ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμφωνιών που απαγορεύονται από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 – Άρθρο 16, παράγραφος 1 – Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ – Δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων αυτών για το εθνικό δικαστήριο – Ενιαία και διαρκής παράβαση στον τομέα των παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ – Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που αποσκοπούν στη στρέβλωση της κανονικής πορείας καθορισμού των τιμών στον τομέα αυτόν – Ένδικη διαφορά μεταξύ δανειολήπτη και του τραπεζικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο, η οποία έχει ως αντικείμενο το κύρος επιτοκίου βασιζόμενου στο επιτόκιο Euribor »
Στην υπόθεση C‑60/25 [Livronsa] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte d’appello di Cagliari (εφετείο Κάλιαρι, Ιταλία) με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
SR
κατά
FT SpA,
παρισταμένης της:
Assoutenti APS,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Jürimäe (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο SR, εκπροσωπούμενος από τον A. Sorgentone, avvocato,
– η FT SpA, εκπροσωπούμενη από τους M. M. Grassi, C. Pedersoli, I. Perego, A. Pinna Spada και G. M. Roberti, avvocati,
– η Assoutenti APS, εκπροσωπούμενη από τους A. Dal Bo, M. L. Ficola και A. Maffeo, avvocati,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Berghe και P. Tomassi,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του SR και του τραπεζικού ιδρύματος FT SpA, σχετικά με το κύρος ρήτρας της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία ρήτρα παραπέμπει στο επιτόκιο Euribor (Euro Interbank Offered Rate) για τον καθορισμό του επιτοκίου του εν λόγω δανείου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει ως εξής:
«1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, […]
2. Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες.
[…]»
Ο κανονισμός 1/2003
4 Το άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003, το οποίο επιγράφεται «Ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου [101] ή του άρθρου [102 ΣΛΕΕ], οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με απόφαση την οποία σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή κατά διαδικασία που έχει κινήσει. Προς το σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει μήπως πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία του. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου [267 ΣΛΕΕ].»
Οι αποφάσεις EIRD
5 Στις 4 Δεκεμβρίου 2013 και στις 7 Δεκεμβρίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε, αντιστοίχως, τις αποφάσεις C(2013) 8512 final και C(2016) 8530 final σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Υπόθεση AT.39914 – Euro Interest Rate Derivatives) (στο εξής, από κοινού: αποφάσεις EIRD).
6 Με τις αποφάσεις EIRD, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν διαπράξει ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3), κατά τη διάρκεια μεμονωμένων περιόδων μεταξύ της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 και της 30ής Μαΐου 2008, στον τομέα των παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ (Euro Interest Rate Derivatives). Η παράβαση αυτή, η οποία εκτεινόταν σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), συνίστατο σε συμφωνίες και/ή εναρμονισμένες πρακτικές που αποσκοπούσαν στη στρέβλωση της κανονικής πορείας των συνιστωσών τιμολόγησης στον τομέα αυτόν, οι οποίες συνδέονταν ιδίως με το επιτόκιο Euribor.
7 Με την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑105/17, EU:T:2019:675), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως C(2016) 8530 final, το οποίο αφορούσε το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις εταιρίες HSBC Holdings plc, HSBC Bank plc και HSBC Continental Europe, πρώην HSBC France. Αντιθέτως, απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά, και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αυτή είχε ως αίτημα την ακύρωση του άρθρου 1 της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, το οποίο αφορούσε τη συμμετοχή των ως άνω εταιριών σε ενιαία και συνεχή παράβαση με σκοπό τη στρέβλωση της κανονικής πορείας των συνιστωσών τιμολόγησης στον τομέα των παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ. Το Δικαστήριο επικύρωσε την απόρριψη αυτή με την απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑883/19 P, EU:C:2023:11).
Το ιταλικό δίκαιο
Ο αστικός κώδικας
8 Το άρθρο 1346 του Codice civile (αστικού κώδικα) ορίζει τα ακόλουθα:
«Το αντικείμενο της σύμβασης πρέπει να είναι δυνατό, θεμιτό προσδιορισμένο ή δυνάμενο να προσδιοριστεί.»
9 Το άρθρο 1418 του αστικού κώδικα έχει ως εξής:
«Η σύμβαση είναι άκυρη όταν αντιβαίνει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, εκτός αν ο νόμος ορίζει άλλως. Συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης η μη συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1325, ο παράνομος χαρακτήρας της αιτίας της σύμβασης, ο παράνομος χαρακτήρας των κινήτρων στην περίπτωση του άρθρου 1345 και η έλλειψη αντικειμένου το οποίο να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1346. Η σύμβαση είναι επίσης άκυρη στις λοιπές περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει ο νόμος.»
Ο νόμος 287/90
10 Το άρθρο 2 του legge n. 287 – Norme per la tutela della concorrenza e del mercato (νόμου 287/90 περί κανόνων προστασίας του ανταγωνισμού και της αγοράς), της 10ης Οκτωβρίου 1990 (GURI αριθ. 240, της 13ης Οκτωβρίου 1990, σ. 3), το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμφωνίες που περιορίζουν την ελευθερία ανταγωνισμού», ορίζει τα εξής:
«1. Ως “συμπράξεις” νοούνται οι συμφωνίες και/ή οι συμφωνημένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και οι αποφάσεις κοινοπραξιών, ενώσεων επιχειρήσεων και άλλων παρεμφερών οργανισμών, ακόμη και αν έχουν εκδοθεί βάσει καταστατικών ή κανονιστικών διατάξεων.
2. Απαγορεύονται οι συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση κατά πάγιο τρόπο του ανταγωνισμού εντός της εθνικής αγοράς ή σε σημαντικό τμήμα αυτής, μεταξύ άλλων μέσω ενεργειών που συνίστανται:
[…]
3. Επιπλέον, οι απαγορευόμενες συμπράξεις είναι καθ’ όλα άκυρες.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Στις 15 Δεκεμβρίου 2005 ο SR συνήψε με την FT σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η σύμβαση αυτή προέβλεπε αρχικό επιτόκιο ύψους 3,60 % για το πρώτο εξάμηνο, στη συνέχεια δε κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από μια σταθερή συνιστώσα ύψους 1,50 % και από μια μεταβλητή συνιστώσα, προσδιοριζόμενη με βάση το επιτόκιο Euribor έξι μηνών.
12 Ο SR άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunale di Oristano (πρωτοδικείο Oristano, Ιταλία), ζητώντας, πρώτον, τον εκ νέου υπολογισμό του ποσού που οφειλόταν για συμβατικούς τόκους επί του δανείου και, δεύτερον, την αναγνώριση της ύπαρξης ανταπαίτησης υπέρ του. Προς στήριξη των αιτημάτων αυτών, ο SR προέβαλε την ακυρότητα ορισμένων συμβατικών ρητρών, ιδίως της ρήτρας για τον καθορισμό του επιτοκίου με βάση το Euribor, λόγω ασάφειας και αναξιοπιστίας τους.
13 Το δικαστήριο αυτό απέρριψε τα ως άνω αιτήματα. Έκρινε ότι το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο πληρούσε προκαθορισμένα κριτήρια τα οποία δεν εξαρτώνταν από τη διακριτική ευχέρεια του τραπεζικού ιδρύματος και, ως εκ τούτου, οι λόγοι ακυρότητας της σύμβασης που προβλήθηκαν έπρεπε να απορριφθούν.
14 Ο SR άσκησε έφεση ενώπιον του Corte d’appello di Cagliari (εφετείου Κάλιαρι, Ιταλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει ορθώς τη χρήση του επιτοκίου Euribor στη σύμβαση δανείου, λόγω της τεχνητής χειραγώγησης του επιτοκίου αυτού κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή με τις αποφάσεις EIRD.
15 Στο πλαίσιο της κατ’ έφεση δίκης, ο SR ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και με τις αποφάσεις EIRD.
16 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει την ύπαρξη αποκλίσεων στη νομολογία του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία), όσον αφορά την αποδεικτική αξία των αποφάσεων EIRD στο πλαίσιο διαφορών σχετικών με δανειακές συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν κατά τη διάρκεια της παραβατικής περιόδου που έγινε δεκτή από την Επιτροπή και οι οποίες καθορίζουν το επιτόκιο με βάση το επιτόκιο Euribor.
17 Ειδικότερα, σύμφωνα με μια πρώτη νομολογιακή τάση, πρέπει να θεωρηθεί ότι η απόφαση C(2013) 8512 final έχει αυξημένη αποδεικτική αξία προς στήριξη αιτήματος για την κήρυξη της ακυρότητας ρήτρας που καθορίζει το επιτόκιο βάσει του επιτοκίου Euribor και για τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων που οφείλονταν κατά τη διάρκεια της περιόδου χειραγώγησης, ανεξαρτήτως του αν η οικεία τράπεζα συμμετείχε ή όχι στην παράνομη σύμπραξη. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογιακή τάση, όταν ο εξωτερικός δείκτης στον οποίο παραπέμπει μια σύμβαση δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο δεν είναι πλέον ικανός να αντικατοπτρίζει τη βούληση που εξέφρασαν τα μέρη κατά τη σύναψη της σύμβασης αυτής, διότι η ουσία του έχει αλλοιωθεί λόγω παράνομων ενεργειών τρίτων, το αντικείμενο της συμβατικής ρήτρας περί καθορισμού του επιτοκίου είναι αδύνατον να προσδιοριστεί και η ίδια η ρήτρα πρέπει να θεωρηθεί εν μέρει άκυρη.
18 Αντιθέτως, σύμφωνα με μια δεύτερη νομολογιακή τάση, η παράβαση που διαπιστώθηκε από την Επιτροπή αφορά μόνον την αγορά παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ και δεν μπορεί να παράγει αποτελέσματα στην αγορά των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου τα οποία εφαρμόζουν το επιτόκιο Euribor που προκύπτει από την παράνομη σύμπραξη. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα δάνεια αυτά απορρέουν από την απαγορευόμενη σύμπραξη, ούτως ώστε να κηρυχθούν άκυρα.
19 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το περιεχόμενο των αποφάσεων EIRD όσον αφορά τα εθνικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το επιτόκιο Euribor το οποίο καθορίζεται βάσει παραποιημένων δεδομένων μπορεί συννόμως να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς σε άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων η αγορά των στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου, θα φαινόταν ότι έρχεται σε αντίθεση προς το πεδίο της παράβασης, όπως αυτό καθορίστηκε με την απόφαση της Επιτροπής που ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Από την άλλη πλευρά, αν η ακυρότητα που προβλέπεται στο άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ έπληττε μόνον την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, αποκλειομένων των συμβάσεων που παραπέμπουν στο επιτόκιο αυτό, τούτο θα μπορούσε να στερήσει από την ως άνω διάταξη το αποτρεπτικό της αποτέλεσμα.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte d’appello di Cagliari (εφετείο Κάλιαρι) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, του [κανονισμού 1/2003], πρέπει να θεωρηθεί ότι η χειραγώγηση του επιτοκίου Euribor, όπως αυτή διαπιστώθηκε στις αποφάσεις [EIRD] και στην απόφαση [της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑883/19 P, EU:C:2023:11)], έχει αποδειχθεί οριστικά και έναντι των εθνικών δικαστηρίων, και επίσης συνιστά ο περιορισμός του ανταγωνισμού που αποτελεί αντικείμενο των [εν λόγω] αποφάσεων της Επιτροπής και [της εν λόγω αποφάσεως] του Δικαστηρίου απαγορευόμενη κατά το άρθρο 101 [ΣΛΕΕ] σύμπραξη μόνο στην αγορά παραγώγων [επιτοκίου σε ευρώ] ή σε οποιαδήποτε αγορά στην οποία έγινε χρήση του χειραγωγημένου δείκτη αναφοράς [επιτοκίου] Euribor;»
Επί του παραδεκτού
21 Η FT υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη για δύο λόγους.
22 Κατά πρώτον, η αίτηση αυτό στηρίζεται σε νομολογιακή διχογνωμία η οποία έχει πλέον υποβληθεί στην κρίση της Ολομέλειας του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Επομένως, το ερώτημα που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο είναι πρόωρο και υποθετικό.
23 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν ευρύτατη δυνατότητα υποβολής αίτησης προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, σε περίπτωση κατά την οποία εκτιμούν ότι στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας ή κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης η απάντηση στα οποία είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, και ότι, ιδίως, τα εθνικά δικαστήρια είναι ελεύθερα να ασκούν τη δυνατότητα αυτή σε όποιο στάδιο της διαδικασίας κρίνουν ενδεδειγμένο (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2018, Memoria και Dall’Antonia, C‑342/17, EU:C:2018:906, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24 Ως εκ τούτου, τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman, C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψεις 59 και 61, της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, Beck και Bergdorf, C‑355/97, EU:C:1999:391, σκέψη 22, και της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Kuszycka, C‑767/24, EU:C:2025:962, σκέψη 34).
25 Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη αίτημα για την κήρυξη της ακυρότητας υποβλήθηκε, τουλάχιστον αρχικώς, βάσει των διατάξεων αστικού δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 1346 και 1418 του αστικού κώδικα. Παρά ταύτα, διαπιστώνεται ότι, αφενός, το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και ότι, αφετέρου, το ζήτημα αν το αίτημα για την κήρυξη της ακυρότητας θα γίνει δεκτό εξαρτάται από την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
26 Πράγματι, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ανέκυψε από τη νομολογιακή διχογνωμία που εκτέθηκε στις σκέψεις 16 και 22 της παρούσας αποφάσεως, διχογνωμία που σχετίζεται με τις αγωγές οι οποίες έχουν ασκηθεί από καταναλωτές που επιδιώκουν ιδίως την κήρυξη της ακυρότητας των ρητρών για τον προσδιορισμό των τόκων οι οποίες περιέχονται σε δανειακές συμβάσεις συναφθείσες με επαγγελματίες και, συνακόλουθα, την εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων σύμπραξης απαγορευόμενης από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω νομολογιακή διχογνωμία αφορά, ειδικότερα, τον προσδιορισμό της αποδεικτικής αξίας των αποφάσεων EIRD στο πλαίσιο ένδικων διαφορών σχετικών με δανειακές συμβάσεις οι οποίες παραπέμπουν στο επιτόκιο Euribor. Συνεπώς, στο επίκεντρο της ανταλλαγής επιχειρημάτων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου βρίσκονται οι συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, με την οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει επιβάλει κυρώσεις λόγω σύμπραξης στον τομέα των παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ.
27 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει αποφάσεις του Corte suprema di cassazione (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) σύμφωνα με τις οποίες, πρώτον, η προστασία που αποσκοπεί στην αποτροπή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού δεν μπορεί να περιορίζεται στην αγωγή αποζημιώσεως και δεύτερον, η αυτοδίκαιη ακυρότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του νόμου 287/90 ισχύει και για κάθε σύμβαση μεταγενέστερη της απαγορευόμενης σύμπραξης, η οποία συνιστά εφαρμογή της σύμπραξης αυτής.
28 Σύμφωνα δε με τη θέση την οποία υποστηρίζει ο εκκαλών της κύριας δίκης, η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης σύμβαση δανείου αποτελεί σύμβαση μεταγενέστερη, υπό την έννοια της ως άνω νομολογίας του Corte suprema di cassazione (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), της σύμπραξης που αποτελεί αντικείμενο των αποφάσεων EIRD.
29 Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται το αιτούν δικαστήριο να πρέπει να εφαρμόσει τους κανόνες ανταγωνισμού για την επίλυση της ένδικης διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί και να χρειαστεί, προς τούτο, την ερμηνεία των διατάξεων που μνημονεύονται στο προδικαστικό ερώτημα. Συναφώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση κατά την οποία ένα εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ καταναλωτή και πιστωτικού ιδρύματος το οποίο του έχει χορηγήσει δάνειο, αιτήματος να διαπιστωθεί, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, η ακυρότητα ρήτρας της σύμβασης δανείου, δεν προκύπτει, τουλάχιστον προδήλως, ότι η ζητούμενη ερμηνεία δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου.
30 Κατά δεύτερον, η FT προβάλλει ένσταση περί απαραδέκτου της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως, λόγω του ότι το αίτημα για την κήρυξη της ακυρότητας της ρήτρας της εν λόγω σύμβασης δανείου η οποία παραπέμπει στο επιτόκιο Euribor για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου επιτοκίου διατυπώθηκε το πρώτον κατά το στάδιο της κατ’ έφεση δίκης, όπερ δεν επιτρέπεται από την εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση.
31 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεν εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στο Δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και του εθνικού δικαστηρίου, να εξακριβώσει αν η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες περί οργάνωσης των δικαστηρίων και με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες [πρβλ. αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 35, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία), C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
32 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
33 Με το μοναδικό προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 έχουν την έννοια ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή δέχθηκε την ύπαρξη σύμπραξης απαγορευόμενης από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και διαπίστωσε τη χειραγώγηση του επιτοκίου αναφοράς σε συγκεκριμένη αγορά, αφενός, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα κάθε ρήτρας σύμβασης η οποία παραπέμπει στο εν λόγω επιτόκιο, ανεξαρτήτως της σχετικής αγοράς και των εμπλεκομένων στη σύμπραξη αυτή προσώπων, και, αφετέρου, πρέπει τουλάχιστον να λαμβάνεται υπόψη από τα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται να αποφανθούν επί του κύρους μιας τέτοιας ρήτρας.
34 Κατά πρώτον, όσον αφορά την έκταση της αυτοδίκαιης ακυρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εφόσον η οικεία συμφωνία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η ακυρότητα δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, την οποία άπαντες μπορούν να επικαλεστούν, δεσμεύει τον δικαστή. Δεδομένου ότι η εν λόγω ακυρότητα έχει απόλυτο χαρακτήρα, δύναται να επηρεάσει όλα τα αποτελέσματα, παρελθόντα ή μέλλοντα, της οικείας συμφωνίας (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ., C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 57, της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, CEPSA, C‑279/06, EU:C:2008:485, σκέψη 74, και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Em akaunt BG, C‑438/22, EU:C:2024:71, σκέψη 58).
35 Πάντως, η αυτοδίκαιη αυτή ακυρότητα αφορά μόνον τους συμβατικούς όρους της επίμαχης συμφωνίας οι οποίοι είναι ασυμβίβαστοι με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Δεν ισχύει και ως προς τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί βάσει συμφωνίας που εμπίπτει στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Οι συνέπειες της ακυρότητας αυτής για όλα τα λοιπά στοιχεία της εν λόγω συμφωνίας ή για άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν εντεύθεν δεν εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμούν, βάσει του δικαίου του κράτος μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους, την έκταση και τις συνέπειες, για το σύνολο των συμβατικών σχέσεων, της τυχόν απαγόρευσης ορισμένων ρητρών δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1983, Société de vente de ciments et bétons de l’Est, 319/82, EU:C:1983:374, σκέψεις 11 και 12, της 30ής Νοεμβρίου 2006, Brünsteiner και Autohaus Hilgert, C‑376/05 και C‑377/05, EU:C:2006:753, σκέψη 48, και της 20ής Απριλίου 2023, Repsol Comercial de Productos Petrolíferos, C‑25/21, EU:C:2023:298, σκέψη 71).
36 Όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 20 των προτάσεών της, μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη με τον προσωποπαγή χαρακτήρα της ευθύνης των επιχειρήσεων για τη διάπραξη παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης, ο οποίος συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η επιχείρηση που παρέβη τους κανόνες αυτούς είναι εκείνη που φέρει την ευθύνη για τη ζημία που προκλήθηκε από την παράβαση (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 78, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 31).
37 Η αυτοδίκαιη ακυρότητα, βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, συμφωνίας αντίθετης προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορεί, επομένως, να συνεπάγεται την ακυρότητα των όρων σύμβασης η οποία έχει συναφθεί από πρόσωπα τρίτα προς τις επιχειρήσεις που μετείχαν στη συμφωνία αυτή και η οποία αφορά προϊόν του οποίου η αγορά είναι διαφορετική από εκείνη την οποία η Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει ως σχετική.
38 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι η FT δεν μετέσχε στη σύμπραξη την οποία αφορούν οι αποφάσεις EIRD και για την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις με τις αποφάσεις αυτές και, αφετέρου, ότι η ρήτρα της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης δεν απορρέει από τις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που κηρύχθηκαν ασύμβατες με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δυνάμει των αποφάσεων αυτών. Επομένως, οι αποφάσεις EIRD δεν μπορούν να συνεπάγονται αυτοδίκαιη ακυρότητα της ρήτρας αυτής, βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
39 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τις αποφάσεις αυτές, όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, εναπόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμούν, βάσει του εθνικού δικαίου του κράτος μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους, τις συνέπειες τις οποίες μπορεί να έχει μια συμφωνία απαγορευόμενη δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ επί των συμβατικών σχέσεων στις οποίες μετέχουν τρίτοι προς τη συμφωνία αυτή.
40 Βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συμφωνιών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής ληφθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις αντίθετες προς την απόφαση αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Masterfoods και HB, C‑344/98, EU:C:2000:689, σκέψη 52, και της 11ης Νοεμβρίου 2021, Stichting Cartel Compensation και Equilib Netherlands, C‑819/19, EU:C:2021:904, σκέψη 56).
41 Η νομολογία αυτή, η οποία έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2012, Otis κ.λπ., C‑199/11, EU:C:2012:684, σκέψη 50, και της 11ης Νοεμβρίου 2021, Stichting Cartel Compensation και Equilib Netherlands, C‑819/19, EU:C:2021:904, σκέψη 57), στηρίζεται στη συνεπή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και στη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, Δηλιμίτης, C‑234/89, EU:C:1991:91, σκέψη 47, της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Masterfoods και HB, C‑344/98, EU:C:2000:689, σκέψη 51, και της 9ης Δεκεμβρίου 2020, Groupe Canal + κατά Επιτροπής, C‑132/19 P, EU:C:2020:1007, σκέψη 112).
42 Συνεπώς, μολονότι από το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 προκύπτει ότι, όταν ένα εθνικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των συμφωνιών, των αποφάσεων ή των πρακτικών οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ ή στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ και οι οποίες αποτελούν ήδη ή είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, το δικαστήριο αυτό πρέπει να απέχει από τη λήψη αποφάσεων που αντιβαίνουν στην εν λόγω απόφαση της Επιτροπής, εντούτοις η απόφαση αυτή δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια μόνον εντός των ορίων που αφορούν τη φύση καθώς και το καθ’ ύλην, το προσωπικό, το χρονικό και το εδαφικό πεδίο της παράβασης, όπως έχουν διαπιστωθεί με την απόφαση της Επιτροπής.
43 Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη συμβατική ρήτρα, η οποία απλώς παραπέμπει στο επιτόκιο Euribor ως κρίσιμη παράμετρο για τον καθορισμό του κυμαινόμενου επιτοκίου που εφαρμόζεται σε στεγαστικό δάνειο χορηγούμενο σε καταναλωτή, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των παραβάσεων του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ που διαπιστώθηκαν με τις αποφάσεις EIRD. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η δανειακή σύμβαση στην οποία περιλαμβάνεται η ρήτρα αυτή συνήφθη για την εφαρμογή ή την εκτέλεση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών που διαπιστώθηκαν και απαγορεύθηκαν από την Επιτροπή με τις αποφάσεις της.
44 Επομένως, η χειραγώγηση του επιτοκίου Euribor την οποία διαπίστωσε η Επιτροπή με τις αποφάσεις EIRD πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένη όσον αφορά την αγορά παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ και τις τράπεζες που εμπλέκονται στη σύμπραξη για την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις. Αντιθέτως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 32 και 33 των προτάσεών της, δεδομένου ότι η παράβαση την οποία αφορούν οι αποφάσεις αυτές χαρακτηρίσθηκε ως περιορισμός των ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου, απλώς και μόνον με βάση τις συμπεριφορές οι οποίες, όπως έκρινε η Επιτροπή, αντιβαίνουν στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξαν συγκεκριμένα αποτελέσματα στο ύψος του επιτοκίου αυτού. Εξάλλου, οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν μόνον την αγορά παραγώγων επιτοκίου σε ευρώ, η οποία είναι διαφορετική από την αγορά στην οποία εμπίπτει η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 ότι, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων EIRD, το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήματος για τη διαπίστωση της ακυρότητας ρήτρας δανειακής σύμβασης, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, οφείλει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη βάσει της διάταξης αυτής.
46 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση ότι το άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 έχουν την έννοια ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή δέχθηκε την ύπαρξη σύμπραξης απαγορευόμενης από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και διαπίστωσε τη χειραγώγηση του επιτοκίου αναφοράς σε συγκεκριμένη αγορά, αφενός, δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα κάθε ρήτρας σύμβασης η οποία παραπέμπει στο εν λόγω επιτόκιο, όταν η σύμβαση αυτή εμπίπτει σε διαφορετική αγορά και οι συμβαλλόμενοι δεν μετείχαν στη σύμπραξη, και, αφετέρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από εθνικό δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφανθεί επί του κύρους μιας τέτοιας ρήτρας μόνον εντός των ορίων που αφορούν τη φύση καθώς και το καθ’ ύλην, το προσωπικό, το χρονικό και το εδαφικό πεδίο της παράβασης, όπως διαπιστώθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής, με αποτέλεσμα ότι, όταν η εν λόγω ρήτρα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της παράβασης και όταν η σύμβαση στην οποία περιλαμβάνεται δεν έχει συναφθεί για την εφαρμογή ή την υλοποίηση της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς την οποία αφορά η απόφαση της Επιτροπής, συμπεριφοράς που εκδηλώνεται σε αγορά διαφορετική από εκείνη στην οποία εμπίπτει η σύμβαση, η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακυρότητα της ρήτρας.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ],
έχουν την έννοια ότι:
η απόφαση με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δέχθηκε την ύπαρξη σύμπραξης απαγορευόμενης από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και διαπίστωσε τη χειραγώγηση του επιτοκίου αναφοράς σε συγκεκριμένη αγορά, αφενός, δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα κάθε ρήτρας σύμβασης η οποία παραπέμπει στο εν λόγω επιτόκιο, όταν η σύμβαση αυτή εμπίπτει σε διαφορετική αγορά και οι συμβαλλόμενοι δεν μετείχαν στη σύμπραξη, και, αφετέρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από εθνικό δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφανθεί επί του κύρους μιας τέτοιας ρήτρας μόνον εντός των ορίων που αφορούν τη φύση καθώς και το καθ’ ύλην, το προσωπικό, το χρονικό και το εδαφικό πεδίο της παράβασης, όπως διαπιστώθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής, με αποτέλεσμα ότι, όταν η εν λόγω ρήτρα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της παράβασης και όταν η σύμβαση στην οποία περιλαμβάνεται δεν έχει συναφθεί για την εφαρμογή ή την υλοποίηση της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς την οποία αφορά η απόφαση της Επιτροπής, συμπεριφοράς που εκδηλώνεται σε αγορά διαφορετική από εκείνη στην οποία εμπίπτει η σύμβαση, η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακυρότητα της ρήτρας.
(υπογραφές)
