ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 24ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Άρθρο 19 – Έννοια του όρου “αγωγή ακύρωσης γάμου” – Άρθρο 63 – Συνθήκη συναφθείσα μεταξύ της Αγίας Έδρας και κράτους μέλους – Γάμος που τελέσθηκε σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο – Πολιτικό δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο έχει επιληφθεί αγωγής διαζυγίου – Πολιτικό δικαστήριο άλλου κράτους μέλους το οποίο έχει επιληφθεί αίτησης για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών απόφασης ακύρωσης του εν λόγω γάμου, η οποία εκδόθηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο »
Στην υπόθεση C‑190/25 [Zelabrich] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Stuttgart (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Στουτγάρδης, Γερμανία) με απόφαση της 4ης Μαρτίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Μαρτίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
LS
κατά
GT,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), S. Rodin, N. Piçarra και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: E. Sartori, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο GT, εκπροσωπούμενος από την A. Groeneveld, Rechtsanwältin,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis, τον M. Acedo-Rico Montiel και την P. Pérez Zapico,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την F. Subrani, avvocato dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την B. Ernst και τον S. Noë,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (ΕΕ 2003, L 338, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2116/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 367, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 2201/2003).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της LS που έχει ρωσική ιθαγένεια και του GT που έχει γερμανική και ιταλική ιθαγένεια, σχετικά με διαδικασία διαζυγίου που κίνησε ο GT κατά της LS.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3 Το κονκορδάτο του Λατερανού, το οποίο συνήφθη στις 11 Φεβρουαρίου 1929 μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, τροποποιήθηκε με συμφωνία μεταξύ των δύο αυτών συμβαλλομένων μερών η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 18 Φεβρουαρίου 1984 (στο εξής: κονκορδάτο του Λατερανού, όπως έχει τροποποιηθεί).
4 Το άρθρο 2 του κονκορδάτου του Λατερανού, το οποίο επιγράφεται «Ποιμενική ελευθερία», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η Ιταλική Δημοκρατία αναγνωρίζει στην Καθολική Εκκλησία την πλήρη ελευθερία να αναπτύσσει την ποιμενική, εκπαιδευτική και φιλανθρωπική αποστολή της, να κηρύσσει το ευαγγέλιο και να τελεί τα ιερά μυστήρια. Της διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία […] να ασκεί τη δικαιοδοσία της επί εκκλησιαστικών υποθέσεων.»
5 Το άρθρο 8 του κονκορδάτου του Λατερανού, το οποίο επιγράφεται «Γάμος», ορίζει τα εξής:
«1. Αναγνωρίζονται οι αστικές συνέπειες των γάμων που τελούνται συμφώνως προς τις διατάξεις του κανονικού δικαίου, υπό τον όρο ότι, μετά τη δημοσίευση στο δημαρχείο, ο γάμος καταχωρίζεται στα ληξιαρχικά βιβλία. Αμέσως μετά την τελετή, ο ιερέας ή ο εκπρόσωπός του εκθέτει στους συζύγους τις αστικές συνέπειες του γάμου γνωστοποιώντας τα άρθρα του codice civile [(αστικού κώδικα)] που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συζύγων. Εν συνεχεία, ο ιερέας ή ο εκπρόσωπός του συντάσσει, εις διπλούν, την πράξη γάμου, στην οποία μπορούν να περιληφθούν τυχόν δηλώσεις των συζύγων δυνάμει του αστικού δικαίου.
[…]
2. Οι αποφάσεις ακύρωσης γάμου που εκδίδονται από εκκλησιαστικά δικαστήρια και περιβάλλονται τον εκτελεστήριο τύπο από το ανώτερο ελεγκτικό εκκλησιαστικό όργανο, παράγουν τα αποτελέσματά τους στην Ιταλία, κατόπιν αιτήσεως αμφοτέρων ή ενός εκ των διαδίκων, με απόφαση του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία corte d’appello [(εφετείου, Ιταλία)], όταν το δικαστήριο αυτό διαπιστώνει ότι:
a) το εκκλησιαστικό δικαστήριο διέθετε διεθνή δικαιοδοσία για να επιληφθεί της υπόθεσης καθότι επρόκειτο περί γάμου τελεσθέντος συμφώνως προς τις προϋποθέσεις που ορίζει το παρόν άρθρο·
b) κατά τη διαδικασία ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου διασφαλίστηκε το δικαίωμα παράστασης και άμυνας των διαδίκων συμφώνως προς τις θεμελιώδεις αρχές του ιταλικού δικαίου· και
c) πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η ιταλική νομοθεσία ώστε οι αλλοδαπές αποφάσεις να παραγάγουν αποτελέσματα.
Το corte d’appello [(εφετείο)] δύναται, με την απόφαση που προορίζεται να καταστήσει εκτελεστή την απόφαση εκκλησιαστικού δικαστηρίου, να λάβει προσωρινά οικονομικά μέτρα υπέρ ενός εκ των συζύγων των οποίων ο γάμος ακυρώθηκε, παραπέμποντας τους διαδίκους στο έχον διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση δικαστήριο.
[…]»
Το δίκαιο της Ένωσης
6 Η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 2201/2003 είχε ως εξής:
«Όσον αφορά τις αποφάσεις διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στη λύση του συζυγικού δεσμού και δεν θα πρέπει να επηρεάζει θέματα όπως οι λόγοι του διαζυγίου, οι περιουσιακές συνέπειες του γάμου ή άλλα συναφή ζητήματα.»
7 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγραφόταν «Πεδίο εφαρμογής»:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν:
α) το διαζύγιο, το δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση του γάμου των συζύγων·
[…]
3. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:
[…]
ε) στις υποχρεώσεις διατροφής·
[…]».
8 Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγραφόταν «Γενική δικαιοδοσία», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
α) στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται:
– η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή
– η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, ή
– η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή
– σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή
– η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή
– η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι είτε υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους ή, στην περίπτωση […] της Ιρλανδίας, έχει εκεί “domicile”·
β) της ιθαγένειας των δύο συζύγων ή, στην περίπτωση […] της Ιρλανδίας, του “domicile” των δύο συζύγων.»
9 Το άρθρο 19 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο επιγραφόταν «Εκκρεμοδικία και συναφείς αγωγές», όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Αν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.»
10 Το κεφάλαιο III του ως άνω κανονισμού, το οποίο επιγραφόταν «Αναγνώριση και εκτέλεση», περιείχε πλείονα τμήματα, μεταξύ των οποίων και το τμήμα 1 που έφερε τον τίτλο «Αναγνώριση». Το τμήμα αυτό περιλάμβανε ένα σύνολο διατάξεων που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση, στα άλλα κράτη μέλη, αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου εκδοθείσας σε κράτος μέλος καθώς και τους λόγους μη αναγνώρισης μιας τέτοιας αποφάσεως.
11 Το άρθρο 63 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγραφόταν «Συνθήκες με την Αγία Έδρα», είχε ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη διεθνή συμφωνία (Concordat) μεταξύ της Αγίας Έδρας και της [Πορτογαλικής Δημοκρατίας], που υπεγράφη στην Πόλη του Βατικανού στις 7 Μαΐου 1940.
2. Κάθε απόφαση σχετικά με ελαττωματικό γάμο η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη υπό τους όρους του κεφαλαίου III τμήμα 1.
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης στις ακόλουθες διεθνείς συμφωνίες (Concordats) με την Αγία Έδρα:
α) συνθήκη του Λατερανού (Concordato lateranense) της 11ης Φεβρουαρίου 1929 μεταξύ της [Ιταλικής Δημοκρατίας] και της Αγίας Έδρας, όπως τροποποιήθηκε από τη συμφωνία και το πρόσθετο πρωτόκολλό της που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 18 Φεβρουαρίου 1984·
β) συμφωνία μεταξύ της Αγίας Έδρας και [του Βασιλείου της Ισπανίας] περί νομικών υποθέσεων, της 3ης Ιανουαρίου 1979·
γ) η συμφωνία της 3ης Φεβρουαρίου 1993 μεταξύ της [Δημοκρατίας της Μάλτας] και της Αγίας Έδρας για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών στους καθολικούς θρησκευτικούς γάμους και στις αποφάσεις των εκκλησιαστικών αρχών και δικαστηρίων για τους γάμους αυτούς, μαζί με το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 6ης Ιανουαρίου 1995.
4. Η αναγνώριση στην Ιταλία, την Ισπανία ή τη Μάλτα των αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 μπορεί να υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες και στους ίδιους ελέγχους που ισχύουν για τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες με την Αγία Έδρα τις οποίες μνημονεύει η παράγραφος 3.
[…]»
12 Ο κανονισμός 2201/2003 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (ΕΕ 2019, L 178, σ. 1), ο οποίος εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2022. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του κανονισμού 2201/2003.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Ο GT, που έχει γερμανική και ιταλική ιθαγένεια, και η LS, που έχει ρωσική ιθαγένεια, οι οποίοι έχουν αμφότεροι τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία, συνήψαν στις 16 Ιουνίου 2017 γάμο σε εκκλησία της Νάπολης (Ιταλία) (στο εξής: θρησκευτικός γάμος). Την ίδια ημέρα ο γάμος τους καταχωρίστηκε στο ληξιαρχείο της πόλης αυτής.
14 Στις 25 Ιανουαρίου 2022 ο GT άσκησε ενώπιον του Amtsgericht Stuttgart (ειρηνοδικείου Στουτγάρδης, Γερμανία) αγωγή διαζυγίου. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το εν λόγω δικαστήριο καλείται επίσης να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως για την αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και, κατόπιν αιτήματος της LS, για ενδεχόμενη χορήγηση διατροφής μετά τη λύση του γάμου.
15 Στις 22 Ιουλίου 2022 ο GT άσκησε ενώπιον του Tribunale Eclesiastico Interdiocesano di Napoli (διεπισκοπικού εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Νάπολης, Ιταλία) αγωγή ακύρωσης του θρησκευτικού γάμου. Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2024, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την αγωγή. Στις 27 Μαΐου 2024 η εν λόγω αμετάκλητη απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή από το Supremo Tribunale della Segnatura Apostolica (Ανώτατο Αποστολικό Δικαστήριο, Ιταλία).
16 Το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης, Ιταλία), το οποίο επιλήφθηκε στις 31 Ιουλίου 2024 αιτήσεως για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών της αμετάκλητης και εκτελεστής απόφασης ακύρωσης του θρησκευτικού γάμου από το Tribunale Ecclesiastico Interdiocesano di Napoli (διεπισκοπικό εκκλησιαστικό δικαστήριο της Νάπολης, Ιταλία), δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής.
17 Με διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2024, το Amtsgericht Stuttgart (ειρηνοδικείο Στουτγάρδης) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία επί της αγωγής διαζυγίου και επί των παρεπόμενων αιτημάτων που αφορούν τις περιουσιακές συνέπειες του διαζυγίου. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, εάν το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης) δεχθεί την αίτηση αναγνώρισης των αστικών συνεπειών της εκκλησιαστικής απόφασης ακύρωσης του θρησκευτικού γάμου, η εκκρεμής ενώπιόν του διαδικασία διαζυγίου θα καταστεί άνευ αντικειμένου.
18 Στις 4 Δεκεμβρίου 2024 η LS άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Stuttgart (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Στουτγάρδης, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας δεν υπέχει το Amtsgericht Stuttgart (ειρηνοδικείο Στουτγάρδης), αλλά το ιταλικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αιτήσεως για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών της εκκλησιαστικής απόφασης ακύρωσης του θρησκευτικού γάμου.
19 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του Corte d’appello di Napoli (εφετείου Νάπολης) με αντικείμενο την αναγνώριση των αστικών συνεπειών της εκκλησιαστικής αυτής αποφάσεως εμπίπτει στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», η οποία μπορεί να δημιουργήσει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003. Σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν οι συνέπειες της υπάρξεως τέτοιας εκκρεμοδικίας.
20 Κατά το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια διαδικασία εμπίπτει στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», κατά τη διάταξη αυτή και, ως εκ τούτο, το ιταλικό δικαστήριο, το οποίο επελήφθη δεύτερο της διαφοράς, υποχρεούται κατ’ αρχήν να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.
21 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, ωστόσο, ότι μια τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε να προκαλέσει δυσχέρειες, δεδομένου ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το γερμανικό δικαστήριο θα έπρεπε, ενδεχομένως, να εξετάσει παρεμπιπτόντως την εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας αναγνώριση της ακύρωσης του θρησκευτικού γάμου από εκκλησιαστικό δικαστήριο, μολονότι δεν υφίσταται καμία σχετική συμφωνία μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που να διέπει την αναγνώριση εκκλησιαστικής αποφάσεως.
22 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, λαμβανομένων επίσης υπόψη των περιουσιακών συνεπειών που μπορούν να προκύψουν από την ακύρωση γάμου, οι οποίες διαφέρουν από τις συνέπειες που συνδέονται με διαδικασία διαζυγίου, με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, τα γερμανικά δικαστήρια μπορούν εντούτοις να αποφασίσουν να αναστείλουν τη διαδικασία, μολονότι έχουν, δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, διεθνή δικαιοδοσία κατά προτεραιότητα.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Stuttgart (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Στουτγάρδης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί η ιταλική διαδικασία αναγνώρισης [εκκλησιαστικής απόφασης] ενώπιον του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία [ιταλικού δικαστηρίου] σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, [του κονκορδάτου του Λατερανού] διαδικασία ακύρωσης γάμου κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού [2201/2003];
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: Επιτρέπεται σε [δικαστήριο άλλου κράτους μέλους], το οποίο επελήφθη πρώτο της έκδοσης διαζυγίου, να αναστείλει τη διαδικασία δυνάμει των εθνικών διατάξεων, αντιθέτως προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού [2201/2003], υπέρ του δικαστηρίου που επελήφθη δεύτερο, το οποίο καλείται να αποφανθεί επί διαδικασίας αναγνώρισης εκκλησιαστικής απόφασης;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», κατά τη διάταξη αυτή, εμπίπτει διαδικασία η οποία έχει κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, όταν η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει διεθνούς συνθήκης προβλεπόμενης στο άρθρο 63 του κανονισμού αυτού, η οποία συνήφθη μεταξύ της Αγίας Έδρας και του εν λόγω κράτους μέλους.
25 Προκαταρκτικώς, πρέπει, πρώτον, να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2201/2003, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 8 του κανονισμού αυτού, τα ζητήματα που συνδέονται με τις περιουσιακές συνέπειες του γάμου όπως, μεταξύ άλλων, με τις υποχρεώσεις διατροφής εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
26 Αντιθέτως, τα ζητήματα αυτά ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης, ήτοι του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1103 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2016, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε ζητήματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (ΕΕ 2016, L 183, σ. 1), ή του κανονισμού (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ 2009, L 7, σ. 1).
27 Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως τις διαφορές που ενδέχεται να υφίστανται μεταξύ των περιουσιακών συνεπειών ενός διαζυγίου και εκείνων που απορρέουν από την ακύρωση του γάμου. Εντούτοις, οι εκτιμήσεις αυτές εκτίθενται μόνο για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν, ελλείψει περαιτέρω σχετικών διευκρινίσεων εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, την ερμηνεία άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης πέραν του κανονισμού αυτού.
28 Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 63 του κανονισμού 2201/2003, η εφαρμογή του κανονισμού αυτού στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών δεν θίγει τις Συνθήκες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Αγίας Έδρας, αφενός, και ορισμένων κρατών μελών, ήτοι του Βασιλείου της Ισπανίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, αφετέρου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το κονκορδάτο του Λατερανού.
29 Το κονκορδάτο του Λατερανού διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ιταλικής Δημοκρατίας. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συνθήκης αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζει και εξασφαλίζει στην Καθολική Εκκλησία, μεταξύ άλλων, την ελευθερία να ασκεί τη δικαιοδοσία της σε εκκλησιαστικές υποθέσεις.
30 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω Συνθήκης, αναγνωρίζονται οι αστικές συνέπειες των γάμων που τελούνται συμφώνως προς τις διατάξεις του κανονικού δικαίου, υπό τον όρο ότι, μετά τη δημοσίευση στο δημαρχείο, ο γάμος καταχωρίζεται στα ληξιαρχικά βιβλία.
31 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της ίδιας Συνθήκης προβλέπει ότι, κατόπιν αιτήσεως αμφοτέρων των διαδίκων ή ενός εξ αυτών, οι αποφάσεις περί ακυρώσεως γάμου που εκδίδονται από εκκλησιαστικά δικαστήρια και περιβάλλονται τον εκτελεστήριο τύπο από το ανώτερο εκκλησιαστικό όργανο, παράγουν τα αστικά έννομα αποτελέσματά τους στην Ιταλία με απόφαση του αρμόδιου εφετείου, υπό την προϋπόθεση, πρώτον, ότι το εκκλησιαστικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ακυρώσεως, δεύτερον, κατά τη διαδικασία ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου διασφαλίστηκε το δικαίωμα παράστασης και άμυνας των διαδίκων συμφώνως προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιταλικής έννομης τάξης και, τρίτον, πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η ιταλική νομοθεσία ώστε οι αλλοδαπές αποφάσεις να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα.
32 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της διατάξεως αυτής, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με την πράξη της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 27ης Νοεμβρίου 2025, Manuel Costa Filhos, C‑643/24, EU:C:2025:923, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, παρατηρείται ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις αγωγές διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που ασκούνται μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών.
34 Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, κατά το γράμμα της εν λόγω διάταξης, μολονότι οι αγωγές αυτές πρέπει να αφορούν τους ίδιους διαδίκους, μπορούν ωστόσο να έχουν διαφορετικό αντικείμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν δικαστικό χωρισμό, διαζύγιο ή ακύρωση γάμου (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Liberato, C‑386/17, EU:C:2019:24, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, προϋπόθεση για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας είναι να έχουν οι εκκρεμείς διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών ως αντικείμενο τη λύση ή την αποδυνάμωση του συζυγικού δεσμού.
35 Όμως, διαδικασία η οποία έχει κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους με σκοπό την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, η οποία εκδόθηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει διεθνούς συνθήκης συναφθείσας με την Αγία Έδρα και προβλεπόμενης στο άρθρο 63 του κανονισμού 2201/2003, όπως η εκκρεμής, εν προκειμένω, διαδικασία ενώπιον του Corte d’appello di Napoli (εφετείου Νάπολης), δεν έχει, αυτή καθεαυτήν, ως αντικείμενο τη λύση ή την αποδυνάμωση του συζυγικού δεσμού.
36 Πράγματι, αφενός, όπως υπογράμμισαν η Ιταλική και η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά τη χρονική στιγμή που κινείται μια τέτοια διαδικασία, έχει ήδη λυθεί ο συζυγικός δεσμός, δεδομένου ότι ο γάμος ακυρώθηκε με την αμετάκλητη και εκτελεστή απόφαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του οικείου κράτους μέλους, εν προκειμένω της Ιταλικής Δημοκρατίας, έχει ως αποκλειστικό σκοπό την αναγνώριση, στην έννομη τάξη του εν λόγω κράτους μέλους, των αστικών συνεπειών της εκκλησιαστικής αποφάσεως.
37 Αφετέρου, η έκταση του ελέγχου που ασκεί το κρατικό δικαστήριο στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας περιορίζεται στα ζητήματα που μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κονκορδάτου του Λατερανού, ήτοι στη δικαιοδοσία του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, στα δικαιώματα παράστασης και άμυνας των διαδίκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, και στις προϋποθέσεις από τις οποίες η ιταλική νομοθεσία εξαρτά την αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων. Όπως διευκρίνισε η Ιταλική Κυβέρνηση, το κρατικό δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε επί της ουσίας εξέταση της εκκλησιαστικής αποφάσεως.
38 Κατά συνέπεια, διαδικασία η οποία έχει κινηθεί ενώπιον κρατικού δικαστηρίου με σκοπό την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, η οποία εκδόθηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει του κονκορδάτου του Λατερανού, δεν εμπίπτει στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003.
39 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη.
40 Συναφώς, παρατηρείται ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 2201/2003 εμπίπτει στο κεφάλαιο II του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Δικαιοδοσία» και απαριθμεί στο άρθρο 3 τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να θεμελιωθεί η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων των κρατών μελών να αποφαίνονται για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου.
41 Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι το σύστημα κατανομής της διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζει ο κανονισμός 2201/2003 σε θέματα λύσεως του συζυγικού δεσμού δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό των πολλαπλών δικαιοδοσιών. Αντιθέτως, η συνύπαρξη περισσότερων δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία, χωρίς ιεράρχηση μεταξύ τους, προβλέπεται ρητώς (απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2016, Mikołajczyk, C‑294/15, EU:C:2016:772, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες δύο δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών έχουν επιληφθεί αγωγών διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, ασκηθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων, και προβλέπει για τον σκοπό αυτόν την υποχρέωση του δικαστηρίου που επελήφθη δεύτερο να αναστείλει αυτεπαγγέλτως την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται συναφώς στο άρθρο 3 του κανονισμού αυτού.
43 Η διεθνής δικαιοδοσία ιταλικού δικαστηρίου το οποίο έχει επιληφθεί αιτήσεως για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, η οποία εκδόθηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει του κονκορδάτου του Λατερανού, δεν καθορίζεται βάσει των κριτηρίων του άρθρου 3 του κανονισμού 2201/2003, αλλά βάσει των ειδικών κανόνων της εν λόγω Συνθήκης που συνήφθη μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ιταλικής Δημοκρατίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 44 και 45 των προτάσεών του, η διαδικασία στην οποία εντάσσεται μια τέτοια αίτηση δεν μπορεί να δημιουργήσει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 3 του κανονισμού αυτού.
44 Η ερμηνεία που προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 και επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, δεν κλονίζεται από τους σκοπούς που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός.
45 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι σκοπός του κανονισμού 2201/2003 είναι να διευκολύνει, μεταξύ άλλων, βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως ακρογωνιαίου λίθου της δημιουργίας ενός πραγματικού δικαστικού χώρου στο επίπεδο της Ένωσης, την αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2022, Senatsverwaltung für Inneres und Sport, C‑646/20, EU:C:2022:879, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Στο ειδικό πλαίσιο των Συνθηκών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Αγίας Έδρας και ορισμένων κρατών μελών, το άρθρο 63 του κανονισμού 2201/2003 εντάσσεται στον γενικό σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός αυτός, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της αναγνώρισης και της απλουστευμένης εκτέλεσης των αποφάσεων ακύρωσης γάμου που εκδίδονται δυνάμει των εν λόγω Συνθηκών. Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 49 και 50 των προτάσεών του, το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό την επέκταση του καθεστώτος αναγνώρισης που προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003 στις αποφάσεις ακύρωσης γάμου οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν των κονκορδάτων που έχουν συναφθεί μεταξύ της Αγίας Έδρας και ορισμένων κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των Συνθηκών αυτών. Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο δεν έχει ως σκοπό την υπαγωγή των αποφάσεων αυτών στο σύνολο των εναρμονισμένων κανόνων που θεσπίζει ο κανονισμός 2201/2003, και ειδικότερα στους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας στους οποίους συγκαταλέγεται το άρθρο 19 του κανονισμού αυτού.
47 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», κατά τη διάταξη αυτή, δεν εμπίπτει διαδικασία η οποία έχει κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, όταν η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει διεθνούς συνθήκης προβλεπόμενης στο άρθρο 63 του κανονισμού αυτού, η οποία συνήφθη μεταξύ της Αγίας Έδρας και του εν λόγω κράτους μέλους.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
48 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2116/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2004:
στην έννοια της «αγωγής ακύρωσης γάμου», κατά τη διάταξη αυτή, δεν εμπίπτει διαδικασία η οποία έχει κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών εκτελεστής απόφασης ακύρωσης θρησκευτικού γάμου, όταν η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί από εκκλησιαστικό δικαστήριο δυνάμει διεθνούς συνθήκης προβλεπόμενης στο άρθρο 63 του κανονισμού 2201/2003 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, η οποία συνήφθη μεταξύ της Αγίας Έδρας και του εν λόγω κράτους μέλους.
(υπογραφές)
