ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Πρώτο Τμήμα, επταμελής σύνθεση υπό την προεδρία της Ivana Jelić. Απόφαση μόνο στη γαλλική γλώσσα
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ, άρθρο 13 ΕΣΔΑ, οι απαιτήσεις του οποίου απορροφώνται από τις αυστηρότερες εγγυήσεις του άρθρου 6, άρθρο 35 § 1 ΕΣΔΑ (εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων)
Αντικείμενο: Αδυναμία εξέτασης δύο μαρτύρων κατηγορίας ενώπιον του κακουργιοδικείου με ενόρκους (cour d’assises) της Μπριζ κατά τη νέα δίκη που διεξήχθη κατόπιν ανακοπής κατά προηγούμενης ερήμην καταδίκης για ανθρωποκτονία με πρόθεση.
Διατακτικό: Ομόφωνα παραδεκτή η προσφυγή. Μη παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ με 5 ψήφους έναντι 2 (κοινή μειοψηφούσα γνώμη των δικαστών Derenčinović και Adamska-Gallant)
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε νέα δίκη, η οποία διεξήχθη μετά την ανακοπή του κατά προηγούμενης ερήμην καταδίκης, σε τριάντα έτη κάθειρξης για ανθρωποκτονία με πρόθεση. Είχε ζητήσει να εξεταστούν 29 μάρτυρες, από τους οποίους κλήθηκαν 20. Μεταξύ των 9 που δεν εξετάστηκαν ήταν οι P.J. και J.M., μάρτυρες κατηγορίας των οποίων οι καταθέσεις που είχαν δώσει στην προδικασία αφορούσαν κυρίως τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ του προσφεύγοντος και του θύματος και το φερόμενο οικονομικό κίνητρο του εγκλήματος. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δεν είχε προβληθεί συγκεκριμένος πραγματικός, δικονομικός ή νομικός λόγος που να δικαιολογεί τη μη εμφάνισή τους και σημείωσε ότι θα ήταν προτιμότερο να είχαν εκτεθεί ρητώς τέτοιοι λόγοι. Έκρινε, όμως, ότι οι καταθέσεις τους, μολονότι είχαν σημαντικό αποδεικτικό βάρος, δεν ήταν ούτε μοναδικές ούτε καθοριστικές για την καταδίκη. Συνεκτίμησε το ευρύτερο αποδεικτικό υλικό, τις δυνατότητες που είχε η υπεράσπιση κατά την ανάκριση και κατά την ακροαματική διαδικασία, την εξέταση είκοσι άλλων μαρτύρων, την αναλυτική αιτιολογία της ετυμηγορίας και την απουσία αιτίασης για ελλιπείς οδηγίες προς τους ενόρκους. Κατέληξε, με πέντε ψήφους έναντι δύο, ότι η συνολική δικαιότητα της διαδικασίας δεν επηρεάστηκε και ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η Lacote παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή εφαρμόζει το τριμερές πρότυπο των Al-Khawaja και Tahery και Schatschaschwili σε περίπτωση όπου οι μάρτυρες δεν απουσίασαν εξαιτίας θανάτου, φόβου, αδυναμίας εντοπισμού ή άλλου εξωτερικού κωλύματος, αλλά δεν κλήθηκαν επειδή το εθνικό δικαστήριο θεώρησε ότι η εξέτασή τους δεν θα συνέβαλλε στην ανακάλυψη της αλήθειας. Η εφαρμογή του προτύπου σε διαθέσιμους μάρτυρες των οποίων η εξέταση απορρίφθηκε δεν είναι πρωτοφανής (βλ. Safssafi κατά Κάτω Χωρών). Η Lacote, όμως, καταλήγει σε αντίθετο αποτέλεσμα, γεγονός που αναδεικνύει την κρίσιμη σημασία της εκτίμησης του αποδεικτικού βάρους. Η απόφαση επιβεβαιώνει επίσης ότι η έλλειψη σοβαρού λόγου για τη μη εμφάνιση του μάρτυρα αποτελεί στοιχείο βαρύτητας που μπορεί να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της διαπίστωσης παραβίασης, όχι όμως αυτοτελώς αποφασιστικό (Schatschaschwili, § 113). Για τον ποινικό δικαστή και τον συνήγορο υπεράσπισης, η Lacote αναδεικνύει τη στενή σχέση μεταξύ του αποδεικτικού βάρους της μη ελεγχθείσας κατάθεσης, της δικονομικής επιμέλειας της υπεράσπισης, των αντισταθμιστικών εγγυήσεων και της συνολικής δικαιότητας της διαδικασίας. Έχει, τέλος, σημασία για την αιτιολογημένη ετυμηγορία των βελγικών κακουργιοδικείων μετά τη μεταρρύθμιση που ακολούθησε την Taxquet, την οποία το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει ρητά ως αντισταθμιστικό παράγοντα (§ 84).
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Στις 23 Μαΐου 1996 θανατώθηκε με πυροβόλο όπλο διαμετρήματος εννέα χιλιοστών, στο Le Coq κοντά στην Οστάνδη, ο Βρετανός M.M. Η ανάκριση άρχισε στις 28 Μαΐου 1996 και ο προσφεύγων, Γάλλος υπήκοος, μαζί με την τότε σύντροφό του H.V.A., συνελήφθη στις 3 Ιουνίου 1996. Αμφότεροι αρνήθηκαν κάθε ανάμειξη και στις 4 Ιουνίου 1996 τέθηκαν σε προσωρινή κράτηση με ένταλμα του ανακριτή. Αφέθηκε ελεύθερος στις 19 Νοεμβρίου 1996 μετά από έξι μήνες προσωρινής κράτησης και εγκατέλειψε λίγο αργότερα το Βέλγιο. Τον Νοέμβριο 1998 εξετάστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω διεθνούς δικαστικής συνδρομής (commission rogatoire), οι P.J. και J.M. Οι καταθέσεις τους αφορούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά που είχαν δανείσει στο θύμα, τις συναλλαγές του με τον προσφεύγοντα και την προσδοκία του M.M. ότι θα εισέπραττε χρήματα λίγο πριν από τον θάνατό του. Ο P.J. (3.11.1998) κατέθεσε ότι την ημέρα του θανάτου το θύμα του είπε τηλεφωνικά ότι η «μεγάλη συμφωνία» είχε ολοκληρωθεί και ότι ανέμενε την παράδοση των χρημάτων από τρίτο. Συμπέρανε ο ίδιος ότι εμπλεκόταν ο προσφεύγων. Ο J.M. (4.11.1998) κατέθεσε ότι τα δάνεια δεν είχαν επιστραφεί και ότι, στην τελευταία τους επικοινωνία την ίδια ημέρα, το θύμα, ανήσυχο, του δήλωσε ότι θα μετέβαινε στο Βέλγιο για να εισπράξει τα χρήματα από τον προσφεύγοντα.
Τον Μάιο και τον Ιούνιο 1999 ο προσφεύγων κλήθηκε να εξεταστεί από τη δικαστική αστυνομία της Μπριζ, με κλήση που επιδόθηκε στο γραφείο του δικηγόρου του, όπου είχε δηλώσει κατοικία. Ούτε ο ίδιος ούτε ο δικηγόρος του ανταποκρίθηκαν. Εντοπίστηκε τον Ιούλιο 1999 στη Νότια Αφρική και ζητήθηκε η έκδοσή του. Στις 26 και 27 Οκτωβρίου 2000 εξετάστηκε εκεί μέσω διεθνούς δικαστικής συνδρομής και του δόθηκε, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα να αμφισβητήσει την κατάθεση του P.J. Ο ίδιος και οι συνήγοροί του παρέπεμψαν κυρίως στις δηλώσεις του 1996. Ένας συνήγορος δήλωσε ότι είχε εντολή να απαντήσει μόνο στις ερωτήσεις που είχαν κοινοποιηθεί εκ των προτέρων. Στις 5 Μαΐου 2004 εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2009 το δικαστικό συμβούλιο (chambre des mises en accusation) της Γάνδης παρέπεμψε τον προσφεύγοντα και την H.V.A. στο κακουργιοδικείο της Μπριζ. Οι δύο είχαν ήδη αποδράσει από φυλακή της Νότιας Αφρικής στις 28 Μαρτίου 2008. Το κατηγορητήριο της 16ης Φεβρουαρίου 2011, έκτασης 140 σελίδων, περιλάμβανε και τις καταθέσεις των P.J. και J.M.
Το 2011 ο προσφεύγων και η H.V.A., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στη δίκη, καταδικάστηκαν ερήμην στις 15 Δεκεμβρίου 2011 σε ισόβια κάθειρξη. Ο προσφεύγων συνελήφθη στην Αμπιτζάν (Ακτή Ελεφαντοστού) στις 20 Νοεμβρίου 2019 και παραδόθηκε στις βελγικές αρχές στις 19 Φεβρουαρίου 2020. Άσκησε ανακοπή στις 3 Μαρτίου 2020. Το δικαστικό συμβούλιο του Εφετείου της Γάνδης τη δέχθηκε στις 5 Μαΐου 2020 και τον παρέπεμψε, μαζί με την H.V.A., εκ νέου ενώπιον του ίδιου Κακουργιοδικείου της Μπριζ βάσει του κατηγορητηρίου του 2011. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2020 κατέθεσε προτάσεις κατ’ άρθρο 278 bis του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Code d’instruction criminelle, CIC), με τις οποίες ζήτησε συμπληρωματικές ανακριτικές πράξεις, μεταξύ άλλων αιτιολογημένη επανεξέταση του μάρτυρα κατηγορίας P.J. Ζήτησε επίσης, με χωριστό κατάλογο, την εξέταση 29 μαρτύρων, χωρίς να αιτιολογήσει τον κατατεθέντα κατ’ άρθρο 278 § 1 CIC κατάλογο, παρότι η διάταξη απαιτεί αιτιολόγηση της επιλογής των μαρτύρων. Με δύο προδικαστικές αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, ο πρόεδρος απέρριψε τα αιτήματα του άρθρου 278 bis και καθόρισε τον κατάλογο των μαρτύρων. Δέχθηκε 20 και απέρριψε 9, μεταξύ των οποίων τους P.J. και J.M., κρίνοντας, με απλή παραπομπή στο άρθρο 278 § 2 εδ. 4 CIC, ότι η εξέτασή τους δεν μπορούσε προδήλως να συμβάλει στην ανακάλυψη της αλήθειας ως προς την αποδιδόμενη πράξη, την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου ή το ήθος του ίδιου ή του θύματος.
Στις 16 Μαρτίου 2021 ο προσφεύγων κρίθηκε ένοχος και στις 17 Μαρτίου καταδικάστηκε σε τριάντα έτη κάθειρξης (η H.V.A. σε είκοσι τέσσερα έτη). Η ετυμηγορία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην αγορά από τον προσφεύγοντα πιστολιού εννέα χιλιοστών την ημέρα του εγκλήματος και στο ότι το θύμα σκοτώθηκε με σφαίρα του ίδιου διαμετρήματος, στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και στην παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος, στην οικονομική σχέση με το θύμα (τακτικές επιχειρηματικές σχέσεις και δανεισμός χρημάτων από το θύμα, τα οποία αυτό είχε λάβει από τους P.J. και J.M., όπως προέκυψε από καταθέσεις, μεταξύ άλλων αστυνομικών που μετείχαν στην τηλεφωνική έρευνα), στην ανεύρεση των εγγράφων του θύματος σε παραλία του Ηνωμένου Βασιλείου από την οποία είχε διέλθει την επομένη (κατά το κατηγορητήριο, τα έγγραφα βρέθηκαν στις 26 Μαΐου 1996 στην παραλία του Lymington, από όπου ο προσφεύγων και η H.V.A. είχαν πάρει πορθμείο στις 24 Μαΐου), στο ότι δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει με το θύμα μετά τα γεγονότα, παρότι είχε οριστεί συνάντηση, και στις μεταβαλλόμενες, ψευδείς και αντιφατικές δηλώσεις του στο ακροατήριο. Κατά πλείονες καταθέσεις που λήφθηκαν στο ακροατήριο, το θύμα είχε διαβεβαιώσει τους P.J. και J.M. ότι θα τους εξοφλούσε σύντομα, επειδή είχε συνάντηση το ίδιο βράδυ με πρόσωπο που θα του παρέδιδε τα χρήματα. Οι ένορκοι έκριναν ρητά ότι το ζήτημα αυτό των χρημάτων ήταν το κίνητρο των κατηγορουμένων για τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας.
Κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε επιληφθεί με αναίρεση του προσφεύγοντος της 29ης Μαρτίου 2021 κατά των προδικαστικών αποφάσεων και των αποφάσεων της 16ης και 17ης Μαρτίου 2021, το Συνταγματικό Δικαστήριο (απόφαση αριθ. 119/2022) έκρινε στις 29 Σεπτεμβρίου 2022 ότι η τότε απουσία κάθε ένδικου μέσου κατά της απόφασης περί καταλόγου μαρτύρων (άρθρο 278 § 4 CIC) ήταν ασύμβατη με τα άρθρα 10 και 11 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ. Τόνισε ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες δεν δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό μιας αναίρεσης ασκούμενης μετά το πέρας της δίκης, η οποία δεν επηρεάζει τη διάρκειά της. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε τελικώς τις αναιρέσεις ως αβάσιμες, αφού τις έκρινε παραδεκτές, στις 20 Δεκεμβρίου 2022. Έκρινε ότι η απόφαση του προέδρου δεν χρειαζόταν ειδική αιτιολογία για κάθε απορριπτόμενο μάρτυρα και ότι αρκούσε η παραπομπή στη νόμιμη βάση. Έκρινε επίσης ότι οι διάδικοι μπορούσαν να ζητήσουν με προτάσεις, κατά την ακροαματική διαδικασία, την εξέταση μαρτύρων εκτός καταλόγου. Τέλος, δέχθηκε ότι δεν προέκυπτε ούτε από την απόφαση του κακουργιοδικείου ούτε από άλλο έγγραφο ότι η εξέταση των P.J. ή J.M. ήταν σημαντική για την κρίση περί ενοχής. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ ασκήθηκε στις 19 Απριλίου 2023. Με νόμο της 18ης Ιανουαρίου 2024, ο Βέλγος νομοθέτης τροποποίησε το άρθρο 278 § 4 CIC, ώστε η απόφαση περί καταλόγου μαρτύρων να προσβάλλεται με αναίρεση μαζί με την οριστική απόφαση.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ, η μη εξέταση των δύο μαρτύρων κατηγορίας δεν κατέστησε τη διαδικασία συνολικά άδικη.
Παραδεκτό
Η δυνατότητα υποβολής νέου αιτήματος εξέτασης των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της δίκης ή αυτεπάγγελτης κλήτευσής τους από τον πρόεδρο δεν συνιστούσε αποτελεσματικό ένδικο μέσο που έπρεπε να εξαντληθεί. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο προσφεύγων μπορούσε, βάσει των άρθρων 281 § 2 και 306 CIC, να ζητήσει εκ νέου την κλήτευση των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και ότι, επειδή δεν το έπραξε, δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Ο προσφεύγων αντέτεινε ότι οι διατάξεις αυτές προϋπέθεταν νέα στοιχεία από την εξέλιξη της συζήτησης, ότι το αίτημα είχε ήδη υποβληθεί στην προκαταρκτική συνεδρίαση και ότι θα κρινόταν από τον ίδιο δικαστή.
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε την αρχή της Sejdovic κατά Ιταλίας [GC], § 45, κατά την οποία εξαντλούνται μόνον τα ένδικα μέσα που είναι επαρκώς βέβαια τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Το άρθρο 306 μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνον εφόσον η ανάγκη εξέτασης προέκυπτε από στοιχεία που αποκαλύπτονταν κατά τη διάρκεια της δίκης. Το άρθρο 281 § 2 παρείχε περιορισμένη διακριτική δυνατότητα στον πρόεδρο, η αρχική απόρριψη του οποίου στηριζόταν ήδη στην κρίση ότι οι μάρτυρες δεν μπορούσαν προδήλως να συμβάλουν στην ανακάλυψη της αλήθειας. Επιπλέον, κάθε νέο αίτημα θα κρινόταν από τον ίδιο δικαστή που είχε ήδη απορρίψει την εξέταση των συγκεκριμένων μαρτύρων. Το ίδιο το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε χαρακτηρίσει περιορισμένη την πιθανότητα να πληρωθούν οι προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων. Η ένσταση μη εξάντλησης απορρίφθηκε και η αιτίαση κρίθηκε ομόφωνα παραδεκτή (§§ 55-61).
Το άρθρο 13 δεν εξετάστηκε αυτοτελώς. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 αποτελεί lex specialis έναντι του άρθρου 13, του οποίου οι απαιτήσεις απορροφώνται από τις αυστηρότερες εγγυήσεις του άρθρου 6 (§ 53, Kudła κατά Πολωνίας [GC], § 146, Menecheva κατά Ρωσίας, § 105).
Επί της ουσίας
Ο προσφεύγων υποστήριξε τα εξής: η εξέταση των P.J. και J.M. θα του επέτρεπε να αμφισβητήσει το κίνητρο της ανθρωποκτονίας, η διαδικασία ενώπιον του κακουργιοδικείου διέπεται από την αρχή της προφορικότητας, έλειπαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες και η απόρριψη στηρίχθηκε σε τυποποιημένη αιτιολογία. Η Κυβέρνηση αντέτεινε ότι οι καταθέσεις δεν ήταν καθοριστικές, ότι το κίνητρο αποδείχθηκε πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας με σύνολο συγκλινόντων στοιχείων και ότι η απόφαση του προέδρου ήταν επαρκώς αιτιολογημένη (§§ 62-63). Το ΕΔΔΑ περιόρισε την εξέταση στους P.J. και J.M., διότι σε αυτούς επικεντρώθηκαν οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, παρότι η προσφυγή αφορούσε αρχικά εννέα μάρτυρες (§ 71).
Το άρθρο 6 § 3 δ΄ αποτελεί ειδικότερη έκφανση της συνολικής εγγύησης της δίκαιης δίκης. Το Δικαστήριο επανέλαβε (με αφετηρία τις αρχές που είχε συνοψίσει στη Riahi κατά Βελγίου, §§ 27-34) ότι ο κατηγορούμενος πρέπει κατ’ αρχήν να έχει κατάλληλη και επαρκή δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και να τους εξετάσει είτε κατά τον χρόνο της κατάθεσής τους είτε σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τελική εξέταση, όμως, αφορά πάντοτε τη δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας στο σύνολό της. Σε αυτήν συνεκτιμώνται και τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου, των θυμάτων και, όπου απαιτείται, των μαρτύρων, ενώ το παραδεκτό των αποδείξεων ρυθμίζεται κατ’ αρχήν από το εθνικό δίκαιο (§§ 64-66).
Το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το τριμερές πρότυπο των Al-Khawaja και Tahery κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] και Schatschaschwili κατά Γερμανίας [GC]: πρώτον, αν υπήρχε σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του μάρτυρα και την αποδοχή της κατάθεσής του, δεύτερον, αν η κατάθεση ήταν μοναδική ή καθοριστική βάση της καταδίκης, τρίτον, αν υπήρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες. Η απουσία σοβαρού λόγου δεν οδηγεί αυτομάτως σε παραβίαση, αποτελεί όμως στοιχείο ιδιαίτερου βάρους που μπορεί να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της διαπίστωσης παραβίασης (§ 69). Όταν είναι δυσχερές να κριθεί αν η κατάθεση ήταν μοναδική ή καθοριστική, αλλά αυτή είχε σημαντικό βάρος, το ΕΔΔΑ εξετάζει πάντως τους αντισταθμιστικούς παράγοντες. Αυτοί πρέπει να είναι τόσο ισχυρότεροι όσο μεγαλύτερη είναι η σημασία της κατάθεσης (§ 70).
Δεν προβλήθηκε συγκεκριμένος λόγος που να δικαιολογεί τη μη εμφάνιση των P.J. και J.M. Ο πρόεδρος του κακουργιοδικείου είχε περιοριστεί στην παραπομπή στο άρθρο 278 § 2 CIC και στην κρίση ότι οι καταθέσεις δεν ήταν αναγκαίες για την ανακάλυψη της αλήθειας. Δεν επικαλέστηκε κώλυμα των μαρτύρων, ούτε συγκεκριμένο πραγματικό, δικονομικό ή νομικό λόγο που να καθιστά αδύνατη την εξέτασή τους. Ελλείψει τέτοιων λόγων, το ΕΔΔΑ δήλωσε ότι είναι δυσχερές να εικάσει τι θα εμπόδιζε την εμφάνισή τους. Το ΕΔΔΑ τόνισε ότι θα ήταν προτιμότερο οι λόγοι αυτοί να είχαν εκτεθεί ρητώς, ανεξάρτητα από το αν ο προσφεύγων είχε αιτιολογήσει το αίτημά του και από το βάρος που αποδόθηκε τελικά στις καταθέσεις. Δεν διατύπωσε, πάντως, ρητό συμπέρασμα ως προς το πρώτο στάδιο του ελέγχου (§§ 72-73).
Οι καταθέσεις είχαν σημαντικό βάρος, αλλά δεν ήταν ούτε μοναδικές ούτε καθοριστικές. Το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη ότι, κατά το Ακυρωτικό Δικαστήριο, δεν προέκυπτε ότι η εξέταση των P.J. ή J.M. ήταν σημαντική για την κρίση περί ενοχής (§ 74). Η καταδίκη στηρίχθηκε σε σύνολο συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων. Το κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη τα εξής: την αγορά όπλου εννέα χιλιοστών την ημέρα του εγκλήματος, την παρουσία του προσφεύγοντος στην κρίσιμη γεωγραφική περιοχή (μετάβαση με την H.V.A. στο Knokke, όπου το θύμα είχε ραντεβού μαζί τους στο διαμέρισμά του), τις κινήσεις του ίδιου και της H.V.A. (οδήγηση του θύματος στο όχημά τους και μεταφορά του στον τόπο όπου θανατώθηκε), την ανεύρεση των εγγράφων του θύματος στο Ηνωμένο Βασίλειο (στην παραλία του Lymington, από όπου οι δύο είχαν πάρει πορθμείο την επομένη των γεγονότων) και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους (καμία απόπειρα επικοινωνίας με το θύμα, παρότι είχε οριστεί συνάντηση για την επομένη). Επομένως, μολονότι οι καταθέσεις P.J. και J.M. είχαν «σημαντικό βάρος» (poids certain), δεν έφθαναν στο επίπεδο μοναδικής ή καθοριστικής απόδειξης, σε αντίθεση με τη Riahi κατά Βελγίου, όπου η κατάθεση του απόντος μάρτυρα αποτελούσε το μοναδικό επιβαρυντικό αποδεικτικό στοιχείο (§ 75).
Η συνολική πορεία της διαδικασίας παρείχε επαρκή στοιχεία αντιστάθμισης. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να απομονώσει τη νέα δίκη από την προδικασία (§ 77, Schatschaschwili, §§ 100-101, Beuze, §§ 120-122, Engels, § 53). Σημείωσε ότι κανένας διάδικος δεν τοποθετήθηκε για αντισταθμιστικούς παράγοντες στο στάδιο της ανάκρισης. Σημείωσε επίσης ότι ο προσφεύγων δεν παραπονέθηκε για αδυναμία αμφισβήτησης των επιβαρυντικών στοιχείων πριν από τη δεύτερη δίκη και ότι δεν ζήτησε κατά την ανάκριση κανένα μέτρο ως προς τους P.J. και J.M. (§ 78). Οι αρχές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για την απουσία του προσφεύγοντος από σημαντικό τμήμα της ανάκρισης μετά την αναχώρησή του από το Βέλγιο και τη μη ανταπόκρισή του στις κλήσεις για εξέταση (§ 79). Κατά την επανεξέτασή του στη Νότια Αφρική στις 27 Οκτωβρίου 2000 είχε ειδικά τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την κατάθεση του P.J. (§ 80). Κατά τη νέα δίκη ζήτησε είκοσι εννέα μάρτυρες και εξετάστηκαν είκοσι, ενώ η λίστα που είχε καταθέσει δεν περιείχε την απαιτούμενη αιτιολογία. Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε, πάντως, ότι και η απόρριψη ήταν αιτιολογημένη μόνο με παραπομπή στο άρθρο 278 § 2 CIC (§ 81). Ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τη δική του εκδοχή με τη συνδρομή συνηγόρων. Επιπλέον, δεν προέκυπτε ότι επανέφερε κατά την ακροαματική διαδικασία αίτημα εξέτασης των P.J. και J.M. με προτάσεις, όπως είχε επισημάνει το Ακυρωτικό, ούτε ότι προέβη σε άλλο δικονομικό διάβημα επικαλούμενος το άρθρο 6 §§ 1 και 3 δ΄ (§ 82). Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το βάρος των καταθέσεων καθορίζει την απαιτούμενη ισχύ των αντισταθμιστικών παραγόντων (§ 83).
Το ΕΔΔΑ απέδωσε ιδιαίτερη σημασία και στο ότι η απόφαση περί ενοχής περιείχε αναλυτική αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή επέτρεπε στον προσφεύγοντα να κατανοήσει ποια αποδεικτικά στοιχεία είχαν αξιοποιηθεί, τι βάρος τους είχε αποδοθεί και για ποιους λόγους καταδικάστηκε (§ 84, a contrario Taxquet, §§ 93-100). Επίσης, ο προσφεύγων δεν είχε υποστηρίξει ότι οι ένορκοι στερήθηκαν κατάλληλων οδηγιών ή προειδοποιήσεων σχετικά με τους απόντες μάρτυρες ή ότι ο πρόεδρος υπήρξε ελλιπής στην προετοιμασία τους για τη διάσκεψη (§ 85, πρβλ. Beuze, §§ 99 και 188, Al-Khawaja και Tahery, § 164, Sellick και Sellick, § 55).
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ: Η προσφυγή κρίθηκε ομόφωνα παραδεκτή. Με πέντε ψήφους έναντι δύο το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ.
Κοινή μειοψηφούσα γνώμη των δικαστών Davor Derenčinović και Anna Adamska-Gallant
Οι δύο δικαστές θεώρησαν ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 3 δ΄, διότι απορρίφθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος να επανεξεταστούν παρουσία του οι P.J. και J.M. Υπογράμμισαν ότι η υπεράσπιση ζητούσε την εξέτασή τους σε όλη τη διαδικασία που επαναλήφθηκε. Κατά την περιγραφή τους, το πρώτο αίτημα, κατ’ άρθρο 278 bis CIC, απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Κατά τη μειοψηφία, η οποία διατυπώνει το σημείο αυτό «ως παρατήρηση», το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πρέπει να προστατεύεται εξίσου στα κατ’ αντιδικία και στα ανακριτικού τύπου ποινικά συστήματα και δεν δικαιολογείται διαφορετικό επίπεδο προστασίας λόγω του χαρακτήρα του εθνικού δικονομικού συστήματος. Το επιχείρημα ότι η εξέταση των μαρτύρων δεν θα συνέβαλλε στην ανακάλυψη της αλήθειας στο βελγικό σύστημα είναι, κατά τους δύο δικαστές, ανεπαρκές αν δεν συνοδεύεται από διεξοδική εξέταση των κριτηρίων και των αντισταθμιστικών παραγόντων της νομολογίας του ΕΔΔΑ.
Οι P.J. και J.M. είχαν ιδιαίτερη σημασία για το προβαλλόμενο οικονομικό κίνητρο του εγκλήματος. Κατά την κατηγορία, είχαν επικοινωνήσει με το θύμα λίγο πριν από τον θάνατό του και γνώριζαν τις φερόμενες συναλλαγές του με τον προσφεύγοντα. Μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι διέθεταν πληροφορίες για το κίνητρο και ότι οι καταθέσεις τους θα μπορούσαν να φωτίσουν τη σχέση των περιστατικών που συνέθεταν την έμμεση απόδειξη με την ενοχή του προσφεύγοντος. Μία από τις κύριες πραγματικές διαπιστώσεις των ενόρκων, εκείνη για τη χρηματική διάσταση της σχέσης προσφεύγοντος και θύματος, απέρρεε από τις μαρτυρίες τους. Η ίδια η αιτιολογία της καταδίκης στηριζόταν, μεταξύ άλλων, σε στοιχεία που προέρχονταν από τις καταθέσεις τους.
Κατά τη μειοψηφία, δεν προβλήθηκαν επαρκής και πειστική αιτιολογία για την αποδοχή των καταθέσεων χωρίς επανεξέταση των μαρτύρων. Επομένως, δεν πληρούταν ήδη το πρώτο στάδιο του ελέγχου των Al-Khawaja και Tahery (§ 152) και Schatschaschwili (§ 107, βλ. και §§ 119-125), δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού λόγου για τη μη εμφάνισή τους. Η μειοψηφία δεν προχώρησε σε αυτοτελή ανάλυση των αντισταθμιστικών παραγόντων.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που εξετάστηκαν ανωτέρω και εκτιμώντας τη δικαιότητα της διαδικασίας στο σύνολό της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αδυναμία του προσφεύγοντος να εξετάσει ή να ζητήσει την εξέταση των μαρτύρων P.J. και J.M. κατά τη δίκη ενώπιον του κακουργιοδικείου που διεξήχθη κατόπιν ανακοπής δεν έβλαψε τη συνολική δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας εναντίον του» (§ 86).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η ισχυρή πλευρά της Lacote είναι ότι εφαρμόζει με συνέπεια τη λογική της συνολικής δικαιότητας και αποφεύγει να μετατρέψει οποιοδήποτε επιμέρους δικονομικό έλλειμμα σε αυτόματη παραβίαση. Η περισσότερο αμφιλεγόμενη πλευρά της είναι ότι η πλειοψηφία διαπίστωσε ότι δεν προβλήθηκε κανένας λόγος για τη μη εξέταση των δύο μαρτύρων, χωρίς να αντλήσει από αυτό ρητό συμπέρασμα για το πρώτο στάδιο. Ταυτόχρονα απέδωσε σημαντικό βάρος σε δικονομικές δυνατότητες της υπεράσπισης που προσεγγίζουν λειτουργικά εκείνες των οποίων η αποτελεσματικότητα είχε προηγουμένως αξιολογηθεί με επιφύλαξη κατά την εξέταση του παραδεκτού.
Πρώτον. Η απουσία σοβαρού λόγου για τη μη εμφάνιση του μάρτυρα δεν ισοδυναμεί με αυτόματη παραβίαση του άρθρου 6. Η Lacote επιβεβαιώνει την κρίσιμη μετατόπιση που επέφερε η Schatschaschwili από έναν άκαμπτο κανόνα σε μια συνολική αξιολόγηση. Η πρώτη βαθμίδα του ελέγχου δεν χάνει τη σημασία της. Η έλλειψη σοβαρού λόγου αποτελεί στοιχείο βαρύτητας υπέρ της παραβίασης. Δεν λειτουργεί, όμως, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το αποδεικτικό βάρος της κατάθεσης και από την πραγματική επίδραση του περιορισμού στα δικαιώματα υπεράσπισης. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά αυξάνει αντίστοιχα την ευθύνη του ΕΔΔΑ να εξηγεί με ιδιαίτερη ακρίβεια γιατί ένα δικονομικό έλλειμμα που το ίδιο επισήμανε δεν επηρέασε τελικά τη δικαιότητα. Η συνολική στάθμιση της § 86 δεν επανέρχεται ρητώς στην απουσία λόγου, ώστε να καταδεικνύεται πώς αντισταθμίστηκε το «στοιχείο βαρύτητας» της § 69. Επιπλέον, το πρώτο στάδιο διαμορφώθηκε κυρίως με αφετηρία περιπτώσεις αδυναμίας εμφάνισης του μάρτυρα. Όταν ο μάρτυρας είναι διαθέσιμος και το δικαστήριο απλώς αρνείται να τον καλέσει, η απουσία λόγου έχει εγγενώς μεγαλύτερο βάρος. Στη Safssafi το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι, όταν η κατάθεση ενός προσώπου χρησιμοποιείται για τη στήριξη καταδίκης, η εμφάνιση και η εξέτασή του τεκμαίρονται αναγκαίες. Η μειοψηφία, από την πλευρά της, στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο πρώτο στάδιο, χωρίς αυτοτελή ανάλυση των αντισταθμιστικών παραγόντων. Υπό το φως της Schatschaschwili, § 113, αυτό αποδυναμώνει μεθοδολογικά την αντίθεσή της. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lacote c. Belgique, §§ 68-70, 72-73, 86, κοινή μειοψηφούσα γνώμη, Schatschaschwili c. Allemagne [GC], §§ 113, 116, Safssafi c. Pays-Bas, no 61125/19, 10.01.2023.
Δεύτερον. Το αποδεικτικό βάρος της μη ελεγχθείσας κατάθεσης καθορίζει το εύρος των απαιτούμενων αντισταθμιστικών εγγυήσεων. Η πλειοψηφία δεν υποβάθμισε τις καταθέσεις P.J. και J.M. ως αδιάφορες, δέχθηκε ρητά ότι είχαν «σημαντικό βάρος». Η κρίσιμη διάκριση ήταν ότι δεν ήταν ούτε μοναδικές ούτε καθοριστικές. Η κατάταξη αυτή εντάσσει την υπόθεση στην κατηγορία της § 70 (Schatschaschwili, § 116). Στην κατηγορία αυτή οι αντισταθμιστικοί παράγοντες εξετάζονται υποχρεωτικά και πρέπει να είναι τόσο ισχυρότεροι όσο μεγαλύτερο είναι το βάρος της κατάθεσης. Η Lacote αποτελεί επομένως χαρακτηριστικό παράδειγμα βαθμιαίου και όχι δυαδικού ελέγχου. Η ύπαρξη ανεξάρτητων συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να μειώσει ουσιωδώς την επιβάρυνση της υπεράσπισης, χωρίς όμως να εξαλείφει την ανάγκη εξέτασης του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε η μη ελεγχθείσα κατάθεση. Εδώ βρίσκεται το ασθενέστερο σημείο της αιτιολογίας. Τα συγκλίνοντα στοιχεία της § 75 στηρίζουν κυρίως την ταυτότητα και τη συμμετοχή του δράστη. Το κίνητρο, αντίθετα, οι ένορκοι το θεμελίωσαν ρητά στο χρηματικό ζήτημα, για το οποίο οι P.J. και J.M. ήταν οι πρωτογενείς πηγές ως προς τα τηλεφωνήματα της τελευταίας ημέρας (§ 32). Είναι αληθές ότι το κατηγορητήριο περιέγραφε και τραπεζικά ίχνη των χρημάτων (§ 24). Η απόφαση, όμως, δεν διευκρινίζει αν και πώς τα στοιχεία αυτά αξιοποιήθηκαν από τους ενόρκους. Επιπλέον, κατά την § 32, το περιεχόμενο των τηλεφωνημάτων του θύματος προς τους P.J. και J.M. περιήλθε στους ενόρκους μέσω καταθέσεων άλλων προσώπων στο ακροατήριο, ενώ κατά το άρθρο 326 CIC οι ένορκοι λαμβάνουν και τα πρακτικά και τα έγγραφα της δικογραφίας (§ 44). Σε διαδικασία που διέπεται από την αρχή της προφορικότητας (§ 36), η έμμεση αυτή εισαγωγή του περιεχομένου μη ελεγχθεισών καταθέσεων θα απαιτούσε ειδικότερη εξέταση, την οποία η πλειοψηφία δεν πραγματοποίησε. Στο ίδιο πλαίσιο, η κρίση του Ακυρωτικού ότι δεν προέκυπτε η σημασία των P.J. και J.M. για την ενοχή (§§ 35, 74) δεν συμβιβάζεται εύκολα με τη ρητή αναφορά της ετυμηγορίας στο κίνητρο. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lacote c. Belgique, §§ 24, 32, 35-36, 44, 70, 74-75, 83, Schatschaschwili c. Allemagne [GC], §§ 116-117.
Τρίτον. Η δικονομική στάση της υπεράσπισης αποτελεί παράγοντα συνολικής δικαιότητας, χωρίς να ταυτίζεται με παραίτηση από το δικαίωμα εξέτασης. Η πλειοψηφία συνεκτίμησε ότι ο προσφεύγων απουσίαζε από σημαντικό μέρος της ανάκρισης, ότι είχε τη δυνατότητα το 2000 να αμφισβητήσει ειδικά την κατάθεση του P.J., ότι η λίστα των 29 μαρτύρων δεν ήταν αιτιολογημένη και ότι δεν προέκυπτε επανάληψη του αιτήματος κατά τη διάρκεια της δίκης. Το Δικαστήριο, όμως, δεν εξέτασε ζήτημα ρητής ή σιωπηρής παραίτησης από το άρθρο 6 § 3 δ΄. Η διάκριση είναι ουσιώδης. Η ανεπαρκής δικονομική επιμέλεια μπορεί να επηρεάζει τη στάθμιση της συνολικής δικαιότητας της διαδικασίας, δεν θεραπεύει όμως αυτομάτως την υποχρέωση των αρχών να αιτιολογούν γιατί ένας μάρτυρας κατηγορίας δεν εξετάζεται. Δύο επιπλέον στοιχεία περιορίζουν την πειστικότητα της στάθμισης. Το πρώτο είναι ότι η δυνατότητα του 2000 ήταν δυνατότητα σχολιασμού της κατάθεσης του P.J. ενώπιον των αρχών και όχι δυνατότητα εξέτασης του ίδιου του μάρτυρα, ενώ για τον J.M. δεν αναφέρεται καμία αντίστοιχη δυνατότητα (§§ 17, 80). Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η δυνατότητα του κατηγορουμένου να δώσει τη δική του εκδοχή δεν αρκεί, αυτή καθαυτή, για να αντισταθμίσει την απουσία εξέτασης του μάρτυρα (βλ. Safssafi). Το δεύτερο είναι ότι η αναφορά στη μη αιτιολογημένη λίστα του άρθρου 278 § 1 CIC (§ 81) δεν συνεκτιμά τις ταυτόχρονες προτάσεις κατ’ άρθρο 278 bis. Αυτές περιείχαν αιτιολογημένο αίτημα επανεξέτασης, ιδίως του P.J. (§ 28), και επομένως η θέση της υπεράσπισης για τη σημασία του μάρτυρα ήταν γνωστή στον πρόεδρο (§ 30). Πηγή: ΕΔΔΑ, Lacote c. Belgique, §§ 17, 28-30, 78-82.
Τέταρτον. Η αναλυτική αιτιολογία της δικαστικής απόφασης λειτουργεί ως ουσιώδης εγγύηση, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει ένα μέρος της κριτικής της μειοψηφίας. Σε σαφή αντιδιαστολή προς την Taxquet, η απόφαση επέτρεπε στον προσφεύγοντα να γνωρίζει τα αποδεικτικά στοιχεία και το βάρος που τους αποδόθηκε. Η υποχρέωση αιτιολόγησης της ετυμηγορίας εισήχθη με τη μεταρρύθμιση που ακολούθησε την Taxquet (νόμος της 21ης Δεκεμβρίου 2009) και προβλέπεται σήμερα στο άρθρο 334 CIC. Αυτό ενίσχυσε τη διαφάνεια του αποδεικτικού συλλογισμού και επέτρεψε στο ΕΔΔΑ να ελέγξει ότι οι επίμαχες καταθέσεις δεν ήταν η αποκλειστική ή καθοριστική βάση της καταδίκης. Η ίδια αιτιολογία, όμως, κατέγραφε ως βασικό στοιχείο το οικονομικό κίνητρο. Εδώ εντοπίζεται η δυναμική της μειοψηφίας, διότι οι P.J. και J.M. ήταν ακριβώς οι μάρτυρες που διέθεταν άμεση γνώση των δανείων τους προς το θύμα και των τελευταίων τηλεφωνικών επικοινωνιών του. Η γνώση τους για τον ρόλο του προσφεύγοντος ήταν, αντίθετα, έμμεση, διότι μετέφεραν δηλώσεις του θύματος, ενώ ο P.J. διατύπωσε και δικό του συμπέρασμα (§§ 11-12). Το στοιχείο αυτό λειτουργεί αμφίδρομα. Μειώνει την αυτοτελή αποδεικτική αξία των καταθέσεων, αλλά καθιστά την κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή τους ακόμη πιο αναγκαία για τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους. Η διαφωνία πλειοψηφίας και μειοψηφίας αφορά συνεπώς λιγότερο τη νομική αρχή και περισσότερο την αποτίμηση του πραγματικού αποδεικτικού βάρους. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lacote c. Belgique, §§ 11-12, 32, 37, 46, 75, 84, κοινή μειοψηφούσα γνώμη Derenčinović και Adamska-Gallant.
Πέμπτον. Η απόφαση αφήνει ανοιχτό ένα λεπτό ζήτημα συνέπειας μεταξύ του ελέγχου εξάντλησης και της ουσίας. Στο παραδεκτό, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι δυνατότητες των άρθρων 281 § 2 και 306 CIC ήταν τόσο περιορισμένες ώστε να μην αποτελούν αποτελεσματικό ένδικο μέσο που έπρεπε να εξαντληθεί. Στην ουσία, ωστόσο, συνεκτίμησε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να υποβάλει νέο αίτημα κατά τη διάρκεια της δίκης και δεν το έκανε. Οι δύο κρίσεις δεν είναι νομικά ασυμβίβαστες, διότι άλλο είναι το κατώτερο όριο του άρθρου 35 § 1 και άλλο η αξιολόγηση της συνολικής δικαιότητας κατά το άρθρο 6. Δημιουργούν, όμως, εμφανή μεθοδολογική ένταση. Η ένταση επιτείνεται για τον εξής λόγο. Η δυνατότητα κατάθεσης προτάσεων κατά την ακροαματική διαδικασία, την οποία επικαλείται η § 82 ακολουθώντας το Ακυρωτικό, αφορά κατ’ ουσίαν αίτημα κλήτευσης μαρτύρων εκτός καταλόγου, δηλαδή το πεδίο του άρθρου 306 CIC. Το ΕΔΔΑ δεν εξηγεί αν η δυνατότητα αυτή υπόκειται σε διαφορετικές προϋποθέσεις. Επίσης, ως προς τις οδηγίες προς τους ενόρκους, η πλειοψηφία δεν διαπίστωσε θετικά ότι δόθηκε συγκεκριμένη προειδοποίηση για τους απόντες μάρτυρες, αλλά σημείωσε ότι ο προσφεύγων δεν είχε ισχυριστεί το αντίθετο. Η προσέγγιση αυτή διαφέρει από εκείνη του ίδιου του βελγικού Ακυρωτικού. Με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2025, την οποία παραθέτει το ΕΔΔΑ (§ 49), το Ακυρωτικό έκρινε βάσιμο λόγο αναίρεσης, διότι δεν προέκυπτε από την απόφαση ή από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι εφαρμόστηκε η προειδοποίηση των ενόρκων ως αντισταθμιστικός παράγοντας. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε, πάντως, καθοριστικές καταθέσεις θανόντων μαρτύρων. Επιπλέον, η γενική υπόμνηση του άρθρου 326 CIC για τον βαθμό απόδειξης (§ 44) δεν ταυτίζεται με ειδική προειδοποίηση για τη μειωμένη αποδεικτική αξία μη ελεγχθεισών καταθέσεων. Παραμένει έτσι ανοιχτό πόσο ισχυρές πρέπει να είναι οι θετικές αντισταθμιστικές εγγυήσεις όταν δεν έχει προβληθεί κανένας λόγος για τη μη εμφάνιση των μαρτύρων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lacote c. Belgique, §§ 35, 44, 49, 58-60, 82, 85.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Al-Khawaja και Tahery κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]. Η απόφαση εγκατέλειψε την αντίληψη ότι η χρήση μιας μοναδικής ή καθοριστικής κατάθεσης απόντος μάρτυρα συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση. Η σημασία της κατάθεσης αποτελεί εξαιρετικά βαρύ παράγοντα, ο οποίος πρέπει να εξετάζεται μαζί με τις εγγυήσεις που αντισταθμίζουν τη δυσχέρεια της υπεράσπισης. Η Lacote αντλεί από αυτήν τη βασική αρχιτεκτονική του ελέγχου. Η ίδια απόφαση όρισε ως «καθοριστική» την κατάθεση τέτοιας σημασίας ώστε να είναι πιθανό να κρίνει την έκβαση της υπόθεσης. Ως προς τον Tahery, έκρινε ότι η προειδοποίηση των ενόρκων δεν αρκούσε ως αντιστάθμιση και διαπίστωσε παραβίαση, σε αντίθεση με την υπόθεση Al-Khawaja. Η Lacote παραπέμπει ρητά στη σχετική σκέψη (§ 85). Πηγή: HUDOC, Al-Khawaja and Tahery v. the United Kingdom [GC], nos. 26766/05 και 22228/06, 15.12.2011, §§ 118, 131, 146-147, 152, 164.
Β) Schatschaschwili κατά Γερμανίας [GC]. Η απόφαση συστηματοποίησε και διευκρίνισε το τριμερές κριτήριο. Ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Lacote είναι ότι η έλλειψη σοβαρού λόγου για τη μη εμφάνιση του μάρτυρα δεν συνεπάγεται αυτομάτως μη δίκαιη δίκη. Εξίσου κρίσιμο είναι ότι οι αντισταθμιστικές εγγυήσεις πρέπει να εξετάζονται ακόμη και όταν η κατάθεση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυστηρά μοναδική ή καθοριστική αλλά έχει σημαντικό βάρος. Στην υπόθεση αυτή το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης διαπίστωσε παραβίαση. Η Lacote αναπαράγει τις σχετικές αρχές στις §§ 65-70. Πηγή: HUDOC, Schatschaschwili v. Germany [GC], no. 9154/10, 15.12.2015, §§ 100-107, 113, 116-117.
Γ) Riahi κατά Βελγίου. Η Lacote χρησιμοποιεί τη Riahi ως άμεσο σημείο αντιδιαστολής και ως πηγή της σύνοψης των γενικών αρχών (§ 64). Στη Riahi η κατάθεση του απόντος μάρτυρα αποτελούσε το μοναδικό επιβαρυντικό αποδεικτικό στοιχείο και το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση. Στη Lacote, αντίθετα, οι P.J. και J.M. είχαν σημαντικό βάρος, αλλά η καταδίκη στηριζόταν σε ευρύτερο σύνολο συγκλινόντων στοιχείων. Η σύγκριση αποτυπώνει καθαρά τη σημασία του δεύτερου σταδίου του ελέγχου. Πηγή: HUDOC, Riahi v. Belgium, no. 65400/10, 14.06.2016, §§ 27-34, 37.
Δ) Taxquet κατά Βελγίου [GC]. Η Taxquet αποτελεί το κρίσιμο υπόβαθρο για την αιτιολογία των ετυμηγοριών των ενόρκων. Η απόφαση του Τμήματος της 13ης Ιανουαρίου 2009 οδήγησε στη μεταρρύθμιση της διαδικασίας του βελγικού κακουργιοδικείου με τον νόμο της 21ης Δεκεμβρίου 2009 (Lacote, § 37, Lhermitte κατά Βελγίου [GC], § 42). Η Lacote τη διακρίνει ρητά, επειδή η απόφαση του 2021 περιείχε λεπτομερή αιτιολογία, επέτρεπε την αναγνώριση των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν και καθιστούσε κατανοητούς τους λόγους της καταδίκης. Η αιτιολογία λειτουργεί έτσι και ως εργαλείο μεταγενέστερου ελέγχου της βαρύτητας των καταθέσεων απόντων μαρτύρων. Πηγή: HUDOC, Taxquet v. Belgium [GC], no. 926/05, 16.11.2010, §§ 84, 93-100.
Ε) Beuze κατά Βελγίου [GC]. Η Beuze χρησιμοποιείται στη Lacote για τη θεμελιώδη μεθοδολογική αρχή ότι η δικαιότητα δεν αξιολογείται απομονώνοντας ένα μόνο στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη τόσο την ανάκριση όσο και τη νέα δίκη του προσφεύγοντος, ιδίως τις δυνατότητες που είχε πριν από το 2020 να αμφισβητήσει επιβαρυντικά στοιχεία. Η Lacote παραπέμπει επίσης στη Beuze ως προς την προετοιμασία των ενόρκων για τη διάσκεψη (§ 85). Πηγή: HUDOC, Beuze v. Belgium [GC], no. 71409/10, 09.11.2018, §§ 99, 120-122, 188.
ΣΤ) Engels κατά Βελγίου. Η Engels παρατίθεται μαζί με τις Schatschaschwili και Beuze για να επιβεβαιώσει ότι η συνολική δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας εξετάζεται από την προδικασία μέχρι την κρίση επί της κατηγορίας. Η Lacote εντάσσεται επομένως σε πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, την οποία το Δικαστήριο εφαρμόζει και σε βελγικές υποθέσεις, στην οποία η αξιολόγηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης δεν περιορίζεται χρονικά στην ακροαματική διαδικασία. Πηγή: HUDOC, Engels v. Belgium, no. 38110/18, 27.05.2025, § 53.
Ζ) Sellick και Sellick κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφαση επί του παραδεκτού). Η υπόθεση χρησιμοποιείται ως παράδειγμα κατάλληλων οδηγιών προς τους ενόρκους που μπορούν να συμβάλουν στην αντιστάθμιση της χρήσης καταθέσεων απόντων μαρτύρων και αντιδιαστέλλεται στη Lacote με την Al-Khawaja και Tahery (§ 164), όπου οι οδηγίες δεν αρκούσαν. Στη Lacote το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε θετικά το περιεχόμενο συγκεκριμένης προειδοποίησης, αλλά επισήμανε ότι ο προσφεύγων δεν είχε καταγγείλει έλλειψη τέτοιων οδηγιών. Πηγή: HUDOC, Sellick and Sellick v. the United Kingdom (dec.), no. 18743/06, 16.10.2012, § 55.
Η) Safssafi κατά Κάτω Χωρών (μη παρατιθέμενη στη Lacote). Το Εφετείο απέρριψε αίτημα εξέτασης τριών διαθέσιμων μαρτύρων κατηγορίας. Το πρώτο αίτημα το απέρριψε ως εκπρόθεσμο και το δεύτερο με το «κριτήριο αναγκαιότητας», επειδή δεν υπήρχε λόγος αμφιβολίας για την αξιοπιστία των καταθέσεων. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι, όταν η κατηγορία βασίζεται στην κατάθεση προσώπου ως σημαντικής πηγής και η κατάθεση χρησιμοποιείται για τη στήριξη καταδίκης, η εμφάνιση και η εξέταση του μάρτυρα τεκμαίρονται αναγκαίες. Έκρινε ότι δεν υπήρχε σοβαρός λόγος και ότι οι καταθέσεις ήταν καθοριστικές, παρότι επιβεβαιώνονταν από άλλα στοιχεία. Έκρινε επίσης ότι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να δώσει τη δική του εκδοχή δεν αρκούσε ως αντιστάθμιση και διαπίστωσε παραβίαση. Η σύγκριση δείχνει ότι η ύπαρξη επιβεβαιωτικών στοιχείων δεν αποκλείει αφ’ εαυτής τον καθοριστικό χαρακτήρα μιας κατάθεσης. Δείχνει επίσης ότι η ελλιπής επιμέλεια της υπεράσπισης δεν απέτρεψε εκεί τη διαπίστωση παραβίασης, και ότι η Lacote κρίθηκε κατ’ ουσίαν στο δεύτερο στάδιο. Πηγή: HUDOC, Safssafi v. the Netherlands, no. 61125/19, 10.01.2023.
Θ) Άρθρο 14 § 3 ε΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η διάταξη κατοχυρώνει δικαίωμα αντίστοιχο με το άρθρο 6 § 3 δ΄ ΕΣΔΑ. Κατά την Επιτροπή, το δικαίωμα αποτελεί εφαρμογή της ισότητας των όπλων. Δεν παρέχει απεριόριστο δικαίωμα κλήτευσης κάθε μάρτυρα, αλλά δικαίωμα να γίνονται δεκτοί οι μάρτυρες που είναι κρίσιμοι για την υπεράσπιση και να παρέχεται κατάλληλη ευκαιρία εξέτασης και αμφισβήτησης των μαρτύρων κατηγορίας σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας. Το παραδεκτό και η εκτίμηση των αποδείξεων ανήκουν κατ’ αρχήν στον εθνικό νομοθέτη και δικαστή. Το πλαίσιο αυτό συγκλίνει με τη λογική της συνολικής δικαιότητας που εφαρμόζει η Lacote. Πηγή: Human Rights Committee, General Comment No. 32, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007, § 39.
Ι) Άρθρο 8 § 2 στ΄ της Αμερικανικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η διάταξη κατοχυρώνει το δικαίωμα της υπεράσπισης να εξετάζει τους μάρτυρες που βρίσκονται στο δικαστήριο και να επιτυγχάνει την εμφάνιση προσώπων που μπορούν να διαφωτίσουν τα πραγματικά περιστατικά. Στην Castillo Petruzzi κ.ά. κατά Περού το Διαμερικανικό Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση, διότι η υπεράσπιση δεν μπόρεσε να εξετάσει μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων αστυνομικούς που είχαν μετάσχει στην έρευνα. Στη Norín Catrimán κ.ά. κατά Χιλής εξέτασε εξατομικευμένα, για κάθε καταδικασθέντα, αν μαρτυρίες προστατευόμενων μαρτύρων με απόρρητη ταυτότητα είχαν καθοριστική σημασία για την καταδίκη. Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 § 2 στ΄ μόνο ως προς ορισμένους από αυτούς και όχι ως προς τον ίδιο τον Norín Catrimán. Η εξατομικευμένη αυτή εκτίμηση του αποδεικτικού βάρους προσεγγίζει τη λογική του δεύτερου σταδίου της Al-Khawaja και Tahery. Πηγή: Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Castillo Petruzzi et al. v. Peru, 30.05.1999, Series C No. 52, Norín Catrimán et al. v. Chile, 29.05.2014, Series C No. 279.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗ
- Η ένσταση για μη εξέταση μάρτυρα κατηγορίας πρέπει να αρχίζει από τον συγκεκριμένο λόγο της απουσίας του. Ο προσφεύγων πρέπει να αναδεικνύει ότι το εθνικό δικαστήριο δεν προσδιόρισε πραγματικό, νομικό ή δικονομικό κώλυμα αλλά αρκέστηκε απλώς σε γενική διατύπωση περί μη χρησιμότητας της εξέτασης. Όταν ο μάρτυρας ήταν διαθέσιμος, πρέπει να τονίζεται ότι η κατάθεσή του χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορία και ότι, κατά τη Safssafi, η εξέτασή του τεκμαίρεται αναγκαία.
- Το κρίσιμο επιχείρημα πρέπει να συνδέει την κατάθεση με το πραγματικό αποδεικτικό θεμέλιο της καταδίκης. Δεν αρκεί ότι η κατάθεση περιλαμβάνεται στη δικογραφία. Πρέπει να καταδεικνύεται, από την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, αν συνδέεται με το κίνητρο, την ταυτότητα του δράστη ή άλλο αποφασιστικό στοιχείο. Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται αν το περιεχόμενό της εισήλθε στη δίκη εμμέσως, μέσω καταθέσεων τρίτων ή μέσω των εγγράφων που δόθηκαν στους δικαστές.
- Η υπεράσπιση πρέπει να αιτιολογεί πλήρως και να επαναφέρει εγκαίρως το αίτημα εξέτασης. Η Lacote δείχνει ότι η δικονομική αδράνεια ή η ανεπαρκής αιτιολόγηση μπορεί να συνεκτιμηθεί κατά τη συνολική αξιολόγηση, ακόμη και όταν δεν συνιστά παραίτηση από το δικαίωμα του άρθρου 6 § 3 δ΄. Η αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνεται σε κάθε δικόγραφο με το οποίο ζητείται η εξέταση και το αίτημα πρέπει να επαναλαμβάνεται κατά την ακροαματική διαδικασία με ρητή επίκληση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ (§ 82).
- Ο εθνικός δικαστής πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα τις αντισταθμιστικές εγγυήσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχουν η ύπαρξη άλλων ανεξάρτητων αποδεικτικών στοιχείων, προηγούμενη πραγματική δυνατότητα αμφισβήτησης της κατάθεσης, η αιτιολογία της ετυμηγορίας και οι κατάλληλες οδηγίες προς τους ενόρκους. Οι οδηγίες αυτές πρέπει να προκύπτουν από τα πρακτικά (πρβλ. την απόφαση του βελγικού Ακυρωτικού της 1.10.2025, Lacote, § 49).
- Για την ελληνική πρακτική, η απόφαση ενισχύει την ανάγκη πλήρους δικονομικής καταγραφής του αιτήματος εξέτασης μάρτυρα κατηγορίας. Πρέπει να προσδιορίζεται γιατί ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι ουσιώδης, ποιο σημείο της κατηγορίας επιδιώκεται να ελεγχθεί και γιατί οι λοιπές αποδείξεις δεν θεραπεύουν την αδυναμία κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης. Πρέπει επίσης να καταχωρίζεται στα πρακτικά ρητή αντίρρηση κατά της ανάγνωσης ή αξιοποίησης των προδικαστικών καταθέσεων, ώστε να θεμελιώνεται ο μεταγενέστερος αναιρετικός λόγος και να πληρούται η απαίτηση εξάντλησης.
ΠΗΓΗ echrcaselaw.com
