ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Επταμελές Τμήμα, Πρώτο Τμήμα του ΕΔΔΑ (άρθρο 26 § 1 ΕΣΔΑ)
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 2 ΕΣΔΑ, διαδικαστικό και ουσιαστικό σκέλος, άρθρο 41 ΕΣΔΑ. Η αιτίαση που είχε διατυπωθεί και υπό το άρθρο 13 εξετάστηκε αποκλειστικά υπό το άρθρο 2.
Αντικείμενο: Θανάσιμη χρήση πυροβόλου όπλου από πράκτορες της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας κατά επιχείρηση σύλληψης καταζητούμενου και αποτελεσματικότητα της έρευνας που ακολούθησε.
Διατακτικό: Παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2 ΕΣΔΑ και παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 2 ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση: 30.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες, πλέον τυχόν επιβαλλόμενων φόρων.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα, Aynur Islam gizi Bagirova, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ μετά τον θάνατο του αδελφού της A.B., ο οποίος είχε κηρυχθεί καταζητούμενος και σκοτώθηκε στις 20 Ιουλίου 2018 από πράκτορες της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας κατά επιχείρηση σύλληψής του σε μοτέλ στα περίχωρα του Μπακού. Οι αρχές δέχθηκαν ότι ο A.B. είχε προβάλει ένοπλη αντίσταση, όμως η έρευνα δεν αναζήτησε αποτυπώματά του στο πιστόλι και τον σιγαστήρα, δεν εξέτασε εγκληματολογικά τα όπλα των πρακτόρων, δεν προσδιόρισε ποιος πυροβόλησε τις θανατηφόρες βολές, δεν εξέτασε τους συμμετέχοντες πράκτορες και δεν εξήγησε κρίσιμα ιατροδικαστικά ευρήματα και αντιφάσεις μαρτύρων. Το ΕΔΔΑ έκρινε την έρευνα προδήλως ανεπαρκή και διαπίστωσε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2. Ως προς το ουσιαστικό σκέλος, δεν διαπίστωσε ότι αποδείχθηκε εκ προθέσεως εκτέλεση του A.B. Έκρινε όμως ότι, λόγω της ανεπάρκειας της έρευνας και των αναπάντητων ερωτημάτων, η Κυβέρνηση δεν απέδειξε πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ότι η θανατηφόρα βία δεν υπερέβη το απολύτως αναγκαίο.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η Bagirova δεν μεταβάλλει το καθιερωμένο κριτήριο του άρθρου 2, αλλά αναδεικνύει με ιδιαίτερη καθαρότητα τη λειτουργική σύνδεση ανάμεσα στη διαδικαστική και την ουσιαστική υποχρέωση. Όταν οι κρατικές αρχές αφήνουν ανεξέταστα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδείξουν αν η θανατηφόρα βία ήταν απολύτως αναγκαία, η ίδια η ανεπάρκεια της έρευνας μπορεί να καταστήσει αδύνατη την εκπλήρωση του αποδεικτικού βάρους του Κράτους. Η απόφαση έχει άμεση πρακτική σημασία για εισαγγελείς, ανακριτικές αρχές, εθνικούς δικαστές και δικηγόρους σε υποθέσεις θανάτου κατά αστυνομικές ή άλλες επιχειρήσεις ασφαλείας.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Στις 3 Ιουλίου 2018 ο Y.S. πυροβόλησε τον επικεφαλής της εκτελεστικής αρχής της Ganja και τον σωματοφύλακά του, προκαλώντας σοβαρούς τραυματισμούς. Στις 15 Ιουλίου ο αδελφός της προσφεύγουσας, A.B., κατηγορήθηκε στο πλαίσιο της σχετικής ποινικής υπόθεσης για σειρά σοβαρών αδικημάτων, μεταξύ άλλων συμμετοχή σε ανθρωποκτονία, τρομοκρατία, παράνομη οπλοκατοχή και βίαιη κατάληψη της κρατικής εξουσίας, και κηρύχθηκε καταζητούμενος.
Στις 20 Ιουλίου 2018, περίπου στις 22.45, υπάλληλοι της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας επιχείρησαν να τον συλλάβουν σε μοτέλ και τον σκότωσαν. Στον χώρο βρέθηκε το σώμα του με τέσσερα τραύματα από πυροβολισμούς, πιστόλι στο δεξί του χέρι και σιγαστήρα κάτω από το δεξί πόδι. Η νεκροψία της 21ης Ιουλίου διαπίστωσε δύο θανατηφόρα τραύματα στο κεφάλι ενώ ο A.B. βρισκόταν σε οριζόντια θέση, καθώς και τραύμα στον αριστερό θώρακα που είχε προκληθεί λίγο μετά τον θάνατο.
Ο συγκάτοικός του V.B. κατέθεσε ότι, όταν εισήλθαν τρεις πράκτορες, ο A.B. βρισκόταν στο κρεβάτι του. Δύο πράκτορες απομάκρυναν τον V.B. και περίπου ένα λεπτό αργότερα ακούστηκαν πυροβολισμοί. Η βαλλιστική εξέταση έδειξε ότι μόνον ένας από τους πέντε κάλυκες είχε προέλθει από το πιστόλι που βρέθηκε στον χώρο.
Στις 24 Οκτωβρίου 2018 ο εισαγγελέας αρνήθηκε να κινήσει ποινική διαδικασία, θεωρώντας ότι ο A.B. είχε πυροβολήσει κατά των πρακτόρων. Η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση στις 27 Ιουνίου 2019. Το Δικαστήριο της Περιφέρειας Binagadi απέρριψε την προσφυγή στις 9 Ιουλίου χωρίς να απαντήσει στα επιχειρήματά της και το Εφετείο του Μπακού επικύρωσε την κρίση στις 5 Αυγούστου.
Στις 25 Οκτωβρίου 2019 ένας πράκτορας, ο E.S., εξεταζόμενος σε διαφορετικό ποινικό φάκελο, υποστήριξε ότι ο A.B. είχε πυροβολήσει επανειλημμένα, εκδοχή που αντέφασκε προς προηγούμενες μαρτυρίες. Νέα αιτήματα της προσφεύγουσας απορρίφθηκαν. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ κατατέθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 2 ΕΣΔΑ: Θανατηφόρα βία κατά επιχείρηση σύλληψης και αποτελεσματική έρευνα. Παραβίαση διαδικαστικού και ουσιαστικού σκέλους
Προκαταρκτικά, η προσφεύγουσα είχε επικαλεστεί τα άρθρα 2 και 13 ΕΣΔΑ, υποστηρίζοντας ότι ο αδελφός της είχε σκοτωθεί εκ προθέσεως από κρατικούς πράκτορες και ότι δεν είχε διεξαχθεί αποτελεσματική έρευνα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αιτιάσεις έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά υπό το άρθρο 2, παραπέμποντας στις Kalkan κατά Τουρκίας (§ 45), Mustafayev κατά Αζερμπαϊτζάν (§ 42) και Yukhymovych κατά Ουκρανίας (§ 54).
Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Υποστήριξε ότι η έφεση της 25ης Ιουλίου 2019 ήταν μόλις μιάμιση σελίδα και δεν περιείχε συγκεκριμένες αιτιάσεις αντίστοιχες με εκείνες που διατυπώθηκαν στο Στρασβούργο.
Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση. Η προσφεύγουσα είχε προσβάλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2018 περί μη κίνησης ποινικής διαδικασίας, ενώ η απόφαση του Εφετείου του Μπακού της 5ης Αυγούστου 2019 αποτελούσε την τελική εσωτερική απόφαση. Μολονότι η έφεση ήταν σύντομη, η προσφεύγουσα είχε σαφώς διαμαρτυρηθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε εξετάσει τις συγκεκριμένες αιτιάσεις που είχε ήδη προβάλει. Είχε, συνεπώς, θέσει ενώπιον των εθνικών αρχών την ουσία των παραπόνων που αργότερα προέβαλε στο ΕΔΔΑ (§§ 40-42). Οι αιτιάσεις κρίθηκαν παραδεκτές.
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η χρήση βίας που μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία» για έναν από τους σκοπούς του άρθρου 2 § 2. Το κριτήριο είναι αυστηρότερο από εκείνο της «αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία» των άρθρων 8 έως 11 και απαιτεί αυστηρή αναλογικότητα μεταξύ της χρησιμοποιούμενης βίας και του επιδιωκόμενου σκοπού (McCann και λοιποί, §§ 148-149, Wasilewska και Kałucka, § 42, Pârvu, § 72).
Το ΕΔΔΑ δέχθηκε επίσης ότι ένας κρατικός πράκτορας μπορεί, κατ’ αρχήν, να ενεργήσει νόμιμα βάσει μιας ειλικρινούς πεποίθησης για την ύπαρξη κινδύνου, εφόσον η πεποίθηση αυτή στηρίζεται σε εύλογους λόγους κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακόμη και αν εκ των υστέρων αποδειχθεί εσφαλμένη (Armani Da Silva [GC], §§ 247-248, Ayvazyan, § 74). Το Κράτος όμως οφείλει, όταν έχει χρησιμοποιηθεί δυνητικά θανατηφόρα βία, να παράσχει εύλογη εξήγηση των γεγονότων και να αποδείξει ότι η βία ήταν δικαιολογημένη, δεν υπερέβη το απολύτως αναγκαίο και ήταν αυστηρά ανάλογη (§§ 48-50).
Ως προς την απόδειξη, εφαρμόζεται το κριτήριο «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας». Η απόδειξη μπορεί να προκύπτει από ισχυρά, σαφή και συγκλίνοντα συμπεράσματα ή από μη ανατραπείσες πραγματικές παραδοχές. Όταν η αδυναμία εξακρίβωσης των πραγματικών περιστατικών οφείλεται αντικειμενικά στις κρατικές αρχές, το καθ’ ου Κράτος οφείλει να εξηγήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό και πειστικό την αλληλουχία των γεγονότων και να προσκομίσει ισχυρά στοιχεία προς ανατροπή των ισχυρισμών του προσφεύγοντος (§ 51).
Το άρθρο 2 επιβάλλει επιπλέον αποτελεσματική επίσημη έρευνα κάθε φορά που ένα πρόσωπο σκοτώνεται ως αποτέλεσμα χρήσης βίας. Η έρευνα πρέπει να είναι ικανή να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά και, όπου απαιτείται, να οδηγήσει στον εντοπισμό και την τιμωρία των υπευθύνων. Πρόκειται για υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος. Οι αρχές οφείλουν αυτεπαγγέλτως να λάβουν όλα τα εύλογα διαθέσιμα μέτρα για τη διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων (§ 52, Mustafa Tunç και Fecire Tunç [GC], §§ 172-174).
Η απόφαση παραθέτει επίσης ως σχετικό διεθνές κανονιστικό πλαίσιο το άρθρο 3 του Κώδικα Συμπεριφοράς των Ηνωμένων Εθνών για τους αξιωματούχους επιβολής του νόμου και τις αρχές 9 και 10 των Basic Principles on the Use of Force and Firearms by Law Enforcement Officials. Τα κείμενα αυτά περιορίζουν τη χρήση πυροβόλων όπλων σε αυστηρά αναγκαίες περιπτώσεις και την εκ προθέσεως θανατηφόρα χρήση τους σε καταστάσεις όπου είναι αυστηρά αναπόφευκτη για την προστασία ζωής.
Διαδικαστικό σκέλος: Το Δικαστήριο έκρινε κρίσιμο ότι ήταν αδιαμφισβήτητο πως ο θάνατος του A.B. είχε προκληθεί από θανατηφόρα βία των πρακτόρων της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας. Εξέτασε πρώτα την αποτελεσματικότητα της έρευνας, διότι η δυνατότητα της έρευνας να εξακριβώσει τα γεγονότα και να κρίνει αν η βία ήταν δικαιολογημένη επηρέαζε ευθέως την αξιολόγηση του κατά πόσον η Κυβέρνηση είχε εκπληρώσει το αποδεικτικό της βάρος (§ 53).
Το ΕΔΔΑ εντόπισε σειρά σοβαρών ελλείψεων.
Πρώτον, δεν αναζητήθηκαν αποτυπώματα στο πιστόλι και στον σιγαστήρα που φέρονταν να είχαν βρεθεί στο δεξί χέρι και κάτω από το δεξί πόδι του A.B. Για το Δικαστήριο, η αναζήτηση αποτυπωμάτων όφειλε να αποτελεί «λογικό σημείο εκκίνησης» της έρευνας, δεδομένου ότι ολόκληρη η επίσημη εκδοχή στηριζόταν στην υποτιθέμενη ένοπλη αντίσταση του A.B. (§ 56).
Δεύτερον, τα όπλα των πρακτόρων που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά το περιστατικό δεν υποβλήθηκαν σε εγκληματολογική εξέταση. Η παράλειψη αυτή εμπόδισε τον προσδιορισμό του προσώπου ή των προσώπων που είχαν πυροβολήσει τις θανατηφόρες βολές. Οι αρχές δεν επιχείρησαν καν να ταυτοποιήσουν τους δράστες των συγκεκριμένων πυροβολισμών και δεν εξήγησαν την παράλειψη (§ 57).
Τρίτον, κανένας από τους πράκτορες που είχαν συμμετάσχει στην επιχείρηση δεν εξετάστηκε στο πλαίσιο της έρευνας για τον θάνατο. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η μη έγκαιρη εξέταση των μελών των σωμάτων ασφαλείας που εμπλέκονται σε περιστατικό πυροβολισμών αποτελεί σημαντική πλημμέλεια της έρευνας και επηρεάζει αρνητικά την αποκάλυψη της αλήθειας (Ramsahai και λοιποί [GC], § 330, Jaloud [GC], §§ 207-208). Μπορεί επιπλέον να δημιουργεί την εντύπωση συμπαιγνίας μεταξύ δικαστικών αρχών και αστυνομίας και να ενισχύει την αντίληψη ότι τα σώματα ασφαλείας λειτουργούν χωρίς πραγματική λογοδοσία (Bektaş και Özalp, § 65, Altın και Kılıç, § 53, Machalikashvili και λοιποί, § 92).
Η παράλειψη ήταν ακόμη σοβαρότερη επειδή ο E.S., όταν εξετάστηκε αργότερα ως μάρτυρας σε διαφορετική ποινική υπόθεση, έδωσε εκδοχή των γεγονότων που αντέφασκε άμεσα προς τις καταθέσεις των X.X., V.B. και I.X. (§ 60).
Τέταρτον, ο ανακριτής δεν αξιολόγησε ουσιαστικά τα αποτελέσματα της νεκροψίας. Δεν εξήγησε γιατί ο A.B. είχε δεχθεί ένα τραύμα ενώ βρισκόταν όρθιος και τα υπόλοιπα, περιλαμβανομένων των θανατηφόρων τραυμάτων στο κεφάλι, ενώ βρισκόταν σε οριζόντια θέση. Ούτε ασχολήθηκε με το συμπέρασμα ότι ένα τραύμα στον αριστερό θώρακα είχε προκληθεί λίγο μετά τον θάνατο (§ 61).
Πέμπτον, η έρευνα άφησε αναπάντητα τα καίρια ερωτήματα. Η ύπαρξη ενός κάλυκα που είχε πυροδοτηθεί από το πιστόλι που βρέθηκε στο χέρι του A.B. θεωρήθηκε επαρκής από τον ανακριτή για να αποδείξει ένοπλη αντίσταση. Δεν διερευνήθηκε όμως ποιος είχε πυροβολήσει πρώτος, αν η βία των πρακτόρων ήταν ανάλογη, γιατί η κατάθεση του V.B. δεν περιέγραφε ένοπλη αντίσταση και γιατί οι πράκτορες απομάκρυναν από το δωμάτιο τον V.B. αντί να συλλάβουν αμέσως τον A.B. (§ 62).
Το ΕΔΔΑ επισήμανε ακόμη ότι η εισαγγελική απόφαση ουσιαστικά παρέθετε στοιχεία χωρίς να εξηγεί πώς αυτά θεμελίωναν το συμπέρασμα περί νόμιμης ένοπλης αντίδρασης (§ 63). Τέλος, τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την προσφυγή της Bagirova χωρίς να επιχειρήσουν να αντιμετωπίσουν τις συγκεκριμένες ελλείψεις που εκείνη είχε καταγγείλει (§ 64).
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εθνικές αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα για τις περιστάσεις του θανάτου και διαπίστωσε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2 (§ 65).
Ουσιαστικό σκέλος: Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η Κυβέρνηση έφερε το βάρος να παράσχει εύλογη εξήγηση του θανάτου και να αποδείξει ότι η βία των κρατικών οργάνων ήταν δικαιολογημένη, απολύτως αναγκαία και αυστηρά ανάλογη προς έναν από τους σκοπούς του άρθρου 2 § 2 (§ 66).
Η εσωτερική έρευνα, όμως, ήταν «τόσο προδήλως ανεπαρκής» και είχε αφήσει «τόσα πολλά προφανή ερωτήματα αναπάντητα», ώστε δεν ήταν ικανή να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά του θανάτου. Για τον λόγο αυτό το ΕΔΔΑ δεν μπορούσε να στηριχθεί στο συμπέρασμα της εθνικής έρευνας (§ 67).
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα χρήσης βίας που δεν υπερέβαινε το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη ενός από τους σκοπούς του άρθρου 2 § 2 (§ 68). Διαπιστώθηκε, συνεπώς, και παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 2 (§ 69).
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Το ΕΔΔΑ κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 τόσο υπό το διαδικαστικό όσο και υπό το ουσιαστικό σκέλος.
Η προσφεύγουσα είχε ζητήσει 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απλή διαπίστωση των παραβιάσεων δεν επαρκούσε για να αποκαταστήσει τη βλάβη και της επιδίκασε, κατά δίκαιη κρίση, 30.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Για δικαστικά έξοδα είχε ζητήσει 4.500 ευρώ. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 2.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες, καταβλητέα απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Το υπόλοιπο αίτημα δίκαιης ικανοποίησης απορρίφθηκε.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε το αποδεικτικό βάρος που έφερε να αποδείξει, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, ότι ο θάνατος του αδελφού της προσφεύγουσας προήλθε από χρήση βίας που δεν υπερέβη το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη ενός από τους σκοπούς του άρθρου 2 § 2 της Σύμβασης» (§ 68).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Το ισχυρότερο στοιχείο της Bagirova είναι η εξαιρετικά καθαρή σύνδεση της ποιότητας της ποινικής έρευνας με το αποδεικτικό βάρος που φέρει το Κράτος όταν οι δικοί του πράκτορες προκαλούν θάνατο. Το όριο της απόφασης βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο. Επειδή η έρευνα απέτυχε να εξακριβώσει τα πραγματικά γεγονότα, το ΕΔΔΑ θεμελίωσε την ουσιαστική παραβίαση στην αποτυχία του Κράτους να δικαιολογήσει τη θανατηφόρα βία, χωρίς να μπορεί να ανασυνθέσει θετικά τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος.
Πρώτον. Η αποτελεσματική έρευνα αποτελεί προϋπόθεση του ουσιαστικού ελέγχου και όχι απλώς παράλληλη διαδικαστική εγγύηση. Η ιδιαίτερη δογματική αξία της απόφασης βρίσκεται στην επιλογή του Δικαστηρίου να εξετάσει πρώτα το διαδικαστικό σκέλος επειδή η ικανότητα της έρευνας να εξακριβώσει τα γεγονότα αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για να κριθεί αν το Κράτος μπορούσε να δικαιολογήσει τη χρήση βίας. Η διαδικαστική υποχρέωση αποκτά έτσι αποδεικτική λειτουργία. Μια έρευνα που δεν μπορεί να απαντήσει ποιος πυροβόλησε, από ποιο όπλο, υπό ποιες συνθήκες και με ποια αλληλουχία βολών υπονομεύει όχι μόνον την κρατική λογοδοσία, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα του Κράτους να επικαλεστεί νόμιμη αυτοάμυνα ή απολύτως αναγκαία βία. Η Bagirova καθιστά ιδιαιτέρως σαφές ότι το διαδικαστικό και το ουσιαστικό σκέλος του άρθρου 2 είναι αυτοτελή, αλλά μπορούν να λειτουργούν σε στενή αποδεικτική αλληλεξάρτηση.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Bagirova v. Azerbaijan, §§ 53, 65-69, Bişar Ayhan and Others v. Turkey, § 51, Yengibaryan and Simonyan v. Armenia, § 121.
Δεύτερον. Η τεχνική διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων βρίσκεται στον πυρήνα της υποχρέωσης αποτελεσματικής έρευνας. Το ΕΔΔΑ δεν αρκέστηκε σε γενική διαπίστωση περί ελλείψεων, αλλά κατέγραψε συγκεκριμένες πράξεις που έπρεπε να είχαν διενεργηθεί. Αναζήτηση αποτυπωμάτων στο πιστόλι και στον σιγαστήρα, εγκληματολογική εξέταση των υπηρεσιακών όπλων, ταυτοποίηση του προσώπου που έριξε τις θανατηφόρες βολές, εξέταση των εμπλεκόμενων πρακτόρων, αντιπαραβολή των μαρτυρικών καταθέσεων με τα ιατροδικαστικά ευρήματα. Η φράση ότι η εξέταση για αποτυπώματα αποτελούσε το «λογικό σημείο εκκίνησης» της έρευνας είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι δείχνει ότι η επάρκεια δεν κρίνεται από τον αριθμό των διενεργηθεισών πράξεων, αλλά από το αν οι αρχές ακολούθησαν τις προφανείς αποδεικτικές κατευθύνσεις που μπορούσαν να επαληθεύσουν ή να διαψεύσουν την επίσημη εκδοχή.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Bagirova v. Azerbaijan, §§ 55-61, Cangöz and Others v. Turkey, §§ 128, 135, Mihdi Perinçek v. Turkey, §§ 69, 73.
Τρίτον. Το αποδεικτικό βάρος του Κράτους αποκτά αποφασιστική σημασία όταν η θανατηφόρα επέμβαση των οργάνων του είναι αδιαμφισβήτητη. Η Bagirova πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά ως προς το κριτήριο «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας». Το ΕΔΔΑ δεν εφαρμόζει εδώ κανόνα ποινικής ενοχής συγκεκριμένου πράκτορα ούτε αντιστρέφει το τεκμήριο αθωότητας οποιουδήποτε φυσικού προσώπου. Εξετάζει τη διεθνή ευθύνη του Κράτους. Εφόσον ήταν αδιαμφισβήτητο ότι ο A.B. πέθανε από τα πυρά κρατικών οργάνων, το Κράτος όφειλε να εξηγήσει πειστικά τη συγκεκριμένη χρήση βίας και να αποδείξει ότι παρέμεινε εντός του αυστηρού ορίου της «απόλυτης αναγκαιότητας». Η αδυναμία του να το πράξει δεν μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, όταν τα ίδια τα κενά της κρατικής έρευνας είχαν εμποδίσει την εξακρίβωση των περιστάσεων.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Bagirova v. Azerbaijan, §§ 50-53, 66-69, Yukhymovych v. Ukraine, § 74, Yengibaryan and Simonyan v. Armenia, §§ 117, 119.
Τέταρτον. Ο δικαστικός έλεγχος δεν θεραπεύει μια ανεπαρκή έρευνα όταν δεν απαντά στα συγκεκριμένα ελαττώματά της. Η προσφεύγουσα είχε θέσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων συγκεκριμένα ζητήματα, μεταξύ άλλων την παράλειψη εξέτασης των πρακτόρων, τα πορίσματα της νεκροψίας, τη θέση του σώματος κατά τους πυροβολισμούς, τη βολή μετά τον θάνατο και την αμφισβήτηση της επίσημης εκδοχής περί ένοπλης αντίστασης. Παρά ταύτα, τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τα ένδικα βοηθήματά της χωρίς να αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα σημεία. Η Bagirova δείχνει ότι η ύπαρξη τυπικής δυνατότητας δικαστικής προσβολής της εισαγγελικής κρίσης δεν αρκεί. Ο έλεγχος πρέπει να είναι ουσιαστικός και να απαντά στα στοιχεία που μπορούν να ανατρέψουν ή να επιβεβαιώσουν την επίσημη εκδοχή ενός θανάτου από κρατικά πυρά.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Bagirova v. Azerbaijan, §§ 21-24, 62-65.
Πέμπτον. Η απόφαση δεν διαπιστώνει ότι ο A.B. εκτελέστηκε, αλλά ότι το Κράτος απέτυχε να δικαιολογήσει τον θάνατό του σύμφωνα με το άρθρο 2. Αυτό αποτελεί το σημαντικότερο όριο της κρίσης και πρέπει να αποτυπώνεται με ακρίβεια. Το ΕΔΔΑ δεν έκρινε ότι αποδείχθηκε η καταγγελία της προσφεύγουσας περί εκ προθέσεως θανάτωσης. Δεν προσδιόρισε ποιος πυροβόλησε πρώτος, αν ο A.B. είχε πράγματι χρησιμοποιήσει το πιστόλι, ποιος πράκτορας προκάλεσε τα θανατηφόρα τραύματα ή ποια ακριβώς ήταν η αλληλουχία των βολών. Ούτε προχώρησε σε πλήρη αυτοτελή έλεγχο κάθε επιχειρησιακής επιλογής πριν από την επέμβαση. Το κεντρικό εύρημα ήταν διαφορετικό: η κρατική έρευνα είχε καταστεί τόσο ανεπαρκής ώστε δεν μπορούσε να παράσχει αξιόπιστη πραγματική βάση και, συνεπώς, η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η θανατηφόρα βία ήταν απολύτως αναγκαία. Το ανοιχτό ερώτημα που αφήνει η απόφαση είναι τι θα είχε κριθεί αν μια πλήρης και επιστημονικά αξιόπιστη έρευνα επιβεβαίωνε ότι ο A.B. είχε πράγματι πυροβολήσει πρώτος ή δημιουργήσει άμεσο κίνδυνο ζωής.
Πηγή: ΕΔΔΑ, Bagirova v. Azerbaijan, §§ 43-46, 53, 62, 67-69.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) McCann and Others κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Η θεμελιώδης νομολογιακή αφετηρία για την έννοια της «απόλυτης αναγκαιότητας». Η Bagirova παραπέμπει στις §§ 148-149 για τη θέση ότι το άρθρο 2 επιβάλλει αυστηρότερο έλεγχο από την κοινή έννοια της «αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία» και απαιτεί αυστηρή αναλογικότητα. Παραπέμπει επίσης στις §§ 161-163 ως θεμέλιο της διαδικαστικής υποχρέωσης έρευνας και στη § 200 ως προς την αξιολόγηση των αποφάσεων των κρατικών οργάνων υπό τις συνθήκες της επιχειρησιακής δράσης.
Πηγή: HUDOC, McCann and Others v. the United Kingdom, no. 18984/91, 27.09.1995, §§ 148-149, 161-163, 200.
Β) Armani Da Silva κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Η Bagirova αντλεί από την Armani Da Silva τον κανόνα ότι η χρήση βίας μπορεί να είναι συμβατή με το άρθρο 2 όταν στηρίζεται σε ειλικρινή πεποίθηση η οποία, για εύλογους λόγους, θεωρήθηκε αληθής κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακόμη και αν αργότερα αποδειχθεί εσφαλμένη. Η αρχή αυτή εξισορροπεί το αυστηρό κριτήριο της απόλυτης αναγκαιότητας με την ανάγκη αξιολόγησης της κατάστασης όπως παρουσιαζόταν στον κρατικό πράκτορα τη στιγμή της δράσης.
Πηγή: HUDOC, Armani Da Silva v. the United Kingdom [GC], no. 5878/08, 30.03.2016, §§ 247-248.
Γ) Mustafa Tunç and Fecire Tunç κατά Τουρκίας [GC]: Αποτελεί το κύριο γενικό precedent της Bagirova για την επάρκεια της έρευνας. Η υποχρέωση είναι υποχρέωση μέσων και απαιτεί έρευνα ικανή να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά και, όπου απαιτείται, να οδηγήσει στον εντοπισμό και την τιμωρία των υπευθύνων. Οι αρχές πρέπει να ενεργούν αυτεπαγγέλτως και να αξιοποιούν τα εύλογα διαθέσιμα μέσα συλλογής αποδείξεων.
Πηγή: HUDOC, Mustafa Tunç and Fecire Tunç v. Turkey [GC], no. 24014/05, 14.04.2015, §§ 172-174.
Δ) Cangöz and Others κατά Τουρκίας: Η απόφαση χρησιμοποιείται σε πολλαπλά κρίσιμα σημεία της Bagirova. Στηρίζει το βάρος του Κράτους να εξηγήσει τη θανατηφόρα βία (§ 106), τη σημασία των αντικειμενικών εγκληματολογικών εξετάσεων (§ 135), τις αρνητικές συνέπειες της μη έγκαιρης εξέτασης των κρατικών οργάνων (§ 128) και την αδυναμία του ΕΔΔΑ να στηριχθεί σε συμπεράσματα μιας προδήλως ανεπαρκούς εσωτερικής έρευνας (§ 138).
Πηγή: HUDOC, Cangöz and Others v. Turkey, no. 7469/06, 26.04.2016, §§ 106, 128, 135, 138.
Ε) Mihdi Perinçek κατά Τουρκίας: Η Bagirova παραπέμπει στην απόφαση για την υποχρέωση πειστικής δικαιολόγησης της χρήσης βίας (§ 60), για την ανάγκη αξιοποίησης των αντικειμενικών αποδεικτικών δυνατοτήτων (§ 69), για τις συνέπειες της ελλιπούς εξέτασης των εμπλεκόμενων κρατικών οργάνων (§ 73) και για τη σύνδεση της ανεπαρκούς έρευνας με την αδυναμία αποδοχής της επίσημης εκδοχής των γεγονότων (§ 80).
Πηγή: HUDOC, Mihdi Perinçek v. Turkey, no. 54915/09, 29.05.2018, §§ 60, 69, 73, 80.
ΣΤ) Yukhymovych κατά Ουκρανίας: Η Bagirova χρησιμοποιεί την Yukhymovych αφενός για τη νομική υπαγωγή των αιτιάσεων αποκλειστικά στο άρθρο 2 (§ 54 της Yukhymovych), αφετέρου για τους αποδεικτικούς κανόνες σε περιπτώσεις θανατηφόρας αστυνομικής βίας. Ιδίως η § 74 υποστηρίζει το κριτήριο των ισχυρών και συγκλινόντων συμπερασμάτων και την υποχρέωση του Κράτους να δίνει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση όταν κρίσιμα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να εξακριβωθούν.
Πηγή: HUDOC, Yukhymovych v. Ukraine, no. 11464/12, 17.12.2020, §§ 54, 74-75.
Ζ) Yengibaryan and Simonyan κατά Αρμενίας: Είναι το αμεσότερο πρόσφατο precedent της Bagirova για τη λειτουργία του αποδεικτικού βάρους και τη σχέση διαδικαστικής ανεπάρκειας και ουσιαστικής αξιολόγησης. Το ΕΔΔΑ παραπέμπει στις §§ 117 και 119 για την απόδειξη και την υποχρέωση του Κράτους να εξηγήσει τα γεγονότα, στη § 121 για την προτεραιότητα εξέτασης της διαδικαστικής υποχρέωσης και στις §§ 137-138 για τις συνέπειες μιας έρευνας που δεν μπορεί να εξακριβώσει τις πραγματικές συνθήκες της θανατηφόρας βίας.
Πηγή: HUDOC, Yengibaryan and Simonyan v. Armenia, no. 2186/12, 20.06.2023, §§ 117, 119, 121, 137-138.
Η) Ramsahai and Others κατά Κάτω Χωρών [GC]: Η Bagirova επικαλείται ειδικά τη § 330 για την απαίτηση έγκαιρης εξέτασης των αστυνομικών ή άλλων κρατικών οργάνων που συμμετείχαν σε θανατηφόρο περιστατικό. Η καθυστέρηση ή πλήρης παράλειψη εξέτασής τους δεν είναι απλή τυπική πλημμέλεια, αλλά μπορεί να αποδυναμώσει την αποδεικτική αξιοπιστία της έρευνας και τη δυνατότητα αναζήτησης ατομικής ευθύνης.
Πηγή: HUDOC, Ramsahai and Others v. the Netherlands [GC], no. 52391/99, 15.05.2007, § 330.
Θ) Jaloud κατά Κάτω Χωρών [GC]: Οι §§ 207-208 χρησιμοποιούνται μαζί με τη Ramsahai για να επιβεβαιώσουν ότι η έγκαιρη και πραγματικά αποτελεσματική εξέταση των εμπλεκομένων κρατικών οργάνων αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έρευνας. Η σύνδεση με την Bagirova είναι άμεση, αφού κανένας πράκτορας της SSS δεν εξετάστηκε στο πλαίσιο της ίδιας της έρευνας για τον θάνατο του A.B.
Πηγή: HUDOC, Jaloud v. the Netherlands [GC], no. 47708/08, 20.11.2014, §§ 207-208.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Σε θάνατο από κρατικά πυρά, ο προσφεύγων πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα τις αποδεικτικές πράξεις που παραλείφθηκαν.Έλεγχος υπηρεσιακών όπλων, κάλυκες και βλήματα, αποτυπώματα ή άλλα ίχνη στο όπλο του θανόντος, τροχιές βολών, θέση σώματος, ιατροδικαστικά ευρήματα και άμεση εξέταση των εμπλεκομένων οργάνων είναι στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν την ανεπάρκεια της έρευνας.
- Η ουσιαστική και η διαδικαστική αιτίαση του άρθρου 2 πρέπει να διακρίνονται αλλά να συνδέονται αποδεικτικά.Ο προσφεύγων πρέπει να εξηγεί όχι μόνο ποιες ερευνητικές πράξεις δεν έγιναν, αλλά και με ποιον τρόπο η παράλειψή τους εμπόδισε την εξακρίβωση του αν η χρήση βίας ήταν απολύτως αναγκαία.
- Η εξάντληση δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη εκτενές εθνικό δικόγραφο, απαιτεί όμως σαφή προβολή της ουσίας της αιτίασης.Η Bagirova δείχνει ότι ακόμη και σύντομη έφεση μπορεί να είναι επαρκής όταν παραπέμπει καθαρά στις συγκεκριμένες αιτιάσεις που είχαν ήδη προβληθεί. Πρακτικά, ασφαλέστερη επιλογή παραμένει η ρητή επανάληψη των κρίσιμων ελλείψεων σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.
- Ο εθνικός δικαστής δεν πρέπει να αρκείται στην ύπαρξη ενός όπλου ή ενός πυροδοτημένου κάλυκα.Οφείλει να ελέγχει την αλληλουχία των γεγονότων, το ποιος πυροβόλησε πρώτος, την αξιοπιστία των αντικρουόμενων μαρτυριών, τα ιατροδικαστικά δεδομένα και κυρίως αν η χρήση θανατηφόρας βίας πληρούσε το ιδιαίτερα αυστηρό κριτήριο της απόλυτης αναγκαιότητας.
- Πρακτικά, η απόφαση προσφέρει σαφή μεθοδολογία για κάθε θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό από πυρά αστυνομικού ή άλλου κρατικού οργάνου.Η εισαγγελική και δικαστική διερεύνηση πρέπει να εξασφαλίζει από την αρχή αντικειμενικό εγκληματολογικό υλικό και να μη στηρίζεται αποκλειστικά στις υπηρεσιακές εκδοχές των εμπλεκομένων.
