ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 1ης Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1 – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Σύμβαση μίσθωσης – Ρήτρα βάσει της οποίας ο μισθωτής που αθετεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις επιβαρύνεται με το σύνολο των νομικών εξόδων του εκμισθωτή – Συνέπειες από τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα τέτοιας ρήτρας – Εφαρμογή εθνικών διατάξεων ενδοτικού δικαίου – Κατανομή και καθορισμός των δικαστικών εξόδων – Δικονομική αυτονομία των κρατών μελών – Αρχή της αποτελεσματικότητας »
Στην υπόθεση C‑459/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Stichting Woonstichting Lieven de Key
κατά
BS,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το Stichting Woonstichting Lieven de Key, εκπροσωπούμενο από τον R. L. M. M. Tan, advocaat,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Ph. Kienapfel και τη F. van Schaik,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 8β της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019 (ΕΕ 2019, L 328, σ. 7) (στο εξής: οδηγία 93/13).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Stichting Woonstichting Lieven de Key (στο εξής: LdK), νομικού προσώπου του ολλανδικού δικαίου δραστηριοποιούμενου στην εκμίσθωση ακινήτων, και του BS, φυσικού προσώπου, με αντικείμενο τη λύση της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης, την καταβολή αποζημίωσης χρήσης και την απόδοση των δικαστικών και εξωδικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε το LdK.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 διαλαμβάνει τα εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες· ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα· ότι, γι’ αυτό τον λόγο, η έκφραση “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως».
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
5 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
6 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να μην αίρεται η προστασία που παρέχει στον καταναλωτή η παρούσα οδηγία, λόγω του ότι επιλέγεται, ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, δίκαιο τρίτης χώρας, εάν η σύμβαση έχει στενή σχέση με την επικράτεια των κρατών μελών.»
7 Το άρθρο 8β της οδηγίας 93/13 έχει ως ακολούθως:
«1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τις εν λόγω κυρώσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συμβατικοί όροι ορίζονται ρητώς ως καταχρηστικοί σε κάθε περίσταση από το εθνικό δίκαιο ή κατά τις οποίες ένας πωλητής ή προμηθευτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί συμβατικούς όρους οι οποίοι κρίθηκαν καταχρηστικοί με οριστική απόφαση που λήφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2.
[…]»
Το ολλανδικό δίκαιο
8 Το άρθρο 237, παράγραφος 1, του Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering (κώδικα πολιτικής δικονομίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: κώδικας πολιτικής δικονομίας), προβλέπει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα.
9 Το άρθρο 242 του κώδικα πολιτικής δικονομίας αναγνωρίζει στον δικαστή την εξουσία να μειώσει αυτεπαγγέλτως το ύψος των συμβατικώς καθορισθέντων νομικών εξόδων.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Το LdK είχε στην κυριότητά του θέση στάθμευσης την οποία εκμίσθωνε στον BS.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 11.1 της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ του LdK και του BS, εάν ο μισθωτής παρέβαινε οποιονδήποτε όρο της σύμβασης ή οποιαδήποτε διάταξη νόμου, θα ήταν υποχρεωμένος να καλύψει το σύνολο των εξόδων στα οποία θα υποβαλλόταν το LdK για την εκτέλεση της σύμβασης, περιλαμβανομένων των διαχειριστικών, καθώς όλων των δικαστικών και εξωδικαστικών εξόδων.
12 Ο BS έπαυσε να καταβάλλει το οφειλόμενο μίσθωμα και το LdK, αφού τον όχλησε επανειλημμένως, άσκησε εναντίον του αγωγή ενώπιον του αρμόδιου kantonrechter (ειρηνοδικείου, Κάτω Χώρες) με αίτημα τη λύση της σύμβασης μίσθωσης, την απόδοση της χρήσης της μίσθιας θέσης στάθμευσης και την καταδίκη του BS στην καταβολή ποσού 482,50 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν τα εξωδικαστικά έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί το LdK, αποζημίωσης χρήσης έως την ημερομηνία απόδοσης της χρήσης, καθώς και των σχετικών δικαστικών εξόδων.
13 Ο BS δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής.
14 Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 23ης Απριλίου 2024 το kantonrechter (ειρηνοδικείο) έκρινε ότι το άρθρο 11.1 της σύμβασης μίσθωσης συνιστούσε καταχρηστική συμβατική ρήτρα κατά το μέρος που επέβαλλε στον μισθωτή την υποχρέωση κάλυψης των εξωδικαστικών εξόδων του αντισυμβαλλομένου του. Όσον αφορά την υποχρέωση του μισθωτή να καλύψει και το σύνολο των δικαστικών εξόδων, το δικαστήριο δέχθηκε προσωρινώς ότι και αυτή η πρόβλεψη ήταν καταχρηστική, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι η εφαρμογή της θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ότι ο μισθωτής θα καλούνταν να πληρώσει ποσό που θα υπερέβαινε το ανώτατο όριο των εξόδων στο οποίο επιτρεπόταν να καταδικαστεί ο ηττηθείς διάδικος με βάση σχετικό πίνακα που προβλέπει το ολλανδικό δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το kantonrechter (ειρηνοδικείο), το LdK θα μπορούσε, στηριζόμενο στο άρθρο 11.1 της σύμβασης μίσθωσης, να απαιτήσει από τον BS την πληρωμή του συνόλου των δικαστικών εξόδων ακόμη και σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μετά την άσκηση της αγωγής, ή ακόμη και μετά την έκδοση αποφάσεως με την οποία θα διατασσόταν η μείωση του ύψους των δικαστικών εξόδων. Επομένως, η επίμαχη ρήτρα θα μπορούσε να διαταράξει τη συμβατική ισορροπία μεταξύ των δύο μερών. Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών, το kantonrechter (ειρηνοδικείο) αποφάνθηκε προσωρινώς ότι δεν έπρεπε η επίμαχη ρήτρα να αντικατασταθεί από τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας σχετικά με την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων στις αστικές διαφορές, με το σκεπτικό ότι μια τέτοια αντικατάσταση θα υπονόμευε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της οδηγίας 93/13.
15 Στις 16 Ιουλίου 2024 το kantonrechter (ειρηνοδικείο) εξέδωσε νέα παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία υπέβαλε στο Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, δύο προδικαστικά ερωτήματα, εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα του άρθρου 11.1 της σύμβασης μίσθωσης και το δεύτερο το ζήτημα κατά πόσον ήταν δυνατόν, σε περίπτωση που η ρήτρα αυτή κρινόταν καταχρηστική, να καταδικαστεί ο καταναλωτής στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων δυνάμει του άρθρου 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το οποίο προβλέπει ότι στα δικαστικά έξοδα καταδικάζεται ο ηττηθείς διάδικος.
16 Όσον αφορά το πρώτο από τα ανωτέρω ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο επίσης χαρακτήρισε τη ρήτρα του άρθρου 11.1 της σύμβασης μίσθωσης ως καταχρηστική και, συνεπώς, μη δεσμευτική για τον καταναλωτή, κρίνοντας περαιτέρω ότι η σύμβαση μίσθωσης μπορούσε να εξακολουθήσει να ισχύει και χωρίς την επίμαχη ρήτρα.
17 Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα που του υποβλήθηκε, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι πράγματι δυνατόν, σε περίπτωση ήττας του καταναλωτή στην κύρια δίκη, αυτός να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, Dexia Nederland (C‑229/19 και C‑289/19, EU:C:2021:68), προκύπτει ότι, σε περίπτωση που μια σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα που περιείχε, το εθνικό δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εφαρμόσει εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου αντί της καταχρηστικής ρήτρας και, επομένως, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια διάταξη.
18 Συναφώς, διευκρινίζει ότι το άρθρο 237, παράγραφος 1, έχει διττό χαρακτήρα. Αφενός, η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περιέχουσα «δικονομικό κανόνα», καθώς δεν έχει ως σκοπό να ρυθμίσει την ισορροπία του συμβατικού δεσμού, ενώ επιπλέον απευθύνεται αποκλειστικά στον δικαστή, στον οποίο απόκειται να καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα τον διάδικο που ηττήθηκε κατά το ουσιώδες μέρος των αιτημάτων του. Αφετέρου, όμως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή εισάγει εθνικό κανόνα ενδοτικού δικαίου, δεδομένου ότι οι συμβαλλόμενοι δύνανται με συμφωνία τους να αποκλίνουν από τον νομοθετικό κανόνα προβλέποντας ότι, σε περίπτωση δικαστικής επίλυσης τυχόν διαφορών τους, ο ηττηθείς διάδικος θα υποχρεούται να πληρώσει το σύνολο των νομικών εξόδων στα οποία θα υποβληθεί ο αντισυμβαλλόμενός του, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων, ή, αντιθέτως, αποκλείοντας μια τέτοια υποχρέωση.
19 Επιπλέον, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι, σε περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι ο ηττηθείς διάδικος θα επιβαρυνθεί με το σύνολο των νομικών εξόδων του αντιδίκου του, το άρθρο 242, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας απονέμει στον δικαστή την εξουσία να μειώσει αυτεπαγγέλτως το ύψος των εξόδων αυτών.
20 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που προβλέπουν την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα συνάδει προς τον σκοπό της οδηγίας 93/13. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, εάν αναγνωριζόταν στον επαγγελματία η δυνατότητα να επωφεληθεί από τις διατάξεις αυτές μετά την ακύρωση της καταχρηστικής ρήτρας, τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει στη ματαίωση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία ως προς τη χρήση τέτοιων ρητρών, ενώ, αντιθέτως, η μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων θα μπορούσε να συνιστά κατάλληλη κύρωση κατά της εν λόγω συμπεριφοράς.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 8β της οδηγίας 93/13 την έννοια ότι, σε περίπτωση που ο πωλητής χρησιμοποιεί σε σύμβαση καταχρηστική ρήτρα περί δικαστικής δαπάνης και η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει μετά την κήρυξη της ακυρότητας της ρήτρας αυτής, αντιτίθενται στην καταδίκη του ηττηθέντος σε δίκη καταναλωτή στα δικαστικά έξοδα του επαγγελματία βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου από το οποίο απέκλινε η καταχρηστική ρήτρα περί δικαστικής δαπάνης εις βάρος του καταναλωτή;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
22 Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση η οποία να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Συναφώς, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και, ιδίως, από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, 83/78, EU:C:1978:214, σκέψη 26, και της 25ης Φεβρουαρίου 2025, Alphabet κ.λπ., C‑233/23, EU:C:2025:110, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Εν προκειμένω, όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 8β της οδηγίας 93/13, το οποίο μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα, είναι πράγματι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέψουν σύστημα κυρώσεων για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας. Ωστόσο, η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά την επιβολή στον διάδικο επαγγελματία προστίμου ή άλλης κύρωσης για τέτοια παράβαση και, συνεπώς, το άρθρο 8β της οδηγίας 93/13 δεν παρίσταται κρίσιμο για την επίλυσή της.
24 Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση που κριθεί καταχρηστική, και, συνεπώς, άκυρη, συμβατική ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των νομικών εξόδων στο πλαίσιο διαδικασίας που θα κινηθεί συνεπεία της εκ μέρους του αθέτησης των υποχρεώσεών του από σύμβαση μίσθωσης ή από τον νόμο, ενώ η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, απαγορεύεται να καταδικάζεται ο ηττηθείς σε δίκη μεταξύ των συμβαλλομένων καταναλωτής στα δικαστικά έξοδα του επαγγελματία, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου που ρυθμίζουν την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων.
25 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ιδίως δε το δεύτερο σκέλος της διάταξης αυτής, δεν έχει ως σκοπό την ακύρωση όλων των συμβάσεων που περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αλλά την αντικατάσταση της τυπικής ισορροπίας που ιδρύει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών με μια ουσιαστική ισορροπία, δυνάμενη να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα, με τη διευκρίνιση ότι η σύμβαση πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς άλλη μεταβολή πλην της προκύπτουσας από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών. Εάν η τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται, η σύμβαση μπορεί, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, να διατηρηθεί σε ισχύ κατά το μέτρο που, δυνάμει των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, η διατήρηση σε ισχύ της σύμβασης χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες είναι νομικώς εφικτή, στοιχείο το οποίο πρέπει να εξετάζεται βάσει αντικειμενικής προσέγγισης (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, GUPFINGER Einrichtungsstudio, C‑625/21, EU:C:2022:971, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Η κατ’ εξαίρεση δυνατότητα αντικατάστασης ακυρωθείσας καταχρηστικής ρήτρας με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου αφορά μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η απάλειψη της καταχρηστικής ρήτρας θα υποχρέωνε τον δικαστή να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, εκθέτοντας με τον τρόπο αυτόν τον καταναλωτή σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες, με αποτέλεσμα αυτός να περιάγεται σε δυσμενή θέση (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, GUPFINGER Einrichtungsstudio, C‑625/21, EU:C:2022:971, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Επομένως, στις περιπτώσεις που, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, η σύμβαση μπορεί να παραμείνει σε ισχύ μετά την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ρήτρες αυτές με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, GUPFINGER Einrichtungsstudio, C‑625/21, EU:C:2022:971, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Πράγματι, ο αποκλεισμός της δυνατότητας αντικατάστασης των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών κατατείνει, μέσω της διατήρησης του αποτρεπτικού αποτελέσματος το οποίο συνεπάγεται καθαυτή η μη εφαρμογή τέτοιων ρητρών, στην επίτευξη του μακροπρόθεσμου σκοπού του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13 να παύσει η χρήση καταχρηστικών ρητρών. Δικαιολογείται, δε, η ως άνω συνέπεια από τη φύση και τη σπουδαιότητα του δημοσίου συμφέροντος επί του οποίου στηρίζεται η παρεχόμενη στους καταναλωτές προστασία και προς εξυπηρέτηση του οποίου η οδηγία 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέρη την υποχρέωση θέσπισης κατάλληλων και αποτελεσματικών μέτρων προκειμένου να πάψει η χρήση καταχρηστικών ρητρών. Συνακόλουθα, ένας επαγγελματίας ο οποίος διατάραξε τη συμβατική ισορροπία μέσω της χρήσης καταχρηστικής ρήτρας δεν μπορεί να επικαλεστεί την αποκατάσταση της ισορροπίας αυτής προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες από την ακύρωση της ρήτρας (πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, GUPFINGER Einrichtungsstudio, C‑625/21, EU:C:2022:971, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Εκ των ανωτέρω έπεται ότι ένας επαγγελματίας ο οποίος επέβαλε στον καταναλωτή ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη από το εθνικό δικαστήριο δεν δικαιούται, σε περίπτωση που η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την εν λόγω ρήτρα, τη νόμιμη αποζημίωση την οποία προβλέπει εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου που θα είχε εφαρμογή αν δεν υφίστατο η εν λόγω ρήτρα (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, GUPFINGER Einrichtungsstudio, C‑625/21, EU:C:2022:971, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Όσον αφορά το ζήτημα ποιες εθνικές διατάξεις πρέπει να λογίζονται ως ενδοτικού δικαίου, από τη νομολογία προκύπτει ότι πρόκειται για τις διατάξεις που εφαρμόζονται κατ’ αρχήν ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Τράπεζα Πειραιώς, C‑243/20, EU:C:2021:1045, σκέψεις 30 και 36) και οι οποίες θεωρείται ότι απηχούν την ισορροπία που θέλησε να καθιερώσει ο εθνικός νομοθέτης μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε ορισμένες συμβάσεις για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συμβαλλόμενοι είτε δεν απέκλεισαν τον βασικό κανόνα τον οποίο έχει προβλέψει ο εθνικός νομοθέτης για τις οικείες συμβάσεις είτε επέλεξαν ρητώς τη δυνατότητα εφαρμογής κανόνα θεσπισθέντος από τον εθνικό νομοθέτη προς τούτο (αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2019, Dziubak, C‑260/18, EU:C:2019:819, σκέψη 60, και της 27ης Απριλίου 2023, AxFina Hungary, C‑705/21, EU:C:2023:352, σκέψη 54).
31 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι κανόνες του εθνικού δικαίου σχετικά με την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων, όπως είναι το άρθρο 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, καθώς και οι κανόνες που προβλέπουν την εφαρμογή πίνακα με τα ανώτατα όρια των εξόδων αυτών, μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανόνες ενδοτικού δικαίου κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη.
32 Συναφώς, μολονότι απόκειται εν τέλει στο αιτούν δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, να κρίνει αν μια τέτοια διάταξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου», το Δικαστήριο, καλούμενο να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, είναι αρμόδιο να του παράσχει, με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης της κύριας δίκης και τις γραπτές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Cilevičs κ.λπ., C‑391/20, EU:C:2022:638, σκέψεις 72 και 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας δεν ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ συμβαλλομένων μερών ούτε απηχεί την ισορροπία που θέλησε να καθιερώσει ο εθνικός νομοθέτης μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε ορισμένες συμβάσεις, αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή όταν αυτός καλείται να αποφανθεί επί της κατανομής των δικαστικών εξόδων στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς.
34 Από την ίδια αίτηση προκύπτει επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια ακολουθούν κατά τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων «πίνακα αποδοτέων δικηγορικών αμοιβών» με τα ανώτατα όρια της δικηγορικής αμοιβής που μπορεί να υποχρεωθεί να αποδώσει ο ηττηθείς διάδικος και, επομένως, το επιδικαζόμενο στον νικήσαντα διάδικο ποσό ενδέχεται να είναι χαμηλότερο από το ποσό της αμοιβής που εκείνος είχε συμφωνήσει με τον δικηγόρο του.
35 Περαιτέρω, σύμφωνα με την αίτηση, το άρθρο 242, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας αναγνωρίζει στον εθνικό δικαστή την εξουσία να μειώσει αυτεπαγγέλτως το ύψος των συμβατικώς καθορισθέντων νομικών εξόδων.
36 Μολονότι το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι οι συμβαλλόμενοι δύνανται με συμφωνία τους να αποκλίνουν από τον κανόνα του άρθρου 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, γεγονός πάντως είναι ότι, όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, όταν μια συμβατική ρήτρα προβλέπουσα τέτοια απόκλιση κρίνεται καταχρηστική και, συνακόλουθα, ακυρώνεται, η εφαρμογή της διάταξης αυτής θα είχε ως συνέπεια την επαναφορά της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου να προβεί στην κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων με βάση το ανώτατο όριο της αποδοτέας δικηγορικής αμοιβής, όπως αυτό απορρέει από τον οικείο πίνακα.
37 Μια τέτοια συνέπεια φαίνεται να συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία συμβατική ρήτρα που έχει κριθεί καταχρηστική πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρείται ως ουδέποτε υπάρξασα και, επομένως, μη δυνάμενη να παραγάγει αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή, κατά τρόπον ώστε η αναγνώριση, με δικαστική απόφαση, του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας να πρέπει κατ’ αρχήν να συνεπάγεται την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής αν αυτή δεν υπήρχε [πρβλ. αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2025, Banco Santander, C‑230/24, EU:C:2025:177, σκέψη 29, και της 30ής Απριλίου 2025, AxFina Hungary (Διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως), C‑630/23, EU:C:2025:302, σκέψη 45].
38 Επομένως, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι το άρθρο 237, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας και οι κανόνες σχετικά με την εφαρμογή του προαναφερθέντος πίνακα δεν αποτελούν εθνικές διατάξεις ενδοτικού δικαίου κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, καθόσον δεν αποσκοπούν στη διαφύλαξη της ισορροπίας που θέλησε να καθιερώσει ο εθνικός νομοθέτης μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών μιας σύμβασης.
39 Συμπερασματικά, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, όπως έχουν ερμηνευτεί στη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 25 έως 30 της παρούσας αποφάσεως, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή, από εθνικό δικαστήριο, ρύθμισης του εθνικού δικαίου περί κατανομής και καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
40 Δεν πρέπει, πάντως, να λησμονείται ότι, κατά πάγια νομολογία, η κατανομή των εξόδων ένδικης διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 46, και της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, αρκεί να επισημανθεί ότι κανένα στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με την αρχή αυτή των εθνικών κανόνων που διέπουν την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων.
42 Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως ότι, καίτοι η αρχή αυτή δεν απαγορεύει, εν γένει, να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με ορισμένα δικαστικά έξοδα όταν ασκεί αγωγή με αίτημα τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι η οδηγία 93/13 παρέχει στον καταναλωτή το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου προκειμένου να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας και να αποκλειστεί η εφαρμογή της, δικαίωμα του οποίου πρέπει να διαφυλάσσεται η αποτελεσματικότητα. Επομένως, το καθεστώς κατανομής των δικαστικών εξόδων μιας τέτοιας διαδικασίας δεν πρέπει να αποθαρρύνει τον καταναλωτή από την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματός του (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 48, και της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Το Δικαστήριο έχει επισημάνει, ειδικότερα, ότι δικονομικές ρυθμίσεις που επιβαρύνουν τον καταναλωτή με υπερβολικά υψηλό κόστος ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα αυτός να αποθαρρυνθεί από το να προσφύγει στη δικαιοσύνη λόγω των εξόδων που μια τέτοια προσφυγή θα συνεπαγόταν σε σύγκριση με το διεκδικούμενο ποσό, ή και από το να αντιδράσει αποτελεσματικά για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο προσέφυγε ο επαγγελματίας (απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Caixabank, C‑385/20, EU:C:2022:278, σκέψη 54).
44 Στην υπό κρίση υπόθεση, οι εθνικές ρυθμίσεις σχετικά με την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων προβλέπουν, προς διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αφενός, πίνακα με ανώτατα όρια στα ποσά των δικαστικών εξόδων με τα οποία μπορεί να επιβαρυνθεί ο ηττηθείς διάδικος και, αφετέρου, την αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα του δικαστηρίου να μειώσει το ποσό των νομικών εξόδων. Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις παρέχουν στα εθνικά δικαστήρια την ευχέρεια να μην καταδικάσουν τον καταναλωτή σε υπερβολικά υψηλά νομικά έξοδα που θα τον απέτρεπαν από το να προσφύγει στη δικαιοσύνη ή να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του, είναι δε, ως εκ τούτου, σύμφωνες προς την αρχή της αποτελεσματικότητας.
45 Στον βαθμό που το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν οι εθνικές ρυθμίσεις περί κατανομής και καθορισμού των δικαστικών εξόδων είναι συμβατές προς τον σκοπό της οδηγίας 93/13 ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή των επαγγελματιών από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτουν με καταναλωτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν υπονομεύουν τον σχετικό σκοπό, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η εφαρμογή τους δεν θα συνεπαγόταν την υποχρέωση του καταναλωτή να αποδώσει στον επαγγελματία το σύνολο των νομικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο τελευταίος, κατά τα προβλεπόμενα στη συμβατική ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική, αλλά μέρος μόνον των εξόδων αυτών, βάσει των ανωτάτων ορίων του «πίνακα αποδοτέων δικηγορικών αμοιβών» και, ενδεχομένως, κατόπιν αυτεπάγγελτης μείωσής τους από το δικαστήριο.
46 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση που κριθεί καταχρηστική, και, συνεπώς, άκυρη, συμβατική ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των νομικών εξόδων στο πλαίσιο διαδικασίας που θα κινηθεί συνεπεία της εκ μέρους του αθέτησης οποιαδήποτε υποχρέωσής του από σύμβαση μίσθωσης ή από τον νόμο, ενώ η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, δεν απαγορεύεται να καταδικαστεί ο ηττηθείς σε δίκη μεταξύ των συμβαλλομένων καταναλωτής στα δικαστικά έξοδα του επαγγελματία, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου που ρυθμίζουν την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας,
έχουν την έννοια ότι:
σε περίπτωση που κριθεί καταχρηστική, και, συνεπώς, άκυρη, συμβατική ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των νομικών εξόδων στο πλαίσιο διαδικασίας που θα κινηθεί συνεπεία της εκ μέρους του αθέτησης οποιαδήποτε υποχρέωσής του από σύμβαση μίσθωσης ή από τον νόμο, ενώ η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, δεν απαγορεύεται να καταδικαστεί ο ηττηθείς σε δίκη μεταξύ των συμβαλλομένων καταναλωτής στα δικαστικά έξοδα του επαγγελματία, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου που ρυθμίζουν την κατανομή και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων.
