ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Η. Π. του Θ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο και 2. Κ. Π. του Δ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λαμπάκη, για αναίρεση της αποφάσεως 192/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ά. Τ. του Ε., κάτοικο Θεσσαλονίκης, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις : α) υπ’ αριθμ. 33/11-6-2024 αίτηση αναιρέσεως του Η. Π. του Θ., με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης, β) υπ’ αριθμ. πρωτ. 2706/9-4-2024 αίτηση αναιρέσεως του ιδίου, με επίδοση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γ) υπ’ αριθμ. 16/11-6-2024 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Π. του Δ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/24.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο α) η υπ’ αριθμ. 33/11-6-2024 αίτηση του Η. Π. του Θ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης, β) η υπ’ αριθμ. πρωτ. 2706/9-4-2024 αίτηση του ιδίου, με επίδοση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γ) η υπ’ αριθμ. 16/11-6-2024 αίτηση του Κ. Π. του Δ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 192/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, συνεκδικαζόμενες. Σημειώνεται ότι οι δύο πρώτες αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν από τον ίδιο διάδικο, εφόσον είναι εμπρόθεσμες και δεν εκδόθηκε απόφαση για την πρώτη, συνεξετάζονται (ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 131/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3-1 του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ.1 εδ. β’ του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (που προβλέπει για την κακουργηματική μορφή της απάτης σωρευτικά με την ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή), όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με “υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση”). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΑΠ 892/2021). Περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 98 του ΠΚ, κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου “Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε”. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις περισσότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη ρύθμιση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 98 ΠΚ, στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου αυτού το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο έγκλημα, με αποτέλεσμα οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλειά τους. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου, κατά τη διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις είναι τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 692/2020). Επί πλέον τούτων και ως περαιτέρω συνέπεια, ο χρόνος παραγραφής του ενιαίου αυτού κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος αρχίζει από τον χρόνο τέλεσης της τελευταίας μερικότερης πράξης, ο δε χρόνος συμπλήρωσής της προσδιορίζεται με βάση το πλαίσιο ποινής του οικείου εγκλήματος (ΑΠ 212/2022, ΑΠ 726/2021, ΑΠ 441/2021). Η παραπάνω διάταξη καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα, που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος και, συνακόλουθα, έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις περιουσιακών εγκλημάτων, όπως αυτό της απάτης κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή στην περιουσιακή βλάβη, που προέκυψε από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος (ΑΠ 1181/2023, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 313/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ “Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός”. Με τον όρο “από κοινού” νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού, είτε διαδοχικά, κατόπιν, όμως, κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο και με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους (ΑΠ 1181/2023, ΑΠ 313/2021). Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με τη μορφή απόπειρας, τόσο όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και, κατά την πρόθεσή του, οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο. Για τη στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται ο δράστης να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την εξαπάτηση του παραπλανώμενου με την πράξη, που ενέχει αρχή εκτέλεσης αυτής, αποσκοπώντας στην επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 1489/2022, ΑΠ 1846/2019). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ’ άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Η απαιτούμενη δε, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, και στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή σε αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 1300/2023, ΑΠ 1367/2022), εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΑΠ 207/2024, ΑΠ 1207/2023). Όσον αφορά δε στους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο προς υπεράσπισή του, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, το οποίο αναφέρεται στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο, που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά στην προσωπικότητα του κατηγορούμενου, στα πλαίσια των απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 71 ΚΠΔ) αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, βάσει της οποίας, οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν μεν, λόγω της φύσης τους, ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα, στα πλαίσια των ως άνω αρχών, κάθε αποδεικτικού στοιχείου, για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σε αυτήν της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 985/2023, ΑΠ 337/2021). Η προσέγγιση αυτή πρέπει να γίνει βάσει και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, για το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ), από το οποίο απορρέει και η υποχρέωση των δικαστηρίων για αιτιολόγηση των αποφάσεών τους, η έκταση της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τη φύση της κάθε απόφασης και τις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης (ΕΔΔΑ M. F. κατά Πορτογαλίας της 11-7-2017, Deryan κατά Τουρκίας της 21-10-2015, H. κατά Αλβανίας της 8-1-2014). Συγκεκριμένα, όπως γίνεται δεκτό από το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προβαίνουν στην προσήκουσα εξέταση των ισχυρισμών, των επιχειρημάτων και των αποδείξεων, που υποβάλλουν οι διάδικοι, με την επιφύλαξη της εκτίμησής τους αν σχετίζονται με την υπόθεση (ΕΔΔΑ, I. S. V. κατά Βουλγαρίας της 4-9-2023, H. κατά Αλβανίας της 8-1-2014, Fomin κατά Μολδαβίας της 11-10-2011). Όμως, η ως άνω υποχρέωση δεν απαιτεί αναλυτική-λεπτομερή απάντηση κάθε ισχυρισμού και επιχειρήματος των μερών, αλλά εντοπίζεται στην ειδική και σαφή απάντηση του δικαστηρίου στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, που έχουν αποφασιστική – καθοριστική σημασία στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να είναι φανερό στην απόφαση ότι αντιμετωπίζονται τα ουσιώδη (ουσιαστικά και δικονομικά) ζητήματα της υπόθεσης (ΕΔΔΑ M. F. κατά Πορτογαλίας της 11-7-2017, R. κατά Γαλλίας της 9-4-2018, T. κατά Γεωργίας της 12-9-2016, Ruiz Torija κατά Ισπανίας της 9-12-1994). Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό από το ΕΔΔΑ, για να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της δίκαιης δίκης, πρέπει τόσο ο κατηγορούμενος όσο και το κοινό να μπορούν να κατανοήσουν την εκδοθείσα απόφαση, πράγμα που συνιστά ζωτική διασφάλιση έναντι της αυθαιρεσίας (ΕΔΔΑ G. κατά Αυστρίας της 8-2-2023, M. F. κατά Πορτογαλίας της 11-7-2017, L. κατά Βελγίου της 29-11-2016), έτσι ώστε να αποδεικνύεται ότι τα διάδικα μέρη ακούστηκαν δεόντως και να διασφαλίζεται ο δημόσιος έλεγχος της απονομής της δικαιοσύνης (ΕΔΔΑ T. κατά Γεωργίας της 12-9-2016). Πρέπει, δηλαδή, για την επίτευξη των ανωτέρω, να είναι οι παραδοχές της απόφασης εύλογες και πειστικές. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2011, 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 192/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, απολογία παρόντος κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: “Ο εγκαλών Ε. Τ., διατηρεί στη Θεσσαλονίκη ατομική επιχείρηση ανάληψης έργων ελαιοχρωματισμού και ταυτόχρονα λειτουργεί ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία “Ε.. Τ. και Σία ΟΕ.”, της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος, με αντικείμενο εργασιών την ανάληψη έργων ελαιοχρωματισμού και την εμπορία χρωμάτων. Από την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από το 2006 έως το 2010 προέκυψαν, οφειλές χρηματικού ποσού εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ περίπου, στις οποίες αδυνατούσε να ανταποκριθεί και ως μόνη λύση απέμενε η λήψη τραπεζικού δανείου. Η οικονομική του όμως δυσχέρεια, εμπόδισε τον δανεισμό του και οι όποιες προσπάθειές του απέτυχαν, αφού συνάντησε την καθολική άρνηση των τραπεζών να τον δανείσουν. Μπροστά στο αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, απευθύνθηκε στον δεύτερο εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων, Κ. Π., με τον οποίο ως ασφαλιστικό σύμβουλο είχε συνεργασθεί κατά το παρελθόν και ζήτησε την βοήθειά του. Ο 2ος κατηγορούμενος Κ. Π., αντιλαμβανόμενος την ανάγκη του εγκαλούντος, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, γνωρίζοντάς του τον πρώτο κατηγορούμενο, από κοινού με τον οποίο ενεργώντας στη συνέχεια, κατάφεραν να αποσπάσουν από τον εγκαλούντα, το συνολικό ποσό των 307.454 ευρώ. Ειδικότερα, αφού κατάφεραν να αποκτήσουν την “τυφλή” και απόλυτη εμπιστοσύνη του εγκαλούντος, τον έπεισαν ότι θα δώσουν λύση στο πρόβλημα χρηματοδότησής του, μέσω υψηλών γνωριμιών και άμεσων προσβάσεων, που δήθεν είχε σε τραπεζικούς οργανισμούς ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος δήθεν μπορούσε να επιτύχει τη χορήγηση δανείου κίνησης για τις επιχειρήσεις του εγκαλούντος, ποσού διακοσίων χιλιάδων ευρώ. Για το λόγο αυτό, ο εγκαλών ανέθεσε “εν λευκώ” στον πρώτο κατηγορούμενο τη διαχείριση των οφειλών του και του παρέδωσε το σύνολο σχεδόν των σχετικών εγγράφων και αξιόγραφων που είχε στη διάθεσή του, προκειμένου αυτός να τα χειρισθεί με σκοπό την χορήγηση δανείου κίνησης για τις επιχειρήσεις του εγκαλούντος. Έτσι σε επακολουθήσασα έρευνα των αστυνομικών υπαλλήλων στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν εκτός άλλων, δύο φάκελοι που έφεραν τα στοιχεία του άνω εγκαλούντος και περιείχαν πληθώρα εγγράφων και αξιόγραφων, όπως έγγραφα του “ΤΕΙΡΕΣΙΑ”, τραπεζικές επιταγές, καταθέσεων, δηλώσεων Ε1, Ε3, φορολογίας εισοδήματος και εκκαθαριστικών δηλώσεων ΦΠΑ, αποδείξεις είσπραξης και διάφορα άλλα έγγραφα που αφορούσαν τον εγκαλούντα Ε. Τ. και τις επιχειρήσεις του, και τα οποία δεν είχαν κανένα λόγο ύπαρξης στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, αν αυτός δεν είχε αναλάβει πράγματι, όπως τουλάχιστον έκανε τον εγκαλούντα να πιστέψει, να διευθετήσει τις οφειλές του εγκαλούντος και να επιτύχει τη χορήγηση δανείου κίνησης για τις επιχειρήσεις του τελευταίου, (βλ. την από 26-11-2010 Έκθεση Έρευνας Γραφείου και Κατάσχεσης και τους δυο φακέλους με την πληθώρα των προμνημονευθέντων εγγράφων). Ειδικότερα, οι δύο παραπάνω κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι είχαν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ στην οποία είχε μπει λόγω των οικονομικών του εκκρεμοτήτων, και ότι λόγω των γνωριμιών που διατηρούσε ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόσωπα σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν για την χορήγηση δανείου ύψους 200.000 ευρώ σε αυτόν και να εξασφαλίσουν, έναντι σχετικής αμοιβής και εξόδων την άμεση έγκρισή του. Με τον τρόπο αυτό, τον έπεισαν να τους καταβάλει διάφορα ποσά που συνολικά υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 307.454 ευρώ, δήθεν για να εξοφλήσουν οφειλές του εγκαλούντος και να παρακάμψουν γραφειοκρατικές δυσκολίες και εμπόδια, ενώ ο εξαρχής σκοπός τους ήταν να οικειοποιηθούν τα χρήματα αυτά και να αποκομίσουν παράνομο όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Συγκεκριμένα: 1)Στις 20 και 21-10-2010 με τις προαναφερθείσες ψευδείς παραστάσεις, παρέπεισαν τον εγκαλούντα Ε. Τ., ο οποίος και τους κατέβαλε το ποσό των 7.000 ευρώ που δήθεν αφορούσε την αμοιβή και τα έξοδα αναφορικά με τη διαγραφή του από τον Τειρεσία, το ποσό των 25.000 ευρώ που ήταν δήθεν αναγκαίο να κατατεθεί σε λογαριασμό του εγκαλούντος στην Τράπεζα … (υποκατάστημα Τούμπας) προκειμένου να διευκολυνθεί και να εγκριθεί άμεσα το δάνειό του αλλά και επιπλέον το ποσό των 1.700 ευρώ, ποσό που αφορούσε δήθεν έξοδα τρίτων, οι οποίοι θα ήλεγχαν το ύψος των οφειλών του εγκαλούντος και τις τυχόν εκδοθείσες διαταγές πληρωμής σε βάρος του. Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή και, όπως είχαν προαποφασίσει οι κατηγορούμενοι, οικειοποιήθηκαν τα χρήματα αυτά και έτσι αποκόμισαν παράνομο όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 2) Επίσης, στις 22-10-2010, με τις προαναφερθείσες ψευδείς παραστάσεις και ισχυριζόμενοι ψευδώς, ότι ο δικαστικός επιμελητής Π. Δ., που κατά τους ισχυρισμούς τους είχε αναλάβει την έρευνα για την ύπαρξη τυχόν διαταγών πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος, αιτήθηκε την καταβολή επιπλέον ποσού 1000 ευρώ και προκειμένου να δρομολογηθεί το θέμα της χορήγησης δανείου, παρέπεισαν τον εγκαλούντα Ε. Τ., ο οποίος και τους κατέβαλε το ποσό των 1000 ευρώ. 3) Περαιτέρω, στις 23-10-2010, ισχυριζόμενοι ψευδώς, ότι στα χέρια του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, βρισκόταν 13 ή 14 διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί σε βάρος του εγκαλούντος και αφορούσαν συνολικού ύψους 80.000 ευρώ, οι οποίες εάν καταχωρούνταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότησή του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 46000 ευρώ, παρέπεισαν τον εγκαλούντα Ε. Τ., ο οποίος και τους κατέβαλε το ανωτέρω ποσό, το οποίο οικειοποιήθηκαν οι κατ/νοι και αποκόμισαν παράνομο όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, 4) Στη συνέχεια, στις 28-10-2010, ισχυριζόμενοι και πάλι ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι κατόπιν της έρευνας του άνω δικαστικού επιμελητή, Π. Δ., βρέθηκαν 4 επιταγές που είχε οπισθογραφήσει η ομόρρυθμη εταιρία του εγκαλούντος, οι οποίες εάν καταχωρούνταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότησή του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 38.000 Ευρώ. Με όλα τα ανωτέρω, που ήταν ηθελημένα ψευδή, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό παρά το γεγονός ότι γνώριζαν δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 5) Επίσης στις 31-10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι ανακαλύφθηκε μια (1) ακόμη επιταγή, υπόχρεος από την οποία ήταν ο προαναφερθείς καθώς και το ότι σε περίπτωση καταχώρισής της στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργείτο πρόβλημα στην δανειοδότησή του, για το λόγο δε αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.700 Ευρώ για την αποπληρωμή της οφειλής με καταβολή του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αλλά και την αμοιβή και τα σχετικά έξοδα προς τούτο όπως και έγινε, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε σε βάρος του εγκαλούντος σχετική επιταγή, ούτε άλλωστε προέβησαν σε κατάθεση του παραπάνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 6)Περαιτέρω, στις 31-10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι κατόπιν έρευνας στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, βρέθηκαν σφραγισμένες επιταγές με υπόχρεο πληρωμής αυτόν (εγκαλούντα) αλλά και οφειλές του από κεφάλαια κίνησης, το ύψος των οποίων ανερχόταν σε 240.000 Ευρώ, οφειλές για τις οποίες είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής και είχαν δοθεί εντολές κατάσχεσης, η ανακάλυψη των οποίων θα δημιουργούσε πρόβλημα στη χορήγηση δανείου σε αυτόν. Για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει, όπως και έπραξε, το συνολικό ποσό των 21.600 Ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 20.600 Ευρώ, το οποίο επρόκειτο να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και 1.000 Ευρώ που αφορούσε την αμοιβή και τα έξοδα προς τούτο, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές, διαταγές πληρωμής και εντολές εκτέλεσης ύψους 240.000 Ευρώ, ούτε άλλωστε προέβησαν σε κατάθεση οποιουδήποτε ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 7) Ακόμη στις 3-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, υπήρχε οφειλή του, από δάνειο που είχε λάβει η Α. Γ., την καλή εκπλήρωση του οποίου είχε εγγυηθεί ο ως άνω Ε. Τ., αλλά και οφειλή του από επιταγή, που έπρεπε να τακτοποιηθούν προκειμένου αυτός να τύχει δανειοδότησης, και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 21.800 Ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 21.000 Ευρώ, που θα κάλυπτε τις ως άνω οφειλές, αλλά και 800 Ευρώ που ήταν απαραίτητα για να υπάρξει σχετική έρευνα στον σύστημα “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, που αφορούσε συγγενικά πρόσωπα (σύζυγο και πατέρα) του μηνυτή, ποσό που πείσθηκε και κατέβαλε ο ως άνω μηνυτής, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από τις ανωτέρω υποχρεώσεις του μηνυτή, ούτε άλλωστε προέβησαν σε οποιαδήποτε έρευνα αναφορικά με την οικονομική εκκρεμότητα της συζύγου και του πατέρα του εγκαλούντος αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 8) Επίσης στις 5-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω εγκαλούντα αναφορικά με τμήμα του οφειλόμενου ποσού των 240.000 Ευρώ, που αναφέρεται ανωτέρω στην υπ’ αριθ. 6 μερικότερη πράξη και προκειμένου η παραπάνω οφειλή να μη σταθεί εμπόδιο στη λήψη του δανείου, ότι είχαν δυνατότητα, λόγω των σημαντικών γνωριμιών που είχαν στην Αθήνα και δη στο κεντρικό κατάστημα της …, να μπορέσουν να μπλοκάρουν την εξέλιξη των οφειλών και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.000 Ευρώ, όπως και πράγματι έγινε στις 8-11-2010, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν τις γνωριμίες που προαναφέρθηκαν, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 9) Περαιτέρω στις 9-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω εγκαλούντα ότι κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, υπήρχε οφειλή της συζύγου του Β. Ι., από δάνειο που δήθεν είχε λάβει αυτή ύψους 30.000 Ευρώ, και ότι προκειμένου να αποκρυφτεί η αναγγελία της εν λόγω οφειλής λόγω δανείου απαιτούνταν δήθεν το ποσό των 8.500 Ευρώ, επιπλέον δε και το ποσό των 30.000 Ευρώ, που θα κατέθεταν για την εξόφληση της οφειλής αυτής, ώστε να αποφευχθεί η εμπλοκή της δανειοδότησης του μηνυτή, και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.500 Ευρώ, το οποίο τελικά πείστηκε και τους κατέβαλε, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε σχετική οφειλή από ληφθέν δάνειο και δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού. 10) Επίσης στις 10-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι το δάνειό του θα εκταμιευόταν εντός των επόμενων ημερών το αργότερο έως την 15-11-2010, απαιτούνταν δε επιπλέον το ποσό των 4.470 Ευρώ, για τρίτο πρόσωπο συνεργάτη τους, ο οποίος θα μετέβαινε στην Αθήνα προκειμένου να εμφανιστεί στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ και να διευθετήσει την εξάλειψη των δυσμενών σε βάρος του μηνυτή υπαρχόντων στοιχείων, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν καμία δυνατότητα να εξασφαλίσουν το ανωτέρω δάνειο για λογαριασμό του μηνυτή, ούτε άλλωστε θα φρόντιζε, κατ’ εντολή τους, τρίτο πρόσωπο για τη διαγραφή των δυσμενών στοιχείων του μηνυτή από τη λίστα του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 11) Ακόμη στις 12-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω εγκαλούντα ότι ανέκυψε νέα οφειλή του, από δικαστική διαμάχη του ίδιου με τρίτο πρόσωπο ονόματι Μ. (διαμάχη που όντως υφίστατο μεταξύ των ανωτέρω), καθώς και ότι η δήθεν υφιστάμενη οφειλή έπρεπε να τακτοποιηθεί με καταβολή ποσού 24.484 Ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα στην επικείμενη δανειοδότηση, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από την ανωτέρω υποχρέωση του μηνυτή, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 12) Περαιτέρω στις 19-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότε ανέκυψε και έτερη οφειλή στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ύψους 86.000 Ευρώ, καθώς ότι τμήμα της οφειλής αυτής ανερχόμενο σε 30.000 Ευρώ, έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα με καταβολή του ως άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να μην αποτελέσει αυτή η εκκρεμότητα τροχοπέδη στην επικείμενη δανειοδότηση του, τον έπεισαν δε να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 18.500 Ευρώ, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση ή παρακατάθεση οποιουδήποτε ποσού, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος και 13) Τέλος στις 21-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή, ότι το υπόλοιπο της ανωτέρω οφειλής στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ύψους 10.500 Ευρώ, έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα με καταβολή του ως άνω ποσού στο Δικαστικό Επιμελητή της Α.Τ.Ε., για να γίνει η εκταμίευση του δανείου, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε, διότι ο παθών, αντιλήφθηκε πλέον τα ψέματα, δεν πείστηκε και δεν προχώρησε στην καταβολή του αιτηθέντος ποσού. Συγκεκριμένα ο εγκαλών είχε πλέον αντιληφθεί ότι οι κατηγορούμενοι τον εξαπατούσαν και απευθύνθηκε στη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος της Ασφάλειας Θεσ/νίκης, όπου ανέφερε τα συμβαίνοντα. Αποφασίστηκε να προσημειωθούν χρήματα, τα οποία ο εγκαλών θα παρέδιδε στους κατ/νους, ώστε αυτοί να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω. Έτσι, στις 26-11-2010 και σε προκαθορισμένη συνάντηση του εγκαλούντος με τον πρώτο κατηγορούμενο στο γραφείο που διατηρεί στην οδό … – Τούμπα, ο τελευταίος παρέλαβε το προσημειωμένο χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ και στη συνέχεια συνελήφθη από Αστυνομικούς της Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος. Σε έρευνα δε που ακολούθησε στο άνω γραφείο, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων, δύο φάκελοι που περιείχαν πληθώρα εγγράφων του εγκαλούντος, επιταγές και βιβλιάρια καταθέσεων, αποδείξεις πληρωμών και έγγραφα διάφορων τραπεζών, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Σε ημερολόγιο δε του έτους 2010 στο φύλλο ημερομηνίας της 8-11-2010, βρέθηκε, χειρόγραφη σημείωση “πεσεξ έδωσα 4000 ευρώ από τζελέπη” Η λέξη “πεσεξ” είναι προφανές ότι αναφέρεται στον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Π., αποδεικνυομένου έτσι ότι και οι δύο παραπάνω κατηγορούμενοι έπαιρναν στην κατοχή τους χρήματα του εγκαλούντος (βλ. την από 26-11-2010 Έκθεση Έρευνας Γραφείου και Κατάσχεσης). Οι κατηγορούμενοι τόσο αρχικά όσο και απολογούμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Δικαστηρίου αρνούνται όσα τους αποδίδει ο εγκαλών, οι εξηγήσεις τους όμως δεν είναι πειστικές. Η κρίση δε του Δικαστηρίου για τα παραπάνω περιστατικά στηρίζεται σε όσα με σαφήνεια κατέθεσε ο εγκαλών, η κατάθεση του οποίου επιβεβαιώνεται και από τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας, Συγκεκριμένα ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Δ. Π. κατέθεσε και για την δική του περίπτωση εξαπάτησης από τον πρώτο κατηγορούμενο με ίδιο τρόπο, ενώ ο μάρτυρας Β. Κ. κατέθεσε ότι γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος τον παρέπεμψε στον πρώτο κατηγορούμενο για να του εκδώσει δάνειο, ο δε μάρτυρας Σ. Β., ο οποίος διατηρούσε πρακτορείο ΟΠΑΠ και γνώριζε τον εγκαλούντα και τους κατηγορούμενους, πέραν της δικής του περίπτωσης ρητά κατέθεσε ότι οι κατηγορούμενοι εξαπάτησαν τον εγκαλούντα και καρπώθηκαν τα χρήματά του. Με βάση όλα τα ανωτέρω, κατά την ομόφωνη ως προς τον πρώτο και κατά πλειοψηφία ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι με όλες τις παραπάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις τους προς τον εγκαλούντα, που ήταν ηθελημένα ψευδείς, αφού ο εγκαλών δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, ούτε έλαβε οποιοδήποτε δάνειο, παραπλάνησαν και έπεισαν αυτόν να τους καταβάλλει τα ποσά που ανωτέρω αναφέρονται και με τον τρόπο αυτό, αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 304.754 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του προαναφερθέντος εγκαλούντος. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, να αναγνωρισθεί, δε, ως πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ) η συνδρομή στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, όπως ειδικότερα τα περιστατικά αναφέρονται στο διατακτικό”. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους (τον πρώτο ομόφωνα και τον δεύτερο κατά πλειοψηφία) της αποδιδόμενης σ’ αυτούς πράξης, της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα από κοινού και κατ’ εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ (άρθρ. 42, 45, 98 ΠΚ, 386 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΠΚ) και, αφού αναγνώρισε στον δεύτερο εξ αυτών το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α’ ΠΚ), επέβαλε στον μεν πρώτο ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, στον δε δεύτερο ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, αναστέλλοντας επί τριετία την ποινή του δευτέρου, με το ακόλουθα διατακτικό: “Στη Θεσσαλονίκη και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του Ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν αλλά και αποπειράθηκαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε συνολικό όφελος που επιδίωξαν και η συνολική ζημία που προξένησαν υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα: 1) Στις 20 και 21 10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ε. Τ., ο οποίος αναζητούσε χρηματοδότη για τη χορήγηση σε αυτόν δανείου 200.000 Ευρώ, ότι είχαν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω οφειλών του από διάφορες αιτίες, αλλά και ότι λόγω των γνωριμιών που διατηρούσαν με πρόσωπα σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν για την χορήγηση δανείου σε αυτόν και να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής και των σχετικών εξόδων, την άμεση έγκριση του αιτουμένου δανείου παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά εμπόδια και έτσι τον έπεισαν και κατέβαλε το ποσό των 7.000 Ευρώ, που αφορούσε την αμοιβή και τα έξοδα αναφορικά με τη διαγραφή του από τον Τειρεσία, το ποσό των 25.000 Ευρώ, που ήταν δήθεν αναγκαίο να κατατεθεί σε λογαριασμό του εγκαλούντος στην Τράπεζα … (υποκατάστημα Τούμπας) προκειμένου να διευκολυνθεί και να εγκριθεί άμεσα το δάνειό του αλλά και επιπλέον το ποσό των 1.700, ποσό που αφορούσε δήθεν έξοδα τρίτων, οι οποίοι θα ήλεγχαν το ύψος των οφειλών του εγκαλούντος και τις τυχόν εκδοθείσες διαταγές πληρωμής σε βάρος του, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν είχαν την δυνατότητα να εξασφαλίσουν δάνειο για λογαριασμό του μηνυτή, δεν προέβησαν σε κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του ανωτέρω του ποσού των 25.000 Ευρώ, που τους κατέβαλε ο εγκαλών προκειμένου να εγκριθεί άμεσα το δάνειό του, ούτε άλλωστε είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε διαγραφή του μηνυτή από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, αλλά αντίθετα, από την αρχή δεν είχαν τέτοια πρόθεση, αλλά ο σκοπός τους ήταν ν’ αποκομίσουν αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος με παραπλάνηση του ως άνω παθόντος. 2) Στις 22-10-2010, παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή Ε. Τ., ότι τρίτο πρόσωπο και δη ειδικά ο δικαστικός επιμελητής Π. Δ., που είχε αναλάβει δήθεν την έρευνα για την ύπαρξη τυχόν διαταγών πληρωμής σε βάρος του, αιτήθηκε την καταβολή επιπλέον ποσού 1.000 Ευρώ, προκειμένου να δρομολογηθεί το θέμα της χορήγησης δανείου, το οποίο τελικά τους κατέβαλε ο άνω εγκαλών, αφού πείσθηκε από τα λεγόμενα τους, πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν σκοπό να ενεργήσουν οιαδήποτε σχετική έρευνα, ούτε να δρομολογήσουν τη λήψη δανείου, αντίθετα δε, πρόθεσή τους και σκοπός τους ήταν ν’ αποκομίσουν αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος με παραπλάνηση του ως άνω παθόντος. 3)Στις 23-10-2010 σε συνάντηση που είχαν με τον άνω μηνυτή, παρέστησαν ψευδώς σ’ αυτόν ότι στα χέρια του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, Π. Δ., βρισκόταν 13 ή 14 διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί σε βάρος αυτού (εγκαλούντος) και αφορούσαν οφειλές συνολικού ύψους 80.000 Ευρώ, οι οποίες εάν καταχωρούνταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότηση του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 46.000 Ευρώ. Με όλα τα ανωτέρω, που ήταν ηθελημένα ψευδή, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές διαταγές πληρωμής, ούτε έγινε σχετική έρευνα αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 4) Στις 28-10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι κατόπιν της έρευνας του δικαστικού επιμελητή, Π. Δ., βρέθηκαν 4 επιταγές που είχε οπισθογραφήσει η ομόρρυθμη εταιρία του εγκαλούντος, οποίες εάν καταχωρούνταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότηση του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 38.000 Ευρώ. Με όλα τα ανωτέρω, που ήταν ηθελημένα ψευδή, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 5) Στις 31-10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι ανακαλύφθηκε μία (1) ακόμη επιταγή, υπόχρεος από την οποία ήταν ο προαναφερθείς καθώς και το ότι σε περίπτωση καταχώρισής της στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργείτο πρόβλημα στην δανειοδότησή του, για το λόγο δε αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.700 Ευρώ για την αποπληρωμή της οφειλής με καταβολή του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αλλά και την αμοιβή και τα σχετικά έξοδα προς τούτο, όπως και έγινε, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε σε βάρος του εγκαλούντος σχετική επιταγή, ούτε άλλωστε προέβησαν σε κατάθεση του παραπάνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 6)Στις 31-10-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι κατόπιν έρευνας στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, βρέθηκαν σφραγισμένες επιταγές με υπόχρεο πληρωμής αυτόν (εγκαλούντα) αλλά και οφειλές του από κεφάλαια κίνησης το ύψος των οποίων ανερχόταν σε 240.000 Ευρώ, οφειλές για τις οποίες είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής και είχαν δοθεί εντολές κατάσχεσης, η ανακάλυψη των οποίων θα δημιουργούσε πρόβλημα στη χορήγηση δανείου σε αυτόν. Για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει, όπως και έπραξε, το συνολικό ποσό των 21.600 Ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 20.600 Ευρώ, το οποίο επρόκειτο να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και 1000 Ευρώ που αφορούσε την αμοιβή και τα σχετικά έξοδα προς τούτο, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές, διαταγές πληρωμής και εντολές εκτέλεσης ύψους 240.000 Ευρώ, ούτε άλλωστε προέβησαν σε κατάθεση οποιουδήποτε ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, 7) Στις 3-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών ” ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, υπήρχε οφειλή του, από δάνειο που είχε λάβει η Α. Γ., την καλή εκπλήρωση του οποίου είχε εγγυηθεί ο ως άνω Ε. Τ., αλλά και οφειλή του από επιταγή, που έπρεπε να τακτοποιηθούν προκειμένου αυτός να τύχει δανειοδότησης, και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 21.800 Ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 21.000 Ευρώ, που θα κάλυπτε τις ως άνω οφειλές, αλλά και 800 Ευρώ που ήταν απαραίτητα για να υπάρξει σχετική έρευνα στον σύστημα “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, που αφορούσε συγγενικά πρόσωπα (σύζυγο και πατέρα) του μηνυτή, ποσό που πείσθηκε και κατέβαλε ο ως άνω μηνυτής, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από τις ανωτέρω υποχρεώσεις του μηνυτή, ούτε άλλωστε προέβησαν σε οποιαδήποτε έρευνα αναφορικά με την οικονομική εκκρεμότητα της συζύγου και του πατέρα του εγκαλούντος αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 8) Στις 5-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή, αναφορικά με τμήμα του οφειλόμενου ποσού των 240.000 Ευρώ, που αναφέρεται ανωτέρω στην υπ’ αριθ. 6 μερικότερη πράξη και προκειμένου η παραπάνω οφειλή να μη σταθεί εμπόδιο στη λήψη του δανείου, ότι είχαν δυνατότητα, λόγω των σημαντικών γνωριμιών που είχαν στην Αθήνα και δη στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας …, να μπορέσουν να μπλοκάρουν την εξέλιξη των οφειλών και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.000 Ευρώ, όπως και πράγματι έγινε στις 8-11-2010, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν τις γνωριμίες που προαναφέρθηκαν, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 9) Στις 9-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, υπήρχε οφειλή της συζύγου του Β. Ι., από δάνειο που δήθεν είχε λάβει αυτή ύψους 30.000 Ευρώ, και ότι προκειμένου να αποκρυφτεί η αναγγελία της εν λόγω οφειλής λόγω δανείου απαιτούνταν δήθεν το ποσό των 8.500 Ευρώ, επιπλέον δε και το ποσό των 30.000 Ευρώ, που θα κατέθεταν για την εξόφληση της οφειλής αυτής, ώστε να αποφευχθεί η εμπλοκή της δανειοδότησης του μηνυτή, και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.500 Ευρώ, το οποίο τελικά πείστηκε και τους κατέβαλε, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε σχετική οφειλή από ληφθέν δάνειο και δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού. 10) Στις 10-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι το δάνειό του θα εκταμιευόταν εντός των επόμενων ημερών και το αργότερο έως την 15-11-2010, απαιτούνταν δε επιπλέον το ποσό των 4.470 Ευρώ, για τρίτο πρόσωπο συνεργάτη τους, ο οποίος θα μετέβαινε στην Αθήνα προκειμένου να εμφανιστεί στον ΤΕΙΡΕΣIΑ και να διευθετήσει την εξάλειψη των δυσμενών σε βάρος του μηνυτή υπαρχόντων στοιχείων, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή κα οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν καμία δυνατότητα να εξασφαλίσουν το ανωτέρω δάνειο για λογαριασμό του μηνυτή, ούτε άλλωστε θα φρόντιζε, κατ’ εντολή τους, τρίτο πρόσωπο για τη διαγραφή των δυσμενών στοιχείων του μηνυτή από τη λίστα του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 11) Στις 12-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι ανέκυψε νέα οφειλή τους από δικαστική διαμάχη του μηνυτή με τρίτο πρόσωπο ονόματι Μ. (διαμάχη που όντως υφίστατο μεταξύ των ανωτέρω), καθώς και ότι η δήθεν υφιστάμενη οφειλή έπρεπε να τακτοποιηθεί με καταβολή ποσού 24.484 Ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα στην επικείμενη δανειοδότηση, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από την ανωτέρω υποχρέωση του μηνυτή, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. 12) Στις 19-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή ότι ανέκυψε και έτερη οφειλή στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ύψους 86.000 Ευρώ, καθώς και ότι τμήμα της οφειλής αυτής ανερχόμενο σε 30.000 Ευρώ, έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα με καταβολή του ως άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και προκειμένου να μην αποτελέσει αυτή η εκκρεμότητα τροχοπέδη στην επικείμενη δανειοδότηση του, τον έπεισαν δε να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 18.500 Ευρώ, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατ/νοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση ή παρακατάθεση οποιουδήποτε ποσού, αλλά σκοπός της ανωτέρω πράξης τους ήταν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Και 13) Στις 21-11-2010 παρέστησαν ψευδώς στον παραπάνω μηνυτή, ότι το υπόλοιπο της ανωτέρω οφειλής στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ύψους 10.500 Ευρώ, έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα με καταβολή του ως άνω ποσού στο Δικαστικό Επιμελητή της .Ε., για να γίνει η εκταμίευση του δανείου, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε, διότι ο παθών, αντιλήφθηκε πλέον τα ψέματα, δεν πείστηκε και δεν προχώρησε στην καταβολή του αιτηθέντος ποσού. Με όλες τις παραπάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις τους, που ήταν ηθελημένα ψευδείς, έτσι ώστε ο εγκαλών δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, ούτε έλαβε οποιοδήποτε δάνειο, παραπλάνησαν και έπεισαν αυτόν να τους καταβάλλει τα ποσά που ανωτέρω αναφέρονται και με τον τρόπο αυτό, αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 304.754 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του προαναφερθέντος εγκαλούντος”. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσθέτως δε, η απόφαση πάσχει και από έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όπως γίνεται δεκτό στην απόφαση, α) σε βάρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, Ε. Τ., υπήρχαν οφειλές χρηματικού ποσού εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ περίπου, στην αποπληρωμή των οποίων αυτός αδυνατούσε να ανταποκριθεί και ως μόνη λύση απέμενε η λήψη τραπεζικού δανείου. β) Οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στον ανωτέρω, ο οποίος αναζητούσε χρηματοδότη για τη χορήγηση προς τον ίδιο δανείου 200.000 ευρώ, ότι είχαν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω οφειλών του από διάφορες αιτίες, αλλά και ότι λόγω των γνωριμιών που διατηρούσαν με πρόσωπα σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, είχαν τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν για την χορήγηση δανείου σε αυτόν και να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής και των σχετικών εξόδων, την άμεση έγκριση του σχετικού δανείου. γ) Για τον λόγο αυτό, ο εγκαλών ανέθεσε “εν λευκώ” στον πρώτο κατηγορούμενο τη διαχείριση των οφειλών του και του παρέδωσε το σύνολο σχεδόν των σχετικών εγγράφων και αξιόγραφων, που είχε στη διάθεσή του, προκειμένου αυτός να τα χειρισθεί, με σκοπό την χορήγηση δανείου κίνησης για τις επιχειρήσεις του. Περαιτέρω, σε σχέση με ορισμένες από τις επιμέρους πράξεις απάτης σε βάρος του εγκαλούντος, στις οποίες κρίθηκε ότι οι κατηγορούμενοι του παρέστησαν ψευδή περιστατικά, γίνονται δεκτά τα ακόλουθα: Α. Στην υπό στοιχείο 3 πράξη, ότι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς σ’ αυτόν ότι στα χέρια του δικαστικού επιμελητή, Π. Δ., βρίσκονταν 13 ή 14 διαταγές πληρωμής, που είχαν εκδοθεί σε βάρος του εγκαλούντος και αφορούσαν σε οφειλές του συνολικού ύψους 80.000 ευρώ, οι οποίες εάν καταχωρίζονταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότησή του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 46.000 ευρώ, μολονότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές διαταγές πληρωμής. Β. Στην υπό στοιχείο 4 πράξη, ότι, κατόπιν έρευνας του δικαστικού επιμελητή Π. Δ., βρέθηκαν 4 επιταγές, που είχε οπισθογραφήσει η ομόρρυθμη εταιρία του εγκαλούντος, οι οποίες εάν καταχωρίζονταν στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην δανειοδότησή του και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το ποσό των 38.000 ευρώ, ενώ οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές. Γ. Στην υπό στοιχείο 5 πράξη, ότι ανακαλύφθηκε μία ακόμη επιταγή, με υπόχρεο τον εγκαλούντα, η οποία, σε περίπτωση καταχώρισής της στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, θα δημιουργούσε πρόβλημα στην δανειοδότηση του και για τον λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.700 Ευρώ για την αποπληρωμή της οφειλής με καταβολή του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αλλά και την αμοιβή και τα σχετικά έξοδα προς τούτο, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον δεν υπήρχε σε βάρος του εγκαλούντος σχετική επιταγή. Δ. Στην υπό στοιχείο 6 πράξη ότι, κατόπιν έρευνας στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, βρέθηκαν σφραγισμένες επιταγές με υπόχρεο πληρωμής τον εγκαλούντα, αλλά και οφειλές του από κεφάλαια κίνησης, το ύψος των οποίων ανερχόταν σε 240.000 ευρώ, οφειλές για τις οποίες είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής και είχαν δοθεί εντολές κατάσχεσης, η ανακάλυψη των οποίων θα δημιουργούσε πρόβλημα στη χορήγηση δανείου σε αυτόν και ότι, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να τους καταβάλει, όπως και έπραξε, το συνολικό ποσό των 21.600 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 20.600 ευρώ, το οποίο επρόκειτο να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και 1000 ευρώ, που αφορούσε την αμοιβή και τα σχετικά έξοδα προς τούτο, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον δεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος σχετικές επιταγές, διαταγές πληρωμής και εντολές εκτέλεσης ύψους 240.000 ευρώ. Ε. Στην υπό στοιχείο 7 πράξη, ότι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή ότι, κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, βρέθηκε οφειλή του, από δάνειο που είχε λάβει η Α. Γ., την καλή εκπλήρωση του οποίου είχε εγγυηθεί ο ως άνω Ε. Τ., αλλά και οφειλή του από επιταγή, που έπρεπε να τακτοποιηθούν προκειμένου αυτός να τύχει δανειοδότησης και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 21.800 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ποσό 21.000 ευρώ, που θα κάλυπτε τις ως άνω οφειλές, αλλά και 800 ευρώ που ήταν απαραίτητα για να υπάρξει σχετική έρευνα στον σύστημα “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, που αφορούσε συγγενικά πρόσωπα (σύζυγο και πατέρα) του μηνυτή, ποσό που πείσθηκε και κατέβαλε ο ως άνω μηνυτής, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από τις ανωτέρω υποχρεώσεις του μηνυτή, ούτε άλλωστε προέβησαν σε οποιαδήποτε έρευνα αναφορικά με την οικονομική εκκρεμότητα της συζύγου και του πατέρα του. ΣΤ. Στην υπό στοιχείο 8 πράξη, ότι, σε σχέση με τμήμα του οφειλόμενου ποσού των 240.000 ευρώ, που αναφέρεται στην υπ’ αριθ. 6 μερικότερη πράξη και προκειμένου η παραπάνω οφειλή να μη σταθεί εμπόδιο στη λήψη του δανείου, είχαν τη δυνατότητα, λόγω των σημαντικών γνωριμιών που είχαν στην Αθήνα και δη στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας …, να μπορέσουν να μπλοκάρουν την εξέλιξη των οφειλών και για το λόγο αυτό έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, όπως και πράγματι έγινε στις 8-11-2010, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν είχαν τις γνωριμίες που προαναφέρθηκαν. Ζ. Στην υπό στοιχείο 9 πράξη, ότι, κατόπιν αναζήτησης στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών “ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ”, βρέθηκε οφειλή της συζύγου του Β. Ι., από δάνειο, που δήθεν είχε λάβει αυτή, ύψους 30.000 ευρώ και ότι, προκειμένου να αποκρυφτεί η αναγγελία της εν λόγω οφειλής, απαιτούνταν δήθεν το ποσό των 8.500 ευρώ, επιπλέον δε και το ποσό των 30.000 ευρώ, που θα κατέθεταν για την εξόφληση της οφειλής αυτής, ώστε να αποφευχθεί η εμπλοκή της δανειοδότησης του μηνυτή, και, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.500 ευρώ, το οποίο τελικά πείστηκε και τους κατέβαλε, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον γνώριζαν ότι δεν υπήρχε σχετική οφειλή από ληφθέν δάνειο. Η. Στην υπό στοιχείο 11 πράξη, οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή ότι ανέκυψε νέα οφειλή του από δικαστική διαμάχη του με τρίτο πρόσωπο ονόματι Μ. (διαμάχη που όντως υφίστατο), καθώς και ότι η δήθεν υφιστάμενη οφειλή έπρεπε να τακτοποιηθεί με καταβολή ποσού 24.484 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα στην επικείμενη δανειοδότηση, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση οποιουδήποτε ποσού από την ανωτέρω υποχρέωση του μηνυτή. Θ. Στην υπό στοιχείο 12 πράξη ότι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή ότι ανέκυψε και έτερη οφειλή του στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ύψους 86.000 ευρώ, καθώς και ότι τμήμα της οφειλής αυτής, ανερχόμενο σε 30.000 ευρώ, έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα με καταβολή του ως άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και, προκειμένου να μην αποτελέσει αυτή η εκκρεμότητα τροχοπέδη στην επικείμενη δανειοδότησή του, τον έπεισαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 18.500 ευρώ, πλην όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον δεν προέβησαν σε εξόφληση ή παρακατάθεση οποιουδήποτε ποσού. Στις ανωτέρω, υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και ΣΤ περιπτώσεις, παρατίθενται περιστατικά, που κρίθηκε ότι επικαλέσθηκαν ψευδώς οι αναιρεσείοντες για να παραπλανήσουν τον εγκαλούντα, τα οποία αναφέρονται στην μη πληρωμή εκ μέρους του επιταγών ή και στην έκδοση διαταγών πληρωμής εναντίον του λόγω της μη πληρωμής οφειλών του. Όμως, ουδόλως αιτιολογείται γιατί παραπλανήθηκε ο εγκαλών, εφόσον αυτός ασφαλώς γνώριζε αν είχε εκδώσει επιταγές, αν είχε οφειλές εξ αυτών και αν είχαν εκδοθεί σε βάρος του διαταγές πληρωμής, αφού, στην περίπτωση αυτή, αυτές θα είχαν κοινοποιηθεί στον ίδιο. Εξάλλου, στην υπό στοιχείο Ε περίπτωση, υπάρχει ασάφεια εάν ήταν αληθής ή ψευδής η αναφερόμενη οφειλή του εγκαλούντος, προερχόμενη από εγγύησή του σε δάνειο, που είχε λάβει η Α. Γ., καθώς και η οφειλή του από μια επιταγή, συνολικού ποσού αυτών 21.000 ευρώ. Επίσης, στην υπό στοιχείο Ζ περίπτωση, δεν αιτιολογείται γιατί ο εγκαλών δεν μπορούσε να πληροφορηθεί από τη σύζυγό του την ανυπαρξία της οφειλής σε βάρος της, που οι κατηγορούμενοι επικαλούνταν, ούτε για ποιο λόγο, ακόμη και αν υπήρχε αυτή η οφειλή της, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στη δανειοδότηση του εγκαλούντος. Ωσαύτως, στην υπό στοιχείο Η περίπτωση, υπάρχει ασάφεια εάν πράγματι ήταν υπαρκτή η αναφερόμενη οφειλή του εγκαλούντος από τη δικαστική διαμάχη του με τον Μ. και, σε κάθε περίπτωση, δεν αιτιολογείται γιατί παραπλανήθηκε ο εγκαλών, εφόσον η δικαστική του διαμάχη και η τυχόν έκβασή της ασφαλώς ήταν γνωστές σ’ αυτόν. Τέλος, στην υπό στοιχείο Θ περίπτωση, υπάρχει ασάφεια εάν πράγματι υφίστατο η αναφερόμενη οφειλή του μηνυτή προς την Αγροτική Τράπεζα και, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αιτιολογείται γιατί παραπλανήθηκε ο μηνυτής, εφόσον αυτός, εάν είχε συμβληθεί με την ως άνω τράπεζα, ασφαλώς γνώριζε τις τυχόν υφιστάμενες οφειλές του προς αυτήν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι του πρώτου αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσαν, υπέβαλαν προς το Εφετείο εγγράφως ισχυρισμούς, που τους χαρακτήρισαν αυτοτελείς, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά. Με αυτούς, πέραν της άρνησης της κατηγορίας, ο πρώτος αναιρεσείων υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί του μηνυτή δεν αντέχουν στη λογική, καθόσον, μολονότι εμφανίζεται αυτός ότι είχε άμεση ανάγκη λήψης ενός δανείου ποσού 200.000 ευρώ, προς κάλυψη οφειλών του ποσού 150.000 ευρώ, που αδυνατούσε να καλύψει, διατείνεται (ο μηνυτής) ότι, εντός 35 ημερών περίπου, μπόρεσε να ανεύρει με δανεισμό από συγγενείς και φίλους του το ποσό των 307.000 ευρώ περίπου, χωρίς κάποιο παραστατικό, το οποίο (ποσό) κατέβαλε σταδιακά στον ίδιο, χωρίς επίσης να λάβει κάποιο αποδεικτικό για τις καταβολές του. Εξάλλου και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, κατά την απολογία του ενώπιον του Εφετείου, πέραν της άρνησης της σε βάρος του κατηγορίας, αμφισβήτησε ότι θα ήταν δυνατό ο μηνυτής, που είχε ανάγκη να λάβει δάνειο, να μπόρεσε, σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, να ανεύρει το ποσό των 307.000 ευρώ περίπου, το οποίο διατείνεται ότι στη συνέχεια περιήλθε με απάτη στους κατηγορουμένους και υποστήριξε ότι ο μηνυτής αυτονοήτως δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά είναι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί. Ενόψει, όμως, των ιδιαίτερων συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης, τόσο ο τρόπος, οι πηγές και οι αποδείξεις απόκτησης του συνολικού ποσού, το οποίο φέρεται ότι στη συνέχεια κατέβαλε ο μηνυτής στους κατηγορουμένους, όσο και ο τρόπος και οι αποδείξεις καταβολής των επιμέρους ποσών προς τους κατηγορουμένους καθίστανται ουσιώδη ζητήματα, με καθοριστική σημασία στην έκβαση της υπόθεσης, τα οποία, ως εκ τούτου, έπρεπε να ερευνηθούν και να απαντηθούν προσηκόντως από το Δικαστήριο της ουσίας. Ωστόσο, δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε αιτιολογίες επί των ζητημάτων αυτών. Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι βάσιμοι ο πρώτος λόγος της υπ’ αριθμ. πρωτ. 2706/9-4-2024 αίτησης, ο τέταρτος λόγος της υπ’ αριθμ. 33/11-6-2024 αίτησης και ο τέταρτος λόγος της υπ’ αριθμ. 16/11-6-2024 αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και πρέπει οι λόγοι αυτοί να γίνουν δεκτοί.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 192/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
