Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την έφεση της τράπεζας, δικαιώνοντας πλήρως ζευγάρι που έχασε τις οικονομίες του – Το χρονικό της απάτης
Με την υπ’ αριθμ. 426/2026 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την έφεση πιστωτικού ιδρύματος, κρίνοντας ότι οι τράπεζες φέρουν την ευθύνη για τα ποσά που έχουν κλαπεί σε περιπτώσεις ηλεκτρονικής απάτης (phishing).
Η υπόθεση αφορούσε ένα ζευγάρι δικηγόρων στη Θεσσαλονίκη, στον κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό των οποίων σημειώθηκε αιφνιδιαστική αφαίρεση 14.659 ευρώ. Η σύζυγος, επιχειρώντας να πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές και ΦΠΑ, αναζήτησε την τράπεζα μέσω μηχανής αναζήτησης και οδηγήθηκε σε ψηφιακή απομίμηση. Νομίζοντας ότι το σύστημα αντιμετώπιζε τεχνική καθυστέρηση, καταχώρισε διαδοχικά τους κωδικούς και τα μηνύματα επιβεβαίωσης OTP. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, άγνωστοι αύξησαν το ημερήσιο όριο και μετέφεραν τα χρήματα σε πορτογαλική τράπεζα. Η ελληνική τράπεζα αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα, φορτώνοντας την ευθύνη στους πελάτες της βάσει των Γενικών Όρων Συναλλαγών.
Το Εφετείο απέρριψε πλήρως την έφεση της τράπεζας. Στο σκεπτικό του, τόνισε ότι οι διατάξεις του νόμου «τέθηκαν για να προστατεύσουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του». Ακόμη και το γεγονός ότι ο σύζυγος είχε δώσει τους κωδικούς του στη γυναίκα του για να διεκπεραιώνει κοινές πληρωμές κρίθηκε ως μια συνήθης οικογενειακή πρακτική που δεν συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά, ενώ επισημάνθηκε πως η ζημία θα είχε συμβεί υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες ακόμη και αν χρησιμοποιούσε το σύστημα ο ίδιος ο δικαιούχος.
Καθοριστική υπήρξε η κρίση των δικαστών για τον βαθμό αμέλειας του πολίτη. Η είσοδος σε μια πιστή απομίμηση ιστοσελίδας μέσω απλής μηχανής αναζήτησης χαρακτηρίστηκε από το δικαστήριο ως ενέργεια που «είναι αμελής, χωρίς όμως να φθάνει στα όρια της βαριάς αμέλειας». Δεδομένου ότι δεν υπήρχε δόλος ή βαριά αμέλεια, η οικονομική ευθύνη του χρήστη περιορίστηκε αυστηρά στα 50 ευρώ, με την τράπεζα να καλείται να επωμιστεί το υπόλοιπο τεράστιο ποσό.
Παράλληλα, οι δικαστές έστρεψαν τα βέλη τους στα κενά ασφαλείας της τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι η απάτη «σαφώς οφείλεται σε έλλειμμα στην ασφάλεια των ηλεκτρονικών συστημάτων της εναγόμενης». Η τράπεζα απέτυχε να εντοπίσει ως ύποπτη μια τόσο ασυνήθη κίνηση —αλλαγή ορίου και μαζικό έμβασμα στο εξωτερικό άνω του ενός τρίτου των καταθέσεων μέσα σε λίγα λεπτά— ενώ επέδειξε και εμφανή ολιγωρία μετά την αυθημερόν ειδοποίηση από τα θύματα.
Τέλος, η απόφαση έκρινε ότι οι όροι των συμβάσεων που μεταθέτουν ολόκληρο το οικονομικό βάρος στον καταναλωτή κάθε φορά που χρησιμοποιούνται οι προσωπικοί του κωδικοί είναι «απολύτως και αυτεπαγγέλτως άκυροι», διότι συγκρούονται με το αναγκαστικό δίκαιο προστασίας των πολιτών.
