Η ίδρυση του Ινστιτούτου Νομικής Επιμόρφωσης και ο ρόλος του – Κλιμακούμενο γραμμάτιο στα συμβόλαια και κατοχύρωση των έμμισθων δικηγόρων – Όλες οι λεπτομέρειες του νομοσχεδίου
Της Γιώτας Τέσση
Αύριο, Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2026, αναμένεται να συζητηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο το νέο, ολοκληρωμένο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον Κώδικα Δικηγόρων. Στόχος της πολιτικής ηγεσίας και των θεσμικών φορέων του δικηγορικού σώματος είναι, εφόσον κυλήσουν όλα ομαλά, το νομοσχέδιο να έχει ψηφιστεί και να αποτελέσει νόμο του κράτους έως το τέλος του έτους.
Το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο αποτελεί καρπό εντατικής και πολύμηνης προετοιμασίας. Η ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο του 2024 και οι εργασίες της, με προεδρεύοντα τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα, διήρκεσαν περίπου δύο χρόνια. Το πλαίσιο που τέθηκε εξ αρχής από το Υπουργείο ήταν η επίτευξη απόλυτης συμφωνίας στο σύνολο των διατάξεων. Ως εκ τούτου, το τελικό κείμενο, που εγκρίθηκε από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων κατά την πρόσφατη συνεδρίαση στη Σύρο, ενσωματώνει σχεδόν στο σύνολό του (περίπου σε ποσοστό 95%) τις προτάσεις και τα πάγια αιτήματα του δικηγορικού σώματος.
Κώδικας Δικηγόρων: Το Ινστιτούτο Νομικής Επιμόρφωσης
Μία από τις μεγαλύτερες θεσμικές τομές του νέου Κώδικα είναι η ίδρυση και λειτουργία του Ινστιτούτου Νομικής Επιμόρφωσης, το οποίο σχεδιάζεται ως ανεξάρτητη εκπαιδευτική μονάδα χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά θα τελεί υπό την αιγίδα και τη διοικητική εποπτεία της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Το Ινστιτούτο θα διοικείται από επταμελές Συμβούλιο, στο οποίο θα μετέχουν το Προεδρείο της Ολομέλειας, οι Κοσμήτορες των Νομικών Σχολών της χώρας και ο Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, ενώ θα διαθέτει δικό του Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων για τη διαχείριση εθνικών, ευρωπαϊκών και ιδιωτικών πόρων. Στο σημείο αυτό, η Ολομέλεια διεκδικεί να συμμετέχουν στο Συμβούλιο διοίκησης του Ινστιτούτου και τα πέντε μέλη του Προεδρείου της.
Το Ινστιτούτο αποκτά κομβικό ρόλο σε όλα τα στάδια της επαγγελματικής ζωής ενός νομικού. Συγκεκριμένα, αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την εποπτεία και τον συντονισμό της 18μηνης άσκησης των υποψηφίων, οργανώνοντας την υποχρεωτική βασική θεωρητική κατάρτισηκατά το πρώτο εξάμηνο. Η εκπαίδευση αυτή εστιάζει αποκλειστικά στην επαγγελματική δεοντολογία, τη σύνταξη δικογράφων, τις μεθόδους εναλλακτικής επίλυσης διαφορών και τη διαχείριση δικηγορικού γραφείου, αποφεύγοντας την επανάληψη των ακαδημαϊκών μαθημάτων της Νομικής Σχολής.
Επτάωρη ημερήσια απασχόληση ασκούμενων
Στο πλαίσιο αυτό, το νομοσχέδιο ρυθμίζει λεπτομερώς τα εργασιακά ζητήματα των ασκουμένων, ορίζοντας ότι ο ασκούμενος δικηγόρος παρέχει επικουρικό έργο με ημερήσια απασχόληση που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες, ενώ προβλέπονται ρητά ειδικές διευκολύνσεις για όσους φοιτούν σε μεταπτυχιακά προγράμματα, καθώς και χορήγηση κανονικής και αναρρωτικής άδειας αντίστοιχης με εκείνη των υπαλλήλων στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, το Ινστιτούτο σχεδιάζει και υλοποιεί τα ειδικά σεμινάρια επιμόρφωσης που καθιστώνται πλέον υποχρεωτική προϋπόθεση για τη βαθμολογική εξέλιξη και προαγωγή των δικηγόρων προς τα Εφετεία και τα Ανώτατα Δικαστήρια, ενώ λειτουργεί ως κρίσιμη υποδομή για τη συνεχή προσαρμογή του επαγγέλματος στις σύγχρονες απαιτήσεις, ενσωματώνοντας προγράμματα κατάρτισης γύρω από τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και τις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης στη νομική πρακτική.
Εξετάσεις σε πανελλαδικό επίπεδο
Μετά την ολοκλήρωση της 18μηνης άσκησης, οι υποψήφιοι δικηγόροι εξετάζονται σε πανελλαδικό επίπεδο, ταυτόχρονα σε όλες τις έδρες των Εφετείων. Την κεντρική ευθύνη και εποπτεία της διεξαγωγής έχει μια εξαιρετικά πολυσυλλεκτική και υψηλού κύρους ανεξάρτητη Επιτροπή Εξετάσεων, στην οποία προβλέπεται μια πολύ συγκεκριμένη σύνθεση που αναδεικνύει το ιδιαίτερο βάρος που δίνεται στις εξετάσεις: προεδρεύει εναλλάξ ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ ως μέλη συμμετέχουν ο άλλος Αντιπρόεδρος, ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο αρχαιότερος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τρεις Καθηγητές πρώτης βαθμίδας που εκλέγονται από τις Νομικές Σχολές της χώρας και τέσσερα μέλη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων.
Παράσταση δικηγόρων στα συμβόλαια με κλιμακούμενο γραμμάτιο
Ξεχωριστό ενδιαφέρον και τεράστια σημασία έχει η νομοθετική πρόβλεψη για την επαναφορά της παράστασης δικηγόρου στα συμβόλαια, ικανοποιώντας ένα διαχρονικό και πάγιο αίτημα του δικηγορικού σώματος και ενισχύοντας τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πολιτών. Σε αντίθεση με το παλαιότερο καθεστώς που ίσχυε έως το 2012, όπου υπήρχε υποχρεωτική παράσταση για πωλητή και αγοραστή με αμοιβές βασισμένες σε ποσοστό επί της συνολικής αξίας του ακινήτου, το νέο πλαίσιο διαμορφώνεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Η υποχρεωτική παράσταση αφορά πλέον τόσο τις εμπράγματες όσο και τις ενοχικές δικαιοπραξίες, όπως συμβάσεις δανείων ή leasing, που έχουν συνολικό οικονομικό αντικείμενο άνω των 50.000 ευρώ, με εξαίρεση την εξάλειψη υποθηκών και προσημειώσεων. Η παρουσία και η σύμπραξη του δικηγόρου συνδέονται πλέον άρρηκτα με την έκδοση ειδικού, κυμαινόμενου γραμματίου προκαταβολής.
Το ύψος του γραμματίου αυτού (που θα καθοριστεί επακριβώς στο υπουργικό συμβούλιο) διαμορφώνεται κλιμακωτά ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της συναλλαγής, διακρινόμενο σε κλίμακες από 50.000 έως 500.000 ευρώ, από 500.000 έως 1,5 εκατομμύριο ευρώ, και για αξίες άνω του 1,5 εκατομμυρίου. Μέσω της ελάχιστης αυτής αμοιβής και του υποχρεωτικού νομικού ελέγχου των όρων, επιδιώκεται αφενός η ουσιαστική οικονομική και θεσμική ενίσχυση του δικηγορικού σώματος, λειτουργώντας ως ασπίδα για τον επαγγελματία, και αφετέρου η απόλυτη διασφάλιση των δικαιωμάτων, της ασφάλειας δικαίου και των συμφερόντων των πολιτών που συναλλάσσονται.
Προαγωγές δικηγόρων
Πέραν των ανωτέρω, το νομοσχέδιο ρυθμίζει μια σειρά από κρίσιμους τομείς. Για την προαγωγή δικηγόρων σε παρ’ εφέταις απαιτούνται τετραετής ευδόκιμη άσκηση, τουλάχιστον πέντε παραστάσεις σε ποινικά, διοικητικά ή πολιτικά πρωτοδικεία και παρακολούθηση των σεμιναρίων του Ινστιτούτου. Αντίστοιχα, για την προαγωγή σε Άρειο Πάγο ή Συμβούλιο της Επικρατείας απαιτούνται τουλάχιστον δέκα παραστάσεις σε εφετεία, τετραετής θητεία και εξειδικευμένα σεμινάρια. Στο ζήτημα αυτό, η Ολομέλεια έχει διατυπώσει την πάγια παρατήρησή της, ζητώντας οι προαγωγές των δικηγόρων να αποφασίζονται από τα Διοικητικά Συμβούλια των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης και όχι από το Ινστιτούτο.
Μαχητό τεκμήριο για έμμισθους
Αποκαθίσταται επιπλέον μια εκκρεμότητα περίπου 15 ετών σχετικά με τον ρόλο των έμμισθων δικηγόρων, καθώς κατοχυρώνεται μαχητό τεκμήριο σύμβασης έμμισθης εντολής επί σταθερής περιοδικής αμοιβής, θεσπίζονται αυστηρές εγγυήσεις προστασίας, ενώ προβλέπεται ρητά ότι όπου υφίσταται οργανωμένη νομική υπηρεσία σε φορείς, προϊστάμενός της μπορεί να είναι αποκλειστικά δικηγόρος.
Στο πεδίο των δικηγορικών εταιρειών, εισάγονται σύγχρονες διατάξεις για εταιρικούς μετασχηματισμούς, όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, ενισχύεται η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ολομέλειας ως επίσημου νομικού συμβούλου της Πολιτείας και ενσωματώνεται νομοθετικά το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα.
Τι προβλέπει το νέο πειθαρχικό
Τέλος, δημιουργείται ένα αυστηρότερο πειθαρχικό πλαίσιο για τους δικηγόρους. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, η πειθαρχική δίκη είναι πλήρως αυτοτελής και ανεξάρτητη, ενώ η ποινική διαδικασία δεν την αναστέλλει, εκτός εάν αφορά βαριά κακουργήματα ή συγκεκριμένα αδικήματα του άρθρου 6 παρ. 4, όπου το πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να διατάξει αναστολή. Καθιερώνεται η αρχή ότι κανένας δικηγόρος δεν διώκεται δύο φορές για το ίδιο παράπτωμα, ενώ σε περίπτωση διαδοχικών νόμων εφαρμόζεται πάντα η ευμενέστερη διάταξη για τον διωκόμενο.
Τα πειθαρχικά παραπτώματα τυποποιούνται σαφώς και αφορούν υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις που αντίκεινται στο Σύνταγμα, τους νόμους, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον Κώδικα Δικηγόρων, τους κώδικες δεοντολογίας και τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων, θίγοντας το κύρος του λειτουργήματος ή εκδηλώνοντας συναλλακτική ασυνέπεια και εκμετάλλευση της απειρίας των πολιτών. Τα παραπτώματα παραγράφονται στα πέντε έτη, με δυνατότητα αναστολής ή διακοπής υπό προϋποθέσεις, ενώ η πειθαρχική δικαιοδοσία ασκείται σε πρώτο βαθμό από τα πενταμελή Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια που εδρεύουν σε κάθε πολιτικό Εφετείο και σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο που εδρεύει στον Άρειο Πάγο.
Ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, αυτές περιλαμβάνουν σύσταση, επίπληξη, πρόστιμο από 500 έως 10.000 ευρώ (το οποίο μπορεί να επιβληθεί και σωρευτικά με την επίπληξη), προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δώδεκα μήνες και οριστική παύση σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις. Η οριστική παύση επιβάλλεται όταν οι συνθήκες μαρτυρούν έλλειψη συναίσθησης των βασικών υποχρεώσεων ή σοβαρή προσβολή του κύρους του σώματος, ενώ τεκμαίρεται αμάχητα σε περιπτώσεις αμετάκλητης καταδίκης για κακούργημα ή πλημμέληματα του άρθρου 6 παρ. 4, καθώς και σε υποτροπή με ποινή προσωρινής παύσης ενός έτους εντός τριετίας. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται αποκλειστικά από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της εφετειακής έδρας κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, εξασφαλίζοντας διαφάνεια, δίκαιη δίκη και πλήρη προστασία των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ελεγχόμενου δικηγόρου.
