ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Ι. , κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Μανουσάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΟΕ”, με έδρα το Νέο Κόσμο Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Βασίλειο Παπαγεωργίου και Νικόλαο Παπαδάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-01-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6840/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2023 μη οριστική και 3037/2024 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 08-10-2024 αίτησή της και τους από 16-04-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο εν λόγω στάδιο επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Επίσης, ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής επί της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προθεσμία προς αναίρεση και αυτό γιατί, κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση. Η ανάγκη της αναφερόμενης επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, εξαιτίας της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ’ αυτών αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απολέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ’ αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ “εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής”, καθόσον η τελευταία προϋπόθεση αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ’ αυτής εκπρόθεσμα ανακοπή (ΑΠ 121/2021, ΑΠ 126/2000, ΑΠ 1024/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8.10.2024 αίτηση αναίρεσης, συμπροσβάλλονται παραδεκτώς: α) η με αριθμό 271/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης- εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 23.7.2019 έφεση και τους από 6.8.2020 πρόσθετους λόγους έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 5840/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη την από 15.1.2015 αγωγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη-αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στην ενάγουσα το ποσό των 196.100 ευρώ, και β) η με αριθμό 3037/2024 απόφαση του ιδίου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ουσία αβάσιμη η από 24.4.2023 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως πιο πάνω 271/2023 ερήμην αυτής εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει επίδοση, πριν την άσκησή της, της απορριπτικής της ανακοπής, με αριθμό 3037/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και συνεπώς ότι έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ’ αμφοτέρων των παραπάνω αποφάσεων, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης παραδεκτός κατ’ άρθρο 569 παρ 2 ΚΠολΔ είναι και ο από 16.4.2025 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και ο οποίος κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6.5.2025 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 7.5.2025, σύμφωνα με την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη με αριθμό …2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Ν. Μ. , ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Επομένως και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, και να συνεκδικασθεί με την ανωτέρω αναίρεση κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφόσον κρίνεται ότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020).
ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 3037/2024 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. α’, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 εδ. α’ και 139 παρ. 1 στοιχ. δ’, παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε (φυσικό) πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται τούτο προσωπικά σε εκείνον, στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται, και αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενηλίκους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του οπότε πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στην έκθεση η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και ο τρόπος που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138 (ΑΠ Ολ 900/1985), για να μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα παραλαβής εγγράφου. Ως κατοικία δε κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 128 ΚΠολΔ ορίζεται αυθεντικά, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για μόνιμη κατ’ αρχήν , αλλά και προσωρινή διημέρευση ή διανυκτέρευση του αποδέκτη της επίδοσης. Ως σύνοικοι δε θεωρούνται κατά νόμον (128 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικιών και τα μέλη της οικογένειάς τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, καθώς και το υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό τους, όχι όμως οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος ή δωματίου της ίδιας κατοικίας. Κρίσιμο για την υπαγωγή του προσώπου στην έννοια του συνοίκου είναι η πραγματική και υπό κάποια σταθερή διάρκεια διαμονή στο ίδιο οίκημα με τον παραλήπτη (ΑΠ 350/2013). Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔικ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ’ αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι σύνοικος του αποδέκτη της επίδοσης, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτό ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια του (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 348/2021). Η ανταπόδειξη ως προς τα ανωτέρω αποτελεί δικονομικό βάρος του επικαλούμενου την αναλήθεια των βεβαιωθέντων στην έκθεση, η μη εκπλήρωση του οποίου ή η ανεπάρκεια προς σχηματισμό της απαιτούμενης δικανικής πεποίθησης, συνεπάγεται την παραδοχή του περιεχομένου της έκθεσης ως αληθούς Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 651/2024 653/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 678/2022).
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παρά τον νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, με την οποία δικάσθηκε ερήμην ο διάδικος, όχι όμως και η απόφαση που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, όταν η άκυρη ερημοδικία έλαβε χώρα σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό.
Συνεπώς, η απόφαση που κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας δεν προσβάλλεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εάν προσάπτεται σ’ αυτήν ότι παρά τον νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία παρότι δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ο διάδικος που ερημοδικάσθηκε, αλλά με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο για μη κήρυξη ακυρότητας παρά το νόμο, για την απόρριψη, δηλαδή, της ανακοπής ερημοδικίας και τη μη κήρυξη άκυρης της ερημοδικίας παρά το νόμο (ΑΠ 1689/2009). Ακόμη, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναίρεσείοντα. Δεν αποτελούν πράγματα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 2044/2017, 53/2015, ΑΠ. 1627/2011). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, Α.Π 1118/2023, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 – 425/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1037/2023). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπ’ όψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αναλυτικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών. Η παράβαση δε τής υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 168/2022, ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 303/2020). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και, αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 498/1978, Α.Π. 721/2024, Α.Π. 523/2018, ΑΠ 1595/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα ήδη αναιρεσείουσα με την από 24.4.2023 ανακοπή ερημοδικίας κατά της με αριθμό 271/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην αυτής, ισχυρίστηκε ότι είναι άκυρη η προς αυτήν επίδοση της από 22.2.2022 και με αριθμό κατάθεσης …/2022 κλήσης για συζήτηση της από 23.7.2019 έφεσης της ενάγουσας – εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης και των από 6.8.2020 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της με αριθμό 6840/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1.12.2022, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, α] διότι έγινε επί της οδού … στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, ήτοι σε τόπο όπου προσωρινά μόνο διαμένει και ο οποίος επομένως δεν αποτελεί τη μόνιμη κατοικία της, β] διότι η παράδοση στην σύνοικο Μ. Μ. , ως γενόμενη στον ανωτέρω τόπο προσωρινής διαμονής της, δεν είναι νόμιμη και γ] επειδή η αναφερόμενη από τον δικαστικό επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ως σύνοικός της, Μ. Μ. , δεν είχε την ανωτέρω ιδιότητα, καθόσον αυτή κατοικεί με τον σύζυγο της και αδελφό της αναιρεσείουσας Ν. Π. στην οδό … στην Ηλιούπολη, γεγονός που ήταν γνωστό στον επιδίδοντα δικαστικό επιμελητή, εφόσον αυτός σε χρόνο προγενέστερο αλλά και μεταγενέστερο της ένδικης επίδοσης, είχε επιδώσει σ’ αυτήν ως σύνοικο του συζύγου της στην ανωτέρω διεύθυνση της κοινής τους κατοικίας δικόγραφα που απευθύνονταν στον τελευταίο. Επί της ανωτέρω ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3037/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, απέρριψε την ανακοπή με την ακόλουθη αιτιολογία: από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την καθής η ανακοπή, με αριθμό ….2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Α. Α. , προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της από 22.2.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ….2022 κλήσης, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1.12.2022 επιδόθηκε στην εφεσίβλητη και ήδη ανακόπτουσα στην κατοικία της, επί της οδού … , στον Άγιο Δημήτριο Αττικής. Η επίδοση έγινε με παράδοση του επιδοθέντος εγγράφου στην σύνοικο της ανακόπτουσας Μ. Μ. Οι ισχυρισμοί της ανακόπτουσας, αφενός ότι στον ως άνω τόπο, όπου έγινε η επίδοση, δεν βρίσκεται η κατοικία της, αλλά η προσωρινή της διαμονή της, αφ’ ετέρου ότι η παράδοση στον σύνοικο συνιστά νόμιμο τρόπο επίδοσης μόνο όταν επιχειρείται στην κύρια κατοικία του προς ον η επίδοση, με αποτέλεσμα η γενόμενη επίδοση να είναι άκυρη, είναι μη νόμιμοι και πρέπει να απορριφθούν προερχόντως για το λόγο αυτό, αφ’ ενός διότι η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, αφ’ ετέρου διότι στην διάταξη του άρθρου 128 παρ 1 ΚΠολΔ χρησιμοποιείται ο όρος ‘κατοικία’ και όχι ‘κύρια κατοικία’.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στη διεύθυνση αυτή βρίσκεται η κατοικία της ανακόπτουσας και ότι σε αυτή έχει γίνει μεγάλος αριθμός επιδόσεων για την προκειμένη δίκη.
Συνεπώς, εφόσον δεν πιθανολογείται η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρου λόγου της ανακοπής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη ως άνω 3037/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στη μη κήρυξη ακυρότητας παρά το νόμο, για την απόρριψη, δηλαδή, της ανακοπής ερημοδικίας και τη μη κήρυξη άκυρης της ερημοδικίας παρά το νόμο. Συγκεκριμένα, επικαλούμενη τις από τους αριθμούς 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, προσάπτει στην προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι δεν είχε κλητευθεί νομίμως, επειδή η παραλαβούσα το δικόγραφο Μ. Μ. δεν ήταν κατά το χρόνο αυτό σύνοικός της, χωρίς να διατάξει γι’ αυτόν (ισχυρισμό) αποδείξεις και χωρίς να λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσκομιζόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα (κοινές φορολογικές δηλώσεις των ετών 2012 και 2021 των κατοικούντων στην Ηλιούπολη Αττικής συζύγων Μ. Μ. και Ν. Π. και λογαριασμούς σταθερής τηλεφωνίας και ηλεκτροδότησης της κοινής κατοικίας τους, αντιστοίχως της περιόδου 16.2.2023 – 15.3.2023 και 27.7.200 – 23.11.2020, 25.5.2021 – 25.7.2021, 25.11.2021 – 24.1.2022, 25.11.2021 – 27.3.2022, 24.3.2023 – 24.7.2023 και 25.7.2023 – 21.9.2023), με αποτέλεσμα παρά τον νόμο να μην δεχθεί ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία της. Από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την παραδοχή του Εφετείου ότι ‘η επίδοση έγινε με παράδοση του επιδοθέντος εγγράφου στη σύνοικο της ανακόπτουσας Μ. Μ.’ προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της ανακόπτουσας ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμος με τη ρητή ανέλεγκτη παραδοχή του ότι η ανωτέρω ήταν πράγματι σύνοικος της αναιρεσείουσας.
Μετά ταύτα είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον η ιδιότητα της παραλήπτριας του εγγράφου ως συνοίκου της αναιρεσείουσας αποδεικνύεται πλήρως από την έκθεση επιδόσεως, η δε αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναλήθειατου περιστατικού αυτού, είχε το δικονομικό βάρος της ανταπόδειξής του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέφη.
Περαιτέρω η από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι αβάσιμη, επειδή η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, όπως οφείλει, κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η απόδειξη της νόμιμης επίκλησης και προσκόμισης από αυτήν των εν λόγω αποδεικτικών μέσων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3037/2024 απόφασή του δεν δέχθηκε την ακυρότητα της πιο πάνω επίδοσης και απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής ερημοδικίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, και οι σχετικοί αρχικός και πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 271/2023 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου του ΚΠολΔ, για τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019).
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου πρέπει να γίνεται μνεία όχι μόνο του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, αλλά να προσδιορίζονται πάντοτε και τα αναγκαία εννοιολογικά στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018), όπως λ.χ. όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικού κανόνα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 860/2017). Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στις αναφερόμενες σ’ αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς, όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, προκειμένου να κριθεί αν οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες αφορούν ή όχι ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ακολούθως, αν αυτές καθιστούν εφικτό, ή όχι, τον έλεγχο της συνδρομής των όρων του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 808 ΑΚ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ελλιπή αιτιολογία αναγνώρισε μεν ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη κατά τη συμφωνία των διαδίκων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 4.600 ευρώ για τους τόκους, με τους οποίους η τράπεζα πίστωσε το κεφάλαιο του δανείου, που η αναιρεσίβλητη έλαβε από αυτήν για να παραδώσει στην αναιρεσείουσα, όμως δεν προσδιορίζει το επιτόκιο, με το οποίο η τράπεζα χρέωσε την αναιρεσίβλητη, ούτε αναφέρει το ποσό των τόκων που αφορούσε τη συνολική οφειλή της αναιρεσίβλητης προς την τράπεζα και τις καταβολές της αναιρεσείουσας, προκειμένου να εξαχθεί η ανωτέρω οφειλή. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι α) σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ποσό των οφειλόμενων τόκων προς την τράπεζα, που αφορά το ποσό που ανέλαβε η αναιρεσίβλητη από αυτήν προκειμένου να το δανείσει στην αναιρεσείουσα, κατεβλήθη δε από την αναιρεσίβλητη στην τράπεζα την 31-3-2014, ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό των 4.600 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη βάσει ειδικότερου όρου της συμφωνίας τους, επομένως δεν τίθεται ζήτημα εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 808 Α.Κ. , η οποία δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού το ποσό αυτό δεν αποτελούσε μη νόμιμη αποζημίωση λόγω υπερημερίας περί την απόδοση του δανείου, πέραν των τόκων υπερημερίας ή συμβατικών, και β) το ύψος των τόκων και οι μερικές καταβολές της αναιρεσείουσας αποτελούσαν περιεχόμενο ένστασης εξόφλησης, επομένως η επικαλούμενη έλλειψη δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 808 Α.Κ.
Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης για εκάστη εκ των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, η υπό κρίση αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που η αναιρεσείουσα κατέθεσε [άρθρο 495 περ 3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.10.2024 αίτηση και τον από 16.4.2025 πρόσθετο λόγο της αναιρεσείουσας Ε. Π. για αναίρεση των με αριθμό 271/2023 και 3037/2024 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
