Η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα με την κοινοποίηση από την αναθέτουσα αρχή της πρόσκλησης στον ανάδοχο, με την οποία αυτός προσκαλείται να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού. Η αναθέτουσα αρχή δύναται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση, να ματαιώσει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 του ν. 4412/2016, χωρίς, κατ’ αρχάς, να προκύπτει από τις διατάξεις αυτές ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να προχωρήσει στην ως άνω ματαίωση σε περίπτωση που έχει κατακυρωθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και η σχετική απόφαση κατέστη οριστική αλλά δεν έχει συναφθεί ακόμη η σύμβαση. Η αναθέτουσα αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να ματαιώσει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα αρχή ή τον φορέα για τον οποίο προορίζεται το υπό ανάθεση αντικείμενο, η σχετική, πάντως, απόφαση πρέπει να φέρει πλήρη και ειδική αιτιολογία, αναφερόμενη κατά τρόπο συγκεκριμένο στους λόγους, για τους οποίους αποφασίζεται η ματαίωση. Ο κύριος του έργου είναι και ο μόνος ικανός να γνωρίζει με ακρίβεια και ασφάλεια τις ανάγκες του και τις δυνατότητες του προσωπικού του. Η επίκληση και μόνο λόγων από τον κύριο του έργου καθιστά στην κρινόμενη περίπτωση ειδικώς αιτιολογημένη την κρίση της Διοίκησης περί συνδρομής των προϋποθέσεων ματαίωσης του διαγωνισμού που προβλέπονται στο άρθρο 106 παρ. 2 περ. β του ν. 4412/2016].
Αριθμός απόφασης: Α 316/2026
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ
Α2 ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2026, με δικαστές τους: Αικατερίνη Τσίγκα, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Νικόλαο Μπιλάλη, Σπυριδούλα Κιζιρίδου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Αικατερίνη Χρυσοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
γ ι α να δικάσει τη με ημερομηνία κατάθεσης 12.10.2025 (ΑΚ ./12.10.2025) αίτηση ακύρωσης – αίτηση αναστολής
τ η ς ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «TREK ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «TREK DEVELOPMENT A.E.», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Κηφισίας 98) παραστάθηκε δια του πληρεξουσίoυ της δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, τον οποίο διόρισε με το ./3.11.2025 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …
κ α τ ά: α) της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Δώρου 7-9), όπως εκπροσωπείται νομίμως, η οποία δεν παραστάθηκε και β) της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κοινωνίας της Πληροφορίας» και διακριτικό τίτλο «ΚτΠ Μ.Α.Ε.», νομίμως εκροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στην Καλλιθέα (Λ. Συγγρού 194) και παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρο 33 παρ. του π.δ. 18/1989, του πληρεξουσίου της δικηγόρου Στυλιανού Τσεβά, τον οποίο διόρισε με το ./12.1.2026 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ….
Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση – αναστολή της 1401/2025 απόφασης της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.).
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας που παραστάθηκε, ο οποίος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, και την εισηγήτρια Σπυριδούλα Κιζιρίδου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη στο γραφείο της Προέδρου του Τμήματος και
Αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης-αναστολής έχει καταβληθεί παράβολο ύψους 13.748,50 ευρώ (βλ. το με Α/Α ./13.10.2025 σειρά Θ΄ ., διπλότυπο είσπραξης του ΚΕ.Β.ΕΙΣ.ΑΤΤΙΚΗΣ), ήτοι ανώτερο του ημίσεος του οφειλομένου παραβόλου, ύψους 11.087,50 ευρώ [(4.435.000 ευρώ Χ 0,5%) = 22.175 ευρώ 2 = 11.087,50 ευρώ)], ενόψει του ύψους της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 5218/2025 (Α΄ 125). Το δε ανωτέρω ποσό των 2.661 ευρώ, το οποίο έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, πρέπει να επιστραφεί στην αιτούσα, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα εταιρεία ζητεί την ακύρωση – αναστολή της ./2025 απόφασης του 1ου Κλιμακίου της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., με την οποία απορρίφθηκε προδικαστική προσφυγή της κατά της 16722/14.7.2025 απόφασης της Κοινωνίας της Πληροφορίας, με την οποία ανακλήθηκε η ./12.2.2025 (Θέμα 7.7) απόφαση του Δ.Σ. της ΚτΠ Μ.Α.Ε., όπως εκτελέστηκε με την ./13.2.2025 απόφαση κατακύρωσης στην αιτούσα του αποτελέσματος του ηλεκτρονικού διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε με την ./5.11.2024 διακήρυξη για «Εξειδικευμένες Υπηρεσίες Διοικητικής, Χρηματοοικονομικής και Τεχνικής Υποστήριξης των Δράσεων του Εθνικού Προγράμματος Πολιτικής Προστασίας ΑΙΓΙΣ με τη Συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων» του Εθνικού Προγράμματος Πολιτικής Προστασίας «ΑΙΓΙΣ».
3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την προαναφερόμενη διακήρυξη προκηρύχθηκε ο ανωτέρω διαγωνισμός, με εκτιμώμενη αξία 4.435.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. και κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφοράς με βάση τη βέλτιστη σχέση ποιότητας – τιμής. Στον εν λόγω διαγωνισμό έλαβε μέρος μόνο η αιτούσα στην οποία και κατακυρώθηκε το αποτέλεσμά του με την 3066/13.2.2025 απόφαση της αναθέτουσας, κατόπιν εκδόσεως της ./12.2.2025 απόφασης (Θέμα 7.7) του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚτΠ. Στη συνέχεια, με την 103/2025 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε νόμιμο το σχέδιο της σύμβασης και εκδόθηκε η ./28.3.2025 απόφαση της αναθέτουσας, η οποία κοινοποιήθηκε στον κύριο του έργου (Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας) για την παροχή σύμφωνης γνώμης για την Ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ του πιο πάνω έργου. Κατόπιν τούτων, η αναθέτουσα με την ./31.3.2025 πρόσκλησή της ζήτησε από την αιτούσα να υποβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 4412/2016, την υπεύθυνη δήλωση για τη μη επέλευση οψιγενών μεταβολών, την οποία αυτή υπέβαλε αυθημερόν. Επιπλέον, η αναθέτουσα την 1η.4.2025 κάλεσε την αιτούσα να εκδώσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης του έργου, την οποία η αιτούσα προσκόμισε στις 11.4.2025. Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΥΠ1751/20.6.2025 απόφαση του Υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με την οποία αποφασίστηκε η μη παροχή σύμφωνης γνώμης για την Ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ του έργου, με το σκεπτικό ότι δεν θεμελιώνεται την παρούσα χρονική στιγμή η αναγκαιότητα καταφυγής σε παροχή τεχνικής βοήθειας και ως εκ τούτου δεν παρέχεται η σύμφωνη γνώμη για την ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ και την έναρξη της Φάσης Γ΄ του εν θέματι έργου. Ειδικότερα με την ανωτέρω υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση του ./4.6.2025 εγγράφου της Διεύθυνσης Προμηθειών του ανωτέρω Υπουργείου (υπό στοιχείο 2 στην ΥΑ) και του ./17.6.2025 σημειώματος της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ του ίδιου Υπουργείου (υπό στοιχείο 3 στην ΥΑ), αναφέρονται τα εξής: «(…) Στο πεδίο του ενωσιακού και εθνικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων είναι γνωστή η ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής να επαναξιολογεί τη σκοπιμότητα εκτέλεσης ενός συμβατικού αντικειμένου. Ενίοτε, η μεταβολή της βούλησης της αναθέτουσας αρχής εκδηλώνεται με την ανάκληση της προκήρυξης διαγωνισμού και επέχει θέση ματαίωσης που μπορεί να βασίζεται σε διάφορους λόγους, όπως λ.χ. η εκτίμηση της σκοπιμότητας της ολοκλήρωσης του διαγωνισμού από άποψη δημοσίου συμφέροντος, η μεταβολή του οικονομικού πλαισίου ή των αναγκών της αναθέτουσας αρχής (…) 2. Το δυναμικό πεδίο της μεταβολής των συνθηκών ή της επέλευσης νέων γεγονότων ή πραγματικών δεδομένων, που επιτάσσουν τον αναπροσδιορισμό της βούλησης της Διοίκησης, απαντάται και στο εθνικό δίκαιο όταν συντρέχει λ.χ. ουσιώδης μεταβολή οικονομικών και τεχνικών παραμέτρων που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης και η εκτέλεση του συμβατικού έργου δεν ενδιαφέρει πλέον τη Διοίκηση (…) 3. Τα παραπάνω διασφαλίζουν την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, που πολλές φορές εκφράζεται ως δημοσιονομικό δημόσιο συμφέρον (…) 4(…) βρισκόμαστε στο στάδιο πριν την ολοκλήρωση της Φάσης Β (Διαγωνιστική Διαδικασία και κατάρτιση σύμβασης) και την έναρξη της Φάσης Γ (Εκτέλεση συμβάσεων, Παρακολούθηση υλοποίησης και παραλαβής Έργου). Η Φάση Β ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, οπότε και μόνο τότε η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα. 5. Το πλέγμα των σχετικών διατάξεων καθιερώνει κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ κατακύρωσης και υπογραφής της σύμβασης έναν χρόνο «περίσκεψης» της Διοίκησης, που συνίσταται ακριβώς στην τυχόν εκτίμηση της μεταβολής των συνθηκών ή στη συνδρομή νέων δεδομένων ικανών να μεταβάλλουν την αρχική της βούληση. 6. Εν προκειμένω, από τα υπό (2) και (3) σχετικά έγγραφα της Διεύθυνσης Προμηθειών και της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ του Υπουργείου διαπιστώνεται, ιδίως λόγω των τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων που σχετίζονται με τον αρχικό σχεδιασμό του εν θέματι έργου, ότι στην παρούσα χρονική στιγμή η σκοπιμότητα της εν λόγω προμήθειας υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας εκλείπει, καθόσον: α) Η ωρίμανση των χρηματοδοτούμενων από την ΕτΕΠ δράσεων έχει οδηγήσει σε ουσιώδεις τροποποιήσεις των τεχνικών και λειτουργικών παραμέτρων του αρχικού σχεδιασμού, με συνέπεια τη μεταβολή των πραγματικών υπηρεσιακών αναγκών. Ταυτόχρονα η συγκρότηση εσωτερικού σχήματος διαχείρισης και παρακολούθησης που καλύπτει επαρκώς τις απαιτήσεις διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των δράσεων αυτών, καθιστούν τη συμβατική ανάθεση προς εξωτερικό φορέα άνευ αντικειμένου και μη συμβατή με την έννοια του δημοσίου (δημοσιονομικού) συμφέροντος. β) Επιπλέον, και δεδομένης της εκτίμησης των οικονομικών παραμέτρων που θα συνεπαγόταν η ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ της διαγωνιστικής διαδικασίας της εν λόγω σύμβασης σε συνδυασμό με την επικαιροποίηση των χρηματοδοτικών πηγών του τρέχοντος σχεδιασμού του Εθνικού Προγράμματος Πολιτικής Προστασίας «ΑΙΓΙΣ», στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που απορρέουν από τα ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθιστά αναγκαία την εξοικονόμηση δημοσίων πόρων ύψους 19.993.623,27 ευρώ, όπως αποτυπώνεται στο υπό (3) σχετικό. Τα εν λόγω πραγματικά δεδομένα καθιστούν τη συνέχιση της διαδικασίας προμήθειας μη συμβατή με τις αρχές χρηστής διοίκησης και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Εκ των ανωτέρω δεν θεμελιώνεται την παρούσα χρονική στιγμή η αναγκαιότητα καταφυγής σε παροχή τεχνικής βοήθειας και ως εκ τούτου δεν παρέχεται η σύμφωνη γνώμη για την ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ και την έναρξη της Φάσης Γ΄ του εν θέματι έργου (…)». Ακολούθησε η έκδοση του από 2.7.2025 (Συνεδρίαση με αριθμό 28/2.7.2025) πρακτικού – εισήγησης της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού και Αξιολόγησης Προσφορών, με το οποίο η αναθέτουσα εισηγήθηκε την ανάκληση της 3066/13.2.2025 απόφασης κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού κατόπιν μη παροχής σύμφωνης γνώμης του κυρίου του έργου για την υπογραφή της σύμβασης για τους ειδικότερα προαναφερόμενους λόγους, λόγω μη θεμελίωσης της αναγκαιότητας υλοποίησης του έργου την παρούσα χρονική στιγμή με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες του κυρίου του έργου, διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2β΄ του άρθρου 106 του ν. 4412/2016 και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3.5 της ένδικης διακήρυξης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε το 1074/9.7.2025 πρακτικό του Δ.Σ. της ΚτΠ, με το οποίο έγινε δεκτή η εισήγηση για την ανάκληση της ανωτέρω απόφασης. Με δε την ./14.7.2025 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου Σ.Α., κατ’ εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚτΠ ανακλήθηκε η 1044/12.2.2025 (Θέμα 7.7) απόφαση του Δ.Σ. της ΚτΠ Μ.Α.Ε., όπως εκτελέστηκε με την ./13.2.2025 απόφαση κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού στην αιτούσα, με την αιτιολογία ότι ο κύριος του έργου δεν παρείχε σύμφωνη γνώμη για την υπογραφή της 2676 σύμβασης λόγω μη θεμελίωσης της αναγκαιότητας υλοποίησης του έργου την παρούσα χρονική στιγμή με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες του κυρίου του έργου, διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 2β του άρθρου 106 του ν. 4412/2016 και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3.5 της διακήρυξης. Κατά της ανωτέρω ανακλητικής απόφασης η αιτούσα άσκησε τη με ΓΑΚ Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. ./23.7.2025 προδικαστική προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 1401/2025 απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. (προσβαλλομένη). Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα ζητεί την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.
4. Επειδή, ο ένδικος διαγωνισμός ενόψει του αντικειμένου του, της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης και του χρόνου εκκίνησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Βιβλίου IV του ανωτέρω νόμου. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο προβαλλόμενος με τις απόψεις της αναθέτουσας αρχής ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί απαραδέκτως, διότι η διαφορά που γεννάται από τη ματαίωση ενός διαγωνισμού μετά την οριστική κατακύρωση του αποτελέσματός του δεν ανήκει στις διαφορές που ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο και δεν επιλύεται με την άσκηση προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. και στη συνέχεια ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, αλλά στις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης, διότι, κατά την αναθέτουσα, με την έκδοση της απόφασης κατακύρωσης και της 103/2025 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ολοκληρώθηκε ο προσυμβατικός έλεγχος, και την πρόσκληση για την υποβολή της δήλωσης του άρθρου 104 του ν. 4412/2016, ολοκληρώθηκε το προσυμβατικό στάδιο σύναψης της σύμβασης. Ο ανωτέρω λόγος είχε προβληθεί από την αναθέτουσα αρχή και ενώπιον της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η οποία απέρριψε αυτόν, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 347, 360, 105 και 106 του ν. 4412/2016, και δεχόμενη ότι τόσο το στάδιο κατακύρωσης του διαγωνισμού όσο και η ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας εντάσσονται στο στάδιο που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, κατά το οποίο η ίδια έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τις διαφορές που ανακύπτουν, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη καταρτισθεί η σύμβαση. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναθέτουσας αρχής περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέος, διότι, ενόψει του ότι, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 105 παρ. 5 του ν. 4412/2016, η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα με την κοινοποίηση της πρόσκλησης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου στον ανάδοχο, με την οποία αυτός προσκαλείται να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν υπήρξε τέτοια πρόσκληση, αντιθέτως, υπήρξε ανάκληση της κατακυρωτικής απόφασης, η σύμβαση δεν συνήφθη και, συνεπώς, η ένδικη διαφορά αποτελεί διαφορά του προσυμβατικού σταδίου και, ως εκ τούτου, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. είναι αρμόδια για την εκδίκαση της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας, όπως αιτιολογημένως έκρινε και με την προσβαλλόμενη απόφασή της.
5. Επειδή, μετά προφανούς εννόμου συμφέροντος και εν γένει παραδεκτώς ασκεί την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα εταιρεία, στην οποία είχε κατακυρωθεί το αποτέλεσμα του ένδικου διαγωνισμού και πλήττεται από την προσβαλλομένη, με την οποία απορρίφθηκε προδικαστική προσφυγή της κατά της απόφασης που ανακάλεσε την επίμαχη απόφαση κατακύρωσης, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου προβάλλει η αναθέτουσα αρχή περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αιτούσας και περί ελλείψεως αντικειμένου της δίκης.
6. Επειδή, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., ως ανεξάρτητη αρχή, έχει ικανότητα διαδίκου και νομιμοποιείται στην παρούσα δίκη παθητικώς, δυνάμει του άρθρου 372 παρ.1 ν. 4412/2016.
7. Επειδή, περαιτέρω, η Κοινωνία της Πληροφορίας Μονοπρόσωπη α.ε. νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη, κατ’ άρθρο 372 παρ. 1 του ν. 4412/2016, καθόσον η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας έχει απορριφθεί από την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.
8. Επειδή, στο άρθρο 106 του ν. 4412/2016 (A΄ 147), όπως ισχύει για το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ορίζεται ότι: «1. (…) 2. Ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης μπορεί να λάβει χώρα με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση της αναθέτουσας αρχής, μετά από γνώμη του αρμόδιου οργάνου, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) (…) β) αν οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα αρχή ή τον φορέα για τον οποίο προορίζεται το υπό ανάθεση αντικείμενο (…) 4. Όταν συντρέχουν οι λόγοι για τη ματαίωση της διαδικασίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η αναθέτουσα αρχή ακυρώνει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης (…)». Περαιτέρω, στο άρθρο 105 του ίδιου ως άνω ν. 4412/2016, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 107 του ν. 4497/2017 (Α΄171) και το άρθρο 43 παρ. 13 του ν. 4605/2019 (Α΄ 5) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36), ορίζεται ότι: «1. (…) 2. Η αναθέτουσα αρχή κοινοποιεί την απόφαση κατακύρωσης, μαζί με αντίγραφο όλων των πρακτικών της διαδικασίας ελέγχου και αξιολόγησης των προσφορών, σε όλους τους οικονομικούς φορείς που έλαβαν μέρος στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, εκτός από τους οριστικώς αποκλεισθέντες και ιδίως, όσους αποκλείστηκαν οριστικά δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 72, με κάθε πρόσφορο μέσο. Εφόσον, η διαδικασία ανάθεσης διενεργείται μέσω του ΕΣΗΔΗΣ, η κοινοποίηση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται μέσω του ΕΣΗΔΗΣ. 3. Η απόφαση κατακύρωσης καθίσταται οριστική, εφόσον συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η απόφαση κατακύρωσης έχει κοινοποιηθεί, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2, β) σε συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία άνω των ορίων του άρθρου 118, περί απευθείας ανάθεσης, και των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για τις συμβάσεις ενεργειών τεχνικής βοήθειας του άρθρου 119, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προδικαστικής προσφυγής ή σε περίπτωση άσκησης, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ και σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναστολής κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ, εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης, με την επιφύλαξη της χορήγησης προσωρινής διαταγής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 372, περί δικαστικής προστασίας στο πεδίο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης, γ) έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς ο προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τα άρθρα 324 έως 327 του ν. 4700/2020 (Α΄ 127), εφόσον απαιτείται, και δ) ο προσωρινός ανάδοχος έχει υποβάλλει έπειτα από σχετική πρόσκληση, υπεύθυνη δήλωση, που υπογράφεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 79Α, περί υπογραφής Ευρωπαϊκού Ενιαίου Εγγράφου Σύμβασης, στην οποία δηλώνεται ότι, δεν έχουν επέλθει στο πρόσωπό του οψιγενείς μεταβολές κατά την έννοια του άρθρου 104 και μόνον στην περίπτωση του προσυμβατικού ελέγχου ή της άσκησης προδικαστικής προσφυγής κατά της απόφασης κατακύρωσης. 4. Μετά από την οριστικοποίηση της απόφασης κατακύρωσης, η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί τον ανάδοχο να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού, θέτοντας του προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης ειδικής πρόσκλησης. 5. Η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα με την κοινοποίηση της πρόσκλησης της παρ. 4 στον ανάδοχο. (…) 8. Αν η αναθέτουσα αρχή δεν απευθύνει την πρόσκληση της παρ. 4 εντός χρονικού διαστήματος εξήντα (60) ημερών από την οριστικοποίηση της απόφασης κατακύρωσης, με την επιφύλαξη της ύπαρξης επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος ή αντικειμενικών λόγων ανωτέρας βίας, ο ανάδοχος δικαιούται να απέχει από την υπογραφή του συμφωνητικού, χωρίς να εκπέσει η εγγύηση συμμετοχής του, καθώς και να αναζητήσει αποζημίωση ιδίως δυνάμει των άρθρων 197 και 198 ΑΚ».
9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 3.5 της ένδικης διακήρυξης ορίζεται ότι: «Η αναθέτουσα αρχή ματαιώνει ή δύναται να ματαιώσει εν όλω ή εν μέρει αιτιολογημένα τη διαδικασία ανάθεσης, για τους λόγους και υπό τους όρους του άρθρου 106 του ν. 4412/2016, μετά από γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής Διαγωνισμού».
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. απέρριψε το πρώτο σκέλος του μοναδικού προβαλλόμενου λόγου της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας, σύμφωνα με το οποίο, η προσβαλλόμενη με την προσφυγή ανακλητική πράξη είναι ακυρωτέα για παράβαση νόμου, διότι δεν μπορεί να νοηθεί ματαίωση της διαδικασίας του διαγωνισμού με επίκληση της διατάξεως του άρθρου 106 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 4412/2016, εφόσον έχει προηγηθεί η οριστικοποίηση της κατακύρωσης του έργου στην ανάδοχο εταιρεία. Κατά δε την αιτούσα, η κήρυξη αυτής ως οριστικής αναδόχου έλαβε χώρα στις 31.3.2025, με την υποβολή της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης για τη μη επέλευση οψιγενών μεταβολών και, συνεπώς, μετά την πάροδο της εν λόγω ημερομηνίας δεν μπορεί να νοηθεί ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον γεννήθηκε υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής για υπογραφή της σύμβασης. Ειδικότερα, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. απέρριψε τα ανωτέρω κρίνοντας ότι στις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ν. 4412/2016, καθώς και των άρθρων 3.3. και 3.5 της διακήρυξης, τα οποία αποδίδουν αντιστοίχως τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4412/2016, δεν προβλέπεται κάποιο χρονικό σημείο πέραν του οποίου δεν είναι δυνατή η επίκληση της περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 106 του ν. 4412/2016 -σύμφωνα με την οποία υπάρχει διακριτική ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής να ματαιώσει τη διαγωνιστική διαδικαστική, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα ή τον φορέα για τον οποίο προορίζεται του υπό ανάθεση αντικείμενο- και, ως εκ τούτου, οι δυνητικοί λόγοι ματαίωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 106 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 4412/2016 είναι εφαρμοστέοι σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης, χωρίς να εξαιρείται το στάδιο μεταξύ οριστικής κατακύρωσης και σύναψης της σύμβασης.
11. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα εταιρεία προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. είναι μη νόμιμη επαναφέροντας τα όσα είχε κατά την προηγούμενη σκέψη προβάλλει με την προδικαστική προσφυγή της.
12. Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 του ν. 4412/2016, η αναθέτουσα αρχή δύναται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση, να ματαιώσει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις, χωρίς, κατ’ αρχάς, να προκύπτει από τις διατάξεις αυτές ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να προχωρήσει στην ως άνω ματαίωση σε περίπτωση που έχει κατακυρωθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και η σχετική απόφαση κατέστη οριστική, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα, αλλά δεν έχει συναφθεί ακόμη η σύμβαση. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που ναι μεν η απόφαση κατακύρωσης κατέστη, κατ’ άρθρο 105 παρ. 3 του ν. 4412/2016, οριστική, αλλά η σύμβαση δεν είχε συναφθεί, δεδομένου ότι, κατ’ άρθρο 105 παρ. 5 του ν. 4412/2016, η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα με την κοινοποίηση της πρόσκλησης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου στον ανάδοχο, με την οποία αυτός προσκαλείται να προσέλθει για την υπογραφή του συμφωνητικού, και εν προκειμένω δεν υπήρξε τέτοια πρόσκληση, η οριστικοποίηση της κατακυρωτικής απόφασης δεν στερεί την αναθέτουσα αρχή από τη διακριτική ευχέρεια που έχει να ματαιώσει τον διαγωνισμό, σε περίπτωση που κρίνει με ειδική αιτιολογία, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 106 παρ. 2 του ν. 4412/2016. Συνεπώς, η ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης νομίμως αιτιολογείται και όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
13. Επειδή, περαιτέρω, η αιτούσα με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της προδικαστικής προσφυγής της προέβαλε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ανακλητική πράξη είναι ακυρωτέα λόγω παράβασης νόμους και πλημμελούς αιτιολογίας, διότι: α) από καμιά διάταξη της διακήρυξης δεν προκύπτει ως προϋπόθεση για την υπογραφή της σύμβασης η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του κυρίου του έργου, β) η ΥΠ./20.6.2025 απόφαση του Υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με την οποία αποφασίστηκε η μη παροχή σύμφωνης γνώμης για την Ολοκλήρωση της Φάσης Β΄ του έργου, η οποία στηρίζεται στο ./4.6.2025 έγγραφο της Διεύθυνσης Προμηθειών του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και στο 35970/17.6.2025 σημείωμα της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ του ίδιου Υπουργείου, δεν είχαν περιέλθει σε γνώση της αναθέτουσας κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για την ανάκληση της κατακύρωσης του έργου στην αιτούσα και, άρα η αναθέτουσα θεώρησε εσφαλμένα ότι απαιτείται σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου για την υπογραφή της σύμβασης, γ) αόριστη είναι η αναφορά της Διοίκησης ότι «η σκοπιμότητα της εν λόγω προμήθειας υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας εκλείπει ιδίως λόγω των τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων που σχετίζονται με τον αρχικό σχεδιασμό του εν θέματι έργου», διότι δεν προσδιορίζονται αυτές οι παράμετροι και ο χρόνος που προέκυψαν, δ) αόριστη είναι η αναφορά ότι «Η ωρίμανση της πλειοψηφίας των επιμέρους χρηματοδοτούμενων από την ΕτΕΠ δράσεων έχει οδηγήσει σε ουσιώδεις τροποποιήσεις των τεχνικών και λειτουργικών παραμέτρων του αρχικού σχεδιασμού, με συνέπεια τη μεταβολή των πραγματικών υπηρεσιακών αναγκών». Σχετικά δε με την ανωτέρω αναφορά, η αιτούσα προέβαλε επίσης ότι το αντικείμενο της σύμβασης αφορά οριζόντια, γενική και εξειδικευμένη υποστήριξη στη διαχείριση δανειακών συμβάσεων και όχι επιμέρους δράσεις, άρα, καθίσταται σαφές ότι το αντικείμενο του έργου του Συμβούλου δεν σχετίζεται με το ακριβές είδος ή την ποσότητα των προς χρηματοδότηση δράσεων, αλλά με την οριζόντια και ολιστική διαχείριση των εν λόγω δανειακών συμβάσεων, ε) αόριστη είναι η αναφορά ότι «Ταυτόχρονα η συγκρότηση εσωτερικού σχήματος διαχείρισης και παρακολούθησης που καλύπτει επαρκώς τις απαιτήσεις διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των δράσεων αυτών, καθιστούν τη συμβατική ανάθεση προς εξωτερικό φορέα άνευ αντικειμένου και μη συμβατή με την έννοια του δημόσιου (δημοσιονομικού συμφέροντος)», διότι δεν προκύπτει σε τι συνίσταται αυτό το εσωτερικό σχήμα διαχείρισης και παρακολούθησης, ούτε τι συγκεκριμένα διαχειρίζεται και παρακολουθεί, ούτε εάν η κάλυψη των «απαιτήσεων διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των δράσεων αυτών» υπήρχε ή αποκτήθηκε εντός των λίγων μηνών που μεσολάβησαν από την κατά τα ανωτέρω δημοσίευση της διακήρυξης ή των τριών μηνών που μεσολάβησαν από την οριστικοποίηση της κατακύρωσης του διαγωνισμού στην αιτούσα. Επιπλέον, σχετικά με το ως άνω «εσωτερικό σχήμα διαχείρισης», η αιτούσα προέβαλε ότι η προς ανάθεση σύμβαση απαιτεί ιδιαίτερα εξειδικευμένη Ομάδα Έργου με υψηλότατα προσόντα και εμπειρία, σύμφωνα με το άρθρο 2.2.6.2. της διακήρυξης, ενώ δεν αιτιολογείται πότε και πώς συστάθηκε αυτή η εσωτερική ομάδα, εντός ενός χρονικού διαστήματος λιγότερου των τριών μηνών. Συνεπώς, κατά την αιτούσα, ο ισχυρισμός περί επαρκούς εσωτερικής υποστήριξης δεν τεκμηριώνεται, ενώ υποβαθμίζεται το γεγονός ότι ο ρόλος του Συμβούλου αφορά κυρίως στη διαχείριση διεθνών χρηματοδοτήσεων και όχι την απλή παρακολούθηση δράσεων, στ) αόριστη είναι η αναφορά ότι «Δεδομένης της εκτίμησης των οικονομικών παραμέτρων σε συνδυασμό με την επικαιροποίηση των χρηματοδοτικών πηγών του τρέχοντος σχεδιασμού του (…) ΑΙΓΙΣ (…) καθιστά αναγκαία την εξοικονόμηση δημοσίων πόρων ύψους 19.993.623,27 ευρώ (…) Τα εν λόγω πραγματικά δεδομένα καθιστούν τη συνέχιση της διαδικασίας προμήθειας μη συμβατή με τις αρχές χρηστής διοίκησης και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (…)». Επίσης, η αιτούσα προέβαλε ότι η χρηματοδότηση του Συμβούλου προέρχεται αποκλειστικά από την ΕτΕΠ (μέσω των ισχυουσών δανειακών συμβάσεων) και δεν σχετίζεται με το Ταμείο Ανάκαμψης ή το ΕΣΠΑ. Εξάλλου, κατά την αιτούσα, η αναφορά σε εξοικονόμηση προϋποθέτει αυθαίρετα ότι το κονδύλι του Συμβούλου μπορεί να ανακατευθυνθεί αλλού, κάτι που παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης, καθώς η χρηματοδότηση είναι δεσμευμένη, ζ) η μεταβολή στο πρόσωπο του εκάστοτε υπουργού, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και μάλιστα ως νέο πραγματικό γεγονός που μεσολάβησε από τη δημοσίευση της διακήρυξης, δεν επαρκεί προκειμένου να δικαιολογήσει τη ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας, η) προς επίρρωση δε των ανωτέρω, η αιτούσα προέβαλε ότι, όπως προκύπτει από την 103/2025 πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι απόψεις της αναθέτουσας αρχής περί αναγκαιότητας του έργου διατυπώθηκαν με το ./5.3.2025 πρόσθετο έγγραφο απόψεων που απεστάλη στο ανωτέρω δικαστήριο από την αναθέτουσα αρχή και η αναλυτική αυτή τεκμηρίωση επιχειρείται να ανατραπεί με την ανακλητική απόφαση ελάχιστους μήνες μετά, γεγονός που συνιστά αντίφαση που κλονίζει την αιτιολογία της ανακλητικής αυτής απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, δεν μπορεί να νοηθεί πλήρης ανατροπή της κατά τα ανωτέρω αναγκαιότητας του έργου εντός εξαιρετικά μικρού χρονικού διαστήματος. Η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., μετά από επισκόπηση του ηλεκτρονικού φακέλου του διαγωνισμού και του κανονιστικού πλαισίου της διακήρυξης, απέρριψε τα ως άνω προβληθέντα από την αιτούσα, κρίνοντας ότι η ανακλητική απόφαση νομίμως αιτιολογείται και επαρκώς με βάση τις διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 4412/2016, καθόσον εκδόθηκε μετά από γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής Διαγωνισμού, η οποία, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τον κύριο του έργου, εισηγήθηκε τη ματαίωση λόγω μεταβολής των οικονομοτεχνικών παραμέτρων που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης, με αποτέλεσμα ο φορέας για τον οποίο προορίζεται η παροχή υπηρεσιών να μην ενδιαφέρεται πλέον για την εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου και, ο κύριος του έργου δεν ενδιαφέρεται πλέον για την εκτέλεση της σύμβασης για τους αναφερόμενους στα στοιχεία του φακέλου λόγους, και, ιδίως, για τα όσα αναφέρονται στο ΥΠ1751/20.6.2025 έγγραφο του Υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, το από 2.7.2025 πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού και τις απόψεις της αναθέτουσας. Συγκεκριμένα δε ο κύριος του έργου δεν ενδιαφέρεται πλέον για την εκτέλεση της σύμβασης, μεταξύ άλλων, διότι: i) η ωρίμανση των χρηματοδοτούμενων από την ΕτΕΠ δράσεων είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των παραμέτρων του αρχικού σχεδιασμού της υπό ανάθεση σύμβασης, αντικείμενο της οποίας είναι ακριβώς η παροχή τεχνικής βοήθειας για την παρακολούθηση της δανειακής σύμβασης μεταξύ της ΕτΕΠ και του Υπουργείου και η υποστήριξη του συντονισμού, διαχείρισης και παρακολούθησης των χρηματοδοτούμενων δράσεων και ii) οι σχετικές ανάγκες καλύφθηκαν επαρκώς από εσωτερικό σχήμα διαχείρισης και παρακολούθησης του Υπουργείου, με αποτέλεσμα η ανάθεση σε πάροχο υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας να έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και μη συμβατή με το δημόσιο συμφέρον και τη χρηστή δικονομική διαχείριση, τα ανωτέρω δε στοιχεία, κατά την Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., αιτιολογούν νομίμως και με επάρκεια την απόφαση ματαίωσης. Επιπλέον, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. απέρριψε τον ισχυρισμό της αιτούσας περί του ότι η αιτιολογία της ανακλητικής απόφασης δεν είναι επαρκής, διότι δεν τεκμηριώνεται η σύσταση και η επάρκεια των προσόντων της ομάδας που διαθέτει ο κύριος του έργου για τη διαχείριση και την παρακολούθηση των επίμαχων συγχρηματοδοτούμενων πράξεων. Ειδικότερα έκρινε σχετικά ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν υποχρεούνται να αποδεικνύουν την επάρκεια των υπηρεσιών τους για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και την εκπλήρωση του σκοπού τους, προκειμένου να μην προβούν σε ανάθεση σχετικών υπηρεσιών σε ιδιώτες, αλλά αντιθέτως υποχρεούνται να τεκμηριώνουν την ανάγκη ανάθεσης δημόσιας σύμβασης αποδεικνύοντας ότι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη στελέχωση, προϋπόθεση, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο κύριος του έργου κάλυψε τις σχετικές ανάγκες εκ των έσω και δεν ενδιαφέρεται πλέον για την εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου. Επίσης, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. απέρριψε τον ισχυρισμό της αιτούσας περί του ότι η διακήρυξη δεν προβλέπει σύμφωνη γνώμη του κυρίου του έργου για την υπογραφή της σύμβασης, κρίνοντας ότι το άρθρο 106 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 4412/2016 προβλέπει ρητά τη δυνατότητα ματαίωσης σε περίπτωση που η εκτέλεση της σύμβασης δεν ενδιαφέρει τον φορέα για τον οποίο προορίζεται το υπό ανάθεση αντικείμενο, ήτοι εν προκειμένω το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, του οποίου η γνώμη ζητήθηκε από την αναθέτουσα πριν την υπογραφή της σύμβασης, πράγμα επιτρεπτό από το άρθρο 20 παρ. 3 ΚΔΔ/σίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση εκδόθηκε από το αρμόδιο αποφαινόμενο όργανο της αναθέτουσας, κατόπιν γνώμης του αρμόδιου συλλογικού οργάνου (Επιτροπή Διαγωνισμού), η οικειοθελής αναζήτηση της γνώμης του κυρίου του έργου δεν υποκατέστησε τα αρμόδια όργανα του διαγωνισμού. Τέλος, η Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. έκρινε ότι ναι μεν κατά τη διενέργεια του προσυμβατικού ελέγχου, ο αρμόδιος σχηματισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 103/2025 πράξη του ενέκρινε τη σύναψη της σύμβασης, αλλά, τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τη μεταβολή των οικονομοτεχνικών παραμέτρων της σύμβασης αποτυπώθηκαν μεταγενέστερα στο ΥΠ1751/20.6.2025 έγγραφο του κυρίου του έργου και δεν είχαν τεθεί υπόψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
14. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα προβάλλει ότι μη νομίμως απορρίφθηκαν με την ανωτέρω αιτιολογία από την Ε.Α.ΔΗ.Σ.Υ. τα όσα είχε προβάλλει με την προδικαστική προσφυγή της περί του ότι η ανακλητική απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας και εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου επαναφέροντας τα όσα είχε προβάλει με την προδικαστική προσφυγή της.
15. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 του ν. 4412/2016 συνάγεται ότι η αναθέτουσα αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να ματαιώσει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα αρχή ή τον φορέα για τον οποίο προορίζεται το υπό ανάθεση αντικείμενο, η σχετική, πάντως, απόφαση πρέπει να φέρει πλήρη και ειδική αιτιολογία, αναφερόμενη κατά τρόπο συγκεκριμένο στους λόγους, για τους οποίους αποφασίζεται η ματαίωση (πρβλ. ΣτΕ 950/2016, 423/2013, 4146/2012, 543/2010). Στην προκειμένη δε περίπτωση, η ένδικη ανακλητική απόφαση εκδόθηκε, διότι, όπως προκύπτει από το από 2.7.2025 (Συνεδρίαση με αριθμό 28/2.7.2025) πρακτικό – εισήγηση της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού και Αξιολόγησης Προσφορών, στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, και τα επικαλούμενα σε αυτό έγγραφα, συντρέχει περίπτωση ματαίωσης του άρθρου 106 παρ. 2 του ν. 4412/2016, καθόσον ο κύριος του έργου (Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας) δεν ενδιαφέρεται πλέον για την εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου της ένδικης διακήρυξης. Και τούτο, διότι, ο κύριος του έργου, ο οποίος είναι και ο μόνος ικανός να γνωρίζει με ακρίβεια και ασφάλεια τις ανάγκες του και τις δυνατότητες του προσωπικού του -και, συνεπώς, και εάν το προσωπικό αυτό πληροί τα υψηλά προσόντα και εμπειρία που προβλέπεται από τη διακήρυξη και επικαλείται η αιτούσα-, ανέφερε στο, επικαλούμενο στο ανωτέρω πρακτικό – εισήγηση, ΥΠ./20.6.2025 έγγραφο (αρ. πρωτ. ΚτΠ Μ.Α.Ε. ./20.6.2025), μεταξύ άλλων, ότι έχει συγκροτηθεί εσωτερικό σχήμα διαχείρισης και παρακολούθησης, το οποίο καλύπτει επαρκώς τις απαιτήσεις διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των χρηματοδοτούμενων από την ΕτΕΠ δράσεων, η ωρίμανση των οποίων έχει οδηγήσει σε ουσιώδεις τροποποιήσεις των τεχνικών και λειτουργικών παραμέτρων του αρχικού σχεδιασμού, γεγονός που μετέβαλε τις πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες και που καθιστά τη συμβατική ανάθεση σε εξωτερικό φορέα άνευ αντικειμένου και, επίσης, μη συμβατή με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, δημοσιονομικού χαρακτήρα. Η ανωτέρω δε αιτιολογία είναι ειδική, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 106 του ν. 4412/2016, και για το ειδικό αυτής ουδόλως απαιτείτο να αναφέρεται επιπλέον σε τι συνίσταται αυτό το εσωτερικό σχήμα διαχείρισης και παρακολούθησης, τι διαχειρίζεται και παρακολουθεί, και εάν η ικανότητα αυτή του εν λόγω σχήματος υπήρχε ή αποκτήθηκε εντός ολίγων μηνών, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα. Συνεπώς, η επίκληση και μόνο των ανωτέρω λόγων από τον κύριο του έργου καθιστά ειδικώς αιτιολογημένη την κρίση της Διοίκησης περί συνδρομής των προϋποθέσεων ματαίωσης του διαγωνισμού που προβλέπονται στο άρθρο 106 παρ. 2 περ. β του ν. 4412/2016 και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, εάν η διακήρυξη προβλέπει ή όχι τη σύμφωνη γνώμη του κυρίου του έργου για την υπογραφή της σύμβασης, όπως προβάλλει η αιτούσα. Συνεπώς, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ., η οποία δέχθηκε τα ανωτέρω, παρίσταται νόμιμη και όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
16. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το ποσό του παραβόλου που κατέβαλε η αιτούσα αχρεωστήτως, ύψους 2.661 ευρώ, πρέπει να επιστραφεί σε αυτήν. Αντιθέτως, πρέπει να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το παράβολο ύψους 11.087,50 ευρώ που όφειλε και ήδη κατέβαλε και να της επιβληθεί η καταβολή του υπολειπόμενου ημίσεος εκ του συνολικώς οφειλόμενου παραβόλου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 11.087,50 ευρώ, να διαταχθεί δε συναφώς, για την είσπραξη του ποσού αυτού, η διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 5130/2024 (Α΄ 127). Τέλος, η αιτούσα, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. και της αναθέτουσας αρχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την απόδοση στην αιτούσα αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου ποσού δυο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ενός (2.661) ευρώ.
Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του παραβόλου που καταβλήθηκε, ύψους έντεκα χιλιάδων ογδόντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (11.087,50 ευρώ) και επιβάλλει στην αιτούσα την καταβολή του υπολειπόμενου παραβόλου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των έντεκα χιλιάδων ογδόντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (11.087,50 ευρώ), για την είσπραξη του οποίου διατάσσει τη διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Απαλλάσσει την αιτούσα από τη δικαστική δαπάνη.
Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στον Πειραιά στις 2.4.2026 και εξ αποστάσεως, με χρήση τεχνολογικών μέσων (υπηρεσία τηλεδιασκέψεων e-presence), στις 29.6.2026 από τα μέλη του Δικαστηρίου που μετείχαν στην αναγραφόμενη στην αρχή σύνθεση. Το πρωτότυπο δε της απόφασης υπογράφεται από τον αρχαιότερο δικαστή της σύνθεσης Νικόλαο Μπιλάλη, Εφέτη Δ.Δ., λόγω αφυπηρέτησης της Προέδρου Εφετών Δ.Δ. Αικατερίνης Τσίγκα.
Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση στις 13.7.2026 με την εξής σύνθεση: Νικόλαο Μπιλάλη – Προεδρεύοντα, λόγω αφυπηρέτησης της Προέδρου Εφετών Δ.Δ. Αικατερίνης Τσίγκα, Σπυριδούλα Κιζιρίδου και Αλεξάνδρα Κοσκέρη, Εφέτες Δ.Δ., και με γραμματέα τον Χρυσόστομο Αναγνωσταρά, δικαστικό υπάλληλο.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θεωρήθηκε
Πειραιάς 15.7.2026
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
