ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 24ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1103 – Διεθνής δικαιοδοσία, εφαρμοστέο δίκαιο και αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Έννοια των “περιουσιακών σχέσεων των συζύγων” – Ακίνητο κτηθέν εξ αδιαιρέτου από έγγαμους συζύγους υπό καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας – Αγωγή περί λύσεως της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής του επικοίνου ασκηθείσα μετά τη λύση του γάμου – Εμπίπτει »
Στην υπόθεση C‑300/25 [Duftošek] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Nejvyšší soud (Ανώτατο Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 26ης Μαρτίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
SQ
κατά
YR,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), S. Rodin, N. Piçarra και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Απριλίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο SQ, εκπροσωπούμενος από τον A. Andruško, τον P. Marek, advokáti, και την M. Odin, avocate,
– η YR, εκπροσωπούμενη από τον J. Pacovský, advokát,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Edelmannová, την L. Halajová, την A. Pagáčová και τον J. Vláčil,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Monfort και τον S. Noë,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1103 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2016, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (ΕΕ 2016, L 183, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του SQ και της YR σχετικά με την εκκαθάριση και τη διανομή εξ αδιαιρέτου ακινήτου το οποίο είχε αποκτηθεί ενόσω ήσαν έγγαμοι υπό καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012
3 Η αιτιολογική σκέψη 34 του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), διαλαμβάνει τα εξής:
«Θα πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια μεταξύ της σύμβασης των Βρυξελλών [της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 [του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1),] και του παρόντος κανονισμού, και γι’ αυτό το σκοπό θα πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις. Η ίδια ανάγκη συνέχειας ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 και των κανονισμών που την αντικατέστησαν.»
4 Το άρθρο 1 του κανονισμού 1215/2012, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο I, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii).
2. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του:
α) η κατάσταση ή η ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, περιουσιακά δικαιώματα που προκύπτουν από την έγγαμη σχέση ή από σχέση της οποίας τα αποτελέσματα εξομοιώνονται προς εκείνα του γάμου σύμφωνα με το εφαρμοστέο σε αυτήν δίκαιο·
[…]».
5 Υπό τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία», το κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει διάφορα τμήματα, μεταξύ των οποίων και το τμήμα 6, υπό τον τίτλο «Αποκλειστική δικαιοδοσία». Το δε τμήμα 6 περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 24 του ίδιου κανονισμού, του οποίου το σημείο 1 έχει ως εξής:
«Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων:
1) σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
[…]»
Ο κανονισμός 2016/1103
6 Οι αιτιολογικές σκέψεις 15, 18, 19 και 24 του κανονισμού 2016/1103 έχουν ως εξής:
«(15) Για λόγους ασφάλειας δικαίου υπέρ των έγγαμων ζευγαριών όσον αφορά τα περιουσιακά τους στοιχεία και για την εξασφάλιση προβλεψιμότητας μέχρις ένα βαθμό, ενδείκνυται να καλυφθεί με μία ενιαία πράξη το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.
[…]
(18) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει όλα τα νομικά ζητήματα που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, σε σχέση τόσο με την καθημερινή διαχείριση των περιουσιακών αγαθών τους όσο και με την εκκαθάριση του καθεστώτος περιουσιακών σχέσεων, η οποία επέρχεται κυρίως λόγω χωρισμού του ζεύγους ή θανάτου ενός εκ των μελών του. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο όρος “περιουσιακές σχέσεις των συζύγων” θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα και να περιλαμβάνει όχι μόνο κανόνες από τους οποίους δεν μπορούν να παρεκκλίνουν οι σύζυγοι, αλλά και προαιρετικούς κανόνες τους οποίους μπορεί να συμφωνήσουν οι σύζυγοι σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και τυποποιημένους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου. Δεν περιλαμβάνει μόνο ρυθμίσεις περιουσιακών σχέσεων που προβλέπονται ειδικά και αποκλειστικά σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα στην περίπτωση γάμου αλλά και περιουσιακές σχέσεις, μεταξύ των συζύγων και στις σχέσεις τους με τρίτους, οι οποίες δημιουργούνται άμεσα από τη γαμική σχέση ή τη λύση της.
(19) Χάριν σαφήνειας, ορισμένα ζητήματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως συνδεόμενα με τον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, θα πρέπει να εξαιρεθούν ρητώς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
[…]
(24) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει τη δημιουργία ή τη μεταβίβαση, ως αποτέλεσμα των περιουσιακών σχέσεων συζύγων, δικαιώματος επί ακίνητης ή κινητής περιουσίας, βάσει του εφαρμοστέου δικαίου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Δεν θα πρέπει ωστόσο να θίγει τον κλειστό αριθμό («numerus clausus») των εμπράγματων δικαιωμάτων που είναι γνωστά στο εθνικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών. Ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να υποχρεούται να αναγνωρίσει ένα εμπράγματο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων στο έδαφός του, εάν το εν λόγω δικαίωμα είναι άγνωστο στο δίκαιο του.»
7 Το άρθρο 1 του ως άνω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο: «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.
Δεν εφαρμόζεται σε φορολογικά, τελωνειακά ή διοικητικά ζητήματα.
2. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τα ακόλουθα:
[…]
ζ) η φύση εμπράγματων δικαιωμάτων επί περιουσιακών αγαθών· […]
[…]».
8 Υπό τον τίτλο «Ορισμοί», το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
α) “περιουσιακές σχέσεις των συζύγων”: σύνολο κανόνων σχετικών με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους και έναντι τρίτων, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα του γάμου ή της λύσης του·
[…]».
9 Το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε άλλες περιπτώσεις» και ορίζει τα εξής:
«Όταν κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 4 ή 5 ή σε άλλες περιπτώσεις πλην αυτών που ορίζονται στα εν λόγω άρθρα, διεθνή δικαιοδοσία να αποφαίνονται επί των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ασκούν τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
[…]
β) στην επικράτεια του οποίου είχαν την τελευταία συνήθη διαμονή τους οι σύζυγοι, εφόσον ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο […].
[…]»
Το τσεχικό δίκαιο
Ο νόμος 89/2012 περί αστικού κώδικα
10 Ο zákon č. 89/2012 Sb., občanský zákoník (νόμος 89/2012 περί αστικού κώδικα), προβλέπει, στο άρθρο 708, ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους συζύγους, τα οποία έχουν περιουσιακή αξία και δεν αποκλείονται από τις έννομες σχέσεις, συνιστούν κοινή περιουσία των συζύγων. Κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 708, αυτή η κοινή περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιουσιακού καθεστώτος που εγκαθιδρύεται βάσει νόμου, συμβάσεως ή δικαστικής αποφάσεως.
11 Κατά το άρθρο 709, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, στο πλαίσιο του εκ του νόμου προβλεπόμενου περιουσιακού καθεστώτος, η κοινή περιουσία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο ένας σύζυγος ή αμφότεροι οι σύζυγοι από κοινού κατά τη διάρκεια του γάμου, με εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη.
12 Το άρθρο 716, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του εν λόγω κώδικα προβλέπει ότι οι σύζυγοι μπορούν με συμφωνία τους να καθορίσουν το καθεστώς των περιουσιακών τους σχέσεων ως συζύγων κατά τρόπο διαφορετικό από τον εκ του νόμου προβλεπόμενο.
13 Κατά το άρθρο 717, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του ίδιου κώδικα, μεταξύ των συμβατικώς συμφωνούμενων καθεστώτων περιουσιακών σχέσεων των συζύγων περιλαμβάνεται εκείνο της περιουσιακής αυτοτέλειας.
14 Κατά το άρθρο 729 του νόμου 89/2012 περί αστικού κώδικα, σε περίπτωση περιουσιακής αυτοτέλειας, έκαστος σύζυγος μπορεί να διαθέτει ελευθέρως τα περιουσιακά του στοιχεία χωρίς τη συγκατάθεση του ετέρου συζύγου.
15 Το άρθρο 1115, παράγραφος 1, του ανωτέρω νόμου ορίζει ότι τα πρόσωπα στα οποία ανήκει από κοινού η κυριότητα ορισμένου πράγματος είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι.
16 Το άρθρο 1140 του εν λόγω νόμου προβλέπει ότι ουδείς δύναται να εξαναγκασθεί να παραμείνει υπό καθεστώς εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και ότι έκαστος συγκύριος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει είτε την απόδοση του μεριδίου του στη συγκυριότητα, εφόσον το αντικείμενο της συγκυριότητας είναι δεκτικό διανομής, είτε τη λύση της συγκυριότητας.
17 Κατά το άρθρο 1143 του ίδιου κώδικα, εάν οι συγκύριοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τη λύση της συγκυριότητας, η τελευταία αποφασίζεται από το δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των συγκυρίων. Αν το δικαστήριο διατάξει τη λύση της συγκυριότητας, αποφαίνεται συγχρόνως επί του τρόπου διανομής μεταξύ των συγκυρίων.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
18 Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης συνήψαν γάμο υπό καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας και απέκτησαν εξ αδιαιρέτου, διαρκούντος του γάμου τους, ακίνητο κείμενο στο Παρίσι (Γαλλία) (στο εξής: επίμαχο ακίνητο).
19 Μετά τη λύση του γάμου, ο YR άσκησε ενώπιον των τσεχικών δικαστηρίων αγωγή με αίτημα τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή του ακινήτου.
20 Με διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 2022, το Obvodní soud pro Prahu 5 (πέμπτο πρωτοδικείο Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία), αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό, διαπίστωσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του καθεστώτος περιουσιακής αυτοτέλειας που συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη του γάμου, ουδέποτε υπήρξε κοινή περιουσία μεταξύ των πρώην συζύγων. Ως εκ τούτου, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή αυτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012. Κατά το άρθρο 24, σημείο 1, του κανονισμού αυτού, διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση τοιαύτης αγωγής έχουν μόνον τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου, εν προκειμένω τα γαλλικά δικαστήρια.
21 Η ως άνω πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε με διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 2024 του Městský soud v Praze (περιφερειακού δικαστηρίου Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία), το οποίο έκρινε ότι η υπόθεση της κύριας δίκης ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2016/1103. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, το καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας, στο πλαίσιο του οποίου αποκτήθηκε το επίμαχο ακίνητο, εμπίπτει στις «περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων» κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, καθόσον αφορά περιουσιακά δικαιώματα απορρέοντα από τον γάμο. Επομένως, τα τσεχικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση αυτή βάσει του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.
22 Κατά της ανωτέρω διατάξεως ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Nejvyšší soud (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
23 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο καθορισμός του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί αγωγής περί λύσεως της συγκυριότητας και διανομής του επίκοινου ακινήτου το οποίο απέκτησαν οι έγγαμοι σύζυγοι υπό καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας εξαρτάται από το ζήτημα αν η αγωγή αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο περιουσιακής διαφοράς απορρέουσας άμεσα από τον δεσμό του γάμου ή τη λύση του, η οποία εμπίπτει, ως εκ τούτου, στις «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων», κατά την έννοια του κανονισμού 2016/1103, ή αν δεν έχει σχέση με τον γάμο και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο των «εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων», κατά την έννοια του κανονισμού 1215/2012.
24 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η υπόθεση της κύριας δίκης διαφέρει από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 14ης Ιουνίου 2017, Iliev (C‑67/17, EU:C:2017:459), στο μέτρο που, εν προκειμένω, δεν ζητείται η διανομή των περιουσιακών στοιχείων συνεπεία λύσεως του γάμου μέσω διαζυγίου, αλλά η λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των διαδίκων, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο.
25 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής, αντιστοίχως, του κανονισμού 1215/2012 ή του κανονισμού 2016/1103, πρέπει να καθορισθεί αν η διαφορά αυτή απορρέει «άμεσα» από τον δεσμό του γάμου ή τη λύση του ή αν δεν έχει σχέση με τον γάμο, κατά την έννοια της αποφάσεως της 27ης Μαρτίου 1979, de Cavel (143/78, EU:C:1979:83). Προς τούτο, θα μπορούσε να είναι χρήσιμο να εξετασθεί αν οι πτυχές που συνδέονται με τη σύναψη ή τη λύση του γάμου είναι καθοριστικές για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς ή αν αποτελούν απλώς στοιχεία του γενικότερου πλαισίου, χωρίς να ασκούν «άμεση» επιρροή στην έκβασή της.
26 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά το τσεχικό δίκαιο, το γεγονός και μόνον ότι οι σύζυγοι συμφώνησαν σε καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας στο πλαίσιο του οποίου απέκτησαν ακίνητο δεν διαφοροποιεί την εντεύθεν εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα από άλλες μορφές εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του κοινού δικαίου. Επισημαίνει ότι ένα περιουσιακό στοιχείο μπορεί να ανήκει εξ αδιαιρέτου μόνον στους συζύγους, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, αλλά και από κοινού με τρίτους, χωρίς οι τελευταίοι να επηρεάζονται από την ύπαρξη του δεσμού του γάμου μεταξύ ορισμένων εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών. Αν, όμως, ήθελε γίνει δεκτό ότι διαφορά σχετική με τη λύση και τη διανομή μιας τέτοιας εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2016/1103, τούτο θα ισοδυναμούσε με καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας ενός δικαστηρίου βάσει περιστάσεων τις οποίες ενδέχεται να μη γνωρίζουν όλοι οι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι.
27 Εξάλλου, κατά το αιτούν δικαστήριο, η διαδικασία για τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή του επικοίνου, κατά το τσεχικό δίκαιο, μπορεί να κινηθεί τόσο κατά τη διάρκεια του γάμου των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών όσο και μετά τη λύση του γάμου.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Nejvyšší soud (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποτελεί η διαδικασία λύσης της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής η οποία αφορά ακίνητο που απέκτησαν οι σύζυγοι στο πλαίσιο συμβατικού καθεστώτος περιουσιακής αυτοτέλειας διαδικασία σχετική με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων κατά την έννοια του άρθρου 1 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού [2016/1103];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
29 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103 έχουν την έννοια ότι η αγωγή η οποία ασκείται μετά τη λύση του γάμου για τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή επίκοινου ακινήτου αποκτηθέντος αποκλειστικώς από έγγαμους συζύγους οι οποίοι επέλεξαν με σύμβαση το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας εμπίπτει στο πεδίο των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών.
30 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να ληφθεί υπόψη όχι μόνον το γράμμα των εν λόγω διατάξεων, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι σκοποί που επιδιώκονται με την πράξη της οποίας αποτελούν μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 27ης Νοεμβρίου 2025, Manuel Costa Filhos, C‑643/24, EU:C:2025:923, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα των αυτών διατάξεων, παρατηρείται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/1103 προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, εξαιρουμένων των φορολογικών, τελωνειακών ή διοικητικών υποθέσεων.
32 Συναφώς, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εν λόγω κανονισμός εκδόθηκε προκειμένου να καλύψει όλα τα ζητήματα αστικού δικαίου που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, σε σχέση τόσο με την καθημερινή διαχείριση των περιουσιακών αγαθών τους όσο και με την εκκαθάριση του καθεστώτος περιουσιακών σχέσεων (πρβλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2018, Mahnkopf, C‑558/16, EU:C:2018:138, σκέψη 41).
33 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103 ορίζει τις «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων» ως το «σύνολο κανόνων σχετικών με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους και έναντι τρίτων, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα του γάμου ή της λύσης του».
34 Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα τους, οι διατάξεις αυτές δεν περιέχουν καμία παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών όσον αφορά την έννοια και το περιεχόμενο που πρέπει να αποδοθεί στην έννοια των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων», οπότε, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, η έννοια αυτή πρέπει να θεωρείται αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα στο έδαφος της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2023, Lufthansa Technik AERO Alzey, C‑393/21, EU:C:2023:104, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Επομένως, η έννοια και το περιεχόμενο της εν λόγω εννοίας δεν μπορούν να προσδιορισθούν υπό το πρίσμα του ορισμού που δίδεται στο δίκαιο των κρατών μελών.
36 Η αναφορά στο κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103 στο «σύνολο» των κανόνων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και, ενδεχομένως, στις σχέσεις τους με τρίτους που προκύπτουν από τον γάμο ή τη λύση του οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι η έννοια των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως.
37 Η ανάγκη αυτοτελούς και ευρείας ερμηνείας της της ανωτέρω εννοίας του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103, επιρρωννύεται, κατά δεύτερον, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές.
38 Συναφώς, παρατηρείται, πρώτον, ότι η αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού αυτού διαλαμβάνει ότι το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να καλύπτει όλα τα νομικά ζητήματα που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, σε σχέση τόσο με την καθημερινή διαχείριση των περιουσιακών αγαθών τους όσο και με την εκκαθάριση του καθεστώτος περιουσιακών σχέσεων, η οποία επέρχεται κυρίως λόγω χωρισμού του ζεύγους ή θανάτου ενός εκ των μελών του.
39 Κατά την ως άνω αιτιολογική σκέψη 18, ο όρος «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων» θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και να περιλαμβάνει όχι μόνον τους κανόνες από τους οποίους οι σύζυγοι δεν μπορούν να παρεκκλίνουν, αλλά και όλους τους προαιρετικούς κανόνες που μπορούν να καθορίσουν οι σύζυγοι σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και τυποποιημένους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου. Περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις περιουσιακών σχέσεων που προβλέπονται ειδικά και αποκλειστικά σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα στην περίπτωση γάμου, αλλά και όλες τις περιουσιακές σχέσεις, μεταξύ των συζύγων και στις σχέσεις τους με τρίτους, οι οποίες δημιουργούνται άμεσα από τον δεσμό του γάμου ή τη λύση του.
40 Δεύτερον, στην όλη οικονομία του κανονισμού 2016/1103, το περιεχόμενο της εννοίας των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων» οριοθετείται επίσης από την απαρίθμηση, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, των ζητημάτων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του. Πράγματι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 19 του εν λόγω κανονισμού, από το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να εξαιρεθούν ορισμένα ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνδέονται με ζητήματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.
41 Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 2016/1103, σχετικά με τη φύση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί περιουσιακών αγαθών.
42 Συναφώς, παρατηρείται ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού αυτού, σκοπός της εξαιρέσεως είναι να μη θιγεί ο περιορισμένος αριθμός εμπραγμάτων δικαιωμάτων που είναι γνωστά στο εθνικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών. Συγκεκριμένα, κατά την ως άνω αιτιολογική σκέψη 24, ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να υποχρεούται να αναγνωρίσει ένα εμπράγματο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων στο έδαφός του, εάν το εν λόγω δικαίωμα είναι άγνωστο στο δίκαιο του. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της εν λόγω εξαιρέσεως δεν καλύπτει το σύνολο των αγωγών που συνδέονται με εμπράγματο δικαίωμα επί ορισμένου αγαθού, δεδομένου ότι η ύπαρξη τέτοιου δεσμού δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
43 Μολονότι, όμως, αγωγή με αίτημα τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή του επίκοινου ακινήτου που αποκτήθηκε από έγγαμους συζύγους υπό καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας μπορεί ασφαλώς να καταλήξει στη μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου αυτού, εντούτοις δεν αφορά το ζήτημα της «φύσεως των εμπραγμάτων δικαιωμάτων» επί του ακινήτου αυτού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 2016/1103.
44 Τρίτον, στο πλαίσιο μιας γενικότερης συστηματικής ερμηνείας, παρατηρείται ότι η έννοια των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων» που χρησιμοποιείται στον κανονισμό 2016/1103, χρησιμοποιείται και σε άλλες πράξεις του δικαίου της Ένωσης, και δη στον κανονισμό 1215/2012 και στις προϊσχύσασες νομικές πράξεις, ήτοι, ειδικότερα, στη Σύμβαση των Βρυξελλών, προκειμένου να προσδιορισθούν τα ζητήματα τα οποία δεν εμπίπτουν στο αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής τους.
45 Στο μέτρο που οι εν λόγω κανονισμοί και λοιπές πράξεις του δικαίου της Ένωσης εμπίπτουν στο σύνολό τους στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις, είναι σκόπιμο να εναρμονισθεί η ερμηνεία των ισοδύναμων εννοιών των οποίων έκανε χρήση ο νομοθέτης της Ένωσης στους εν λόγω κανονισμούς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Generalno konsulstvo na Republika Bulgaria, C‑280/20, EU:C:2021:443, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Επομένως, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ερμηνείας της Συμβάσεως των Βρυξελλών στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διαδικασίας διαζυγίου, έχει κρίνει ότι η έννοια των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων» περιλαμβάνει όχι μόνον τις ρυθμίσεις περιουσιακών σχέσεων που προβλέπονται από ορισμένα εθνικά συστήματα δικαίου που αφορούν ειδικώς και αποκλειστικώς τον γάμο, αλλά και πάσης φύσεως περιουσιακές σχέσεις οι οποίες προκύπτουν άμεσα από τον δεσμό του γάμου ή τη λύση του (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1979, de Cavel, 143/78, EU:C:1979:83, σκέψη 7).
47 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι οι διαφορές που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων κατά τη διάρκεια δίκης διαζυγίου μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να έχουν σχέση ή να συνδέονται στενά είτε με ζητήματα σχετικά με την προσωπική κατάσταση των φυσικών προσώπων είτε με έννομες περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων που απορρέουν απευθείας από τον δεσμό του γάμου ή τη λύση του είτε με έννομες περιουσιακές σχέσεις υφιστάμενες μεταξύ αυτών, αλλά χωρίς σχέση με τον γάμο, και ότι μόνον οι διαφορές που αφορούν την τελευταία κατηγορία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ενώ εκείνες που αφορούν τις δύο πρώτες κατηγορίες πρέπει να αποκλεισθούν από αυτό (πρβλ. απόφαση της 27ης Μαρτίου 1979, Leno Merken, C‑149/78, EU:C:1979:83, σκέψη 7).
48 Εφαρμόζοντας τα ίδια κριτήρια στο πλαίσιο υποθέσεως που αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1215/2012, το Δικαστήριο έκρινε ότι διαφορά μεταξύ πρώην συζύγων σχετικά με τη ρευστοποίηση κινητού κτηθέντος κατά τη διάρκεια του γάμου αφορά τις περιουσιακές έννομες σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών οι οποίες απορρέουν άμεσα από τη λύση του γάμου και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στις «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων», όπερ αποκλείει την εφαρμογή του κανονισμού αυτού (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2017, Giloy (C‑130/17, EU:C:2017:459, σκέψη 30).
49 Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 46 έως 48 της παρούσης αποφάσεως, η οποία δύναται να εφαρμοσθεί και στην ερμηνεία της εννοίας των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων» ή των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια αυτή καλύπτει το σύνολο των κανόνων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων και μεταξύ αυτών και τρίτων οι οποίες απορρέουν άμεσα από τον δεσμό του γάμου ή από τη λύση του.
50 Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται, κατά τρίτον, στους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 2016/1103.
51 Συναφώς, παρατηρείται ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική του σκέψη 15, ο κανονισμός 2016/1103 αποσκοπεί στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου των έγγαμων ζευγαριών όσον αφορά την περιουσία τους και στη διασφάλιση ορισμένου βαθμού προβλεψιμότητας, διά της συγκεντρώσεως σε μια ενιαία πράξη του συνόλου των κανόνων που διέπουν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.
52 Όπως υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 65 και 66 των προτάσεών του, η απλούστευση της νομικής καταστάσεως των συζύγων, σκοπό τον οποίον επιδιώκει ο κανονισμός 2016/1103, προκύπτει από το γεγονός ότι ένα και μόνον δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να αποφαίνεται επί του συνόλου των ζητημάτων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, σύμφωνα με ένα και μόνον δίκαιο το οποίο επιλέγουν οι σύζυγοι ή καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων συνδέσεως που καθορίζονται από τον εν λόγω κανονισμό.
53 Όσον αφορά, ειδικότερα, τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, ο σκοπός αυτός της απλουστεύσεως της νομικής καταστάσεως των συζύγων υπηρετείται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση του άρθρου 6 του κανονισμού 2016/1103, το οποίο καθορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων», οι οποίες ορίζονται, στο άρθρο 3 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, ως το «σύνολο» κανόνων σχετικών με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους και έναντι τρίτων, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα του γάμου ή της λύσεώς του.
54 Κατά συνέπεια, τυχόν ευρύς ορισμός της εννοίας των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων», ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να άγονται ενώπιον ενός μόνον δικαστηρίου οι διαφορές σχετικά με το σύνολο των κανόνων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ή πρώην συζύγων, ακόμη και όταν οι σχέσεις αυτές αφορούν την εκκαθάριση και τη διανομή ακίνητης περιουσίας, ανταποκρίνεται στον σκοπό της απλουστεύσεως και της προβλεψιμότητας τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 2016/1103. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν οι σύζυγοι ή οι πρώην σύζυγοι, εξ αδιαιρέτου κύριοι πλειόνων ακινήτων κείμενων σε διαφορετικά κράτη μέλη και αποκτηθέντων στο πλαίσιο του καθεστώτος της περιουσιακής αυτοτέλειας, ζητούν τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή του επίκοινου ακινήτου. Η δυνατότητα σωρεύσεως των αγωγών αυτών ενώπιον ενός μόνον δικαστηρίου, έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του κανονισμού 2016/1103, συνάδει προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, διότι αποτρέπει τον κατακερματισμό των ένδικων διαφορών ανάλογα με τον τόπο στον οποίο κείνται τα εν λόγω ακίνητα.
55 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη σύναψη του γάμου, οι σύζυγοι υιοθέτησαν το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας και ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου, απέκτησαν εξ αδιαιρέτου το οικείο ακίνητο. Μετά τη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, εις εξ αυτών άσκησε ενώπιον τσεχικού δικαστηρίου αγωγή περί λύσεως της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής του επίκοινου ακινήτου, η οποία αφορά μόνον τους πρώην συζύγους, δεδομένου ότι ουδείς τρίτος περιλαμβάνεται μεταξύ των συγκυρίων.
56 Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η επίμαχη περιουσιακή έννομη σχέση, ήτοι η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα επί ακινήτου μεταξύ των πρώην συζύγων, γεννήθηκε διαρκούντος γάμου στο πλαίσιο του οποίου συμφωνήθηκε το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω περιουσιακής έννομης σχέσεως και του δεσμού του γάμου.
57 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, προκειμένου να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις, οι σύζυγοι έχουν γενικώς την επιλογή μεταξύ διαφόρων περιουσιακών καθεστώτων τα οποία, όπως διευκρινίστηκε στο σημείο 45 της εκθέσεως του P. Schlosser επί της Συμβάσεως της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1979, C 59, σ. 71), μπορούν να κυμαίνονται από την «πλήρη κοινοκτημοσύνη» έως τον αυστηρό «διαχωρισμό των περιουσιών». Όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 46 της παρούσης αποφάσεως, τα εν λόγω περιουσιακά καθεστώτα ενόψει του γάμου εμπίπτουν, αυτά καθεαυτά, στην έννοια των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων». Εν προκειμένω, προκύπτει, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας που επέλεξαν οι σύζυγοι χαρακτήρισε, από περιουσιακής απόψεως, τον δεσμό του γάμου τους και είχε ως άμεσο επακόλουθο, κατά την αγορά του επίμαχου ακινήτου, την ίδρυση της έννομης σχέσεως της εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας.
58 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός, το οποίο εκτέθηκε στη σκέψη 26 της παρούσης αποφάσεως, ότι, κατά το τσεχικό δίκαιο, το νομικό καθεστώς της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας το οποίο απορρέει από την κτήση ακινήτου από έγγαμους συζύγους υπό το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας δεν διαφέρει, κατ’ ουσίαν, από το καθεστώς της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του κοινού δικαίου. Η ανωτέρω περίσταση δεν ασκεί επιρροή προκειμένου να κριθεί αν αγωγή περί λύσεως της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής, όπως η κρινόμενη στην κύρια δίκη, εμπίπτει στον τομέα των «περιουσιακών σχέσεων των συζύγων», κατά την έννοια του κανονισμού 2016/1103, δεδομένου ότι, όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 35 της παρούσης αποφάσεως, ο όρος «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων» συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί να καθορισθεί βάσει του δικαίου των κρατών μελών.
59 Ούτε το γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή περί λύσεως της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής του επικοίνου ασκήθηκε μετά τη λύση του γάμου είναι ικανό να εμποδίσει τη διαπίστωση περί υπάρξεως άμεσου δεσμού μεταξύ της επίμαχης περιουσιακής έννομης σχέσεως και του δεσμού του γάμου. Πράγματι, όπως υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής περί λύσεως της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και διανομής, είτε προγενέστερη είτε μεταγενέστερη της λύσεως του γάμου, δεν είναι καθοριστική για την εφαρμογή του κανονισμού 2016/1103.
60 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, και χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, αν η ερμηνεία που δόθηκε με την παρούσα απόφαση έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις στις οποίες ένας ή περισσότεροι τρίτοι περιλαμβάνονται μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυριών, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/1103 έχουν την έννοια ότι αγωγή η οποία ασκείται μετά τη λύση του γάμου με αίτημα τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή επίκοινου ακινήτου κτηθέντος αποκλειστικώς από έγγαμους συζύγους οι οποίοι επέλεξαν με σύμβαση το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, εμπίπτει στο πεδίο των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1103 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2016, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων,
έχουν την έννοια ότι:
αγωγή η οποία ασκείται μετά τη λύση του γάμου με αίτημα τη λύση της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και τη διανομή επίκοινου ακινήτου κτηθέντος αποκλειστικώς από έγγαμους συζύγους οι οποίοι επέλεξαν με σύμβαση το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, εμπίπτει στο πεδίο των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων.
(υπογραφές)
