ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή, Γ΄ Τμήμα, η οποία κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη), άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με άρθρο 8 ΕΣΔΑ (απαγόρευση διακρίσεων, σεβασμός ιδιωτικής ζωής), άρθρο 35 §§ 3 στοιχ. α΄ και 4 ΕΣΔΑ.
Αντικείμενο: Μη διορισμός υποψηφίου σε μοναδική θέση δημοτικού διαγωνισμού, κατ’ εφαρμογή νομοθετικής ρύθμισης που απένεμε απόλυτη προτεραιότητα στους υποψηφίους οι οποίοι ήταν ταυτοχρόνως δημότες και μόνιμοι κάτοικοι καθορισμένων παραμεθορίων δήμων, ανεξαρτήτως της συνολικής βαθμολογικής τους κατάταξης. Διακριτή ρύθμιση προέβλεπε προσαύξηση 150 μονάδων για δημότες δήμων ή κοινοτήτων έως 10.000 κατοίκων, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Διατακτικό: Απαράδεκτη η προσφυγή στο σύνολό της, αιτίαση κατ’ άρθρο 6 § 1 προδήλως αβάσιμη, αιτίαση κατ’ άρθρο 14 σε συνδυασμό με άρθρο 8 ασυμβίβαστη ratione materiae.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Έλληνας υπήκοος, μετείχε το 2006 σε διαγωνισμό του Δήμου Δελβινακίου για μία θέση κατηγορίας ΤΕ, ειδικότητας Οικονομικού – Λογιστικού. Συγκέντρωσε 1.200 μόρια, κατατάχθηκε όμως ένατος, διότι ο ν. 2190/1994 απένεμε απόλυτη προτεραιότητα στους υποψηφίους που ήταν ταυτοχρόνως δημότες και μόνιμοι κάτοικοι καθορισμένων παραμεθορίων δήμων, ανεξαρτήτως συνολικής βαθμολογίας. Διορίστηκε υποψήφια με 861 μόρια. Το Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων έκρινε τη ρύθμιση αντισυνταγματική και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, πλην όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε την έφεση του ΑΣΕΠ και έκρινε τη ρύθμιση συνταγματική, ως εξυπηρετούσα την περιφερειακή και παραμεθόρια ανάπτυξη. Ενώπιον του Στρασβούργου ο προσφεύγων προέβαλε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν απάντησε στην ένστασή του περί εκπροθέσμου της έφεσης του ΑΣΕΠ και ότι ο αποκλεισμός του συνιστούσε διάκριση λόγω κριτηρίων κατοικίας. Το Δικαστήριο απέρριψε την πρώτη αιτίαση ως προδήλως αβάσιμη, δεχόμενο ότι η κρίση επί της ουσίας ενείχε σιωπηρή αποδοχή του παραδεκτού της έφεσης και ότι ο προσφεύγων ουδέποτε αμφισβήτησε, με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, τη γνησιότητα ή την ακρίβεια της επίσημης έκθεσης επίδοσης. Απέρριψε τη δεύτερη ως ασυμβίβαστη ratione materiae, κρίνοντας ότι ούτε οι λόγοι ούτε οι αποδειχθείσες συνέπειες του μέτρου ενέπιπταν στην ιδιωτική ζωή, ώστε να ενεργοποιηθεί το άρθρο 8 και, μέσω αυτού, το άρθρο 14.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εφαρμόζει το διπλό κριτήριο της Denisov κατά Ουκρανίας [GC] σε υπόθεση μη διορισμού κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Απαντά έτσι σε ένα σημαντικό πρακτικό ερώτημα της διοικητικής και της συμβατικής προστασίας των δικαιωμάτων: πότε μια αποτυχία σε διαγωνισμό προσλήψεων μπορεί να μεταφερθεί στο Στρασβούργο ως ζήτημα ιδιωτικής ζωής ή διάκρισης. Η απάντηση είναι αυστηρή. Ο αποκλεισμός βάσει γενικού, εκ των προτέρων γνωστού κριτηρίου, του οποίου οι υποκείμενοι λόγοι δεν συνδέονται με πτυχές της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος, δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 8 μέσω της reason-based approach, ενώ, στο πλαίσιο της consequence-based approach, οι συνέπειες πρέπει να αποδεικνύονται συγκεκριμένα και να είναι πολύ σοβαρές. Για τον εφαρμοστή του δικαίου, η Gikas λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων που θέτει ο παρεπόμενος χαρακτήρας του άρθρου 14 ΕΣΔΑ.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Στις 13 Απριλίου 2006 ο Δήμος Δελβινακίου προκήρυξε διαγωνισμό για μία θέση κατηγορίας ΤΕ, ειδικότητας Οικονομικού – Λογιστικού. Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση στις 16 Ιουνίου 2006.
Ο διαγωνισμός διεξήχθη κατά τον ν. 2190/1994. Το άρθρο 18 § 2 στοιχ. δ΄, όπως ίσχυε, προέβλεπε δύο ευνοϊκές ρυθμίσεις εντοπιότητας. Αφενός, προσαύξηση 150 μονάδων για δημότες δήμων ή κοινοτήτων έως 10.000 κατοίκων που διεκδικούσαν θέση στον δήμο τους και αναλάμβαναν δεκαετή υποχρέωση παραμονής. Αφετέρου, κατά προτεραιότητα κατάταξη, ανεξαρτήτως συνολικής βαθμολογίας, όσων ήταν ταυτοχρόνως δημότες και μόνιμοι κάτοικοι καθορισμένων παραμεθορίων δήμων, υπό την ίδια δεκαετή δέσμευση.
Με την υπ’ αριθ. 2122/16.05.2007 απόφαση της αρμόδιας επιτροπής καταρτίστηκε ο προσωρινός πίνακας κατάταξης. Ο προσφεύγων κατατάχθηκε ένατος με 1.200 μόρια. Η πρώτη κατά σειρά υποψήφια Ε.Λ. συγκέντρωνε 861 μόρια, προτάχθηκε όμως ως δημότισσα και μόνιμη κάτοικος Δελβινακίου και διορίστηκε. Στην ίδια βάση προτάχθηκαν και οι υποψήφιοι από τη δεύτερη έως την όγδοη θέση.
Στις 22 Μαΐου 2007 ο προσφεύγων άσκησε ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 2911/29.10.2007 απόφαση. Στις 7 Ιανουαρίου 2008 άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. Με την υπ’ αριθ. 220/2009 απόφαση, δημοσιευθείσα στις 15 Σεπτεμβρίου 2009, το Εφετείο έκρινε ότι η απόλυτη προτεραιότητα αντέκειτο στα άρθρα 4 § 1 και 5 του Συντάγματος, ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις και ανέπεμψε την υπόθεση για νέα κατάταξη.
Ως προς την επίδοση της απόφασης στο ΑΣΕΠ, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι έλαβε χώρα στις 10 Οκτωβρίου 2009, επικαλούμενος πιστοποιητικό της γραμματείας το οποίο αναφερόταν στην καταχώριση της απόφασης. Η Κυβέρνηση αντέτεινε ότι η τυπική επίδοση έγινε στις 10 Νοεμβρίου 2009, όπως αποδεικνυόταν από την επίσημη έκθεση επίδοσης.
Συμμορφούμενο προς την απόφαση 220/2009, το ΑΣΕΠ εξέδωσε την υπ’ αριθ. 873/04.12.2013 απόφαση, με την οποία, επανεξετάζοντας την ένσταση του προσφεύγοντος και ελέγχοντας αυτεπαγγέλτως τον φάκελο έτερου υποψηφίου Θ., κατέταξε εκείνον πρώτο με 1.202 μόρια και τον προσφεύγοντα δεύτερο με 1.200, κρίνοντας ότι ούτως ή άλλως δεν θα διοριζόταν. Παραλλήλως, στις 7 Ιανουαρίου 2010 το ΑΣΕΠ είχε ασκήσει έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ήταν εκπρόθεσμη. Η υπόθεση συζητήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2013. Με την υπ’ αριθ. 2741/2017 απόφαση, η οποία κατά το ΕΔΔΑ εκδόθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2016, το Συμβούλιο της Επικρατείας παραμέρισε το σκεπτικό και τις κρίσεις του Εφετείου και δέχθηκε ότι οι ευνοϊκές ρυθμίσεις υπέρ των δημοτών και μονίμων κατοίκων παραμεθορίων δήμων εξυπηρετούσαν θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την περιφερειακή και παραμεθόρια ανάπτυξη κατά το άρθρο 106 § 1 του Συντάγματος, και ότι το άρθρο 4 § 1 δεν αποκλείει διαφορετική μεταχείριση θεμελιωμένη σε αντικειμενικά κριτήρια και δικαιολογούμενη από λόγους γενικού συμφέροντος.
Στις 14 Απριλίου 2018 ο προσφεύγων ζήτησε δίκαιη ικανοποίηση στο πλαίσιο του εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας. Με την υπ’ αριθ. 1663/2018 απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι, μετά την έκδοση της απόφασης 873 του ΑΣΕΠ, το αντικείμενο της δίκης είχε παύσει να έχει σημαντική σπουδαιότητα για τον προσφεύγοντα και ότι η κατάσταση αβεβαιότητάς του είχε λήξει. Στις 23 Απριλίου 2018 άσκησε προσφυγή στο ΕΔΔΑ, επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 και το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Προκαταρκτικές ενστάσεις ως προς την προσφυγή στο σύνολό της
Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση προέβαλε δύο ενστάσεις, την έλλειψη ιδιότητας θύματος κατά το άρθρο 34 ΕΣΔΑ και την κατάχρηση του δικαιώματος προσφυγής. Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να τις εξετάσει, εφόσον οι αιτιάσεις ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτες για τους λόγους που ακολουθούν (παρ. 17-18).
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, Δίκαιη δίκη, Παράλειψη ρητής απάντησης σε ένσταση περί παραδεκτού της έφεσης, Απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη
Παραδεκτό: Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν απάντησε στην ένστασή του περί εκπροθέσμου της έφεσης του ΑΣΕΠ (παρ. 19). Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 § 1 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απαιτούν λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των διαδίκων (Perez κατά Γαλλίας [GC], παρ. 80-81). Εν προκειμένω, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε την έφεση και, προχωρώντας στην κρίση επί της ουσίας, αποδέχθηκε σιωπηρώς το παραδεκτό της, στηριζόμενο στην ημερομηνία επίδοσης που προέκυπτε από την έκθεση επίδοσης. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, κατά το εφαρμοστέο εσωτερικό δικονομικό δίκαιο, η έκθεση επίδοσης αποτελεί δημόσιο έγγραφο με πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σε αυτήν, ο δε προσφεύγων δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα ή την ακρίβειά της, ούτε ισχυρίστηκε ότι ήταν ψευδής ή πλαστή, χρησιμοποιώντας τις σχετικές δυνατότητες του εσωτερικού δικαίου (παρ. 20). Συνεπώς, η απουσία ρητής απάντησης δεν κατέστησε τη διαδικασία, στο σύνολό της, μη δίκαιη (παρ. 21). Η αιτίαση απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη κατ’ άρθρο 35 §§ 3 στοιχ. α΄ και 4 ΕΣΔΑ (παρ. 22).
Επί της ουσίας: Δεν εξετάστηκε, εφόσον η αιτίαση απορρίφθηκε στο στάδιο του παραδεκτού.
Άρθρο 14 σε συνδυασμό με άρθρο 8 ΕΣΔΑ, Απαγόρευση διακρίσεων και ιδιωτική ζωή, Απαράδεκτη ως ασυμβίβαστη ratione materiae
Παραδεκτό: Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ο μη διορισμός του και οι δυσμενείς συνέπειες για τις επαγγελματικές του προοπτικές απέρρεαν από τον φερόμενο ως εισάγοντα διάκριση χαρακτήρα του νομοθετικού πλαισίου, καθόσον απένεμε απόλυτη προτεραιότητα βάσει κριτηρίων κατοικίας (παρ. 23).
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 14, είναι αναγκαίο και συγχρόνως επαρκές τα πραγματικά περιστατικά να εμπίπτουν στο «πεδίο» (ambit) μίας ή περισσοτέρων διατάξεων της Σύμβασης (Carson κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], παρ. 63, Ahmed κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), παρ. 84).
Ακολούθως ανέπτυξε το πλαίσιο της Denisov. Οι εργασιακές διαφορές δεν αποκλείονται per se από την έννοια της «ιδιωτικής ζωής», εφόσον μέτρα όπως η απόλυση, ο υποβιβασμός ή η μη πρόσβαση σε επάγγελμα μπορούν να θίξουν τυπικές πτυχές της (Guliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, παρ. 40). Ζήτημα ιδιωτικής ζωής ανακύπτει με δύο τρόπους, είτε λόγω των υποκείμενων λόγων του μέτρου (προσέγγιση βάσει λόγων) είτε λόγω των συνεπειών του (προσέγγιση βάσει συνεπειών). Στη δεύτερη περίπτωση, το κατώτερο όριο σοβαρότητας αποκτά αποφασιστική σημασία και το βάρος φέρει ο προσφεύγων (Denisov κατά Ουκρανίας [GC], παρ. 115-116).
«Εναπόκειται στον προσφεύγοντα να καταδείξει πειστικά ότι το όριο επιτεύχθηκε στην περίπτωσή του, προσκομίζοντας αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τις συνέπειες του επίμαχου μέτρου» (παρ. 25).
Ως προς την πρώτη προσέγγιση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων γνώριζε τα κριτήρια που ίσχυαν για τη διαδικασία και παρά ταύτα αποφάσισε να μετάσχει σε αυτήν. Οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονταν γενικώς σε όλους τους υποψηφίους, δεν στηρίζονταν σε στοιχεία αναγόμενα στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος και επιδίωκαν τη στελέχωση και την ανάπτυξη παραμεθορίων και απομακρυσμένων περιοχών, σκοπό τον οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας θεώρησε θεμιτό δημόσιο συμφέρον (πρβλ. Yokuşlu κατά Τουρκίας, παρ. 61, αντιθέτως Versaci κατά Ιταλίας, παρ. 84) (παρ. 27).
Ως προς τη δεύτερη προσέγγιση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε, ούτε ενώπιόν του ούτε στις εσωτερικές διαδικασίες, συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις που να καταδεικνύουν σοβαρό αντίκτυπο στην ιδιωτική του ζωή. Παρέμενε επιλέξιμος να μετάσχει σε άλλες διαδικασίες πρόσληψης και δεν εμποδίστηκε να υποβάλει εκ νέου υποψηφιότητα στο δημόσιο (αντιθέτως Naidin κατά Ρουμανίας, παρ. 34). Ούτε ισχυρίστηκε ότι το μέτρο περιόρισε την πρόσβασή του στην απασχόληση εν γένει ή στον ιδιωτικό τομέα (Ballıktaş Bingöllü κατά Τουρκίας, παρ. 56, αντιθέτως Sidabras και Džiautas κατά Λιθουανίας, παρ. 48-49), ούτε ότι εμποδίστηκε να ασκήσει συγκεκριμένο επάγγελμα αντίστοιχο των προσόντων του (Ballıktaş Bingöllü, παρ. 60, αντιθέτως Θλιμμένος κατά Ελλάδας [GC], παρ. 41) (παρ. 28).
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο προσφεύγων αναφέρθηκε μόνον ακροθιγώς στις συνέπειες του μέτρου, χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, και δεν απέδειξε ότι επιτεύχθηκε το απαιτούμενο κατώφλι σοβαρότητας (παρ. 29-30). Εφόσον οι λόγοι του μέτρου δεν συνδέονταν με την ιδιωτική ζωή και οι συνέπειές του δεν αποδείχθηκαν ως επαρκώς σοβαρές ώστε να εμπίπτουν σε αυτήν, το άρθρο 8 δεν ήταν εφαρμοστέο και η αιτίαση δεν ενέπιπτε στο πεδίο του. Κατά συνέπεια, ούτε το άρθρο 14 ήταν εφαρμοστέο (πρβλ. Ahmed, παρ. 89-91). Η αιτίαση απορρίφθηκε ως ασυμβίβαστη ratione materiae κατ’ άρθρο 35 §§ 3 στοιχ. α΄ και 4 ΕΣΔΑ (παρ. 31).
Επί της ουσίας: Δεν εξετάστηκε, εφόσον το άρθρο 8 κρίθηκε μη εφαρμοστέο και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε συμβατικό πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει το άρθρο 14.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ: Το Δικαστήριο, συνεδριάζον ως τριμελής Επιτροπή, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη στο σύνολό της. Δεν τέθηκε ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 41 ΕΣΔΑ.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονταν γενικά σε όλους τους υποψηφίους που μετείχαν στη διαδικασία πρόσληψης και δεν στηρίζονταν σε στοιχεία αναγόμενα στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος, αλλά επεδίωκαν τον σκοπό της προώθησης της στελέχωσης και της ανάπτυξης σε παραμεθόριες και απομακρυσμένες περιοχές, τον οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας θεώρησε ως θεμιτή εκτίμηση δημοσίου συμφέροντος. Έπεται ότι το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώθηκε σε εκτιμήσεις αναγόμενες στην ιδιωτική του ζωή» (παρ. 27).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Gikas είναι απόφαση επί του παραδεκτού με περιορισμένη νομολογιακή φιλοδοξία, της οποίας το ισχυρό σημείο είναι η πειθαρχημένη εφαρμογή του διπλού κριτηρίου Denisov σε υπόθεση μη διορισμού σε συγκεκριμένη θέση κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Το αδύναμο σημείο της είναι ότι, κλείνοντας τη συζήτηση στο επίπεδο του πεδίου εφαρμογής, αφήνει ανέγγιχτο το ουσιαστικό ερώτημα, δηλαδή τη συμβατότητα της επίμαχης απόλυτης προτεραιότητας εντοπιότητας με την απαγόρευση των διακρίσεων.
Πρώτον. Το κριτήριο Denisov εφαρμόζεται και στο στάδιο της πρόσβασης σε συγκεκριμένη απασχόληση. Η νομολογία για τις εργασιακές διαφορές είχε διαμορφωθεί κυρίως επί απολύσεων, παύσεων και αποκλεισμών από ήδη ασκούμενο επάγγελμα. Η Gikas εφαρμόζει το ίδιο σχήμα σε πρόσωπο που ουδέποτε κατέλαβε τη συγκεκριμένη θέση. Αυτό έχει σημαντικές αποδεικτικές συνέπειες, διότι στην περίπτωση απλής μη πρόσληψης είναι συχνά δυσχερέστερο να αποδειχθεί προσβολή της επαγγελματικής φήμης, του κοινωνικού ή επαγγελματικού κύκλου ή της υλικής ευημερίας σε βαθμό αντίστοιχο με τις συνέπειες μιας απόλυσης ή ενός γενικού επαγγελματικού αποκλεισμού. Δεν μπορεί, ωστόσο, να συναχθεί ότι οι διαφορές περί πρόσληψης εξαιρούνται κατ’ αρχήν από το άρθρο 8. Η δυνατότητα εφαρμογής του εξαρτάται από τους λόγους του μέτρου ή από τη σοβαρότητα των συγκεκριμένα αποδεικνυόμενων συνεπειών του. Πηγή: ΕΔΔΑ, Gikas v. Greece (dec.), παρ. 25-31, Denisov v. Ukraine [GC], παρ. 115-117, HUDOC.
Δεύτερον. Η γενικότητα του κριτηρίου και, κυρίως, η απουσία σύνδεσης των λόγων του μέτρου με πτυχές της ιδιωτικής ζωής, όχι η εκούσια συμμετοχή, είναι εκείνο που εξουδετερώνει την προσέγγιση βάσει λόγων. Το Δικαστήριο επικαλείται, ως πρώτο στοιχείο, ότι ο προσφεύγων γνώριζε τα κριτήρια και εντούτοις μετείχε. Η διατύπωση αυτή δεν πρέπει να διαβαστεί ως παραίτηση από συμβατικό δικαίωμα ή ως συναίνεση σε ενδεχόμενη διάκριση. Η ορθή ανάγνωση προκύπτει από τη συνέχεια της παραγράφου 27: το κρίσιμο είναι ότι οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονταν γενικώς και ότι οι λόγοι στους οποίους στηρίζονταν δεν ανάγονταν στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος. Η μνεία του θεμιτού σκοπού που δέχθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν συνιστά αυτοτελή στάθμιση αναλογικότητας κατά το άρθρο 14, αφού το ΕΔΔΑ δεν έφθασε ποτέ στην ουσιαστική εξέταση της διαφορετικής μεταχείρισης και της δικαιολόγησής της. Πηγή: ΕΔΔΑ, Gikas v. Greece (dec.), παρ. 27, HUDOC, και σχολιασμός του συντάκτη.
Τρίτον. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας του άρθρου 14 καθιστά την απαγόρευση των διακρίσεων ανενεργή όταν αποτυγχάνει η αγκύρωση στο ουσιαστικό δικαίωμα. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ευρεία έννοια του «other status», η οποία δεν περιορίζεται σε έμφυτα ή αναλλοίωτα προσωπικά χαρακτηριστικά. Στην Carson, ειδικότερα, η διαφοροποίηση που συνδεόταν με τον τόπο κατοικίας εξετάστηκε υπό το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Στην παρούσα υπόθεση η αιτίαση κατέρρευσε όχι επειδή το διακριτικό κριτήριο κρίθηκε αθέμιτο ή θεμιτό, ζήτημα που ουδέποτε εξετάστηκε από το ΕΔΔΑ, αλλά επειδή έλειψε η απαιτούμενη αγκύρωση στο πεδίο του άρθρου 8. Το συμπέρασμα για τη δικηγορική πρακτική είναι καθαρό: η επιλογή και η τεκμηρίωση της ουσιαστικής διάταξης στην οποία προσδένεται η αιτίαση περί διάκρισης αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 14. Πηγή: ΕΔΔΑ, Gikas v. Greece (dec.), παρ. 24, 31, Carson and Others v. the United Kingdom [GC], παρ. 63 και 70-71, HUDOC.
Τέταρτον. Το άρθρο 6 § 1 δεν απαιτεί πάντοτε ρητή απάντηση ακόμη και σε κρίσιμο δικονομικό επιχείρημα, εφόσον από την απόφαση και το δικονομικό πλαίσιο προκύπτει επαρκώς ότι αυτό εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Η ένσταση περί εκπροθέσμου δεν ήταν δευτερεύον επιχείρημα, αλλά λόγος που, αν γινόταν δεκτός, θα απέκλειε την εξέταση της έφεσης. Το Δικαστήριο δέχθηκε τη σιωπηρή απόρριψη στηριζόμενο στην εξέταση της ουσίας ως σιωπηρή αποδοχή του παραδεκτού, στην πλήρη αποδεικτική δύναμη της επίσημης έκθεσης επίδοσης και στην παράλειψη του προσφεύγοντος να αμφισβητήσει τη γνησιότητα ή την ακρίβειά της μέσω των διαθέσιμων εσωτερικών διαδικασιών. Το τελευταίο στοιχείο δεν πρέπει να εξομοιωθεί δογματικά με αυτοτελή κρίση περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης της δίκαιης διαδικασίας και της αποδεικτικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχθηκε σιωπηρώς το Συμβούλιο της Επικρατείας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Gikas v. Greece (dec.), παρ. 20-22, Perez v. France [GC], παρ. 80-81, HUDOC, και σχολιασμός του συντάκτη.
Πέμπτον. Η απόφαση δεν επικυρώνει τη ρύθμιση της εντοπιότητας, απλώς δεν την ελέγχει επί της ουσίας υπό το άρθρο 14. Η εκδίκαση της υπόθεσης από τριμελή Επιτροπή δεν επιτρέπει, από μόνη της, το συμπέρασμα ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας της well-established case-law του άρθρου 28 § 1 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ. Το άρθρο 28 § 1 στοιχ. α΄ επιτρέπει επίσης σε Επιτροπή, με ομόφωνη ψήφο, να κηρύξει προσφυγή απαράδεκτη. Η Gikas κατέληξε ακριβώς σε απόφαση απαραδέκτου και όχι σε απόφαση επί της ουσίας. Τρία ζητήματα μένουν ανοιχτά. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί των προκαταρκτικών ενστάσεων της Κυβέρνησης, αφήνοντας αναπάντητο αν ο προσφεύγων διατηρούσε ιδιότητα θύματος. Δεν αποφάνθηκε επί της ουσιαστικής συμβατότητας της απόλυτης προτεραιότητας εντοπιότητας με το άρθρο 14 ΕΣΔΑ. Τέλος, η διάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών δεν αποτέλεσε αυτοτελή αιτίαση της προσφυγής που εξετάστηκε στην Gikas, μολονότι ο προσφεύγων είχε προηγουμένως ασκήσει στο εσωτερικό αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Gikas v. Greece (dec.), παρ. 14-18, 31, άρθρο 28 § 1 ΕΣΔΑ, και σχολιασμός του συντάκτη.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Denisov κατά Ουκρανίας [GC]: Η θεμελιώδης απόφαση που συστηματοποίησε την εφαρμογή του άρθρου 8 στις εργασιακές διαφορές, εισάγοντας τη διάκριση μεταξύ προσέγγισης βάσει λόγων και προσέγγισης βάσει συνεπειών, το κατώφλι σοβαρότητας και το βάρος του προσφεύγοντος να αποδείξει τις συγκεκριμένες συνέπειες, υλικές και μη υλικές, με αντικειμενικά στοιχεία. Αποτελεί τον κύριο μεθοδολογικό άξονα της Gikas. Πηγή: HUDOC, Denisov v. Ukraine [GC], no. 76639/11, 25.09.2018, παρ. 115-117.
Β) Carson κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Καθιερώνει το κριτήριο του «πεδίου» (ambit) ως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 14, το οποίο η Gikas εφαρμόζει ως πρώτο και αποφασιστικό βήμα. Η Carson επιβεβαιώνει επίσης την ευρεία έννοια του «other status» και εξέτασε τη διαφοροποίηση βάσει τόπου κατοικίας υπό το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Πηγή: HUDOC, Carson and Others v. the United Kingdom [GC], no. 42184/05, 16.03.2010, παρ. 63, 70-71.
Γ) Ahmed κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.): Πρόσφατη απόφαση επί του παραδεκτού που εφαρμόζει το κριτήριο του πεδίου και καταλήγει σε μη εφαρμογή του άρθρου 14. Η Gikas παραπέμπει σε αυτήν τόσο για τη γενική αρχή όσο και για τη δομή του τελικού συμπεράσματος. Πηγή: HUDOC, Ahmed v. the United Kingdom (dec.), no. 28540/20, 17.08.2024, παρ. 84, 89-91.
Δ) Guliyev κατά Αζερμπαϊτζάν: Επιβεβαιώνει ότι οι εργασιακές διαφορές δεν αποκλείονται per se από την έννοια της ιδιωτικής ζωής και απαριθμεί τα δυσμενή επαγγελματικά μέτρα που μπορούν να θίξουν πτυχές της. Πηγή: HUDOC, Guliyev v. Azerbaijan, no. 54588/13, 06.07.2023, παρ. 40.
Ε) Yokuşlu κατά Τουρκίας: Παρατίθεται από την Gikas ως θετικό σημείο σύγκρισης (πρβλ.) για τη διαπίστωση ότι οι λόγοι του επίμαχου μέτρου δεν ανάγονταν στην ιδιωτική ζωή του θιγομένου. Το περιεχόμενό της αποδίδεται εδώ όπως προκύπτει από την ίδια την παραπομπή της Gikas. Πηγή: HUDOC, Yokuşlu v. Türkiye, no. 489/24, 06.01.2026, παρ. 61.
ΣΤ) Versaci κατά Ιταλίας: Χρησιμοποιείται ως αντίθετο παράδειγμα, ήτοι ως περίπτωση όπου οι λόγοι του επίμαχου μέτρου συνδέονταν πράγματι με την ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος. Οριοθετεί εξ αντιδιαστολής την εφαρμογή της reason-based approach στην Gikas. Πηγή: HUDOC, Versaci v. Italy, no. 3795/22, 15.05.2025, παρ. 84.
Ζ) Naidin κατά Ρουμανίας: Αφορά ευρύτερο αποκλεισμό από τη δημόσια υπηρεσία. Η Gikas την επικαλείται εξ αντιδιαστολής, τονίζοντας ότι ο προσφεύγων παρέμενε επιλέξιμος για άλλες διαδικασίες πρόσληψης. Πηγή: HUDOC, Naidin v. Romania, no. 38162/07, 21.10.2014, παρ. 34.
Η) Sidabras και Džiautas κατά Λιθουανίας: Ο ευρύς αποκλεισμός πρώην πρακτόρων της KGB από θέσεις τόσο του δημοσίου όσο και σημαντικού μέρους του ιδιωτικού τομέα επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα ανάπτυξης επαγγελματικών και κοινωνικών σχέσεων και ενέπιπτε στο πεδίο της ιδιωτικής ζωής για τους σκοπούς του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Αποτελεί μέτρο σύγκρισης της έντασης των συνεπειών, η οποία δεν συνέτρεχε στην Gikas. Πηγή: HUDOC, Sidabras and Džiautas v. Lithuania, nos. 55480/00 και 59330/00, 27.07.2004, παρ. 48-49.
Θ) Ballıktaş Bingöllü κατά Τουρκίας: Εφαρμόζει το κριτήριο Denisov και απορρίπτει την αιτίαση κατ’ άρθρο 8 ως ασυμβίβαστη ratione materiae, ελλείψει επαρκούς απόδειξης των απαιτούμενων συνεπειών για την ιδιωτική ζωή. Αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμο δομικό προηγούμενο για την consequence-based approach που υιοθετείται και στην Gikas. Πηγή: HUDOC, Ballıktaş Bingöllü v. Turkey, no. 76730/12, 22.06.2021, παρ. 56, 60.
Ι) Θλιμμένος κατά Ελλάδας [GC]: Ο αποκλεισμός από το επάγγελμα του ορκωτού λογιστή λόγω ποινικής καταδίκης για άρνηση στράτευσης για λόγους συνείδησης παραβίασε το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 9. Η Gikas την παραθέτει εξ αντιδιαστολής, ως περίπτωση πραγματικού αποκλεισμού από συγκεκριμένο επάγγελμα. Πηγή: HUDOC, Thlimmenos v. Greece [GC], no. 34369/97, 06.04.2000, παρ. 41 και, για τη γενική αρχή περί διαφορετικής μεταχείρισης ουσιωδώς διαφορετικών καταστάσεων, παρ. 44.
ΙΑ) Perez κατά Γαλλίας [GC]: Καθιερώνει ότι το άρθρο 6 § 1 δεν επιβάλλει λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των διαδίκων. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογίας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης και η Gikas εφαρμόζει την αρχή αυτή στο συγκεκριμένο δικονομικό πλαίσιο. Πηγή: HUDOC, Perez v. France [GC], no. 47287/99, 12.02.2004, παρ. 80-81.
ΙΒ) Συγκριτικό πλαίσιο (Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς οι πηγές αυτές να αποτελούν έρεισμα της Gikas, η υπόθεση αναδεικνύει ουσιώδη διαφορά της ΕΣΔΑ από άλλα διεθνή συστήματα. Το άρθρο 25 στοιχ. γ΄ ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει αυτοτελώς το δικαίωμα και την ευκαιρία πρόσβασης, υπό γενικούς όρους ισότητας, στη δημόσια υπηρεσία, ενώ κατά το Γενικό Σχόλιο αρ. 25 τα κριτήρια και οι διαδικασίες διορισμού, προαγωγής, αναστολής και απομάκρυνσης πρέπει να είναι αντικειμενικά και εύλογα. Παράλληλα, το άρθρο 26 ΔΣΑΠΔ θεσπίζει αυτοτελή αρχή ισότητας, χωρίς να απαιτείται η ένταξη σε άλλο ουσιαστικό δικαίωμα. Αντιστοίχως, το άρθρο 23 § 1 στοιχ. γ΄ ΑΣΑΔ κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια υπηρεσία υπό γενικούς όρους ισότητας, το δε Διαμερικανικό Δικαστήριο έχει εφαρμόσει τη διάταξη αυτοτελώς, μεταξύ άλλων στην Reverón Trujillo κατά Βενεζουέλας, όπου διαπίστωσε παραβίασή της ως προς το δικαίωμα παραμονής σε δημόσιο λειτούργημα υπό συνθήκες ισότητας. Πηγή: ΔΣΑΠΔ άρθρα 25 στοιχ. γ΄ και 26, UN Human Rights Committee, General Comment No. 25 (1996), παρ. 23, ΑΣΑΔ άρθρο 23 §§ 1 στοιχ. γ΄ και 2, IACtHR, Reverón Trujillo v. Venezuela, Judgment of 30 June 2009, Series C No. 197, παρ. 141.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Η αιτίαση περί διάκρισης πρέπει να εντάσσεται εξαρχής σε ουσιαστική διάταξη της Σύμβασης της οποίας το πεδίο καλύπτει πράγματι τα πραγματικά περιστατικά. Η επίκληση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 σε υποθέσεις προσλήψεων είναι ανεπαρκής χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση είτε ότι οι λόγοι του μέτρου ανάγονται στην ιδιωτική ζωή είτε ότι οι συνέπειές του υπερβαίνουν το απαιτούμενο κατώφλι σοβαρότητας.
- Ο προσφεύγων φέρει το βάρος να αποδείξει, με συγκεκριμένα στοιχεία που να έχουν τεθεί κατά τα ουσιώδη ήδη ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών, ότι το μέτρο έπληξε σοβαρά πτυχές της ιδιωτικής του ζωής. Κατά Denisov, η αξιολόγηση αφορά τόσο υλικές όσο και μη υλικές συνέπειες και πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία. Η γενική αναφορά σε βλάβη επαγγελματικών προοπτικών δεν αρκεί.
- Το επιχείρημα ενισχύεται ουσιωδώς όταν αποδεικνύεται ότι ο αποκλεισμός εκτείνεται πέραν της συγκεκριμένης θέσης, δηλαδή ότι εμποδίζει την πρόσβαση σε ολόκληρο επάγγελμα, στον ιδιωτικό τομέα ή σε ευρύ φάσμα θέσεων του δημοσίου.
- Κάθε δικονομική αιτίαση που μένει αναπάντητη πρέπει να παρουσιάζεται με τρόπο που να επιτρέπει στο ΕΔΔΑ να διαπιστώσει τόσο την αποφασιστική σημασία της όσο και ότι το πραγματικό ή αποδεικτικό της υπόβαθρο αμφισβητήθηκε με τα διαθέσιμα και κατάλληλα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Η Gikas δεν θεσπίζει γενικό κανόνα ότι κάθε τέτοια αιτίαση προϋποθέτει πρόσθετο ένδικο μέσο. Αν όμως η αιτίαση στηρίζεται στην αμφισβήτηση δημοσίου εγγράφου, η μη αξιοποίηση της προβλεπόμενης διαδικασίας αμφισβήτησής του μπορεί να την αποδυναμώσει καίρια.
- Για την ελληνική πρακτική, κατά την άποψη του συντάκτη της παρούσας, η Γκίκας δεν επικυρώνει τα κριτήρια εντοπιότητας του ελληνικού δικαίου προσλήψεων, τα αφήνει εκτός ουσιαστικού συμβατικού ελέγχου στην προκειμένη υπόθεση. Ο συνταγματικός έλεγχός τους ανήκει πρωτίστως στα εθνικά δικαστήρια, ενώ ενδεχόμενος έλεγχος υπό την ΕΣΔΑ εξαρτάται από την ύπαρξη εφαρμοστέου συμβατικού δικαιώματος και από τον τρόπο διατύπωσης της εκάστοτε αιτίασης. Η παρούσα απόφαση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο ουσιαστικής συμβατότητας των κριτηρίων εντοπιότητας με την ΕΣΔΑ.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Denisov v. Ukraine [GC], 25.09.2018, no. 76639/11 • Carson and Others v. the United Kingdom [GC], 16.03.2010, no. 42184/05 • Perez v. France [GC], 12.02.2004, no. 47287/99 • Thlimmenos v. Greece [GC], 06.04.2000, no. 34369/97 • Sidabras and Džiautas v. Lithuania, 27.07.2004, nos. 55480/00 και 59330/00 • Naidin v. Romania, 21.10.2014, no. 38162/07 • Ballıktaş Bingöllü v. Turkey, 22.06.2021, no. 76730/12 • Guliyev v. Azerbaijan, 06.07.2023, no. 54588/13 • Ahmed v. the United Kingdom (dec.), 17.08.2024, no. 28540/20 • Versaci v. Italy, 15.05.2025, no. 3795/22 • Yokuşlu v. Türkiye, 06.01.2026, no. 489/24 • Ruiz Torija v. Spain, 09.12.1994, no. 18390/91 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο) • Vogt v. Germany [GC], 26.09.1995, no. 17851/91 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο)
ΠΗΓΗ echrcaselaw.com
