέπεια που απορρέει από τη χρήση απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει στον πληρωτή τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ειδοποίηση αναφορικά με την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση τον μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 70, ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο». Οι ανωτέρω διατάξεις αποτελούν εν πολλοίς επέκταση των όσων ίσχυαν στην χρήση πιστωτικής κάρτας από μη δικαιούχο πρόσωπο, για την οποία προβλεπόταν ευθύνη του πραγματικού δικαιούχου σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής της κάρτας από ελαφρά αμέλεια έως του ποσού των 150 ευρώ (ΠΠρΑθ 621/2014 ΝΟΜΟΣ·ΜΠρΑθ 2893/2018 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΑθ 535/2009 ΝΟΜΟΣ), ώστε πλέον να ρυθμιστεί η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών (έτσι και η αιτιολογική έκθεση της οδηγίας ΕΕ 2015/2366, σημείο 71, όπου διευκρινίζεται, ότι ουδεμία ευθύνη του πληρωτή υφίσταται, όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών).
Ως εκ τούτου, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε περίπτωση μεταφοράς κεφαλαίου από μη δικαιούχο πρόσωπο λόγω απώλειας (στην έννοια αυτή εντάσσεται η απάτη), κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, ο πελάτης της τράπεζας (πληρωτής) δεν δύναται να διεκδικήσει από την τράπεζα το επίδικο χρηματικό ποσό μόνο στην περίπτωση, που έχει ενεργήσει με δόλο ως προς την μεταφορά αυτή (ήτοι υφίσταται συμπαιγνία μεταξύ του πληρωτή και του φερόμενου τρίτου) και στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 με δόλο ή με βαριά αμέλεια. Αντιθέτως, στην περίπτωση, που έχουν μεν παραβιαστεί υπαιτίως οι υποχρεώσεις του άρθρου 69, πλην όμως με ελαφρά αμέλεια, τότε ο πελάτης της τράπεζας ευθύνεται μόνο έως του ποσού των πενήντα (50) ευρώ. Τέλος, εάν δεν έχουν παραβιαστεί υπαιτίως οι ανωτέρω υποχρεώσεις (διευκρινίζεται εκ του νόμου, ότι η αδυναμία γνώσης της απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης πριν την διενέργεια πράξης πληρωμής κατά κανόνα οδηγεί στην μη υπαίτια παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης), ο πελάτης της τράπεζας δικαιούται το πλήρες κεφάλαιο που μεταφέρθηκε. Τα ανωτέρω συμβαδίζουν και με τα όσα έχουν αναρτηθεί στον ιστότοπο της ΕΕ https://europa.eu/youreurope/citizens/consumers/financial-products-andservices/payments-transfers-cheques/index_el.htm). Συγκεκριμένα, με τίτλο «Απάτες που αφορούν κάρτες και πληρωμές», ο ευρωπαίος πολίτης πληροφορείται, ότι «Οι κανόνες της ΕΕ περιορίζουν το ποσό που μπορεί να σας ζητηθεί να πληρώσετε αν πέσετε θύμα απάτης σχετικά με κάρτες ή πληρωμές – σε περίπτωση που η κάρτα σας ή ο λογαριασμός σας χρεωθούν χωρίς την άδειά σας. Σε όλες τις περιπτώσεις, το μόνο που μπορεί να σας ζητηθεί είναι να πληρώσετε το πολύ 50 ευρώ έναντι του κόστους της δόλιας πληρωμής. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση χρημάτων έχει γίνει εν αγνοία σας (π.χ. υποκλοπή του λογαριασμού σας, ή υποκλοπή και χρέωση της πιστωτικής σας κάρτας εν αγνοία σας), δεν πρέπει να πληρώσετε τίποτα. Η τράπεζα ή ο πάροχος της κάρτας πρέπει να καλύψουν όλο το κόστος. Ο κανόνας αυτός ισχύει και στην περίπτωση που η ζημία προκλήθηκε από τραπεζικό υπάλληλο». Ως προς την έννοια της βαριάς αμέλειας, ήδη η οδηγία ΕΕ 2015/2366 διευκρινίζει στην αιτιολογική της πρόταση, ότι η ελαφρά αμέλεια είναι η «κανονική» αμέλεια και ότι απαιτούνται ειδικές περιστάσεις για να διαγνωσθεί η ύπαρξη βαριάς αμέλειας, όπως η φύλαξη των διαπιστευτηρίων για την έγκριση της πράξης πληρωμής δίπλα στο μέσο πληρωμής. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική έκθεση διαλαμβάνει τα ακόλουθα (σημείο 72): «Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, ενώ η έννοια της αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό έλλειψης επιμέλειας, παραδείγματος χάριν η περίπτωση όπου τα διαπιστευτήρια που χρησιμοποιούνται για την έγκριση πράξης πληρωμής φυλάσσονται δίπλα στο μέσο πληρωμής κατά τρόπο ανοικτό και ευχερώς ανιχνεύσιμο από τρίτους. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις περιπτώσεις». Περαιτέρω, για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής ταυτοποίησης (άρθρο 96 ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαριά αμέλεια θα νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (π.χ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, ΟΤΡ για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Αν, αντιθέτως, ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες πληροφορίες μόνο για το ένα από τα δύο στάδια (π.χ. μόνο όνομα χρήστη και κωδικό), τότε η αμέλεια που τον βαρύνει θα πρέπει να κρίνεται κατά κανόνα ελαφρά, καθότι ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, ότι το έτερο μέρος θα αποκτήσει πρόσβαση, με δικά του μέσα, και στο έτερο στάδιο (π.χ. γνώση κωδικού ΟΤΡ), ώστε να πετύχει την μεταφορά κεφαλαίων. Στην ανωτέρω περίπτωση, λόγω κρίσιμης ομοιότητας, θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση στην οποία ο εξαπατηθείς πληρωτής παρέχει εξ ιδίων πληροφορίες, τόσο όσον αφορά το όνομα χρήστη και τον κωδικό εισόδου, όσο και κάποιον κωδικό ΟΤΡ, ο οποίος όμως δεν αφορά την μετακίνηση κεφαλαίου, τούτο διότι δικαίως εμπιστεύεται ο πληρωτής, ότι τα όσα έχει γνωστοποιήσει σε τρίτο μέρος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μετακίνηση κεφαλαίου (ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται ότι το άρθρο 74 παρ. 1 ν. 4537/2018, έχει ήδη, με το άρθρο 22 ν. 5019/2023 (ΦΕΚ Α’ 27) (ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 του νόμου αυτού, από 01.09.2023), τροποποιηθεί ως εξής: «1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των πενήντα (50) ευρώ για τις ζημίες από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, οι οποίες προκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε από υπεξαίρεσή του. Η εν λόγω υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον: α) η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από τη διενέργεια πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πληρωτής είχε ενεργήσει με δόλο ή β) η ζημία είχε προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, που προξένησε από δόλο, καθώς για τη με δόλο αθέτηση των υποχρεώσεών του, σύμφωνα με το άρθρο 69. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Αν ο πληρωτής είναι καταναλωτής και εφόσον οι ζημιές οφείλονται σε βαριά αμέλεια, ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη φύση των εξατομικευμενών διαπιστευτηρίων ασφαλείας και τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες το μέσο πληρωμής απωλέσθη, εκλάπη ή υπεξαιρέθηκε. Το τέταρτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, αν ο πάροχος αποδείξει ότι διαθέτει και εφαρμόζει πρόσθετους, αποτελεσματικούς και πιο εξελιγμένους μηχανισμούς ελέγχου των συναλλαγών, από αυτούς που εφαρμόζει για την ισχυρή ταυτοποίηση των συναλλαγών, για συναλλαγές που μπορούν να προκαλέσουν ζημία άνω των χιλίων (1.000) ευρώ, όπως ιδίως μηχανισμούς ελέγχου που αξιοποιούν τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης ή επιπλέον κωδικό ή βιομετρική ταυτοποίηση ή τηλεφωνική επιβεβαίωση». Η ανωτέρω τροποποίηση υπαγορεύθηκε από την ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού, ενόψει της έκτασης του φαινομένου «phishing», όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου, σύμφωνα με την οποία «Με το προτεινόμενο άρθρο σκοπείται η προστασία του καταναλωτή σε περίπτωση περιπτώσεων «phishing», δηλαδή πρακτικών εξαπάτησης (με πλαστές ιστοσελίδες, ηλεκτρονικά μηνύματα ή ειδοποιήσεις), με τις οποίες οι δράστες πληροφορούνται ή υφαρπάζουν τους μυστικούς κωδικούς («ΡΓΝ», «ΤΑΝ») των καταναλωτών για διαδικτυακές συναλλαγές και μεταφορές χρημάτων. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 «σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ» (Ε 337) επιτρέπει στα κράτη-μέλη να περιορίσουν το όριο της ευθύνης του πληρωτή, σε περίπτωση, που δεν υφίσταται δόλος/πρόθεση, καθιστώντας δυνατό τον νομοθετικό περιορισμό της ευθύνης του πληρωτή σε περίπτωση βαριάς αμέλειας, το οποίο ωστόσο δεν επιλέχθηκε στον ν. 4537/2018. Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία άλλων κρατών, που έχουν προβλέψει νομοθετικό ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του καταναλωτή σε περίπτωση βαριάς αμέλειας (Σουηδία, Δανία και Νορβηγία), αλλά και την ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού, ενόψει της έκτασης του φαινομένου «phishing», κρίνεται απαραίτητη, πλέον, η εισαγωγή της προτεινόμενης διάταξης. Σημειώνεται, ότι, σε κάθε περίπτωση, το καθήκον επιμέλειας του παρόχου επιτάσσει την υποχρέωση συνεπούς εποπτείας και ασφάλειας στο σύστημα και το λογαριασμό για τη διασφάλιση των συναλλαγών. Αν ο πάροχος έχει εφαρμόσει μέτρα αυξημένης ασφάλειας και προσοχής, τα οποία είναι υπέρτερα από αυτά που απαιτούνται από τις διατάξεις για την ισχυρή ταυτοποίηση των συναλλαγών, τότε, κατ’ εξαίρεση, δεν εφαρμόζεται ο προτεινόμενος περιορισμός της ευθύνης του παρόχου σε περίπτωση βαριάς αμέλειας». Εξάλλου, ο ν. 4537/2018 εισάγει αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται, ρητά, και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ώστε, στο πλαίσιο του νόμου αυτού και κατά τις πρόνοιες αυτού δεν υφίσταται ευθύνη των παροχών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92, με τίτλο «Απουσία ευθύνης σε μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις», μόνο όταν υπάρχουν ασυνήθεις κι απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους, που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο. Ωστόσο, υπό το σύστημα του νόμου αυτού οι λειτουργικοί κίνδυνοι κι οι κίνδυνοι ασφαλείας του συστήματος, δεν αποτελούν μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις, ώστε η από την επέλευσή τους ζημία των χρηστών βαρύνει τους παρόχους, καθώς η περίπτωσή τους ρυθμίζεται, διεξοδικά, στις διατάξεις των άρθρων 94 επ. (ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ). Οι διατάξεις του ν. 4537/2018 είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, ειδικότερες σε σχέση με άλλα νομοθετήματα, και θα πρέπει να προηγούνται στην εφαρμογή τους, ιδίως σε σχέση με τις διατάξεις του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923 (βλ. ανωτέρω). Δεν επηρεάζουν, όμως, την πιθανή ευθύνη της τράπεζας από άλλες διατάξεις (άρθρα 914 ΑΚ επ., ν. 2251/1994) ως προς την τυχόν οφειλόμενη ηθική βλάβη, η οποία θα οφείλεται σωρευτικά. Επιπρόσθετα, η ευθύνη της τράπεζας για την απόδοση χρημάτων από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει κατά βάση συμβατική, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης, ιδίως όταν η τράπεζα παραβαίνει το γενικό καθήκον που επιβάλλεται από τον νόμο να μην ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως, ώστε η υπαίτια πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη και χωρίς την ύπαρξη συμβατικού δεσμού (ΟλΑΠ 967/1973 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 2012/2007 ΝΟΜΟΣ- ΕφΔωδ 162/2022 ΝΟΜΟΣ). Πιο συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 342/2021 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1135/2021 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1144/2021 ΝΟΜΟΣ- ΕφΘεσσ 1491/2022 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας-πελάτη (ΑΠ 342/2021 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1182/2021 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1406/2021 ΝΟΜΟΣ). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθότι πρόκειται παρομοίως για υποχρεώσεις, που στηρίζονται στην καλή πίστη και στη διαρκή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και τράπεζας, ειδικότερες μορφές της ανωτέρω υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων αποτελούν και οι υποχρεώσεις προστασίας της περιουσίας τρίτων εκ μέρους της τράπεζας (ρητά για τον έλεγχο κατά την εξόφληση επιταγών η ΑΠ 1439/2019 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, στην ανωτέρω περίπτωση δύναται να υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παραλλήλως, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου, εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό (ΑΠ 642/2022 ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 1951/2023 ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 830/2023 ΝΟΜΟΣ).
Επιπλέον, η ευθύνη των παροχών υπηρεσιών πληρωμής προβλέπεται και στο άρθρο 8 ν. 2251/1994 («Ευθύνη του παρέχοντας υπηρεσίες»), όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 4512/2018 και ισχύει, ο οποίος τελεί σε σύμπνοια με τις διατάξεις του ν. 4537/2018. Το παραπάνω άρθρο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες εμπίπτουν οι τράπεζες, οι οποίες υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας. Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την Τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 974/2018 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1849/2017 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1284/2017 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 535/2012 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1133 και 1134/2017 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 2257/2014 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 535/2012 ΝΟΜΟΣ ΕφΑθ 46/2019 ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 1244/2016 ΝΟΜΟΣ).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης». Το Δικαστήριο της ουσίας κρίνει, εάν ο αϊτών υπέστη ηθική βλάβη και ποιο το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση αυτής, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος, την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών (ΟλΑΠ 10/2017 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 142/2019 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 65/2019 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1094/2011 ΝΟΜΟΣ).
Εξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 308/2020 ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 7/2002 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 8/2001 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 444 παρ. 1 στ. γ’ ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Η επίκληση και η προσκομιδή μαγνητοταινίας ως ιδιωτικού εγγράφου, κατά το άρθρο 444 παρ. 1 στ. γ’ ΚΠολΔ, πρέπει να συνοδεύεται με ποινή, στο πλαίσιο ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 454 ΚΠολΔ, απαραδέκτου, από έγγραφο κείμενο το οποίο να περιέχει τις αποτυπωθείσες στη μαγνητοταινία ομιλίες, από κοινού με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι ο δικηγόρος (άρθρο 52 του Κώδικα περί Δικηγόρων), που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο υπό τις προϋποθέσεις, που λαμβάνεται υπόψη κάθε έγγραφο (ΑΠ 1133/2013 ΝΟΜΟΣ- ΕφΠειρ 261/2020 ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 457 παρ. 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αποτελεί άρνηση. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο, αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα, επιβαρυνόμενου με την απόδειξη της κατά τα άρθρα 463 και 98 ΚΠολΔ (ΑΠ 72/2026 ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 20/2017 ΝΟΜΟΣ).
Με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων εκθέτει, ότι διατηρεί τον με αριθμό . τραπεζικό λογαριασμό στην εναγομένη και ότι στις 14.03.2017 υπέβαλε την υπ’ αρ. . αίτηση εναλλακτικών δικτύων προς αυτήν, προκειμένου να του χορηγηθεί πρόσβαση στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής, ώστε να διενεργεί τραπεζικές συναλλαγές από απόσταση. Ότι την Παρασκευή 1 Απριλίου 2022, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στην εν λόγω υπηρεσία, επισκέφτηκε το υποκατάστημα της εναγομένης, επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. 106, προκειμένου αρμόδιος υπάλληλος να ενεργοποιήσει εκ νέου την πρόσβασή του. Ότι αφού παρέλαβε τους νέους κωδικούς, που του χορηγήθηκαν, το απόγευμα της ίδιας ημέρας έκανε αλλαγή του username και password, και μάλιστα, έλαβε τα αντίστοιχα μηνύματα επιβεβαίωσης της ως άνω αλλαγής από την εναγόμενη. Ότι αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, χωρίς να έχει κοινοποιήσει σε κάποιον τρίτο τους νέους κωδικούς, επιχείρησε να εισέλθει από το κινητό του τηλέφωνο στο σύστημα της εναγομένης τράπεζας, συμπληρώνοντας αντίστοιχα τα κενά «username» και «password», αλλά δεν του επετράπη η είσοδος και ότι λίγα λεπτά αργότερα, προς δυσάρεστη έκπληξή του έλαβε δύο e-mail από την εναγομένη. Ότι με το πρώτο e-mail η εναγομένη τον ενημέρωσε, ότι «η μεταβολή του ανώτατου ορίου σε μη προδηλωμένους λογαριασμούς μέσω του ΑLΡΗΑ WΕΒ ΒΑΝΚΙΝG σε ποσό EUR 12.000 εκτελέστηκε επιτυχώς», ενώ με το δεύτερο e-mail, που ακολούθησε, η εναγομένη του γνωστοποίησε, ότι «η εντολή άμεσης μεταφοράς ποσού ΕUR 10.000 σε λογαριασμό ****411 προς την ΟLΙΝDΑ που καταχωρήσατε τώρα ολοκληρώθηκε και θα αποσταλεί στην άλλη τράπεζα σε 5 (πέντε) λεπτά». Ότι η εναγομένη προέβη όλως παρανόμως και αυθαιρέτως στις ανωτέρω ενέργειες, καθώς ο ίδιος ουδέποτε έδωσε συναφή εντολή ή έγκριση. Ότι αμέσως μόλις έλαβε τα παραπάνω e-mail και όντας ήδη τρομοκρατημένος, λόγω του περιεχομένου αυτών, μετά από αλλεπάλληλες άκαρπες προσπάθειες τηλεφωνικής επαφής με υπάλληλο της εναγομένης, κατάφερε περί ώρα 12.30 π.μ. να έρθει σε επικοινωνία με τον υπάλληλό της, κ. …. Ότι αφού τον ενημέρωσε λεπτομερώς για τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έλαβε, χωρίς να έχει δώσει οποιαδήποτε τέτοια εντολή, ο ως άνω υπάλληλος του συνέστησε «ως ενδεδειγμένη λύση» και «για την ασφάλειά του» του μπλοκάρισμα της συνδρομής του στο web banking, καθώς και των καρτών του, ενώ, παρά την κρισιμότητα των περιστάσεων, του δήλωσε, ότι δεν δύναται να ελέγξει το υπόλοιπο του λογαριασμού του, αφήνοντάς τον σε αγωνία, για το εάν πράγματι είχε εκτελεστεί η επίμαχη μεταφορά. Ότι περαιτέρω, τον διαβεβαίωσε, ότι θα ακολουθήσει «έρευνα» από την «ειδική ομάδα» της εναγομένης, η οποία θα επικοινωνούσε μαζί του μέχρι την επομένη το βράδυ, για να τον διαφωτίσει, «ως προς το πώς θα πρέπει να κινηθεί». Ότι αμέσως μετά την ανωτέρω τηλεφωνική επικοινωνία μετέβη στο πλησιέστερο ΑΤΜ, προκειμένου να διακριβώσει, εάν είχε πράγματι μεταφερθεί το ποσό των 10.000,00 ευρώ από τον λογαριασμό του, οπότε διαπίστωσε, ότι είχε όντως λάβει χώρα, χωρίς οποιαδήποτε δική του εντολή ή έγκριση, η μεταφορά, που περιγραφόταν στο e-mail, που είχε λάβει. Ότι εν τελεί, μόλις στις 03.04.2022 και περί ώρα 14.15 μ.μ. επικοινώνησε μαζί του η υπάλληλος, κα … και ακολούθως, περί ώρα 17.50 μ.μ. η υπάλληλος κα …, οπότε και πληροφόρησε αμφότερες για το συμβάν, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την ολιγωρία της εναγομένης στον χειρισμό της υπόθεσής του. Ότι τη Δευτέρα 4 Απριλίου 2022 επισκέφθηκε ξανά το υποκατάστημα της εναγομένης επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. 106, οπότε, κατόπιν υπόδειξης της Υπεύθυνης Πελατείας Ιδιωτών, κας …, συμπλήρωσε και κατέθεσε έντυπο αμφισβήτησης συναλλαγών, ενώ αιτήθηκε και παρέλαβε έντυπο, που περιείχε τα αναλυτικά στοιχεία της συναλλαγής, σύμφωνα με το οποίο η συναλλαγή φαίνεται να εκτελέστηκε εκείνη την ημέρα, ήτοι τρεις ημέρες αφότου ο ενάγων είχε ήδη ενημερώσει λεπτομερώς αρκετούς υπαλλήλους της εναγομένης, για το ότι ουδέποτε είχε παράσχει συναφή εντολή μεταφοράς από τον λογαριασμό του. Ότι το ποσό των 10.000,00 ευρώ μεταφέρθηκε σε λογαριασμό γαλλικής τράπεζας, στο όνομα «ΒΕΝΑΤΕΚ ΑΗΜΕD – RΑΜΖΙ». Ότι την ίδια ημέρα επικοινώνησε μαζί του έτερη υπάλληλος της εναγομένης, η κα …, οπότε εξιστόρησε εκ νέου, για πέμπτη φορά, το συμβάν και σε εκείνη. Ότι έκτοτε ξεκίνησε ένας γολγοθάς ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας για τον ενάγοντα, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας του, εξαιτίας των αλλεπάλληλων καθυστερήσεων της εναγομένης να του δώσει μία σαφή απάντηση ως προς την πορεία της υπόθεσής του και της γενικότερης παρελκυστικής συμπεριφοράς της έναντι του, η οποία περιγράφεται αναλυτικά στο δικόγραφο. Ότι στις 12.04.2022 προσήλθε στο Τμήμα Ασφαλείας Γλυφάδας, όπου και ανέφερε το συμβάν, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτοκόλλου ././.β’ ΑΜΥ . βεβαίωση. Ότι τελικώς, στις 29.07.2022 και μετά από καθυστέρηση σχεδόν τεσσάρων μηνών, του εστάλη e-mail, με το οποίο η εναγομένη τον προσκαλούσε να προσέλθει στο υποκατάστημα με κωδικό 154, προκειμένου να παραλάβει επιστολή της, καθώς οι προστηθέντες υπάλληλοί της αρνήθηκαν να του την αποστείλουν με ηλεκτρονικά μέσα. Ότι κατόπιν τούτου, ο ενάγων μετέβη στο ως άνω υποκατάστημα στις 19.08.2022 και παρέλαβε την επιστολή με ημερομηνία 02.08.2022 (ήτοι μεταγενέστερη της πρόσκλησης να προσέλθει στο υποκατάστημα), με την οποία η εναγομένη, παράνομα και καταχρηστικά αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για την άνευ εντολής του ενάγοντας μεταφορά του ποσού των 10.000,00 ευρώ σε λογαριασμό σε τράπεζα του εξωτερικού. Ότι κατόπιν τούτου, απέστειλε στην εναγομένη την από 12.08.2022 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε νομίμως σε αυτήν, συνταχθείσης προς τούτο της υπ’ αρ. .Στ/13.12.2022 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Αναστάσιου Στεφάνου, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και της ζήτησε να του επιστρέφει το ποσό των 10.000,00 ευρώ και να του χορηγήσει απομαγνητοφωνημένες τις τηλεφωνικές συνομιλίες, που είχε με τους υπαλλήλους της. Ότι εν τέλει, στις 17.02.2023 έλαβε απάντηση της εναγομένης, στην οποία αναφέρει ψευδώς, ότι η διαδικασία μεταβολής του ανώτατου ημερήσιου ορίου και η διατραπεζική μεταφορά του ποσού των 10.000,00 ευρώ είχαν εγκριθεί από τον ενάγοντα, με την αποστολή μέσω SMS και καταχώριση ΟΤΡ – πρόσθετου κωδικού ασφαλείας, που είχε δήθεν σταλεί στο κινητό του τηλέφωνο. Ότι ο ίδιος ουδέποτε παρείχε εντολή, ούτε ενημερώθηκε πριν την εκτέλεση της επίμαχης συναλλαγής για αυτήν, ούτε έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο, είτε με μήνυμα 8Μ8, είτε με μήνυμα στην εφαρμογή VIBER, κωδικό μίας χρήσης για την ολοκλήρωσή της, προκειμένου να γίνει ταυτοποίησή του. Ότι παρόλο που ο ενάγων κινητοποιήθηκε άμεσα και την ενημέρωσε αυθημερόν για το συμβάν, η ίδια δεν ενήργησε άμεσα για να ματαιώσει την μεταφορά του ποσού, αλλά αρνείται μέχρι σήμερα να του επιστρέφει το επίδικο ποσό. Ότι πέρα από την περιουσιακή ζημία του, ποσού 10.000,00 ευρώ, έχει υποστεί και ηθική βλάβη, καθώς όλο αυτό το συμβάν του προκάλεσε έντονη στενοχώρια και διαρκές άγχος οικονομικής επιβίωσης, καθώς τα χρήματα αυτά ήταν οι κόποι μίας ζωής και ήταν απολύτως απαραίτητα για τον βιοπορισμό του ίδιου, που είναι συνταξιούχος, και της οικογένειάς του και την κάλυψη των εν γένει βιοτικών τους αναγκών. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητά να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση προς ανόρθωση της περιουσιακής του ζημίας, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την κοινοποίηση της από 12.08.2022 εξώδικης δήλωσης και πρόσκλησης, καθώς και ποσό 4.000,00 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της επίδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη και την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου του.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά και αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 7, 9, 14 (όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 2 ν. 3994/2011 και το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 ν. 5134/2024, Φ.Ε.Κ. Α’ 146 με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, από τις 16.09.2024 – βλ. και ν. 5108/2024 «Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, χωροταξική αναδιάρθρωση των δικαστηρίων της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις») και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκειμένου να δικασθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 226 επ. ΚΠολΔ) και είναι αρκούντως ορισμένη κατά το αίτημα ανόρθωσης της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντας, καθόσον, επαρκώς εκτίθενται σε αυτή, όσον αφορά τις διατάξεις του ν. 4537/2018, ότι ο ενάγων είναι ανυπαίτιος για τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, για την οποία εγκαίρως ενημέρωσε την εναγόμενη, ότι δεν την εγκρίνει, ενώ όσον αφορά την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, επαρκώς εκτίθενται στην αγωγή τα θεμελιωτικά αυτής στοιχεία, ήτοι η υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας και η εξαιτίας αυτής πρόκληση ζημίας. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ως προς την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντας, βάσει της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης (ενόψει σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, ως προς την λειτουργία της οποίας θα πρέπει να εφαρμοστούν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του ν. 4537/2018, χωρίς αντιθέτως να εφαρμοστούν οι όροι του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923, βλ. ανωτέρω μείζονα σκέψη) και βάσει της φερόμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης (ενόψει της γενικής υποχρέωσης της εναγομένης περί προστασίας της περιουσίας, βλ. ανωτέρω μείζονα σκέψη), ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 48 επ., 64, 71, 72, 73, 92, 94 και 96 ν. 4537/2018, 8 ν. 2251/1994, 288, 297,298, 330, 361, 822 επ., 914 επ., 932, 341, 345 και 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1, 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεδομένου δε ότι η επίδικη αγωγή είναι καταψηφιστική και το αιτούμενο ποσό υπερβαίνει τα διακόσια (200,00) ευρώ, υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου ποσοστού 8%ο επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 2 παρ. 1 ν. ΓΊ)ΟΗ71912, όπως αντικαταστάθηκε από άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ.Ι περ. 6 ν. 4093/2012 και άρθρο 40 παρ. 16 ν. 4111/2013, και άρθρο 7 παρ. 3 ν.δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε από άρθρο 33 παρ. 1 ν. 4446/2016) και εισφορά υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ποσοστού 30% επί του ανωτέρω καταβαλλόμενου ποσού (άρθρο 10 παρ. ΙΑ περ. η’ ν.δ. 1017/1971, όπως αντικαταστάθηκε από άρθρο 42 παρ. 1 ν. 4446/2016) και χαρτόσημο 2,4% με τις επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων, ήτοι (14.000,00 ευρώ * 8%ο =) 112,00 ευρώ για τέλος δικαστικού ενσήμου και (112,00 ευρώ * 30% —) 33,60 ευρώ για εισφορά υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και (112,00 ευρώ χ 2,4%=) 2,69 ευρώ χαρτόσημο. Τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν προσηκόντως, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν υπ’ αρ. . ηλεκτρονικό παράβολο, το οποίο έχει εξοφληθεί. Τέλος, προσκομίστηκε με τις προτάσεις του ενάγοντας το απαιτούμενο για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής το από 01.04.2023 ενημερωτικό έγγραφο για την δυνατότητα επίλυσης της επίδικης διαφοράς με διαμεσολάβηση, συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, που εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής. Επομένως, η επίδικη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Η εναγόμενη, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, αρνήθηκε αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της κρινόμενης αγωγής και περαιτέρω, ισχυρίστηκε, ότι η επίμαχη συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με εξουσιοδοτημένη και νόμιμη πρόσβαση, ήτοι με τη χρήση του ονόματος χρήστη (username), του κωδικού πρόσβασης (password) και των κωδικών ασφαλείας, που είχαν χορηγηθεί στον ενάγοντα και όχι λόγω σφάλματος/κενού ασφαλείας των συστημάτων της και ως εκ τούτου δεν υπέχει ευθύνη, καθώς πρόκειται περί συναλλαγής, που έχει εγκριθεί από αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 72 παρ. 1 ν. 4537/2018 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Επιπλέον, δοθέντος ότι ο ενάγων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Γλυφάδας και κατήγγειλε το επίδικο συμβάν, η εναγομένη υπέβαλε αίτημα να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 250 ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το Δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περαιωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής αγωγής, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμοδικία αρχίζει με την έναρξη της ποινικής δίωξης και δεν αρκεί μόνη η υποβολή μήνυσης, ούτε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (ΕφΛαρ 40/2003 ΝοΒ 2004, 1218· Μ. και Α. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδοση 2012, τ. I, άρθρο 250, αρ. 3 και 4, σελ. 462· Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, άρθρο 43). Για να είναι ορισμένο το αίτημα της αναβολής, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο των προτάσεων τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει, αν πληρούται το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης (ΜΠρΘεσσ 13232/2006 Αρμ 2006, 1968- Μ. και Α. Μαργαρίτη, ό.π., σελ. 462). Η αναβολή εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (ΕφΘεσσ 1107/2006 Αρμ 2006, 1072- ΕφΛαρ 40/2003 ΝοΒ 2004, 1218). Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα αναβολής της συζήτησης προβάλλεται αορίστως εκ μέρους της εναγομένης, διότι δεν εκθέτει, εάν υποβλήθηκε μήνυση από τον ενάγοντα και συνακόλουθα, εάν έχει ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέο. Ακολούθως, η εναγομένη πρότεινε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τον ενάγοντα, εκθέτοντας, ότι αυτός, με την ένδικη αγωγή, επιχειρεί να πείσει το Δικαστήριο, ότι η διενέργεια της επίδικης συναλλαγής δεν είναι εγκεκριμένη και ότι η εναγομένη είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την απώλεια του ποσού των 10.000,00 ευρώ, που μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του σε λογαριασμό τρίτου. Ότι ωστόσο, κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής συνομιλίας, που είχε ο ενάγων με εκπρόσωπο της τηλεφωνικής εξυπηρέτησης της εναγομένης, στις 02.04.2022, του δήλωσε, ότι λίγο πριν πραγματοποιηθεί η επίμαχη συναλλαγή, προσπάθησε να εισέλθει στο web banking της τράπεζας μέσω μηχανής αναζήτησης (Google), ότι καταχώρισε τον Κωδικό Συνδρομητή/username και τον Μυστικό Κωδικό/password στη σελίδα, στην οποία είχε ανακατευθυνθεί και ότι έλαβε κωδικούς, χωρίς ωστόσο να δηλώσει τι τους έκανε, παρά την επίμονη ερώτηση του υπαλλήλου της εναγομένης. Με αυτό το περιεχόμενο, η προβαλλόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη. Τέλος, η εναγομένη πρόβαλε όλως επικουρικά τον ισχυρισμό, ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος της επέλευσης της ένδικης ζημίας του, καθώς, με ενέργειες, που συνιστούν παράλληλα και αθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων, συντέλεσε σε αυτήν σε ποσοστό 99,9%. Συγκεκριμένα, εκθέτει, ότι ο ενάγων, αντί να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια μετάδοσης δεδομένων τραπεζικού χαρακτήρα, που οδήγησαν στην υποκλοπή σειράς δεδομένων, έπραξε το ακριβώς αντίθετο, αγνοώντας τις οδηγίες της, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, ενημερώνει τους πελάτες της, ότι η πρόσβαση στις υπηρεσίες της πρέπει να πραγματοποιείται μόνο μέσω της επίσημης ιστοσελίδας (www.alpha.gr) και όχι μέσω συνδέσμων (links) σε άλλες ιστοσελίδες, μηχανές αναζήτησης ή e-mails. Ότι ο ενάγων ακολούθησε σύνδεσμο, στον οποίο τον οδήγησε η μηχανή αναζήτησης Google και μετέβη σε παραπλανητική ιστοσελίδα, η οποία προσομοίαζε στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγομένης, όπου καταχώρησε, τόσο το username και το password του, όσο και τους πρόσθετους κωδικούς ασφαλείας, που έλαβε (ήτοι τα διαπιστευτήριά του), όπως δήλωσε στην από 02.04.2022 τηλεφωνική συνομιλία του με εκπρόσωπο της υπηρεσίας τηλεφωνικής εξυπηρέτησης της εναγομένης. Ότι με τον τρόπο αυτό, παραβίασε του όρους 8.2.9 και 8.2.6 του «Πλαισίου Συνεργασίας – Γενικών Όρων Διατραπεζικών Συναλλαγών -Έκδοση 2.0/2018», που διέπει τη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Ακολούθως, ο ενάγων, με την προσθήκη επί των προτάσεών του, που κατατέθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δήλωσε, ότι προβαίνει σε άρνηση του κύρους του προσκομισθέντος από την εναγομένη σχετικού 9, που αποτελεί βεβαίωση των υπαλλήλων της, , … και …, για τη συνδρομή με αριθμό … Σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος αποτελεί στην πραγματικότητα αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου και όχι αμφισβήτηση της γνησιότητάς του ως ιδιωτικού εγγράφου (ως προς την αποδεικτική δύναμη του ως άνω εγγράφου, που προσκομίζει η εναγομένη, βλ. και άρθρο 447 ΚΠολΔ, καθώς αυτό έχει συνταχθεί από υπαλλήλους της). Τέλος, ο ενάγων, με την ίδια ως άνω προσθήκη, εκθέτει, ότι η ανάκτηση από αυτόν των παραδοθέντων μηνυμάτων στον τηλεφωνικό του αριθμό την επίμαχη ημέρα δεν είναι εφικτή, δεδομένου, ότι η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Cosmote, με την οποία είναι συμβεβλημένος, δεν διατηρεί πλέον το σχετικό αρχείο καταγραφής. Ενόψει αυτού και προς ανταπόδειξη του ως άνω εγγράφου, που προσκομίζει η εναγομένη ως σχετικό 9, ζητά να διαταχθεί από το Δικαστήριο τούτο πραγματογνωμοσύνη κατ’ άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να διερευνηθούν τα λεπτομερώς αναφερόμενα από αυτόν ζητήματα, καθότι η μη καταχώριση από αυτόν κωδικού μίας χρήσης κατά τον χρόνο της επίδικης συναλλαγής και συνακόλουθα, η μη ταυτοποίησή του από την εναγομένη, συνιστά κρίσιμο πραγματικό περιστατικό, το οποίο απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης. Το αίτημα αυτό του ενάγοντος είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ και θα ερευνηθεί περαιτέρω.
Από την εκτίμηση της υπ’ αρ. ./08.11.2023 ένορκης βεβαίωσης της …, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, …, που λήφθηκε μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. .Θ’/23.10.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα οι προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), άλλα εκ των οποίων μνημονεύονται ρητά στην παρούσα και άλλα όχι, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως επίσης από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ) -χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη: α) ούτε το usb stick που προσκομίζει ο ενάγων, ούτε ο δίσκος dvd, που προσκομίζει η εναγομένη και περιέχουν ηχογραφημένες συνομιλίες του ενάγοντας με εκπροσώπους της τηλεφωνικής εξυπηρέτησης της εναγομένης, διότι προσκομίσθηκαν απαράδεκτα, καθόσον δεν συνοδεύονται από έγγραφο κείμενο, το οποίο να περιέχει τις αποτυπωθείσες σε αυτά συνομιλίες από κοινού με πιστοποίηση αρμοδίου οργάνου, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς- αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων διατηρεί στην εναγομένη τον με αριθμό . λογαριασμό απλού ταμιευτηρίου και είναι χρήστης της υπηρεσίας internet banking αυτής, καθώς δυνάμει της από 14.03.2017 αίτησης εναλλακτικών δικτύων με αριθμό ., ο ενάγων και η εναγομένη είχαν συναποδεχθεί, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός θα εξυπηρετείται με την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών μέσω εναλλακτικών δικτύων, κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Με σκοπό δε τη διενέργεια συναλλαγών στην υπηρεσία ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης, ο ενάγων δήλωσε στην εναγομένη για την αποστολή των μυστικών κωδικών μιας χρήσης (ΟΤΡ), μέσω SMS, το με αριθμό . κινητό τηλέφωνο. Όπως εκθέτει ο ενάγων στην ένδικη αγωγή και δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη, ώστε να συνάγεται ομολογία, ως προς τον πραγματικό αυτό ισχυρισμό (άρθρο 261 ΚΠολΔ), την Παρασκευή 1 Απριλίου 2022, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στην ως άνω υπηρεσία, ο ενάγων επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης, που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. 106, προκειμένου αρμόδιος υπάλληλος να ενεργοποιήσει εκ νέου την πρόσβασή του. Αφού παρέλαβε τους νέους κωδικούς, που του χορηγήθηκαν, το απόγευμα της ίδιας ημέρας έκανε αλλαγή του username και του password του. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, χωρίς να έχει κοινοποιήσει σε κάποιον τρίτο τους νέους κωδικούς, επιχείρησε να εισέλθει από το κινητό του τηλέφωνο στο σύστημα της εναγομένης τράπεζας, συμπληρώνοντας αντίστοιχα τα πεδία username και password, αλλά δεν του επετράπη η είσοδος και λίγα λεπτά αργότερα έλαβε δύο e-mails από την εναγομένη. Με το πρώτο e-mail, που ελήφθη στις 02.04.2022, στις 12.10 π.μ. η εναγομένη τον ενημέρωσε, ότι «η μεταβολή του ανώτατου ορίου σε μη προδηλωμένους λογαριασμούς μέσω του ALPHA WEB BANKING σε ποσό ΕUR 12.000 εκτελέστηκε επιτυχώς», ενώ με το δεύτερο e-mail, που ακολούθησε και ελήφθη στις 12.15 π.μ., η εναγομένη του γνωστοποίησε, ότι «η εντολή άμεσης μεταφοράς ποσού ΕUR 10.000 σε λογαριασμό ****411 προς την ΟLINDA που καταχωρήσατε τώρα (2/4/2022) ολοκληρώθηκε και θα αποσταλεί στην άλλη τράπεζα σε 5 (πέντε) λεπτά». Ο ενάγων, αμέσως μόλις έλαβε τα παραπάνω e-mail κάλεσε το τηλεφωνικό κέντρο της εναγομένης και μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες συνομίλησε περίπου στις 12.30 π.μ. με υπάλληλό της, τον οποίο ενημέρωσε για τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που είχε λάβει, χωρίς να έχει δώσει οποιαδήποτε τέτοια εντολή, και κατόπιν σύστασης του υπαλλήλου, κλείδωσε τη συνδρομή του στο ν/εό 6αηΕϊη§ και μπλόκαρε τις κάρτες του. Ο ίδιος υπάλληλος τον διαβεβαίωσε, ότι θα ακολουθήσει έρευνα από ειδική ομάδα της εναγομένης, η οποία θα επικοινωνούσε μαζί του μέχρι την επομένη το βράδυ. Ακολούθως, στις 03.04.2022 επικοινώνησαν με τον ενάγοντα δύο υπάλληλοι της εναγομένης και συγκεκριμένα η κα Γεωργαλή, στις 14.15 μ.μ. περίπου, και η κα …, στις 17.50 μ.μ. περίπου, οπότε ο ενάγων πληροφόρησε αμφότερες για το συμβάν. Την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι τη Δευτέρα 4 Απριλίου 2022, ο ενάγων επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αρ. 106, οπότε, κατόπιν υπόδειξης της Υπεύθυνης Πελατείας Ιδιωτών, συμπλήρωσε και κατέθεσε έντυπο αμφισβήτησης συναλλαγών, ενώ αιτήθηκε και παρέλαβε έντυπο, που περιείχε τα αναλυτικά στοιχεία της συναλλαγής. Από το από 05.04.2022 Έντυπο Ερώτησης Εξερχόμενης Εντολής της εναγομένης, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αλλά και από το επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος της κίνησης του επίμαχου λογαριασμού του ενάγοντας για το χρονικό διάστημα από 01.04.2022 έως τις 31.07.2023, το οποίο νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, προκύπτει, ότι στις 02.04.2022 και ώρα 00.15.19 έγινε πράγματι μεταφορά ποσού 10.000,00 ευρώ από τον λογαριασμό, που τηρεί ο ενάγων στην εναγομένη τράπεζα, στον με αριθμό ΕΚ. του …, που τηρείται σε γαλλική τράπεζα, μέσω του παρόχου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ΟLINDA, μέσω εντολής IRIS ONLINE. Μάλιστα, από το ίδιο ως άνω επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος της κίνησης του επίμαχου λογαριασμού του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 01.04.2022 έως τις 31.07.2023, προκύπτει, ότι το ποσό των 10.000,00 ευρώ καταχωρήθηκε την ίδια ώρα (00.15.19), απομειώνοντας το λογιστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του ενάγοντος κατά το ίδιο ποσό (βλ. καταχωρημένο είδος συναλλαγής «πρόβλεψη») και ακολούθως, στις 03.20.11 έγινε προσπάθεια ανάκτησης του από την εναγόμενη, καθώς το ποσό αυτό φαίνεται να επιστρέφει στον λογαριασμό του ενάγοντος και να ξαναχρεώνεται, με δύο εγγραφές αντιστοίχως (βλ. καταχωρημένα είδη συναλλαγής «Άρση πρόβλεψης» και «Λογιστική κίνηση» στις δύο αυτές εγγραφές). Στις 12.04.2022 ο ενάγων μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Γλυφάδας, όπου και ανέφερε το συμβάν, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτοκόλλου ././.β’ ΑΜΥ . βεβαίωση. Τελικά, μετά από καθυστέρηση σχεδόν τεσσάρων μηνών, η εναγομένη προσκάλεσε τον ενάγοντα να προσέλθει στο υποκατάστημά της με κωδικό ., προκειμένου να παραλάβει επιστολή της. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων μετέβη στο ως άνω υποκατάστημα στις 19.08.2022 και παρέλαβε την από 02.08.2022 επιστολή της εναγομένης, με την οποία η τελευταία αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για την επίδικη συναλλαγή. Στη συνέχεια, ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη την από 12.12.2022 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε νομίμως σε αυτήν στις 13.12.2022, συνταχθείσης προς τούτο της υπ’ αρ. .Στ/13.12.2022 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να του επιστρέφει το ποσό των 10.000,00 ευρώ. Τελικά, έλαβε στις 17.02.2023, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απάντηση της εναγομένης, στην οποία αυτή ανέφερε, ότι η διαδικασία μεταβολής του ανώτατου ημερήσιου ορίου και η διατραπεζική μεταφορά του ποσού των 10.000,00 ευρώ είχαν εγκριθεί από τον ενάγοντα, με την αποστολή μέσω SMS και καταχώριση ΟΤΡ – πρόσθετου κωδικού ασφαλείας, που είχε σταλεί στο κινητό του τηλέφωνο. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι επαρκή για τη στοιχειοθέτηση του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητά την απόδοση του επίδικου ποσού από την εναγόμενη τραπεζική εταιρία, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 71 και 73 ν. 4537/2018, 822 εδ. α’ και 830 παρ. 1 ΑΚ. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι για τη θεμελίωση της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος, αρκούσε η επίκληση και η απόδειξη της κατάρτισης σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων με άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, της σύναψης πρόσθετης συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντας και της εναγομένης για τη δυνατότητά του να εκτελεί συναλλαγές με το υπόλοιπο διαθέσιμο του λογαριασμού αυτού με χρήση της υπηρεσίας ννεό Β3ΐάπΐβ, που παρέχει η εναγομένη στους πελάτες της, της εκτέλεσης ισόποσης ηλεκτρονικής συναλλαγής από τον λογαριασμό του, που ισχυρίζεται, ότι δεν έχει εγκρίνει και της άμεσης ενημέρωσης της εναγομένης αναφορικά με τη μη εγκριθείσα συναλλαγή (ΜΠρΧίου 245/2022 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΠατρ 258/2020 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, στην εναγομένη εναπόκειται να υποβάλει καταλυτική της αγωγής ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4537/2018, ήτοι να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πληρωμής, ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρίσθηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία, που συνδέεται με την υπηρεσία πληρωμών, με την οποία έχει επιφορτισθεί. Πράγματι, η εναγομένη με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, παραδεκτά και νόμιμα πρόβαλε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τη σχετική ένσταση. Ωστόσο, με τον όρο γνησιότητα της πράξης πληρωμής νοείται η πράξη, που ενεργήθηκε με την πραγματική συναίνεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμής, δηλαδή είτε από τον ίδιο, είτε εν γνώσει του από τρίτο πρόσωπο, στο είχε παράσχει σχετική άδεια. Δεν υφίσταται γνήσια συναλλαγή, όταν ο χρήστης αγνοεί αυτήν και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεσή του φέρεται να δόθηκε με τη μορφή, που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών (ΜΠρΘεσσ 15034/2024 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΡοδοπ 4/2023 ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΧίου 245/2022 ΝΟΜΟΣ-ΜΠρΠατρ 258/2020 ΝΟΜΟΣ). Τούτο, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, γνήσια συναλλαγή δεν υφίσταται, όταν ο χρήστης αγνοεί αυτή και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, δοθέντος ότι οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 4357/2018 αναφορικά με τη συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής τέθηκαν για να προστατεύσουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών, που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέψουν τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε και τούτο ιδίως, όταν το μέσο πληρωμών, που αξιοποιήθηκε έχει υποκλαπεί από το δράστη της απάτης και έχει χρησιμοποιηθεί παρανόμως και δίχως την έγκριση του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμής και πελάτη της τράπεζας. Η ανωτέρω βούληση του νομοθέτη συνάγεται σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 εδ. α’ ν. 4537/2018 κατά την οποία η χρήση ενός μέσου πληρωμών, ήτοι εν προκειμένω της υπηρεσίας web banking, που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, δεν αποτελεί αναγκαστικά από μόνη της επαρκή απόδειξη, ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής. Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται, ότι πράγματι η επίμαχη συναλλαγή μεταφοράς ποσού 10.000,00 ευρώ από τον υπ’ αριθμ. … λογαριασμό του ενάγοντος, στον υπ’ αριθμ. ΡΚ. λογαριασμό, με δικαιούχο τον …, που τηρείται σε γαλλική τράπεζα, εκτελέστηκε με συνδυασμένη χρήση των προσωπικών κωδικών του ενάγοντος και πρόσθετου κωδικού, που φέρεται να του απεστάλη μέσω 8Μ8 στο κινητό του τηλέφωνο. Εντούτοις, από το αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδεικνύεται η γνησιότητα της επίδικης αυτής συναλλαγής, υπό την έννοια ότι ο ενάγων είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής, ενόψει άλλωστε και της προαναφερόμενης πρόβλεψης στη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 ν. 4537/2018, ότι από μόνη της η χρήση της υπηρεσίας web banking εκ μέρους του ενάγοντος, που έχει καταγραφεί από την εναγομένη, δεν αποτελεί αναγκαστικά από μόνη της επαρκή απόδειξη, ότι ο πληρωτής – ενάγων είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης, ότι αυτή στην προκειμένη περίπτωση δεν υπέχει ουδεμία ευθύνη κατ’ εφαρμογή των όρων 8.2.3, 8.2.5, 8.2.6, 8.2.8, 8.3.1 και 8.3.2. της από 14.03.2017 αίτησης – σύμβασης παροχής τραπεζικών υπηρεσιών μέσω των εναλλακτικών δικτύων, σύμφωνα με τους οποίους (μεταξύ άλλων): α) «ο πελάτης αναγνωρίζει, ότι η χρήση του διαδικτύου και του τηλεφωνικού δικτύου για την πραγματοποίηση συναλλαγών ενέχει λόγω της φύσεώς τους κινδύνους, όπως ενδεικτικά κίνδυνο κακόβουλης αλλοίωσης ή υποκλοπής του περιεχομένου της επικοινωνίας και των στοιχείων, που διαβιβάζονται μέσω αυτών και δηλώνει, ότι αποδέχεται και αναλαμβάνει τους κινδύνους αυτούς, ως εγγενές στοιχείο των εν λόγω συναλλαγών» και β) «η τράπεζα λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να επιτυγχάνεται η ασφαλής πρόσβαση του πελάτη στα εναλλακτικά δίκτυα και ο περιορισμός τυχόν περιπτώσεων παράνομης χρήσεώς τους και δεν ευθύνεται για την τυχόν πρόσβαση τρίτων στις μεταδιδόμενες πληροφορίες, εκτός από τις περιπτώσεις, που βαρύνεται με πταίσμα», είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο, διότι οι προαναφερόμενοι επίμαχοι συμβατικοί όροι είναι άκυροι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 ν. 4537/2018, ως ερχόμενοι σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 71, 88, 92 και 95 του ιδίου νόμου, οι οποίες προβλέπουν καθολική ευθύνη του παρόχου και απαλλαγή του μόνο για ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους, που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, αλλά και ειδική διαδικασία ενημέρωσης επί συμβάντων διακοπής λειτουργίας, τα οποία, επομένως, δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως απρόβλεπτα, αφού ρυθμίζονται ειδικά στον νόμο, εισάγουν δε οι διατάξεις αυτές αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 103 ν. 4537/2018, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, οι δε προαναφερόμενοι συμβατικοί όροι δεν συνιστούν ευνοϊκότερους, αλλά δυσμενέστερους όρους προς τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής. Μάλιστα, η έλλειψη ασφάλειας του δικτύου (περίπτωση hacking) δεν θεωρείται κατά την κοινή λογική ασυνήθης και απρόβλεπτη περίσταση. Επομένως, η επίδικη συναλλαγή (πράξη πληρωμής) θεωρείται, ελλείψει αποδεικνυόμενης παροχής συγκατάθεσης εκ μέρους του ενάγοντας, μη εγκριθείσα κατά τις προβλέψεις του άρθρου 64 ν. 4537/2018, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης (και δη της ένστασής της έκτου άρθρου 72 του ιδίου νόμου), ενώ ο ενάγων προχώρησε, κατ’ άρθρο 71 παρ. 1 ν. 4537/2018, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε ειδοποίηση της εναγομένης αναφορικά με την επίδικη μη εγκριθείσα πράξη πληρωμής. Κατ’ επέκταση, η εναγομένη ενέχεται σε αποκατάσταση της θετικής ζημίας, που υπέστη ο ενάγων, και οφείλει να του καταβάλει το αιτούμενο από αυτόν ποσό των 10.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, η ευθύνη της εναγόμενης προς αποζημίωση του ενάγοντα ερείδεται και στη διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία του ενάγοντα προκλήθηκε από πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, υπό την έννοια της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης από μέρους της επιβαλλόμενων ενεργειών της. Εν προκειμένω, η εναγομένη, ως παρέχουσα υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό και υπέχουσα έναντι αυτού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, επέδειξε βαριά αμέλεια ως προς την παρεχόμενη από μέρους της ασφάλεια στις υπηρεσίες των ηλεκτρονικών συναλλαγών, καθώς δεν τήρησε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες υψίστης ασφαλείας ως προς την εκτέλεση της επίμαχης συναλλαγής, παραλείποντας να εφαρμόσει τη διαδικασία εξακρίβωσης αυστηρής ταυτοποίησης του ενάγοντα – πελάτη της και να ελέγξει την αυθεντικότητα του λογαριασμού στον οποίο αποστέλλονταν τα χρήματα, μη αντιλαμβανόμενη έτσι το ύποπτο της συναλλαγής, δεν έλαβε ολοκληρωμένα και βελτιωμένα μέσα προστασίας με σκοπό την πληρέστερη προστασία των πελατών της από κακόβουλες επιθέσεις και διαδικτυακές απάτες και την αποτροπή της παρείσφρησης μη εξουσιοδοτημένων τρίτων. Καίτοι δε ο ενάγων κινητοποιήθηκε άμεσα και την πληροφόρησε αυθημερόν, μετά από δεκαπέντε περίπου λεπτά, για το επίδικο συμβάν, η ίδια δεν ενήργησε το ίδιο άμεσα αναφορικά με την διερεύνηση του γεγονότος και τη δέσμευση του τηρούμενου σε αυτήν λογαριασμού της απατηλής πίστωσης, ώστε να ματαιώσει τη ζημία του πελάτη της. Η συμπεριφορά της αυτή, πέρα από υπαίτια συνιστάμενη σε βαριά της αμέλεια, υπήρξε και παράνομη, αφού και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στις διατάξεις του ν. 4537/2018 και του ν. 2251/1994, συναρτώμενη με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, που είναι απαραίτητη στις τραπεζικές συναλλαγές, στοιχεία τα οποία όφειλε μέσα στη σφαίρα των παρεχόμενων υπηρεσιών να προσφέρει, αλλά και αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθώς και στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως, είχε δε ως συνέπεια πέρα από τη θετική ζημία του ενάγοντα, την πρόκληση σε αυτόν ηθικής βλάβης, συνισταμένης στην ψυχική ταλαιπωρία του και στην αναστάτωση, ταραχή και στενοχώρια που δοκίμασε, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις εν γένει συνθήκες της υπόθεσης, την έκταση της ζημίας του ενάγοντα, την βαρύτητα του πταίσματος της εναγόμενης, την έντονη στενοχώρια, που δοκίμασε ο ενάγων και το διαρκές άγχος της οικονομικής επιβίωσης, που του δημιουργήθηκε από την οικονομική του απώλεια, καθώς ο ίδιος είναι συνταξιούχος και το επίμαχο ποσό ήταν αποταμιεύσεις απαραίτητες για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών του αναγκών, αλλά και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 1.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Επομένως, το συνολικό χρηματικό ποσό που δικαιούται ο ενάγων για την περιουσιακή του ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (10.000,00 + 1.000,00) = 11.000,00 ευρώ. Γίνεται δε μνεία, ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν απαιτήθηκαν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για να καταλήξει στα ανωτέρω συμπεράσματα, και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντας να διορισθεί πραγματογνώμονας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να απορριφθεί η ένσταση συντρέχοντας πταίσματος, που πρόβαλε η εναγομένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων (11.000,00 ευρώ) νομιμοτόκως, ως εξής: α) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της από 12.12.2022 εξώδικης πρόσκλησης και δήλωσης, ήτοι από τις 14.12.2022 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής και με τον νόμιμο τόκο επιδικίας (ο οποίος υπολογίζεται με επιτόκιο δύο εκατοστιαίων μονάδων ανώτερο του νομίμου επιτοκίου υπερημερίας έως και τη δημοσίευση της παρούσας και τριών εκατοστιαίων μονάδων από τη δημοσίευσή της, εκτός αν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατ’ αυτής, οπότε διατηρείται η προσαύξηση των δύο εκατοστιαίων μονάδων) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από τις 16.06.2023, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, και β) το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση (άρθρο 346 ΑΚ). Τέλος, η προκειμένη απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος, καθώς η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και να καταδικασθεί η εναγομένη, κατά το μέρος που ηττήθηκε, στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του (άρθρα 178, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1, 68 παρ. 1 ν. 4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των έντεκα χιλιάδων (11.000,00) ευρώ, ως εξής: α) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της από 12.12.2022 εξώδικης πρόσκλησης και δήλωσης, ήτοι από τις 14.12.2022 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής και με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από τις 16.06.2023 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Κηρύσσει την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος, για το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ.
Καταδικάζει την εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, ποσού πεντακοσίων ογδόντα (580,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2026, απάντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η Δικαστής Η Γραμματέας
Πηνελόπη Αϊβαλή Ναταλία Καζά
ΠΗΓΗ dsanet.gr
