ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/EOK – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 6, παράγραφος 1, και άρθρο 7, παράγραφος 1 – Σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα και περιλαμβάνουσα καταχρηστικές ρήτρες – Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας – Ακυρότητα της σύμβασης – Αγωγή του καταναλωτή με αίτημα την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν βάσει της σύμβασης – Απαίτηση του επαγγελματία που αντιστοιχεί στο ποσό του δανειακού κεφαλαίου – Εθνική νομολογία που προβλέπει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων των συμβαλλομένων σε άκυρη σύμβαση – Εθνική νομολογία κατά την οποία γεννώνται δύο αυτοτελείς απαιτήσεις επιστροφής – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα της απαγόρευσης των καταχρηστικών ρητρών »
Στην υπόθεση C‑510/25 [Adazik] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας, Πολωνία) με απόφαση της 28ης Ιουλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο αυθημερόν, στο πλαίσιο της δίκης
T.Z.,
D.Z.
κατά
Bank S.A.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, R. Frendo (εισηγήτρια) και A. Kornezov, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι T.Z. και D.Z., εκπροσωπούμενοι από τον R. Górski, radca prawny,
– η Bank S.A., εκπροσωπούμενη από τους P. Haiduk, B. Miąskiewicz και M. Romanowski, adwokaci, και την A. Cudna-Wagner, radca prawny,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη M. Brauhoff και τον P. Kienapfel,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των T.Z. και D.Z., δύο καταναλωτών (στο εξής: δανειολήπτες), και, αφετέρου, της τράπεζας Bank S.A., σχετικά με την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν στην τελευταία σε εκτέλεση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου η οποία κατέστη ανίσχυρη λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Κατά την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13:
«[…] οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα [των κρατών μελών] πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές».
4 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
5 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το πολωνικό δίκαιο
6 Το άρθρο 405 του ustawa – Kodeks cywilny (νόμου περί του αστικού κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964 (Dz. U. 1964, αριθ. 16, θέση 93), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας), ορίζει τα εξής:
«Όποιος αποκόμισε περιουσιακό όφελος χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία άλλου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια σε είδος και, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, να επιστρέψει την αξία της.»
7 Το άρθρο 410 του αστικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων έχουν ιδίως εφαρμογή σε περίπτωση αχρεώστητης παροχής.
2. Η παροχή είναι αχρεώστητη αν αυτός που την εκπλήρωσε δεν υπείχε γενικώς υποχρέωση ή δεν υπείχε υποχρέωση έναντι του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε, ή αν εξέλιπε η αιτία της παροχής ή δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος σκοπός της, ή αν η δικαιοπραξία από την οποία πηγάζει η υποχρέωση παροχής ήταν άκυρη και δεν κατέστη έγκυρη μετά την εκπλήρωση της παροχής.»
8 Το άρθρο 455 του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:
«Εάν ο χρόνος εκπλήρωσης της παροχής δεν είναι ορισμένος ή δεν προκύπτει από τη φύση της ενοχής, η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αμέσως μόλις ο οφειλέτης οχληθεί προς εκπλήρωση.»
9 Κατά το άρθρο 498, παράγραφοι 1 και 2, του αστικού κώδικα:
«1. Όταν δύο πρόσωπα έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα του οφειλέτη και του δανειστή έναντι αλλήλων, έκαστο εξ αυτών μπορεί να συμψηφίσει την απαίτησή του με την απαίτηση του ετέρου, αν αμφότερες οι απαιτήσεις έχουν ως αντικείμενο χρηματικά ποσά ή ομοειδή πράγματα ορισμένα μόνον κατά γένος, αν είναι ληξιπρόθεσμες και αν μπορούν να προβληθούν ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής.
2. Δια του συμψηφισμού, οι δύο απαιτήσεις αποσβέννυνται αμοιβαίως μέχρι του ποσού της μικρότερης απαιτήσεως.»
10 Το άρθρο 499 του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλον. Τα αποτελέσματα της δήλωσης συμψηφισμού ανατρέχουν αναδρομικά στον χρόνο κατά τον οποίο ο συμψηφισμός κατέστη δυνατός.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 οι δανειολήπτες συνήψαν με την Bank σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συνομολογηθείσα σε ελβετικά φράγκα (CHF), δυνάμει της οποίας αυτή τούς κατέβαλε, στις 26 Οκτωβρίου 2005, ποσό ύψους 229 685,50 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 54 275 ευρώ) (στο εξής: επίμαχη σύμβαση).
12 Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, οι δανειολήπτες πραγματοποίησαν υπέρ της Bank εμβάσματα τόσο σε πολωνικά ζλότι όσο και σε ελβετικά φράγκα. Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στην Bank ανέρχεται σε 296 613,33 PLN (περίπου 70 000 ευρώ) και σε 50 579,63 CHF (περίπου 55 800 ευρώ).
13 Στις 29 Νοεμβρίου 2021 οι δανειολήπτες, θεωρώντας ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν άκυρη λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιείχε, προσέφυγαν ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακού δικαστηρίου Βαρσοβίας, Πολωνία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να καλέσει την Bank σε συζήτηση με αντικείμενο τον φιλικό διακανονισμό της διαφοράς, ζήτησαν δε την επιστροφή των καταβληθέντων σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης ποσών. Στις 22 Φεβρουαρίου 2022 διεξήχθη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, χωρίς να επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός.
14 Κατόπιν της αποτυχίας της απόπειρας φιλικού διακανονισμού, οι δανειολήπτες ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να υποχρεώσει την Bank να τους επιστρέψει μέρος των ποσών που της είχαν καταβάλει, ακόμη και κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ποσό που είχαν καταβάλει σωρευτικά δεν είχε ακόμη υπερβεί το ποσό του δανειακού κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξαν ότι η απαίτησή τους για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων στην Bank ποσών κατέστη απαιτητή από τις 23 Φεβρουαρίου 2022, ήτοι από την επομένη της συζητήσεως που μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη, η οποία συνιστά όχληση κατά την έννοια του άρθρου 455 του αστικού κώδικα που αποτελεί τη βάση της αξίωσής τους για καταβολή τόκων.
15 Η Bank ζήτησε την απόρριψη της αγωγής των δανειοληπτών και την καταδίκη τους στα δικαστικά έξοδα, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η επίμαχη σύμβαση είναι νομικώς έγκυρη.
16 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η νομολογία στην Πολωνία ακολουθεί δύο λύσεις για το ζήτημα της εκκαθάρισης των αμοιβαίων απαιτήσεων των συμβαλλομένων σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου η οποία κηρύχθηκε άκυρη, εκ των οποίων η μία στηρίζεται στη «θεωρία των δύο αξιώσεων» και η άλλη στη «θεωρία του υπολοίπου».
17 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αφενός, σύμφωνα με τη θεωρία των δύο αξιώσεων, κατ’ εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 405 και 410 του αστικού κώδικα, κάθε συμβαλλόμενος σε μια τέτοια σύμβαση δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή των παροχών που εκπλήρωσε, οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν αχρεώστητες. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται ανεξαρτήτως του κατά πόσον ένας συμβαλλόμενος είναι συγχρόνως οφειλέτης του αντισυμβαλλομένου για την επιστροφή αχρεωστήτως εισπραχθείσας παροχής.
18 Αφετέρου, σύμφωνα με τη θεωρία του υπολοίπου, κατόπιν της ακυρότητας συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία, οι χρηματικές παροχές του καταναλωτή πρέπει να χαρακτηρίζονται ως αχρεώστητες μόνον αφ’ ης στιγμής το συνολικό ποσό που αντιπροσωπεύουν υπερβαίνει το ποσό του κεφαλαίου του χορηγηθέντος από τον επαγγελματία δανείου. Η θεωρία αυτή συνεπάγεται ότι ο δικαστής προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων των διαδίκων μέχρι του ποσού της μικρότερης αξίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο κάποιος διάδικος να υποβάλει δήλωση συμψηφισμού. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω θεωρίας, υφίσταται μία μοναδική απαίτηση υπέρ του συμβαλλομένου ο οποίος είχε απαίτηση μεγαλύτερου ύψους από την απαίτηση του αντισυμβαλλομένου.
19 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) είχε, από το 2019, ταχθεί υπέρ της εφαρμογής της θεωρίας των δύο αξιώσεων, ιδίως λόγω της έλλειψης νομικής βάσης, στο πολωνικό δίκαιο, η οποία να στηρίζει τη θεωρία του υπολοίπου. Εντούτοις, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 19ης Ιουνίου 2025, Lubreczlik (C‑396/24, EU:C:2025:460), ορισμένες αποφάσεις του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έκριναν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δικαιολογεί την εφαρμογή της θεωρίας του υπολοίπου.
20 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή της θεωρίας του υπολοίπου θα στερούσε από τους δανειολήπτες το δικαίωμα να αξιώσουν την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν στην Bank κατά την περίοδο κατά την οποία το άθροισμα των ποσών αυτών παρέμενε χαμηλότερο από το ποσό του δανειακού κεφαλαίου, αφενός, και την καταβολή τόκων επί των εν λόγω ποσών, αφετέρου. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι δανειολήπτες, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 12 της παρούσας απόφασης, προέβησαν σε καταβολές προς την Bank σε δύο διαφορετικά νομίσματα, δεν είναι σε θέση να δηλώσουν σε ποιο χρονικό σημείο εξοφλήθηκε πλήρως το δανειακό κεφάλαιο.
21 Γενικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η θεωρία του υπολοίπου μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τους καταναλωτές, προς όφελος των τραπεζών. Επομένως, θεωρεί ότι η θεωρία αυτή είναι αντίθετη προς τους σκοπούς της οδηγίας 93/13 και, ως εκ τούτου, δυσχερώς συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης.
22 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι μέρος της πολωνικής νομολογίας ερμηνεύει την απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Lubreczlik (C‑396/24, EU:C:2025:460), υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αμοιβαίες απαιτήσεις των συμβαλλομένων σε σύμβαση δανείου η οποία κηρύχθηκε άκυρη πρέπει να συμψηφίζονται αυτεπαγγέλτως κατ’ εφαρμογήν της θεωρίας του υπολοίπου.
23 Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν η ανωτέρω ερμηνεία είναι ορθή. Συγκεκριμένα, αφενός, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο δεν έκρινε ρητώς ότι η θεωρία των δύο αξιώσεων είναι αντίθετη προς την οδηγία 93/13. Αφετέρου, από τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 2020, Banca B. (C‑269/19, EU:C:2020:954), καθώς και της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης) (C‑6/22, EU:C:2023:216), προκύπτει ότι σε περίπτωση ακύρωσης σύμβασης συναφθείσας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών, εναπόκειται στα κράτη μέλη, μέσω του εθνικού τους δικαίου, να ρυθμίζουν τις συνέπειες της ακύρωσης τηρώντας την προστασία που παρέχει η οδηγία αυτή στον καταναλωτή, ιδίως διασφαλίζοντας την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η καταχρηστική ρήτρα.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακό δικαστήριο Βαρσοβίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/93], την έννοια ότι αντιτίθεται, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των εκατέρωθεν αξιώσεων των συμβαλλομένων σε άκυρη σύμβαση πίστωσης, στην εφαρμογή λύσης κατά την οποία η αξίωση του καταναλωτή για την επιστροφή των παροχών που αυτός εκπλήρωσε σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης συμψηφίζεται αυτεπαγγέλτως από το επιληφθέν δικαστήριο με την αξίωση της τράπεζας για την επιστροφή του καταβληθέντος κεφαλαίου της πίστωσης, με αποτέλεσμα η οικεία αξίωση του καταναλωτή να γεννάται μόνον όταν το συνολικό ποσό των παροχών που εκπλήρωσε υπερβαίνει το ποσό του κεφαλαίου της πίστωσης που του καταβλήθηκε;
2) Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/13], την έννοια ότι αντιτίθεται στον περιορισμό του δικαιώματος του καταναλωτή σε τόκους υπερημερίας ως προς το σύνολο των παροχών που εκπλήρωσε στην τράπεζα σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης πίστωσης; Επιπλέον, αντιτίθενται οι ως άνω διατάξεις σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία ο καταναλωτής δεν δικαιούται καθόλου τόκους υπερημερίας ως προς το σύνολο των παροχών που αυτός εκπλήρωσε στην τράπεζα σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης πίστωσης;»
Επί του αιτήματος διεξαγωγής προφορικής διαδικασίας
25 Με έγγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Απριλίου 2026, οι δανειολήπτες ζήτησαν τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη, αφενός, να απαντήσουν στις γραπτές παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την απουσία σημαντικής διαφοράς, από οικονομικής απόψεως, μεταξύ της εφαρμογής της θεωρίας τoυ υπολοίπου και της θεωρίας των δύο αξιώσεων και, αφετέρου, να εξηγήσουν περαιτέρω τις αρνητικές συνέπειες της πρώτης από τις θεωρίες αυτές, όπως αυτή εφαρμόζεται από πλείονα πολωνικά δικαστήρια, ιδίως όσον αφορά τα δάνεια που εξοφλούνται σε ξένο νόμισμα.
26 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, παρά τα αιτήματα διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως που υπέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του, κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εκτιμώντας, βάσει των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία, ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί ώστε να αποφανθεί επί της υπό κρίση υποθέσεως.
27 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας ή την επανάληψή της, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου ή ακόμη όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.
28 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 83 και ότι καμία άλλη περίσταση δεν δικαιολογεί τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
29 Επομένως, το αίτημα των δανειοληπτών πρέπει να απορριφθεί.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
30 Η Bank εκφράζει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων, για τον λόγο ότι η απάντηση σε αυτά δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, αφενός, η εφαρμογή της θεωρίας του υπολοίπου στη διαφορά αυτή θα παρείχε στους δανειολήπτες τη δυνατότητα να λάβουν τα ποσά που ζητούν, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ultra petita.
31 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, Beck και Bergdorf, C‑355/97, EU:C:1999:391, σκέψη 22, καθώς και της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Kuszycka, C‑767/24, EU:C:2025:962, σκέψη 34).
32 Εξάλλου, κατά πάγια επίσης νομολογία, το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτό προσδιορίζεται στην απόφαση περί προδικαστικής παραπομπής (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, NFŠ, C‑28/23, EU:C:2024:893, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Εν προκειμένω, αφενός, δεν αμφισβητείται ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, οπότε τεκμαίρεται ότι είναι λυσιτελή. Αφετέρου, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής της θεωρίας του υπολοίπου, οι δανειολήπτες θα δικαιωθούν πλήρως, όπως ισχυρίζεται η Bank.
34 Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
35 Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής του καταναλωτή περί επιστροφής των ποσών που κατέβαλε σε εκτέλεση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, η οποία κατέστη ανίσχυρη λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιέχει, προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία που είναι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω σύμβαση, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται στον καταναλωτή απαίτηση μόνον επί του ποσού των γενομένων σε εκτέλεση της σύμβασης καταβολών το οποίο υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου, και αξίωση για τόκους υπερημερίας επί του εν λόγω υπερβάλλοντος ποσού.
36 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.
37 Επιπλέον, δεδομένης της φύσεως και της σπουδαιότητας του δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των επαγγελματιών, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη, όπως προκύπτει από το άρθρο της 7, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 24, την υποχρέωση να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα «προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές» (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας η οποία περιέχεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή πρέπει να καθιστούν δυνατή την επίτευξη δύο σκοπών. Αφενός, ο δικαστής πρέπει να μεριμνά ώστε να μπορεί να αποκατασταθεί η ισότητα μεταξύ των συμβαλλομένων η οποία θα διακυβευόταν λόγω της εφαρμογής καταχρηστικής ρήτρας έναντι του καταναλωτή. Αφετέρου, πρέπει να διασφαλίζεται ότι ο επαγγελματίας θα αποτρέπεται από την προσθήκη τέτοιων ρητρών στις συμβάσεις που προτείνει στους καταναλωτές. Τοιουτοτρόπως, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αφήσει ανεφάρμοστη καταχρηστική συμβατική ρήτρα που επιβάλλει την πληρωμή ποσών τα οποία κρίνεται ότι δεν οφείλονται εμπεριέχει, κατ’ αρχήν, αποτελέσματα επιστροφής αναφορικά με τα εν λόγω ποσά (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Στο μέτρο που η απουσία ενός τέτοιου αποτελέσματος θα μπορούσε να διακυβεύσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που επιδιώκει να προσδώσει το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 στη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις συναπτόμενες από επαγγελματία με τους καταναλωτές, πρέπει να αναγνωρίζεται παρόμοιο αποτέλεσμα επιστροφής όταν ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρητρών συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία συνεπάγεται όχι μόνον την ακυρότητα των ρητρών αυτών, αλλά και την ακυρότητα της συμβάσεως στο σύνολό της [απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Bank M. (Συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης), C‑520/21, EU:C:2023:478, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
40 Μολονότι το Δικαστήριο έχει προσδιορίσει, επανειλημμένως, τον τρόπο με τον οποίο το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων που οι καταναλωτές αντλούν από την οδηγία 93/13, εντούτοις το δίκαιο της Ένωσης δεν εναρμονίζει κατ’ αρχήν τις διαδικασίες εξετάσεως του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας ούτε τις συνέπειες της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα. Συνακόλουθα, ελλείψει σχετικής ειδικής νομοθεσίας της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της προστασίας των καταναλωτών την οποία προβλέπει η οδηγία 93/13 εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας τους. Εντούτοις, οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσης (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να διαμορφώνονται κατά τρόπο ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Kuszycka, C‑767/24, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 38 έως 40 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη της διασφαλίσεως της τηρήσεως του αποτελέσματος επιστροφής και του αποτρεπτικού αποτελέσματος που απαιτεί η εφαρμογή της οδηγίας 93/13 καθώς και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, τα κράτη μέλη είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερα να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούν να διασφαλίσουν την προστασία του καταναλωτή την οποία απαιτεί η οδηγία αυτή.
42 Κατά συνέπεια, η εν λόγω οδηγία δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στα πολωνικά δικαστήρια να προκρίνουν την εφαρμογή της θεωρίας του υπολοίπου ή της θεωρίας των δύο αξιώσεων, δεδομένου ότι η σχετική επιλογή ανήκει στα δικαστήρια αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζουν στον καταναλωτή, σε κάθε περίπτωση, την προστασία που του εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης.
43 Στην απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Lubreczlik (C‑396/24, EU:C:2025:460, σκέψη 44), στην οποία παρέπεμψε το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο ουδόλως αποφάνθηκε υπέρ της μιας ή της άλλης από τις δύο επίμαχες θεωρίες. Αποφάνθηκε απλώς και μόνον ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία κατά την οποία, όταν ρήτρα σύμβασης δανείου χαρακτηρισθείσα ως καταχρηστική καθιστά τη σύμβαση άκυρη, ο επαγγελματίας δικαιούται να απαιτήσει από τον καταναλωτή την επιστροφή του συνόλου του ονομαστικού ποσού του χορηγηθέντος δανείου, ανεξαρτήτως των ποσών που κατέβαλε ο καταναλωτής προς εκτέλεση της σύμβασης αυτής και ανεξαρτήτως του υπολοίπου της οφειλής του.
44 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι οι αρχές που καθιέρωσε η απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Lubreczlik (C‑396/24, EU:C:2025:460, σκέψη 44), δεν αντιτίθενται σε ερμηνεία των σχετικών κανόνων του εθνικού δικαίου κατά την οποία, κατόπιν συμψηφισμού, με πρωτοβουλία του επαγγελματία, της απαίτησής του επαγγελματία, αφενός, και της απαίτησης του καταναλωτή, αφετέρου, των οποίων τα αντίστοιχα ποσά δεν είναι ίδια, μόνον ο συμβαλλόμενος που παραμένει οφειλέτης του ποσού που δεν καλύπτεται από δική του απαίτηση έναντι του αντισυμβαλλομένου υποχρεούται να καταβάλει το ποσό αυτό στον αντισυμβαλλόμενο (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψεις 61 και 62). Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβάνονται όντως υπόψη τα ποσά που κατέβαλε ο καταναλωτής σε εκτέλεση της άκυρης σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο, οπότε ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο του ονομαστικού ποσού του ληφθέντος δανείου.
45 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή της θεωρίας του υπολοίπου συνεπάγεται ότι ο δικαστής προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων των διαδίκων. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, βάσει του πολωνικού δικαίου, δεν είναι αρμόδιο να προβεί σε τέτοιο συμψηφισμό, διότι το δίκαιο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα συμψηφισμού των απαιτήσεων μόνον κατόπιν πρωτοβουλίας ενός μέρους, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων, μεταξύ άλλων, της υποβολής δήλωσης συμψηφισμού από τον δανειστή.
46 Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο δικονομικούς κανόνες για τη διασφάλιση του σεβασμού του δικαιώματος επιστροφής που εγγυάται στον καταναλωτή η οδηγία 93/13, τούτο δεν συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, υποχρέωση υλοποίησης του εν λόγω δικαιώματος επιστροφής μέσω συμψηφισμού στον οποίο οφείλει να προβεί αυτεπαγγέλτως ο εθνικός δικαστής [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Profi Credit Bulgaria (Αυτεπάγγελτος συμψηφισμός σε περίπτωση καταχρηστικής ρήτρας), C‑170/21, EU:C:2022:518, σκέψη 44].
47 Επομένως, η οδηγία αυτή, χωρίς να υποχρεώνει τον εθνικό δικαστή να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία, δεν απαγορεύει, κατ’ αρχήν, στον εν λόγω δικαστή να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν το εσωτερικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης τήρησης κάθε δικονομικής απαίτησης που ενδεχομένως προβλέπεται από το δίκαιο αυτό όσον αφορά τον συμψηφισμό απαιτήσεων, του το επιτρέπει.
48 Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός των αμοιβαίων απαιτήσεων που απορρέουν από την κήρυξη της ακυρότητας σύμβασης λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιλαμβάνονται σε αυτήν μπορεί να ωφελήσει τον επαγγελματία και να έχει αρνητικές συνέπειες για τον καταναλωτή, οπότε είναι ικανός να θίξει την προστασία που εγγυάται στον καταναλωτή η εν λόγω οδηγία.
49 Πρώτον, κατά το αιτούν δικαστήριο, ένας τέτοιος συμψηφισμός στερεί από τον καταναλωτή μεγάλο μέρος της απαίτησής του καθώς και τους σχετικούς τόκους, δεδομένου ότι απαίτηση γεννάται μόνον εάν ο καταναλωτής έχει εξοφλήσει ποσό που υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην αποκατάσταση του καταναλωτή, μέσω του αποτελέσματος επιστροφής, στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν υπήρχαν καταχρηστικές ρήτρες.
50 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός αυτός πρέπει να επιδιώκεται τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης και επιτάσσει η εθνική ρύθμιση που θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (πρβλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Jangielak, C‑752/24, EU:C:2026:307, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Πλην όμως, η αρχή της αναλογικότητας θα παραβιαζόταν αν αποκλειόταν η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση υπέρ του επαγγελματία. Συνεπώς, η υποχρέωση προς επιστροφή της εκπληρωθείσας παροχής λόγω της ακύρωσης σύμβασης δανείου που περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες απαιτείται να είναι αμοιβαία, χωρίς ο επαγγελματίας να μπορεί, εντούτοις, να αξιώσει από τον καταναλωτή αποζημίωση πέραν της επιστροφής του κεφαλαίου που χορηγήθηκε κατ’ εκτέλεση της σύμβασης που περιλαμβάνει τις καταχρηστικές ρήτρες καθώς και της καταβολής των νόμιμων τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία της όχλησης (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Jangielak, C‑752/24, EU:C:2026:307, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Περαιτέρω, το αποτέλεσμα της επιστροφής της εκπληρωθείσας παροχής την οποία επιφέρει η ακύρωση μιας σύμβασης δανείου που περιλαμβάνει καταχρηστική ρήτρα, το οποίο δικαιολογεί και την άσκηση αγωγής προς επιστροφή από τον επαγγελματία, πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται η έννομη τάξη της Ένωσης δεν συνεπάγεται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του καταναλωτή (απόφαση της 16ης Απριλίου 2026, Jangielak, C‑752/24, EU:C:2026:307, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι ο συμψηφισμός των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία γεννά δικαίωμα επιστροφής υπέρ του μέρους που έχει τη μεγαλύτερη απαίτηση, για ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των απαιτήσεων.
54 Προκειμένου να διασφαλίσει το περί επιστροφής αποτέλεσμα καθώς και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 38 και 39 της παρούσας αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο καταναλωτής έχει δικαίωμα σε τόκους υπερημερίας επί του ποσού των καταβολών που πραγματοποίησε σε εκτέλεση της σύμβασης, το οποίο υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου.
55 Υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, τούτο φαίνεται να συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η Bank παραδέχεται, κατ’ ουσίαν, ότι οφείλονται στους δανειολήπτες τόκοι επί του ποσού που υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου, από την επομένη της οχλήσεως που συνίσταται στην απόπειρα φιλικού διακανονισμού που μνημονεύεται στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως.
56 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει τον φόβο ότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός μεταξύ των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία θα έθετε τον πρώτο σε μειονεκτική θέση για τον λόγο ότι, ενόσω δεν έχει αποπληρωθεί το κεφάλαιο του δανείου, ο επαγγελματίας θα μπορούσε να καθυστερεί την ένδικη διαδικασία και να αποφεύγει την εκκαθάριση των παροχών χωρίς να υποστεί αρνητικές συνέπειες.
57 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του δικαίου κράτους μέλους κατά την οποία, μετά την κήρυξη της ακυρότητας σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, η τράπεζα έχει το δικαίωμα να αξιώσει από τον καταναλωτή ποσό επιπλέον της επιστροφής του κεφαλαίου που χορηγήθηκε προς εκτέλεση της σύμβασης καθώς και της καταβολής των νόμιμων τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία όχλησης. Υπό την επιφύλαξη αυτή σχετικά με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, η τράπεζα δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή για τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου αυτού από τον καταναλωτή (απόφαση της 22ης Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Επομένως, επαγγελματίας ο οποίος θα επιδίωκε να καθυστερήσει ένδικη διαδικασία με αντικείμενο την κήρυξη της ακυρότητας συμβάσεως δανείου περιέχουσας καταχρηστικές ρήτρες θα παρέτεινε αντίστοιχα το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ποσό που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο που δάνεισε στον καταναλωτή δεν θα του επέφερε καμία αμοιβή.
59 Κατά συνέπεια, ο φόβος που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο δεν είναι δικαιολογημένος.
60 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, χάρη σε αυτεπάγγελτο συμψηφισμό, ο επαγγελματίας μπορεί να ανακτήσει το δανεισθέν κεφάλαιο, ενώ παρέμεινε αδρανής επί πολλά έτη, αποκλειομένου έτσι του κινδύνου παραγραφής της απαίτησής του.
61 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ίδια η ύπαρξη των απαιτήσεων επιστροφής του καταναλωτή και του επαγγελματία προϋποθέτει την ακυρότητα της σύμβασης που συνήφθη μεταξύ τους. Επομένως, ενόσω ο καταναλωτής δεν αμφισβητεί το κύρος της σύμβασης, ο επαγγελματίας δεν έχει καμία απαίτηση επιστροφής δυνάμενη να υποπέσει σε παραγραφή.
62 Τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει τον κίνδυνο μήπως ο καταναλωτής, έχοντας ζητήσει από την τράπεζα να του επιστρέψει το σύνολο των παροχών που εκπλήρωσε, θεωρηθεί, κατόπιν αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου μεταξύ των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και της τράπεζας, ως μερικώς ηττηθείς και μήπως, ως εκ τούτου, καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα ή σε μέρος αυτών.
63 Ωστόσο επισημαίνεται ότι, όπως αναγνωρίζει, κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο, ο συμψηφισμός των απαιτήσεων αποτρέπει το ενδεχόμενο ο επαγγελματίας να επιλέξει να ασκήσει χωριστό ένδικο βοήθημα για να προβάλει την απαίτησή του έναντι του καταναλωτή, κάτι που θα οδηγούσε σε πολλαπλασιασμό των διαδικασιών και, κατά συνέπεια, σε πρόσθετα έξοδα, και που δεν θα ήταν προς το συμφέρον του καταναλωτή (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 69).
64 Επιπλέον επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η κατανομή των εξόδων ένδικης διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς, εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, στις αρχές αυτές, μόνον η αρχή της αποτελεσματικότητας φαίνεται να ασκεί επιρροή, εν προκειμένω, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα.
66 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, μολονότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν απαγορεύει, εν γένει, να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με ορισμένα δικαστικά έξοδα όταν ασκεί αγωγή με αίτημα τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η οδηγία 93/13 παρέχει στον καταναλωτή δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου προκειμένου να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας και να αποκλειστεί η εφαρμογή της, δικαίωμα του οποίου πρέπει να διαφυλάσσεται η αποτελεσματικότητα. Επομένως, το καθεστώς κατανομής των δικαστικών εξόδων μιας τέτοιας διαδικασίας δεν πρέπει να αποθαρρύνει τον καταναλωτή από την άσκηση του δικαιώματος αυτού (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 48, και της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη78).
67 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια, τηρουμένης ιδίως της απαγόρευσης contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου, να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της εκάστοτε οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη με τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η οδηγία (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Εν προκειμένω, η Bank υποστηρίζει ότι, κατά το πολωνικό δίκαιο, αν ο καταναλωτής δικαιωθεί όσον αφορά την ακύρωση σύμβασης, το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αν απορρίψει εν μέρει το αίτημα του καταναλωτή περί επιστροφής, να κρίνει ότι ο καταναλωτής δικαιώθηκε και ότι, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα της οικείας δίκης.
69 Εναπόκειται, εν τέλει, στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει εάν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 93/13 και, σε καταφατική περίπτωση, να συναγάγει τις εντεύθεν έννομες συνέπειες (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 82).
70 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος των δανειοληπτών να επιτύχουν την ακύρωση της επίμαχης σύμβασης που περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και την επιστροφή των παροχών που αχρεωστήτως έλαβε η Bank, αποτρέποντας το ενδεχόμενο το καθεστώς κατανομής των δικαστικών εξόδων να αποθαρρύνει τους δανειολήπτες από το να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία 93/13.
71 Πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ένας μηχανισμός συμψηφισμού απαιτήσεων δημιουργεί δυσχέρειες στην περίπτωση κατά την οποία η εκτέλεση της σύμβασης δανείου έχει οδηγήσει σε ανομοιογενείς οικονομικές παροχές, μεταξύ άλλων, όταν το κεφάλαιο δανείστηκε σε πολωνικά ζλότι, αλλά οι αποπληρωμές πραγματοποιήθηκαν σε ελβετικά φράγκα. Όμως, ο συμψηφισμός σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν αδύνατος, για τον λόγο ότι, δυνάμει του άρθρου 498 του αστικού κώδικα, ο συμψηφισμός εξαρτάται από τον ομοιογενή χαρακτήρα των αμοιβαίων παροχών.
72 Συναφώς, η Bank εκθέτει ότι το πολωνικό δίκαιο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τα χρηματικά ποσά που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα πρέπει να μετατρέπονται σε πολωνικά ζλότι.
73 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 12 της παρούσας απόφασης, οι δανειολήπτες, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης, προέβησαν σε εμβάσματα προς την Bank εν μέρει σε πολωνικά ζλότι και εν μέρει σε ελβετικά φράγκα.
74 Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 67 της παρούσας αποφάσεως, να εκτιμήσει αν το εθνικό δίκαιο του παρέχει τη δυνατότητα να διασφαλίσει το αποτέλεσμα επιστροφής που απαιτεί η οδηγία 93/13, μέσω συμψηφισμού των αμοιβαίων απαιτήσεων των συμβαλλομένων ο οποίος να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πληρωμών στις οποίες προέβησαν οι δανειολήπτες.
75 Έκτον και τελευταίο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι κάθε μηχανισμός αυτεπάγγελτου συμψηφισμού των απαιτήσεων αγνοεί τη βούληση του καταναλωτή ο οποίος, στις περισσότερες περιπτώσεις ακυρότητας σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, απαιτεί την επιστροφή όλων των πληρωμών στις οποίες προέβη και δεν επιλέγει τον καταλογισμό του ποσού τους στο κεφάλαιο του δανείου. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι ένας τέτοιος συμψηφισμός παραβιάζει την αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, η οποία δεσμεύει τον δικαστή, ιδίως όταν επιλύει διαφορά βάσει νομικού λόγου τον οποίο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.
76 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για την εκτίμηση των συνεπειών που έχει για τον καταναλωτή η ακύρωση μιας σύμβασης στο σύνολό της, καθοριστική σημασία έχει η εκπεφρασμένη βούληση του καταναλωτή. Πράγματι, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 δεν έχει εφαρμογή, εάν ο καταναλωτής αντιτίθεται σε αυτό. Ο καταναλωτής μπορεί, αφού ενημερωθεί από τον εθνικό δικαστή, να μην προβάλει τον καταχρηστικό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα ρήτρας, δίνοντας έτσι ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση για την επίμαχη ρήτρα και αποφεύγοντας, με τον τρόπο αυτόν, την ακύρωση της σύμβασης. Προκειμένου ο καταναλωτής να μπορεί να δώσει την ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεσή του, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να υποδείξει στους διαδίκους, στο πλαίσιο των εθνικών δικονομικών κανόνων και υπό το πρίσμα της αρχής της επιείκειας στις αστικές, τις έννομες συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας. Η πληροφόρηση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική όταν η μη εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της σύμβασης στο σύνολό της, με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη έκθεση του καταναλωτή σε αξιώσεις επιστροφής (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2026, Herchoski, C‑902/24, EU:C:2026:42, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
77 Επομένως, το εθνικό δικαστήριο, αν προτίθεται να εφαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο υπό την έννοια ότι η ακύρωση της σύμβασης θα επιφέρει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό των αντίστοιχων απαιτήσεων επιστροφής των συμβαλλομένων μερών, οφείλει να ενημερώσει προηγουμένως τον καταναλωτή, προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούλησή του έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης όσον αφορά την εν λόγω ακύρωση.
78 Κατά συνέπεια, όταν ο καταναλωτής, αφού λάβει από το αρμόδιο δικαστήριο τις πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες που μπορεί να έχει η ακύρωση της σύμβασης δανείου που τον συνδέει με τον επαγγελματία, αποφασίζει να μην αντιταχθεί στην ακύρωση της σύμβασης από το δικαστήριο, το γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό αμοιβαίων απαιτήσεων των συμβαλλομένων μερών δεν αντιβαίνει ούτε στη βούληση του καταναλωτή ούτε στην αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως.
79 Από τις σκέψεις 49 έως 78 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι από καμία από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο σε σχέση με τον μηχανισμό που του παρέχει τη δυνατότητα να προβεί αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων των συμβαλλομένων μερών κατόπιν της ακύρωσης της σύμβασης λόγω των καταχρηστικών ρητρών που αυτή περιέχει δεν δύναται να συναχθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στο να προβεί εθνικό δικαστήριο σε τέτοιο συμψηφισμό, τηρώντας τις δικονομικές απαιτήσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να εκτιμήσει.
80 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται, κατ’ αρχήν, σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής του καταναλωτή περί επιστροφής των ποσών που κατέβαλε σε εκτέλεση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, η οποία κατέστη ανίσχυρη λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιέχει, προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία που είναι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω σύμβαση, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται στον καταναλωτή απαίτηση μόνον επί του ποσού των γενομένων σε εκτέλεση της σύμβασης καταβολών το οποίο υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου, και αξίωση για τόκους υπερημερίας επί του εν λόγω υπερβάλλοντος ποσού.
Επί των δικαστικών εξόδων
81 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές,
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται, κατ’ αρχήν, σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής του καταναλωτή περί επιστροφής των ποσών που κατέβαλε σε εκτέλεση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, η οποία κατέστη ανίσχυρη λόγω των καταχρηστικών ρητρών που περιέχει, προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων του καταναλωτή και του επαγγελματία που είναι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω σύμβαση, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται στον καταναλωτή απαίτηση μόνον επί του ποσού των γενομένων σε εκτέλεση της σύμβασης καταβολών το οποίο υπερβαίνει το ποσό του δανειακού κεφαλαίου, και αξίωση για τόκους υπερημερίας επί του εν λόγω υπερβάλλοντος ποσού.
(υπογραφές)
