ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2026(*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ – Δήμευση προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος – Άρθρο 2 – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Τροχαίο αδίκημα που επισύρει στέρηση της ελευθερίας για χρονικό διάστημα άνω του έτους – Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ – Οδηγία 2014/42/ΕΕ – Δέσμευση και δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Οδηγία (ΕΕ) 2024/1260 – Ανάκτηση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων – Άρθρο 33 – Προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο – Δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis »
Στην υπόθεση C‑655/24 [Latranov] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rayonen sad Veliki Preslav (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Veliki Preslav, Βουλγαρία) με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του
EZ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, M. Condinanzi, N. Jääskinen (εισηγητή), R. Frendo και A. Kornezov, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: R. Stefanova-Kamisheva, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Οκτωβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Stoyanov και την T. Tsingileva,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wasmeier και τον I. Zaloguin,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της απόφασης-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος (ΕΕ 2005, L 68, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 127, σ. 39) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο 2005/112), του άρθρου 3, σημείο 3, της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1260 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 2024, για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων (ΕΕ L, 2024/1260), και των άρθρων 47, 49 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος του EZ, κατόπιν καταδίκης του για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ η οποία τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός έτους, σχετικά με τη δήμευση του εν λόγω οχήματος.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
3 Το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.»
Η απόφαση-πλαίσιο 2005/212
4 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2 και 4 έως 10 της απόφασης-πλαισίου 2005/212 έχουν ως εξής:
«(1) Το βασικό κίνητρο του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος είναι το οικονομικό όφελος. Οποιαδήποτε, συνεπώς, προσπάθεια πρόληψης και καταπολέμησής του, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να στοχεύει στον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος. Αυτό όμως είναι δυσχερές, μεταξύ άλλων, λόγω των διαφορών που παρουσιάζουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών σε αυτόν τον τομέα.
(2) Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης τον Δεκέμβριο 1998, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διατύπωσε έκκληση να ενισχυθούν οι προσπάθειες της ΕΕ για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με πρόγραμμα δράσης όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης [(ΕΕ 1999, C 19, σ. 1)].
[…]
(4) Η παράγραφος 51 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 τονίζει ότι η νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί το θεμελιώδες στοιχείο του οργανωμένου εγκλήματος, ότι απαιτείται η εκρίζωσή του όπου εμφανίζεται και ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι αποφασισμένο να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για τον εντοπισμό, δέσμευση, κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνιστά επίσης, στην παράγραφο 55, την προσέγγιση των διατάξεων του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (π.χ. εντοπισμός, δέσμευση και δήμευση των κεφαλαίων).
(5) Σύμφωνα με τη σύσταση αριθ. 19 στο πρόγραμμα δράσης 2000 με τίτλο “Πρόληψη και έλεγχος του οργανωμένου εγκλήματος: στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αρχή της νέας χιλιετίας”, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 27 Μαρτίου 2000 [(ΕΕ 2000, C 124, σ. 1)], θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον υπάρχει ανάγκη να εκδοθεί μια νομική πράξη, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις καλύτερες πρακτικές που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη και με τον δέοντα σεβασμό των θεμελιωδών νομικών αρχών, θα εισαγάγει τη δυνατότητα μετριασμού του βάρους της απόδειξης, στα πλαίσια του ποινικού, αστικού ή φορολογικού δικαίου, όσον αφορά την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που έχουν καταδικασθεί για αδίκημα που συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα.
(6) Σύμφωνα με το άρθρο 12 σχετικά με τα μέτρα δήμευσης και κατάσχεσης της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών της 12ης Δεκεμβρίου 2000 κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, τα κράτη μέρη μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να απαιτείται από τον δράστη να αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευση του φερόμενου ως προϊόντος εγκλήματος ή άλλου υποκείμενου σε δήμευση περιουσιακού στοιχείου, εφόσον αυτή η απαίτηση συμβαδίζει με τις αρχές του εσωτερικού τους δικαίου και με τη φύση της δικαστικής διαδικασίας.
(7) Όλα τα κράτη μέλη έχουν επικυρώσει [τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 8 Νοεμβρίου 1990 (Série des traités européens, αριθ. 141)]. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν υποβάλει δηλώσεις κατά το άρθρο 2 της σύμβασης σχετικά με τα μέτρα δήμευσης, προκειμένου να είναι υποχρεωτική η δήμευση των προϊόντων μόνο των καθοριζομένων σε αυτές αδικημάτων.
(8) Η απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001[, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (ΕΕ 2001, L 182, σ. 1)], θεσπίζει διατάξεις για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων εγκλήματος. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση-πλαίσιο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μη διατυπώσουν ούτε να διατηρήσουν επιφυλάξεις όσον αφορά τις διατάξεις [της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες], εφόσον το έγκλημα τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας μέγιστης διαρκείας άνω του έτους.
(9) Με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα στον τομέα αυτό, δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία όσον αφορά τη δήμευση, διότι συνεχίζουν να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία δεν είναι δυνατή η δήμευση των προϊόντων όλων των εγκλημάτων που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή μέγιστης διαρκείας άνω του έτους.
(10) Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να εξασφαλισθεί ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες για τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων και όσον αφορά το βάρος απόδειξης σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν πρόσωπα που καταδικάζονται για αδικήματα συνδεόμενα με το οργανωμένο έγκλημα. […]»
5 Το άρθρο 2 της απόφασης-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δήμευση», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Κάθε κράτος μέλος υιοθετεί τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων που προέρχονται από ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή διαρκείας άνω του έτους, ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων αντιστοιχεί στα προϊόντα αυτά.»
Η οδηγία 2014/42
6 Η αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2014/42/ΕΕ διαλαμβάνει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να τροποποιήσει και να επεκτείνει τις διατάξεις των αποφάσεων-πλαισίων [2001/500 και 2005/212]. Οι εν λόγω αποφάσεις-πλαίσια θα πρέπει να αντικατασταθούν εν μέρει για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία.»
7 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει για ποινικά αδικήματα που καλύπτονται από:
α) τη σύμβαση που καταρτίστηκε δυνάμει του άρθρου Κ.3 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(ΕΕ 1997, C 195, σ. 1)],
β) την απόφαση-πλαίσιο 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για ενίσχυση της προστασίας από την παραχάραξη εν όψει της εισαγωγής του ευρώ με την επιβολή ποινών και άλλων κυρώσεων [(ΕΕ 2000, L 140, σ. 1)],
γ) την απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών [(ΕΕ 2001, L 149, σ. 1)],
δ) την απόφαση-πλαίσιο [2001/500],
ε) την απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας [(ΕΕ 2002, L 164, σ. 3)],
στ) την απόφαση-πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα [(ΕΕ 2003, L 192, σ. 54)],
ζ) την απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [(ΕΕ 2004, L 335, σ. 8)],
η) την απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος [(ΕΕ 2008, L 300, σ. 42)],
θ) την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου [(ΕΕ 2011, L 101, σ. 1)],
ι) την οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου [(ΕΕ 2011, L 335, σ. 1)],
ια) την οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου [(ΕΕ 2013, L 218, σ. 8)],
καθώς και από άλλες νομικές πράξεις, εφόσον σε αυτές προβλέπεται ρητά ότι η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται για ποινικά αδικήματα που εναρμονίζονται με τις εν λόγω πράξεις.»
8 Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικατάσταση της κοινής δράσης 98/699/ΔΕΥ και συγκεκριμένων διατάξεων των αποφάσεων-πλαισίων 2001/500/ΔΕΥ και 2005/212/ΔΕΥ», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Το άρθρο 1 στοιχείο α) της κοινής δράσης 98/699/ΔΕΥ{, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, η οποία θεσπίζεται από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (ΕΕ 1998, L 333, σ. 1)} τα άρθρα 3 και 4 της απόφασης-πλαισίου [2001/500] και το άρθρο 1 τέσσερις πρώτες περιπτώσεις και το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου [2005/212] αντικαθίστανται από την παρούσα οδηγία για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς των εν λόγω αποφάσεων-πλαισίων στο εθνικό δίκαιο.»
Η οδηγία 2024/1260
9 Το άρθρο 33, παράγραφος 1, της οδηγίας 2024/1260, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο», ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 23 Νοεμβρίου 2026. Αμέσως ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.
[…]»
10 Το άρθρο 36 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικατάσταση της κοινής δράσης 98/699/ΔΕΥ, των αποφάσεων-πλαισίων 2001/500/ΔΕΥ και 2005/212/ΔΕΥ, της απόφασης 2007/845/ΔΕΥ και της οδηγίας 2014/42/ΕΕ», έχει ως εξής:
«1. Η κοινή δράση [98/699], οι αποφάσεις-πλαίσια [2001/500] και [2005/212], η απόφαση 2007/845/ΔΕΥ[, του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στα κράτη μέλη προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων (ΕΕ 2007, L 332, σ. 103),] και η οδηγία [2014/42] αντικαθίστανται όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών μελών ως προς την ημερομηνία μεταφοράς των εν λόγω πράξεων στο εθνικό δίκαιο.
2. Για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές στις πράξεις της παραγράφου 1 ερμηνεύονται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.»
11 Κατά το άρθρο 37 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έναρξη ισχύος»:
«Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Το βουλγαρικό δίκαιο
12 Το άρθρο 53 του Nakazatelen kodeks (ποινικού κώδικα), της 1ης Μαΐου 1968 (DV αριθ. 26, της 2ας Απριλίου 1968), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, έχει ως εξής:
«1. Ανεξαρτήτως της ποινικής ευθύνης, δημεύονται υπέρ του Δημοσίου:
a) τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ένοχο και προορίζονταν ή χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση ποινικού αδικήματος εκ προθέσεως· εφόσον τα πράγματα αυτά δεν υπάρχουν πλέον ή έχουν μεταβιβαστεί, δημεύεται ποσό που αντιστοιχεί στην αξία αυτών·
b) τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ένοχο και αποτέλεσαν αντικείμενο ποινικού αδικήματος το οποίο τελέστηκε εκ προθέσεως, στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς στο ειδικό μέρος του παρόντος κώδικα.
[…]»
13 Από το άρθρο 343b, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προκύπτει ότι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ με ποσοστό αλκοολαιμίας ανώτερο του 1,2 τοις χιλίοις, το οποίο αποδεικνύεται δεόντως, τιμωρείται με φυλάκιση από ένα έως τρία έτη και με χρηματική ποινή από 200 έως 1 000 βουλγαρικά λέβα (BGN) (περίπου 100 έως 500 ευρώ).
14 Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 343b, το δικαστήριο δημεύει υπέρ του Δημοσίου, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4, το μηχανοκίνητο όχημα με το οποίο τελέστηκε το αδίκημα και το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στον δράστη ή, αν ο δράστης δεν είναι ο κύριος του οχήματος, του επιβάλλει την υποχρέωση να καταβάλει την αξία του.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Με απόφαση που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στις 15 Αυγούστου 2024, ο EZ κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ με ποσοστό αλκοολαιμίας που υπερέβαινε το 1,2 τοις χιλίοις, ήτοι 3,23 τοις χιλίοις, το οποίο διέπραξε στις 27 Ιουλίου 2024 στην πόλη Veliki Preslav (Βουλγαρία).
16 Στον EZ επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους με τριετή αναστολή καθώς και χρηματική ποινή ύψους 5 000 BGN (περίπου 2 500 ευρώ). Επιπλέον, του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα ενός έτους και οκτώ μηνών.
17 Το Rayonen sad – Veliki Preslav (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Veliki Preslav, Βουλγαρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, είναι αρμόδιο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να αποφανθεί επί της δήμευσης υπέρ του Δημοσίου του οχήματος με το οποίο διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτό ανήκει στον δράστη, ή, σε αντίθετη περίπτωση, να υποχρεώσει τον δράστη να καταβάλει την αξία του. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο απεφάνθη επί της απόδοσης του οχήματος της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό αποτελούσε επίσης υλικό αποδεικτικό μέσο, και, όσον αφορά τη δήμευση της συνολικής αξίας του εν λόγω οχήματος, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
18 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το επίμαχο όχημα ανήκει από κοινού στον EZ και στη σύζυγό του, BS. Η τελευταία δεν συμμετείχε στη διαδικασία της δήμευσης, δεδομένου ότι μια τέτοια συμμετοχή δεν προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Επίσης, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ένα άλλο τμήμα του ίδιου δικαστηρίου όρισε, ως προς τον EZ, χρηματική εγγύηση ύψους ίσου με το ήμισυ της αξίας του οχήματος.
19 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο εξακολουθεί να πρέπει να αποφανθεί επί της δήμευσης της αξίας του συγκεκριμένου οχήματος. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2024/1260, η απόφαση-πλαίσιο 2005/212 και ο Χάρτης έχουν εφαρμογή στα τροχαία αδικήματα που τιμωρούνται με ποινή στέρησης της ελευθερίας, όπως το αδίκημα της υπόθεσης της κύριας δίκης, ήτοι στην οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ και/ή ναρκωτικών ουσιών.
20 Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, εφόσον το επίμαχο στην κύρια δίκη μηχανοκίνητο όχημα θεωρηθεί ως όργανο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση αξιόποινης πράξης, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 3, της οδηγίας 2024/1260, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 49 και 52 του Χάρτη, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρεωτική κατάσχεση του οχήματος στην περίπτωση διάπραξης παράβασης σχετικής με τις μεταφορές υπό την επήρεια οινοπνεύματος και/ή ναρκωτικών ουσιών. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το άρθρο 47 του Χάρτη της εθνικής ρύθμισης που δεν προβλέπει τη δυνατότητα του καλόπιστου τρίτου στον οποίον ανήκει κατά κυριότητα το περιουσιακό στοιχείο που πρόκειται να δημευθεί υπέρ του Δημοσίου να μετάσχει στην ποινική διαδικασία και να τύχει ακροάσεως όσον αφορά τη δήμευση.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rayonen sad – Veliki Preslav (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Veliki Preslav) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν η οδηγία [2024/1260], ο [Χάρτης] ή η απόφαση-πλαίσιο [2005/212] εφαρμογή στις περιπτώσεις αδικημάτων που συνδέονται με τις μεταφορές και τελούνται μετά την κατανάλωση αλκοόλ ή/και τη χρήση ναρκωτικών;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αποτελεί το μηχανοκίνητο όχημα όργανο που χρησιμοποιείται για να διαπραχθεί αξιόποινη πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 3, [σημείο] 3, της οδηγίας [2024/1260];
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, έχει εφαρμογή η αρχή της αναλογικότητας στη δήμευση του οχήματος δυνάμει των άρθρων 49 και 52 του [Χάρτη];
4) Έχει το άρθρο 47 του [Χάρτη] την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική ρύθμιση όπως η ρύθμιση του άρθρου 306, παράγραφος 1, σημείο 1, του κώδικα ποινικής δικονομίας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, η οποία καθιστά δυνατό να δημευθεί υπέρ του Δημοσίου μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση αδικήματος ή να αποδοθεί στο Δημόσιο η χρηματική αξία του, στην περίπτωση που μέρος της κυριότητας του μηχανοκίνητου οχήματος ανήκει σε πρόσωπο άλλο από εκείνο που τέλεσε το αδίκημα, χωρίς να παρέχεται στο τρίτο αυτό πρόσωπο η δυνατότητα να είναι διάδικος στη σχετική δίκη και χωρίς να του εξασφαλίζεται άμεση πρόσβαση στη δικαιοσύνη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
22 Στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει τόσο την οδηγία 2024/1260 όσο και την απόφαση-πλαίσιο 2005/212 καθώς και τον Χάρτη.
23 Βάσει του άρθρου 36 της οδηγίας 2024/1260, η οδηγία αυτή αντικαθιστά, μεταξύ άλλων, την απόφαση-πλαίσιο 2005/212. Κατά το άρθρο 37, η εν λόγω οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
24 Λαμβανομένου υπόψη ότι η δημοσίευση πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαΐου 2024 και το επίμαχο τροχαίο αδίκημα διαπράχθηκε στις 27 Ιουλίου 2024, η υπό εξέταση νομική κατάσταση είναι μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος της οδηγίας 2024/1260.
25 Τούτου δοθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, η προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο είναι η 23η Νοεμβρίου 2026.
26 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι ένας νέος κανόνας δικαίου έχει εφαρμογή από της ενάρξεως ισχύος της πράξεως με την οποία θεσπίζεται και, μολονότι δεν εφαρμόζεται επί των εννόμων καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν οριστικώς υπό το κράτος του προγενέστερου νόμου, εφαρμόζεται εντούτοις στα μελλοντικά τους αποτελέσματα καθώς και στις νέες έννομες καταστάσεις. Το αντίθετο ισχύει, υπό την επιφύλαξη της αρχής της μη αναδρομικότητας των νομικών πράξεων, μόνο σε περίπτωση που ο νέος αυτός κανόνας συνοδεύεται από ειδικές διατάξεις οι οποίες καθορίζουν συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις διαχρονικής εφαρμογής του [απόφαση της 13ης Ιουλίου 2023, Banco Santander (Παραπομπή σε επίσημο δείκτη), C‑265/22, EU:C:2023:578, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
27 Ως εκ τούτου, όσον αφορά ειδικότερα τις οδηγίες, κατά κανόνα μόνον οι νομικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο μπορούν να υπαχθούν στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής της [απόφαση της 13ης Ιουλίου 2023, Banco Santander (Παραπομπή σε επίσημο δείκτη), C‑265/22, EU:C:2023:578, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
28 Εν προκειμένω, αφενός, τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, ήτοι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ, είναι προγενέστερα της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2024/1260. Αφετέρου, σύμφωνα με τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας δεν είχε μεταφέρει την οδηγία αυτή στο εσωτερικό δίκαιο κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης. Επομένως, η οδηγία 2024/1260 δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπό εξέταση νομική κατάσταση.
29 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η απόφαση-πλαίσιο 2005/212 και ο Χάρτης έχουν εφαρμογή στο τροχαίο αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ που τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας διάρκειας άνω του έτους.
30 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να προσδιοριστεί αν τροχαίο αδίκημα, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «ποινικό αδίκημα» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2005/212, διευκρινιζομένου ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν ορίζει τη συγκεκριμένη έννοια.
31 Συναφώς, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2005/212 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος υιοθετεί τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων που προέρχονται από ποινικά αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας άνω του έτους ή περιουσιακών στοιχείων των οποίων η αξία αντιστοιχεί στα εν λόγω προϊόντα.
32 Ο ενωσιακός δικαστής έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις ερμηνευτικές μεθόδους τις οποίες κρίνει κατάλληλες προκειμένου να αποσαφηνιστεί το ακριβές περιεχόμενο μιας διάταξης του ενωσιακού δικαίου η οποία είναι φαινομενικά σαφής, εντάσσοντάς την στο πλαίσιό της και ερμηνεύοντάς την υπό το πρίσμα του συνόλου των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, των σκοπών του και του σταδίου της εξέλιξής του κατά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή (πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Illumina και Grail κατά Επιτροπής, C‑611/22 P και C‑625/22 P, EU:C:2024:677, σκέψη 127 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, το ιστορικό θεσπίσεως μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης μπορεί επίσης να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ., C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 47 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Όσον αφορά, κατά πρώτον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2005/212, από το προοίμιό της και, ειδικότερα, από τον συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων 1, 2, 4 έως 6, 8 και 10 προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί κυρίως στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Επιπλέον, το ίδιο άρθρο 2, παράγραφος 1, αφορά τα ποινικά αδικήματα που «τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας άνω του έτους». Πλην όμως, από την αιτιολογική σκέψη 8 συνάγεται ότι τέτοιες ποινές μνημονεύονται σε σχέση με τα ποινικά αδικήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2001/500, ήτοι τα αδικήματα που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 4 της απόφασης-πλαισίου 2005/212, η δραστηριότητα αυτή αποτελεί «το θεμελιώδες στοιχείο του οργανωμένου εγκλήματος».
34 Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη επίσης οι διατάξεις της οδηγίας 2014/42 και ιδίως το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, αντικατέστησε τις τέσσερις πρώτες περιπτώσεις του άρθρου 1 και το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου 2005/212, οπότε οι διατάξεις της συγκεκριμένης απόφασης-πλαισίου, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την έκδοση της οδηγίας, συνυπάρχουν με τις διατάξεις της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, «Agro In 2001», C‑234/18, EU:C:2020:221, σκέψη 48).
35 Μολονότι το ως άνω άρθρο 14 της οδηγίας 2014/42 δεν διευκρινίζει ποιες ειδικές διατάξεις της οδηγίας 2014/42 αντικατέστησαν τις σχετικές διατάξεις της απόφασης-πλαισίου 2005/212 και, ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, εντούτοις επισημαίνεται ότι το άρθρο 3 της οδηγίας επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τον κατάλογο των νομικών πράξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου, ενώ, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας, ο κατάλογος αυτός επεκτείνεται και σε άλλες πράξεις. Από το άρθρο 3 της οδηγίας προκύπτει ότι το συγκεκριμένο άρθρο αφορά, όπως και το προϊσχύσαν άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου, σοβαρές αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν, άμεσα ή έμμεσα, στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος ή σε άλλον τομέα εγκληματικότητας με ενδεχόμενη διασυνοριακή διάσταση. Πλην όμως, η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, τέτοια παράβαση.
36 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον σκοπό της απόφασης-πλαισίου 2005/212, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 7 έως 10 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε αναγκαίο, προκειμένου να προλάβει και να καταπολεμήσει αποτελεσματικά το οργανωμένο έγκλημα, να επικεντρώσει τις προσπάθειες, εντός του πλαισίου της διασυνοριακής συνεργασίας, στον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εν λόγω είδους εγκλημάτων και να θεσπίσει, προς τον συγκεκριμένο σκοπό, ένα αποτελεσματικότερο εργαλείο για την καταπολέμησή του σε σύγκριση με τα υφιστάμενα κατά το παρελθόν, εξασφαλίζοντας ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες που διέπουν τη δήμευση των προϊόντων τέτοιων εγκλημάτων.
37 Επομένως, δεδομένου ότι ένα τροχαίο αδίκημα όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει ούτε στο οργανωμένο έγκλημα ούτε σε τομέα εγκληματικότητας με ενδεχόμενη διασυνοριακή διάσταση ή σοβαρό χαρακτήρα, το αδίκημα αυτό δεν συνιστά «ποινικό αδίκημα» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2005/212 και δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της.
38 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, κατά τρίτον, από το ιστορικό θεσπίσεως της απόφασης-πλαισίου 2005/212.
39 Συναφώς, από το επεξηγηματικό σημείωμα σχετικά με την πρωτοβουλία του Βασιλείου της Δανίας για την έγκριση σχεδίου απόφασης-πλαισίου ως προς τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος (ανακοίνωση του Βασιλείου της Δανίας, έγγραφο του Συμβουλίου 9956/02 ADD 1) προκύπτει ότι η πρωτοβουλία αυτή παραπέμπει στα αντίστοιχα συμπεράσματα των συνόδων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης τον Δεκέμβριο του 1998 και του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, οι οποίες αφορούν διάφορες δράσεις, κατ’ ουσίαν, στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος σε επίπεδο Ένωσης, καθώς και στη σύσταση σχετικά με την πρόληψη και τον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος, στη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και στην απόφαση-πλαίσιο 2001/500. Στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω επεξηγηματική σημείωση κάνει λόγο για την αναγκαιότητα έκδοσης πράξης οριζόντιου χαρακτήρα που να καθορίζει σαφώς τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα της δήμευσης.
40 Όσον αφορά τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του Χάρτη, επισημαίνεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, κατά το οποίο, ως προς τη δράση των κρατών μελών, οι διατάξεις του απευθύνονται σε αυτά μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, TSN και AKT, C‑609/17 και C‑610/17, EU:C:2019:981, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, TSN και AKT, C‑609/17 και C‑610/17, EU:C:2019:981, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Πλην όμως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης τροχαίο αδίκημα, το οποίο συνίσταται στην οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2005/212. Επομένως, η δήμευση του οχήματος αυτού προς τον σκοπό της καταστολής ενός τέτοιου αδικήματος δεν διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης και, κατά συνέπεια, ούτε ο Χάρτης έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
43 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απόφαση-πλαίσιο 2005/212 δεν έχει εφαρμογή στο τροχαίο αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ που τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας διάρκειας άνω του έτους.
Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
44 Δεδομένης της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΕ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, δεν έχει εφαρμογή στο τροχαίο αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ που τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας διάρκειας άνω του έτους.
(υπογραφές)
